ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΔΕΛΦΟΙ Π Ν ΜΟΥΖΟΥΡΗ (ΕΣΚΑΦΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2201/06, 27 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2201/06 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και 1. ΑΔΕΛΦΟΙ Π & Ν ΜΟΥΖΟΥΡΗ (ΕΣΚΑΦΕΣ-ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ) ΛΤΔ και άλλων Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση ημερ. 10/11/08 Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Συμεού για κ. Μαθηκολώνη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Ν. Οικονόμου για ν' ακούσει απόφαση για κο Αχιλλέως για κ. Α. Ανδρέου Ενδιάμεση Απόφαση Οι ενάγοντες στις 5/11/1998 συνήψαν έγγραφη συμφωνία με τους εναγόμενους 1 για την παραχώρηση σε αυτούς, μέσω τρεχούμενου λογαριασμού, τραπεζικών διευκολύνσεων με εγγύηση των λοιπών εναγομένων και με ενυπόθηκες εξασφαλίσεις. Είναι η θέση τους ότι είχαν δικαίωμα να τερματίσουν το λογαριασμό και να καταστήσουν το υπόλοιπο απαιτητό χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση στους εναγόμενους. Ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν τον λογαριασμό μετά από επανειλημμένες οχλήσεις, δίνοντας μάλιστα ειδοποίηση προς τους εναγομένους. Τώρα απαιτούν το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο του λογαριασμού και διατάγματα για πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Ενώ το αρχικώς συμφωνηθέν επιτόκιο ήταν 8% επικαλούνται όρο της συμφωνίας που τους έδιδε δικαίωμα να αυξήσουν το επιτόκιο «μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει κάθε φορά» και απαιτούν επιτόκιο προς 10,5%. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους δέχονται την ύπαρξη της συμφωνίας περιλαμβανομένης της πρόνοιας για τόκο όπως παραπάνω έχει παρατεθεί. Αρνούνται όμως το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο επικαλούμενοι παράνομες χρεώσεις τόκων. Αρνούνται επίσης ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού λέγοντας περαιτέρω ότι, εν πάση περιπτώσει, «ένας τέτοιος όρος όπως τον ισχυρίζονται οι ενάγοντες είναι καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος». Παραδέχονται την ύπαρξη των υποθηκών αλλά λέγουν ότι αυτές «είναι παράνομες ή και άκυρες ή και ανεφάρμοστες καθότι το περιεχόμενο τους δεν συνάδει ή και είναι αντίθετο με τις πρόνοιες της περί Υποθηκών Νομοθεσίας». Γι' αυτό και ανταπαιτούν σχετική δήλωση του δικαστηρίου όπως και διάταγμα για εξάλειψη των υποθηκών. Τέλος, δεν παραδέχονται ότι έτυχαν οχλήσεων και ότι έλαβαν τις κατ' ισχυρισμό επιστολές τερματισμού. Τώρα, οι εναγόμενοι ζητούν εκτεταμένες τροποποιήσεις και ο Νίκος Μουζούρης, εναγόμενος 2 και διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 1 σε ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς για την ανάγκη της τροποποίησης σε αυτό το στάδιο. Η άλλη πλευρά έχει ένσταση. Στις εκατέρωθεν θέσεις θα επανέλθω. Το ζήτημα της τροποποίησης διέπεται από την Δ.25,κ.1[1]. Η αποκρυσταλλωμένη πλέον τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Κύριο ζητούμενο είναι να δίδεται η ευκαιρία ώστε να τίθενται προς εκδίκαση και να αποφασίζονται όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων, κάτι που εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, όπου όμως υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται κάποια εξήγηση. Το βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος ποικίλει αναλόγως. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, τόσο επαυξάνει και το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Παρά ταύτα η καθυστέρηση δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Θα πρέπει όμως να συνεκτιμούνται οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα συμφέροντα του αντιδίκου και να λαμβάνεται υπόψη πως η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κάθε διαδίκου κατά το ΄Αρθρο 30.2 του Συντάγματος (Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223, Astor Manufacturing and Exporting Co. κ.ά. v. Α.G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν προκειμένω η υπεράσπιση καταχωρίστηκε πριν δύο χρόνια, στις 17/1/2007 και η υπόθεση ορίστηκε έκτοτε τέσσερις φορές για ακρόαση χωρίς να αρχίσει. Υπάρχει καθυστέρηση, όπως αναγνώρισε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών. ΄Οσο και αν δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, όσο και αν είναι δεδομένη η αρχή ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί και «σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό της διαδικασίας» (Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.ά. Πολ. ΄Εφ. 96/2006, ημερ. 27/7/07) πάντως όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται, ως άνω, η παροχή κάποιας εξήγησης. Η εξήγηση που έδωσαν οι αιτητές για την ανάγκη τροποποίησης σε αυτό το στάδιο ήταν ότι ο δικηγόρος τους διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης στο πλαίσιο της μελέτης και ετοιμασίας της υπεράσπισης και μετά που η πλευρά των εναγόντων εφοδίασε τον δικηγόρο των εναγομένων με αντίγραφα των επιδίκων εγγράφων τα οποία δεν είχαν στην κατοχή τους. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτιολογία για την καταχώρηση της αίτησης σε αυτό το στάδιο και αμφισβητούν το καλόπιστο της αίτησης. Ως προς την επάρκεια ή τη σαφήνεια της εξήγησης, στην υπόθεση Astor (ανωτ.) λέχθηκε ότι η αποτυχία θεμελίωσης σαφούς ή επαρκούς εξήγησης είναι ένα θέμα και το κίνητρο του αιτητή σε σχέση με τη σκοπούμενη τροποποίηση, είναι άλλο θέμα. Αυτά όμως, σε σχέση με τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης που καθιστούσαν φανερό, όπως εξηγείται στη σελίδα 732 της απόφασης ότι η αποτυχία επαρκούς αιτιολογίας δεν είχε να κάνει με κακή πίστη. ΄Αλλωστε στο ίδιο σημείο το δικαστήριο διευκρινίζει ότι «δεν θα λέγαμε πως τα δύο είναι οπωσδήποτε ασύνδετα». Είναι ζήτημα των εκάστοτε γεγονότων. ΄Ετσι, στη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, (βλέπε και Federal Bank of Lebanon, ανωτ.) ελέγχθη ότι η δικαιολόγηση της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και διευκρινίστηκε ότι σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Για να αξιολογηθεί η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και γενικά του αιτήματος θα πρέπει να έχουμε κατά νου τις σκοπούμενες τροποποιήσεις. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση κατ' αρχήν επιχειρείται να εισαχθεί ο ισχυρισμός ότι η αίτηση που υπέβαλαν οι εναγόμενοι για δανειοδότηση υποβλήθηκε «κατόπιν πιέσεων ή και εισήγησης των εναγόντων με σκοπό την αναδιάρθρωση και την περαιτέρω διευκόλυνση των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 αλλά και παράλληλα με σκοπό την εξόφληση υποχρεώσεων τρίτων προσώπων σε σχέση με τους εναγόμενους 1». Θέλουν επίσης οι αιτητές να εισάξουν τον ισχυρισμό, συναφή με τα πιο πάνω, ότι «οι ενάγοντες εξώθησαν ή και πίεσαν ή και επέβαλαν στους εναγόμενους 1 την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας με σκοπό μεταξύ άλλων την χρηματοδότηση των εναγομένων 1 για την εξόφληση υποχρεώσεων της οικογένειας Μουζούρη». Περαιτέρω σκοπούμενη τροποποίηση συνίσταται στον ισχυρισμό ότι «η συμφωνία ημερ. 5/11/1998 περιελάμβανε μεταξύ άλλων διάφορους ουσιώδεις ρητούς ή και εξυπακουόμενους όρους ή και όρους με σημαντική σημασία ως προς τη νομιμότητα ή και εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας αλλά και της ευθύνης των εγγυητών των εναγομένων 1». Οι εν λόγω όροι ήσαν μεταξύ άλλων και οι ακόλουθοι: «Α. ΄Οτι θα παραχωρείτο στην εναγομένη 1 εταιρεία χρηματοδότηση μέσω εικονικής ενοικιαγοράς για Λ.Κ.150,000 με δέσμευση αντικειμένων της εναγομένης 1 εταιρείας και οι δόσεις της ενοικιαγοράς θα αποκόπτοντο από τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας. Β. ΄Οτι όλες οι καταθέσεις της οικογένειας που θα παρέμεναν (περίπου Λ.Κ.205,000) να κατατεθούν σε λογαριασμό προειδοποιήσεως και να δεσμευτούν κανονικά και να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή των δόσεων του δανείου των Λ.Κ.200,
- Γ. Ποσό εκ Λ.Κ.85,000 από το προϊόν του δανείου να κατατεθούν σε λογαριασμό καταθέσεων σε εγγύηση το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή πίστωσης εισαγωγής σπαστήρα ισόποσης αξίας έναντι ταυτόχρονης δέσμευσης του σπαστήρα στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου. Δ. ΄Οτι από το προϊόν των διευκολύνσεων να εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της Εταιρείας και της οικογένειας Μουζούρη οι οποίες υφίσταντο στην Τράπεζα και τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου.» Αυτά τα θέματα επαναφέρονται στην αίτηση και υπό διαφορετική έννοια ως ακολούθως: «
- Οι εναγόμενοι με πλήρη επιφύλαξη των υπερασπίσεων τους όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 5/11/1998 είναι παράνομη ή και καταρτίστηκε καθ' υπέρβαση (ULTRA VIRES) των σκοπών της εναγομένης 1 Εταιρείας ή και καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της Εταιρείας ή και ότι εν πάση περιπτώσει ο επίδικος λογαριασμός ιδρύθηκε ή και λειτούργησε ή και χρεώνετο παράνομα ή και ULTRA VIRES των σκοπών της εναγομένης 1 ή και γενικά των προνοιών του ιδρυτικού ή και του καταστατικού εγγράφου των εναγομένων 1 για τους ακόλουθους λόγους:- 12.
- Διότι οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγομένους 1 ή και συμφώνησαν ότι από τον επίδικο λογαριασμό θα επληρώνοντο ή και αποκόπτονται δόσεις για την πληρωμή δανείου των εναγόντων προς τους εναγομένους 1 που χορηγήθηκε με σκοπό μεταξύ άλλων την πληρωμή προσωπικών χρεών ή και υποχρεώσεων Διοικητικών Συμβούλων ή και μελών της οικογένειας Μουζούρη ή και άλλως πως ως αναφέρεται στην παρ. 2 ανωτέρω. 12.
- Διότι οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγομένους 1 ή και υποχρέωσαν αυτούς ή και συμφώνησαν όπως χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό ή και αποκόπτουν από αυτόν δόσεις προς τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με παραχώρηση από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου στην εναγομένη 1 δανείου Λ.Κ.150,000 μέσω εικονικής και παράνομης συμφωνίας δήθεν ενοικιαγορά, ήτοι της συμφωνίας δήθεν ενοικιαγοράς ημερ. 26/11/1998 που προωθήθηκε ή και που η κατάρτιση της επιβλήθηκε από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1, με σκοπό την συγκάλυψη δανείου με παράνομα κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό την εικονική μορφή των δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς ή και γενικά που προωθήθηκε και καταρτίστηκε με σκοπό την εξουδετέρωση ή και συγκάλυψη της παραβίασης του Νόμου 2/77 ή και της διάπραξης ποινικών αδικημάτων ή και γενικά του παράνομου σκοπού των εναγόντων. 12.
- Σαν αποτέλεσμα ή και με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες με ανέκκλητες οδηγίες των εναγομένων 1 που οι ενάγοντες απαίτησαν ή και επέβαλαν στους εναγομένους 1, εχρέωναν ή και αφαιρούσαν από τον επίδικο λογαριασμό τις ποιο πάνω δόσεις παράνομα ή και ULTRA VIRES των σκοπών της Εταιρείας όπως πιο πάνω αναφέρεται. 12.
- Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρων, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους για τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους, οι ενάγοντες προφανώς γνώριζαν ή και λαμβανομένων υπ' όψη των περιστάσεων δεν ήταν δυνατό να αγνοούν ότι οι ως άνω πράξεις ή και συναλλαγές συμφωνήθηκαν να τελούνται ή και τελούντο από τους αξιωματούχους των εναγομένων 1 και από τους ιδίους τους ενάγοντες καθ' υπέρβαση των εξουσιών που παρέχει η Περί Εταιρειών Νομοθεσία στους εν λόγω αξιωματούχους ως πράξεις και συναλλαγές που δεν εμπίπτουν στους σκοπούς των εναγομένων 1 ή και που αντιστρατεύονται τους σκοπούς αυτούς ή και τα συμφέροντα των εναγομένων
- Οι ενάγοντες από την έναρξη της συνεργασίας τους με τους εναγόμενους 1 ή και κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας είχαν στην κατοχή τους αντίγραφο του Ιδρυτικού ή και Καταστατικού Εγγράφου της εναγομένης 1 εταιρείας που η τελευταία τους προμήθευσε. 12.
- Οι εναγόμενοι εν όψει των ανωτέρω λέγουν ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη ή και καθ' υπέρβαση των σκοπών της Εταιρείας και εν πάση περιπτώσει επιφυλάσσονται να ζητήσουν λεπτομέρειες για όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες παράνομες χρεώσεις του λογαριασμού σε σχέση με τις οποίες οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προβάλουν οποιανδήποτε αξίωση.» Στα παραπάνω θα επανέλθω. Επιπρόσθετα τώρα ας σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος της αίτησης αποτελείται από επαναλήψεις των όσων αναφέρονται ήδη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην παράγραφο 4 της υφιστάμενης υπεράσπισης υπάρχει άρνηση του υπολοίπου και αμφισβήτηση της νομιμότητας του τρόπου με τον οποίο οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό με τόκους διότι «δεν εχρεοπίστωναν τον εν λόγω λογαριασμό σύμφωνα με το Νόμο ή την περί Τόκου Νομοθεσία ή και τις Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή και εχρεοπίστωναν τον επίδικο λογαριασμό με παράνομες χρεώσεις οι οποίες στην πραγματικότητα συνίσταντο σε παράνομους τόκους ή και τόκους επί τόκων». Στη σκοπούμενη παράγραφο 4, υπάρχει άρνηση του υπολοίπου και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν εδικαιούνταν να χρεώνουν το ισχυριζόμενο ποσοστό επιτοκίου. Στο θέμα του κατ' ισχυρισμό παράνομου τόκου επανέρχονται οι αιτητές με τις σκοπούμενες παραγράφους 6.2, 6.3 και 7 επαναλαμβάνοντας το ζήτημα με άλλα ή πιο πολλά λόγια. ΄Ο,τι διαφορετικό λέγουν για τον τόκο περιλαμβάνεται στην σκοπούμενη παράγραφο 3.2 στην οποία λέγουν ότι ο όρος περί τόκου είναι καταχρηστικός «με βάση τη Νομοθεσία περί προστασίας των καταναλωτών από καταχρηστικές ρήτρες ή και διότι ο όρος αυτός περιλαμβάνεται σε κείμενο τυποποιημένης συμφωνίας ... που δεν μπορούσε να αποτελέσει ούτε και αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης». Δεύτερον, στη σκοπούμενη παράγραφο 3.3 αναφέρεται ότι ο όρος περί αυξομείωσης του τόκου «προϋπέθετε την ύπαρξη ανωτάτου νομίμου χρεωστικού επιτοκίου που με βάση την περί Ελευθεροποιήσεως των Επιτοκίων Νομοθεσία δεν υπάρχει». Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση (παράγραφος 3) υπάρχει άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων για δικαίωμα τερματισμού (παράγραφος 5 της Ε/Α) και περαιτέρω θέση ότι τέτοιος όρος όπως τον ισχυρίζονται οι ενάγοντες είναι καταχρηστικός, παράνομος, άκυρος και ανεφάρμοστος. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση (παράγραφος 5) επαναλαμβάνονται τα ίδια. Στην υφιστάμενη Υπεράσπιση (παράγραφος 6) ενώ οι εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη των υποθηκών, ισχυρίζονται ότι «είναι παράνομες ή και άκυρες ή και ανεφάρμοστες καθ' ότι το περιεχόμενο τους δεν συνάδει ή και είναι αντίθετο με τις πρόνοιες της περί Υποθηκών Νομοθεσίας». Η τροποποίηση που θα χρειαζόταν αυτή η παράγραφος θα ήταν προς την κατεύθυνση να γίνει αναφορά στα γεγονότα που δεικνύουν την κατ' ισχυρισμό παρανομία εφόσον «ισχυρισμοί για το παράνομο συμφωνίας πρέπει να εγείρονται ειδικά στην υπεράσπιση και να στοιχειοθετούνται με αναφορά στα γεγονότα τα οποία την καθιστούν παράνομη είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την εκτέλεση της» (Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 615, βλ. επίσης Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπάμιχαηλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Αντιγόνη Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039, Δημητρίου v. Συμεωνίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1018). Αντί τούτου όμως, ζητείται τροποποίηση με την οποία δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα αλλά επαναλαμβάνονται, με άλλα ή πιο πολλά λόγια, τα ίδια. Με τη παράγραφο 5 οι εναγόμενοι παραδέχονται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην παράγραφο 7 της ΄Εκθεσης Απαίτησης ότι δηλαδή οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν τους εναγόμενους 1 «με επιφύλαξη πάντοτε της Υπεράσπισης τους όπως εκτίθεται ανωτέρω ή και θα εκτεθεί κατωτέρω». Με τη σκοπούμενη παράγραφο 7 υπάρχει η ίδια παραδοχή και η ίδια επιφύλαξη με πιο πολλά λόγια αναφερόμενα στις κατ' ισχυρισμό παράνομες ή αυθαίρετες χρεώσεις. Αλλά ήδη το θέμα καλύπτεται από την υφιστάμενη παράγραφο. Η σκοπούμενη παράγραφος 9 καλύπτεται από την παράγραφο 7, η σκοπούμενη παράγραφος 10 καλύπτεται από την παράγραφο 8, η σκοπούμενη παράγραφος 11 καλύπτεται από την παράγραφο 9, η δε παράγραφος 13 είναι ταυτόσημη με την παράγραφο
- ΄Εχοντας τώρα υπόψη τις σκοπούμενες τροποποιήσεις επανέρχομαι στην εξήγηση που επικαλέστηκαν οι αιτητές. Τα έγγραφα από την μελέτη των οποίων κατέληξαν στην ανάγκη τροποποίησης έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Μουζουρή, στην οποία περιέχεται μάλιστα η σαφέστατη διευκρίνηση ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις «στηρίζονται απόλυτα στα έγγραφα που εξασφαλίσαμε από την άλλη πλευρά και τα οποία δεν είχαμε δυστυχώς στην κατοχή μας» (η υπογράμμιση δική μου). Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιτητών επαναλαμβάνεται ότι οι νέοι ισχυρισμοί προέκυψαν από τα έγραφα. Πρόκειται για την επίδικη συμφωνία για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων στους εναγόμενους 1, την επίδικη εγγύηση και μια συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου και των εναγομένων
- Οι τροποποιήσεις όμως που ζητούν οι εναγόμενοι είναι, ως άνω, πολύ ευρύτερες και δεν εξηγείται ούτε φαίνεται πώς «στηρίζονται απόλυτα» στα τρία αυτά έγγραφα. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός αυτοαναιρείται. Είναι δε ο μόνος ισχυρισμός που αποτελεί την υποτιθέμενη εξήγηση των εναγομένων. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 οι αιτητές είχαν συνδέσει την ανάγκη για τροποποίηση με γεγονότα που κατ' ισχυρισμόν τους περιήλθαν σε γνώση τους μόλις τότε, κάτι που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Με αυτό το δεδομένο το δικαστήριο έκρινε ότι «το υπόβαθρο που στήριξε την αίτηση για τροποποίηση ήταν στην πραγματικότητα ανύπαρκτο». Παράλληλα υπενθύμισε ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται όχι μόνο με γνώμονα το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, αλλά το σύνολο των περιστατικών. Βέβαια, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται τώρα από τους αιτητές ήταν στη γνώση τους εξ αρχής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τροποποιήσεις επιτρέπονται ακόμα και σε περίπτωση που ο αιτητής εξ αμελείας δεν προέβαλε τους ισχυρισμούς στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Αυτό, ως διατύπωση της γενικής αρχής, είναι ορθό. Όμως, δεν ήταν αυτή η εξήγηση που επικαλέστηκαν οι αιτητές ή οποιαδήποτε άλλη σχετική εξήγηση. Τώρα το ζητούμενο, υπό το φως της υπόθεσης Saba and Co (ανωτ.), είναι η αξιολόγηση, σε σχέση με τη γνησιότητα των προθέσεων τους, της εξήγησης που επέλεξαν να δώσουν ενόρκως και η οποία δεν κρίνεται γνήσια. Επιπρόσθετα, σχετική είναι κατά την ίδια απόφαση, ως άνω, και η αναγκαιότητα ή ο βαθμός χρησιμότητας της τροποποίησης. Η διαπίστωση αυτή παραπέμπει στη θεμελιακή προϋπόθεση για κάθε τροποποίηση όπως αυτή περιλαμβάνεται ρητά στις πρόνοιες της Δ.25,κ.1, ως προς την αναγκαιότητα της τροποποίησης με σκοπό τον καθορισμό και επίλυση των πραγματικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. ΄Οπως έχει τεθεί από τον Jenkins LJ στην GL Baker Ltd v. Medway Building and Supplies Ltd [1958] 3 All E.R. 540, 546 "... it is a guiding principle of cardinal importance on this question that, generally speaking, all such amendments ought to be made "as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties"." Αχρείαστες τροποποιήσεις, δηλαδή τροποποιήσεις που δεν είναι αναγκαίες ώστε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων δεν μπορούν να επιτραπούν. Αυτό αποφασίστηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Edevain v. Cohen
(1889), 42 ChD 187, 189 (CA), στην οποία μάλιστα ο Cotton LJ αναφέρθηκε σε «ισχυρό λόγο» απόρριψης[2]. Περιπλέον στην υπόθεση Hubbuck and Son v. Wilkinson
(1899)1 KB 34, αποφασίστηκε ότι τροποποίηση που δεν θα εισήγαγε αγώγιμο δικαίωμα σε ΄Εκθεση Απαίτησης που δεν απεκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα δεν μπορούσε να επιτραπεί, ως αχρείαστη (βλ. Alexandra Rend A Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111). Σ' αυτό το σημείο χρήσιμη είναι η αναφορά στη διάκριση από την περίπτωση που εξετάζεται η διαγραφή μιας ήδη υφιστάμενης παραγράφου από δικόγραφο, κάτι που δεν γίνεται απλώς επειδή πρόκειται για αχρείαστο ζήτημα. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Speidel v. Plato Films Ltd and Others [1960] 2 All ER 521: «We are dealing with an application to strike out a paragraph that is already in the pleading and it is not the practice to do that merely because the matter alleged is unnecessary. It may be that different considerations arise when an application is being made for leave to amend.» Θεωρώ ότι για να μπορέσει το δικαστήριο να εξετάσει την πρωταρχική, ως άνω προϋπόθεση θα πρέπει, στην κατάλληλη περίπτωση, να υπεισέλθει στην ουσία της σκοπούμενης τροποποίησης ώστε να είναι σε θέση να διαγνώσει την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της. ΄Εχει ήδη αναφερθεί ότι μεγάλο μέρος των σκοπουμένων τροποποιήσεων καλύπτονται από τα υφισταμένα και είναι, ως εκ τούτου, αχρείαστα. Επιπρόσθετα:- Οι ισχυρισμοί στη σκοπούμενη τροποποίηση για «πιέσεις, εξώθηση, επιβολή» δεν έχουν συνδυαστεί με αναφορά σε τέτοια γεγονότα που θα μπορούσε το ζήτημα να λάβει μια αναγνωρισμένη από το νόμο μορφή υπεράσπισης. Φαίνεται ίσως να πρόκειται για μια προσπάθεια να εισαχθεί θέμα καταναγκασμού (duress, coercion). ΄Οπως παρατηρείται στην υπόθεση Γεώργιος Κούτας v. Δήμος Λευκωσίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 516 «απαραίτητο στοιχείο του οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης σε ένα συμβαλλόμενο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προς ζημιά του καθορισμένα συμβατικά δικαιώματα του προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση την οποία ο νόμος θεωρεί απαράδεκτή και άδικη (inequitable)». Υπ' αυτή την έννοια ο καταναγκασμός αντιδιαστέλλεται από μια «εμπορική πίεση» θεμιτή στα συναλλακτικά πλαίσια («commercial pressure») (βλ. Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, παρ. 506 επ.). Αν η προσπάθεια των αιτητών είναι να θέσουν ζήτημα καταναγκασμού, η προσπάθεια αυτή μένει μετέωρη εφόσον δεν γίνεται αναφορά σε κανένα γεγονός που να στοιχειοθετεί φυσικό ή οικονομικό καταναγκασμό. Οι αξιολογικές εκφράσεις «πίεσαν, εξώθησαν, επέβαλαν» και άλλες παρόμοιες, χαρακτηρίζουν μια κατάσταση αλλά δεν παραθέτουν γεγονότα. Δεν είναι μόνο η έλλειψη τέτοιων γεγονότων αλλά και από όσα αναφέρονται προκύπτει σύγχυση και όχι διευκρίνιση πραγματικών επιδίκων ζητημάτων και οπωσδήποτε δεν τίθεται θέμα καταναγκασμού υπό τη νομική έννοια. Λ.χ. στην παράγραφο 2.2. της σκοπούμενης τροποποίησης οι αιτητές κάμνουν λόγο για «πιέσεις ή και εισήγηση των εναγόντων με σκοπό την αναδιάρθρωση και την περαιτέρω αύξηση των διευκολύνσεων των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 αλλά και παράλληλα με σκοπό την εξόφληση υποχρεώσεων τρίτων προσώπων σε σχέση με τους εναγόμενους 1» και αυτά τα τρίτα πρόσωπα καθορίζονται κατωτέρω ως η οικογένεια Μουζούρη και καταγράφονται διάφορα ονόματα που ταυτίζονται με τα ονόματα των εναγομένων. Δηλαδή η κατ' ισχυρισμό πίεση είχε σκοπό την περαιτέρω αύξηση των διευκολύνσεων των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 και την εξόφληση άλλων υποχρεώσεων των εναγομένων; Πέραν τούτου το αποτέλεσμα του καταναγκασμού είναι η ακυρότητα της σύμβασης (Κούτας v. Δήμος Λευκωσίας, ανωτ.). Οπότε εκείνος ο οποίος επικαλείται καταναγκασμό το πράττει για να ζητήσει την ακυρότητα της σύμβασης γι' αυτό το λόγο. Εν προκειμένω, με την σκοπούμενη τροποποίηση ζητείται μεν δήλωση του δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη αλλά αυτό στα πλαίσια των ισχυρισμών περί ultra vires συμφωνίας και όχι λόγω καταναγκασμού. Ως προς την αναφορά σε «διάφορους ουσιώδεις ρητούς ή και εξυπακουόμενους όρους» στη συμφωνία ημερ. 5/11/1998 σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατά πρώτον, και πάλιν ο ισχυρισμός των αιτητών αυτοαναιρείται. Ενώ στη σκοπούμενη τροποποίηση αναφέρεται ότι η συμφωνία περιλαμβάνει ρητά τους «όρους» που απαριθμούνται, η συμφωνία που οι ίδιοι επισυνάπτουν στην αίτηση δεν περιλαμβάνει τέτοιους «όρους». Η δε αναφορά σε «εξυπακουόμενους όρους» είναι τουλάχιστο ασαφής. Εξυπακουόμενος όρος με τη νομική έννοια είναι όρος που είναι αυτονόητα αναγκαίος για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στη σύμβαση (The Moorckock [1889] 14 P.D. 64 και Reigate v. Union Manufacturing Co. (Ramsbottom) Ltd [1918] 1 K.B. 592). Δεν μπορεί να είναι με αυτή την έννοια που τίθεται στη σκοπούμενη τροποποίηση το ζήτημα. Αν είναι υπό άλλη έννοια, λ.χ. μιας παράλληλης συμφωνίας, τότε πώς επρόκειτο για «εξυπακουόμενους όρους»; Υπονόησαν τα μέρη της επίδικης συμφωνίας χωρίς να το πουν ότι θα παρεχωρείτο στην εναγόμενη εταιρεία χρηματοδότηση μέσω εικονικής ενοικιαγοράς κ.τ.λ.; ΄Ολα αυτά δεν διευκρινίζουν τα πραγματικά ζητήματα μεταξύ των διαδίκων αλλά τείνουν να προκαλέσουν σύγχυση και αχρείαστη περιπλοκή στα επίδικα θέματα. Αλλά ας δούμε αυτούς τους «όρους» ή εν πάση περιπτώσει ισχυρισμούς, ανεξάρτητα από τα παραπάνω προβλήματα. ΄Οτι δηλαδή ο σκοπός που οι ενάγοντες έδωσαν τις επίδικες διευκολύνσεις ήταν για να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς που οι εναγόμενοι περιγράφουν, ζήτημα που οι αιτητές ως άνω επαναφέρουν κάτω από το δόγμα ultra vires. ΄Οπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας v. Nicosia Palace Hotel Co Ltd κ.ά.
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 722, το δόγμα αυτό «περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου η συμφωνία ή η συναλλαγή έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς του ιδρυτικού εγγράφου της εταιρείας». Σύμφωνα δε με το κοινό δίκαιο, όπως στην ίδια απόφαση αναφέρεται «μια εταιρεία δεν δεσμεύεται από μία συμφωνία που είναι ultra vires των σκοπών της και δεν μπορεί να απαιτήσει εκτέλεση της». Η αρχή αυτή σε ότι αφορά τη δέσμευση της εταιρείας έχει πλέον αλλάξει (βλ. ΄Αρθρο 33Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113). Για τις ανάγκες της παρούσας αίτησης δεν χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση. Οι αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα τράπεζα δεν είχε εξουσία από το καταστατικό της να πληρώνεται ή να αποκόπτει δόσεις δανείων για συγκεκριμένο συμφωνηθέντα σκοπό ή άλλωσπως όπως στη σκοπούμενη παρ. 12 αναφέρεται. ΄Αλλο είναι το ζήτημα μιας πράξης που δεν εξουσιοδοτείται από το καταστατικό και τελείται καθ' υπέρβαση του και άλλο πράγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται οι εξουσιοδοτημένες πράξεις της εταιρείας. ΄Οπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Συνεργατική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ανωτ. «το δόγμα δεν πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται αυστηρά και δεν συμπεριλαμβάνει οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι άμεσα συνδεδεμένο ή επακόλουθο των σκοπών της εταιρείας όπως αυτοί καθορίζονται στο ιδρυτικό της έγγραφο». Σε ότι δε αφορά ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες επέβαλαν στους εναγόμενους 1 τη σύναψη εικονικής συμφωνίας ενοικιαγοράς με τις δόσεις να πληρώνονται από τον επίδικο λογαριασμό, αυτό το θέμα σαφώς δεν έχει σχέση με το δόγμα ultra vires, δόγμα που θα μπορούσε να αφορά την εξουσία και ικανότητα σύναψης της επίδικης συμφωνίας, κάτι που δεν εγείρεται. Πέραν τούτου, το κατά πόσον η παράλληλη ή σχετιζόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ της εναγομένης 1 και του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου είναι εικονική, αυτό θα μπορούσε με πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια να καταστεί αντικείμενο μιας άλλης διαδικασίας. Δεν θα ήταν ορθό δύο χρόνια μετά που έκλεισαν τα δικόγραφα σε μια απλή υπόθεση δανειοδότησης να εισαχθούν τέτοια επίδικα θέματα που κατ' ουσία να απαιτούν απόφαση επί της εγκυρότητας ή μη μιας άλλης συμφωνίας που δεν είναι επίδικη. Στην απουσία, μάλιστα, ενός άμεσα ενδιαφερομένου διαδίκου όπως είναι ο αντισυμβαλλόμενος στη συμφωνία ενοικιαγοράς. Αυτό το στοιχείο καθιστά την εκδίκαση των ισχυρισμών περί εικονικότητας σ' αυτή την αγωγή όχι απλώς δυσχερή σε σχέση με την εκδίκαση σε μια άλλη αγωγή, αλλά απαράδεκτη. Τέλος, τα δύο ζητήματα σε σχέση με τον τόκο τα οποία χαρακτηρίστηκαν ανωτέρω (σελ. 10) ως μη επαναλήψεις, δεν μπορούν να εξεταστούν αυτοτελώς μετά την ευρύτερη διαπίστωση ότι η εξήγηση για τροποποίηση σ' αυτό το στάδιο πάσχει επηρεάζοντας και την όλη γνησιότητα του εγχειρήματος. ΄Αλλωστε, η αναφορά σε «νομοθεσία» παρέμεινε και πάλι μετέωρη, εφόσον δεν δίδονται οι απαιτούμενες σε τέτοιες περιπτώσεις λεπτομέρειες. Δεν θα αποτελούσε επιθυμητό τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να επιτραπεί τροποποίηση επί της οποίας να ζητούνται μετά λεπτομέρειες και ενδεχομένως να συνεχίζονται οι ενδιάμεσες διαδικασίες. Το δεύτερο ζήτημα, το οποίο είναι αμιγώς νομικό, θα μπορούσε να συζητηθεί ότι είναι επίδικο με την υφιστάμενη υπεράσπιση από τη στιγμή που αμφισβητείται το υπόλοιπο και γενικά η ορθότητα των χρεώσεων τόκου. Καταληκτικά:- Το μή βάσιμο της εξήγησης που έχουν δώσει οι αιτητές, αφενός αναιρεί το αναγκαίο υπόβαθρο που θα υποστήριζε την αίτηση τους και, αφετέρου πλήττει υπό τις περιστάσεις την απαιτούμενη γνησιότητα των προθέσεων τους. Επιπρόσθετα, όχι μόνο δεν έχουν στοιχειοθετήσει την αναγκαιότητα ή χρησιμότητα των τροποποιήσεων, αλλά ορατός είναι ο κίνδυνος της περιπλοκής των επιδίκων θεμάτων με αποκορύφωμα την εκδίκαση της γνησιότητας μιας άλλης, μή επίδικης σύμβασης στην απουσία ενός των μερών της. Συνεκτιμώντας τις θέσεις των αιτητών, η διαπίστωση είναι ότι με τις ζητούμενες τροποποιήσεις σκοπός δεν είναι να τεθούν και εν πάση περιπτώσει δεν θα τεθούν πραγματικές διαφορές οι οποίες θα ήταν δίκαιο και πρακτικό να εκδικαστούν στην παρούσα αγωγή. Για όλους τους πάραπανω λόγους παρά την ευρεία ευχέρεια να δίδεται άδεια για τροποποίηση στις κατάλληλες περιπτώσεις, η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα έξοδα να είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1] «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» [2] "Another strong reason is this. I do not think that this amendment is necessary to bring out the real question between the parties." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο