ANNASTEL TRADING CO LTD ν. ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Αγωγής: 1175/04, 29 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1175/04 Μεταξύ: ANNASTEL TRADING CO LTD Εναγόντων - και - ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Φ. Χαραλάμπους. ----------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των Εναγόντων, ως η δικογραφημένη Έκθεση Απαίτησης τους, η οποία, ας σημειωθεί, τροποποιήθηκε μετά που είχε ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.3.2006, είναι για ποσό Λ.Κ.7.403,68 με νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και στα πλαίσια των σκοπών της συνεργαζόταν με διάφορες χρηματιστηριακές εταιρείες και/ή χρηματιστές και συγκεκριμένα ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι διαφόρων πελατών τους και εκτελώντας οδηγίες και/ή εντολές τους προέβαιναν σε αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του ΧΑΚ με την μεσολάβηση χρηματιστών, ότι στα πλαίσια των ως άνω δραστηριοτήτων τους ο Εναγόμενος διατηρούσε προσωπικά και σε συνεργασία με άλλα δύο πρόσωπα, κάποιους Βαρναβίδη και Σιακαλλή, λογαριασμό και ότι οι ίδιοι κατόπιν οδηγιών του και/ή οδηγιών των άλλων προσώπων που διατηρούσαν τον κοινό λογαριασμό προέβαιναν σε αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους του/τους. Είναι η θέση τους ότι υπάρχει προς όφελος τους το υπόλοιπο του αξιουμένου ποσού το οποίο, ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους να το πληρώσει, παραλείπει μέχρι και σήμερα να το εξοφλήσει. Το εν λόγω ποσό αξιούται διαζευκτικά δυνάμει των αρχών περί αποκατάστασης και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received. Με την υπεράσπισή του ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι είχε συνεργασία με τους Ενάγοντες, πάντοτε, όμως, υπό την προσωπική του ιδιότητα, προς τους οποίους και κατά διάφορα χρονικά διαστήματα έδωσε εντολές για αγοραπωλησία μετοχών. Ήταν η θέση του ότι η συνεργασία τους αυτή τερματίστηκε κατά ή περί της 25.9.2000 και ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία ο λογαριασμός έδειχνε πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος του ύψους Λ.Κ.568,50 το οποίο και ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες με νόμιμο τόκο. Αρνείται ότι διατηρούσε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό με αυτούς και δη ότι είχε κοινό λογαριασμό με τους Σιακαλλή και Βαρναβίδη, όπως και το γεγονός ότι τα τρία αυτά πρόσωπα είχαν οποιοδήποτε κοινό λογαριασμό και/ή αγόραζαν και πωλούσαν μετοχές από κοινού οι οποίες ενεγγράφοντο, μετά από σχετική συμφωνία μεταξύ τους, σε κάποιο από τα τρία ονόματα. Είναι η θέση του ότι το αξιούμενο ποσό δεν αποτελεί δική του οφειλή και δεν έχει καμιά υποχρέωση να το πληρώσει. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και εκ πλευράς Εναγόντων κλήθηκαν δύο μάρτυρες, ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας Μ. Χατζημιτσής (ΜΕ1) και ο Λοϊζος Σιακαλλής (ΜΕ2) υιός του Αγάπιου Σιακαλλή ο οποίος, σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων, ήταν ένας από τα τρία πρόσωπα που είχαν τον κοινό λογαριασμό μαζί με τον Εναγόμενο. Για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε μαρτυρία ο ίδιος και ο Μιχάλης Βαρναβίδης, υιός του Γιώργου Βαρναβίδη ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων, ήταν το τρίτο πρόσωπο της ομάδας που αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι με τον Εναγόμενο είχαν διπλή συνεργασία. Διατηρούσε προσωπικό λογαριασμό, όπου διενεργούσε χρηματιστηριακές πράξεις, αλλά και ήταν το πρόσωπο που μαζί με τους Γ. Βαρναβίδη και Αγάπιο Σιακαλλή ζήτησαν από τους Ενάγοντες παραχώρηση δανείου ύψους £30.000 για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων που γίνοντο μέσω του χρηματιστηριακού γραφεί C. & N. Xadjigavriel. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ο προσωπικός λογαριασμός του Εναγόμενου, αντίγραφο σχετικής κατάστασης κατατέθηκε ως τεκμήριο 1, έδειχνε προς όφελος του πιστωτικό υπόλοιπο £586,
- Μετά, στο λογαριασμό αυτό προστέθηκε η αναλογία του Εναγόμενου για το χρέος που υπήρχε από τη συνεργασία των τριών πιο πάνω αναφερομένων προσώπων, που όπως έχει αναφερθεί από το αρχικό ποσό των £30.000, το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν £23.970,
- Τα τρία πρόσωπα αποφάσισαν να το πληρώσουν ανά ένα τρίτο ο καθένας και αφού αφαιρέθηκε από το ποσό του Εναγόμενου το ποσό που υπήρχε προς όφελος του παρέμεινε υπόλοιπο £7.403,
- Παρουσίασε ως τεκμήριο 2 την κατάσταση λογαριασμού που διατηρείτο στο όνομα Γεώργιος Βαρναβίδης η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αφορούσε τις μετοχές που διακινούσαν στο χρηματιστήριο οι τρεις συνεργάτες και ο οποίος δείχνει στις 14.6.2000 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.23.970,54 που κατά τον ισχυρισμό του είναι το ποσό που αποφάσισαν οι τρεις συνεταίροι να αποπληρώσουν ανά ένα τρίτο έκαστος. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε σε συνεδρίαση που έγινε στο γραφείο του και επέμενε ότι ο Εναγόμενος ήταν πλήρως ενήμερος για τη συμφωνία. Κατά την αντεξέταση του, του υπεβλήθη επανειλημμένα ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος συμμετείχε είτε σε δάνειο που τυχόν ο ίδιος παραχώρησε στους Βαρναβίδη και Σιακαλλή, ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος συμμετείχε με τα άλλα δύο πρόσωπα σε κοινό σχέδιο επένδυσης μετοχών, υποβολές τις οποίες αρνήθηκε σταθερά όπως, επίσης, αρνήθηκε και το γεγονός ότι μετά την αδυναμία του να εισπράξει το ποσό που κατ' ισχυρισμόν είχε δανείσει στον Βαρναβίδη αποφάσισε να στραφεί εναντίον του Εναγομένου που ήταν καλοπληρωτής. Δέχτηκε ότι το Τεκμήριο 1 δείχνει υπόλοιπο £7.403,68 προς όφελος της Ενάγουσας ενώ η κατάσταση λογαριασμού που είχε ο Εναγόμενος έδειχνε υπόλοιπο £586,50 προς όφελος τους Εναγόμενου και διευκρίνισε ότι η διαφοροποίηση αφορά το ποσό των £7.990,18 που ήταν το μερίδιο που ανέλαβε να πληρώσει ο Εναγόμενος μετά τη συμφωνία των τριών το οποίο ο ίδιος μετέφερε στο λογαριασμό του Εναγόμενου συμψηφίζοντας το με το ποσό των £586,50 που υπήρχε προς όφελος του Εναγόμενου. Εξήγησε ότι παρόλο που η συμφωνία έγινε μετά τις 25.9.2000 ο ίδιος μετέφερε το ποσό αυτό στο λογαριασμό του Εναγόμενου με ημερομηνία 25.9.2000 γιατί ήταν πιο εύκολο για τον ίδιο. Ο ΜΕ2, Λοϊζος Σιακαλλής, είναι υιός του Αγάπιου Σιακαλλή ο οποίος είναι ένας από τα τρία πρόσωπα που σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Εναγόντων έλαβαν το δάνειο των £30.000 από τους Ενάγοντες. Σε γραπτή του δήλωση που καταχωρήθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου ως η κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο πατέρας του μαζί με κάποιο Γ. Βαρναβίδη και τον Εναγόμενο συμφώνησαν με τους Ενάγοντες να τους παραχωρηθεί ποσό ύψους £30.000 ως δάνειο και/ή πίστωση και οι Ενάγοντες αγόραζαν μετοχές για τα τρία πιο πάνω πρόσωπα οι οποίες κατόπιν συμφωνίας των τριών ενεγράφονταν στο όνομα του Γ. Βαρναβίδη. Μετά που ο Γ. Βαρναβίδης έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο, οι άλλοι δύο και ο γιος του Βαρναβίδη συμφώνησαν να διαχωριστούν οι μετοχές αφού προηγουμένως αναλάβει ο καθένας το μερίδιο που του αναλογεί και το πληρώσει. Ο πατέρας του κατέβαλε το δικό του μερίδιο και ενεγράφησαν οι μετοχές στο όνομά του ενώ το υπόλοιπο ποσό, όπως και οι υπόλοιπες μετοχές, παρέμειναν να διαμοιραστούν μεταξύ του Βαρναβίδη και του Εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το δάνειο των £30.000 είχε δοθεί από τους Ενάγοντες στον Βαρναβίδη και μετά ο Βαρναβίδης προσέγγισε τον πατέρα του και τον Εναγόμενο να συμμετάσχουν. Δέχτηκε ότι άκουσε ο ίδιος τον Βαρναβίδη να ρωτά τον πατέρα του για το δάνειο αλλά δεν έχει ιδίαν γνώση για την προσέγγιση που έγινε στον Εναγόμενο από τον Βαρναβίδη. Εκείνο που γνωρίζει είναι ότι ο Εναγόμενος ήταν άμεσα ενδιαφερόμενος γιατί έδειχνε έντονο ενδιαφέρον για τις διάφορες χρηματιστηριακές πράξεις που γίνοντο από τον Βαρναβίδη. Ο Εναγόμενος δέχτηκε ότι είχε συνεργασία με την Ενάγουσα από την οποία δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος αλλά δεν τερμάτισε τη συνεργασία επειδή δεν είχε άλλες επαφές. Αρνήθηκε ότι συμμετείχε σε οποιοδήποτε σχέδιο δανείου ή πίστωσης με τους Βαρναβίδη και Σιακαλλή και ότι είχε οποιεσδήποτε μετοχές δικές του εγγεγραμμένες σε όνομα τρίτων προσώπων. Ρωτήθηκε συγκεκριμένα αν προσεγγίστηκε από τον Βαρναβίδη μετά που δόθηκε το δάνειο των £30.000 για να ερωτηθεί κατά πόσο ήθελε να συμμετέχει και η απάντηση του δεν ήταν καθαρή επί του σημείου, άφησε όμως να διαπιστωθεί καθαρά ότι δόθηκε το δάνειο στο Βαρναβίδη, το γνώριζε, όπως επίσης, και δέχτηκε ότι μπορεί να έτυχε κάποιες μετοχές δικές του να αγοραστούν σε όνομα τρίτου προσώπου και κατόπιν να πληρώσει τις υποχρεώσεις του. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ο ΜΕ1 του ζήτησε χρήματα για μετοχές και/ή δάνειο του Βαρναβίδη και ότι πρώτη φορά που πληροφορήθηκε κάτι τέτοιο ήταν με την επιστολή του δικηγορικού γραφείου Α. Ζαχαρίου & Σία ημερομηνίας 5.3.04, τεκμήριο 3, που προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Ανέφερε, επίσης, ότι έμαθε ότι μετά που αρρώστησε ο Βαρναβίδης ο Σιακαλλής έδωσε κάποια λεφτά και πήρε μετοχές που ήταν γραμμένες στο όνομα του Βαρναβίδη. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι έτυχε στο παρελθόν να αγοράσουν μαζί με τον Βαρναβίδη μετοχές, πλήρωνε ο καθένας το μερίδιο του και συνήθως εγγράφονταν ή στο δικό του όνομα ή στο όνομα του Βαρναβίδη. Έτυχε, όμως, μια φορά να εγγραφούν στο όνομα τρίτου προσώπου το οποίο του υπέγραψε έγγραφο εμπιστεύματος. Δέχτηκε ότι με τον Βαρναβίδη είχαν αγοράσει αρκετές μετοχές μαζί και ότι μετά που αρρώστησε ο Βαρναβίδης ο ίδιος και ο γιος του Βαρναβίδη κατάρτησαν έγγραφο ότι οι εν λόγω μετοχές τους ανήκουν από μισές ανεξάρτητα σε ποιου το όνομα έχουν εγγραφεί οι τίτλοι. Επέμενε ότι ουδέποτε συνεργάστηκε και με τους άλλους δύο ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται και η θέση του παρέμεινε ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στους Ενάγοντες, αντίθετα, είναι οι Ενάγοντες που του οφείλουν το ποσό των £586,50 το οποίο και ανταπαιτεί από αυτούς. Ως δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης κλήθηκε ο Μιχάλης Βαρναβίδης (MY2), γιος του Γ. Βαρναβίδη, ο οποίος κατέθεσε ως τεκμήριο 7 γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του με βάση τις σχετικές πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου. Στην εν λόγω δήλωση αναφέρει ότι, μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη ο πατέρας του προσεγγίστηκε από τον ΜΕ1 ο οποίος του ανέφερε ότι ο πατέρας του είχε κάποιες εκκρεμότητες με το γραφείο του. Επισκέφθηκε τα γραφεία των Εναγόντων, όπου ο ΜΕ1 του ανέφερε για κάποιο δάνειο ύψους £27.000-£28.000 το οποίο είχε συνάψει ο πατέρας του. Στη συνάντηση μετά συμμετείχε και ο Λ. Σιακαλλής, ΜΕ
- Ο ίδιος είπε ότι ήταν η πρώτη φορά που άκουσε για τους ισχυρισμούς αυτούς, εκπλάγηκε γιατί είχε αναλάβει όλες τις εκκρεμότητες του πατέρα του μετά την αρρώστια του και δεν είχε βρει τίποτα σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς πράγμα που τον παραξένεψε ιδιαίτερα γιατί ο πατέρας του ήταν πολύ τυπικός με τα έγγραφα του. Ζήτησε από τον ΜΕ1 να του υποδείξει κάτι σε γραπτή μορφή, αυτός του απάντησε ότι δεν είχε και ο ίδιος αρνήθηκε να αναγνωρίσει αυτή την οφειλή. Ο Σιακαλλής, δέχτηκε να πληρώσει στον ΜΕ1 κάποιο ποσό και να του μεταβιβαστούν κάποιες μετοχές. Ήταν η θέση του ότι ο ΜΕ1 δεν έκαμε καμία αναφορά στον Εναγόμενο ως πρόσωπο που ήταν ενδιαφερόμενο και/ή εμπλεκόμενο στο δάνειο. Ο ΜΕ1 του ζήτησε και άλλες φορές να εξοφλήσει την οφειλή του πατέρα του, αυτός αρνήθηκε και εξ όσων γνωρίζει είχαν ληφθεί κάποια δικαστικά μέτρα εναντίον του τα οποία όμως εξ όσων γνωρίζει εγκαταλείφθηκαν. Κατά την αντεξέταση του του υπεβλήθη ότι καμιά υπόθεση εναντίον του πατέρα του δεν σταμάτησε, αντίθετα, του υπεδείχθη ότι εκδόθηκε απόφαση ημερομηνίας 13.10.2004 στα πλαίσια της αγωγής 1174/04 του Επ. Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του πατέρα του, Τεκμήριο
- Επίσης, του υπεδείχθη ότι στα πλαίσια εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εγγράφηκε η εν λόγω δικαστική απόφαση σε ακίνητη περιουσία του Γιώργου Βαρναβίδη, Τεκμήριο
- Είπε, ότι ο πατέρας του δεν καταλάβαινε και ότι εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για την εν λόγω υπόθεση για να του υποδειχθεί, όμως, από το κείμενο της απόφασης ότι η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του πατέρα του. Δέχτηκε, επίσης, ότι ο πατέρας του μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη δεν μπόρεσε να αναφέρει τίποτε στην οικογένεια του αναφορικά με τις υποχρεώσεις και/ή τις συνδιαλλαγές του, ότι δεν αναγνωρίζει το χρέος που αναφέρεται ο ΜΕ1 ούτε και την τυχόν συμμετοχή του Χατζηπαναγή σε αυτό. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενόσω έδιδαν τη δια ζώσης μαρτυρία τους και έτσι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο ΜΕ1 επέμενε σταθερά στην εκδοχή του την οποία και δικαιολόγησε πλήρως παρά το ότι κάποιες πράξεις του φάνηκαν ότι έγιναν διαδικαστικά κάπως ανορθόδοξα όπως π.χ. η μεταφορά του υπόλοιπου των Λ.Κ.7.990,18 στο λογαριασμό του Εναγόμενου με ημερομηνία 25.9.2000 ενώ παραδέχτηκε ότι η πραγματική ημερομηνία που συμφωνήθηκε αυτός ο διαχωρισμός ήταν μεταγενέστερη. Επίσης η θέση του ότι το δάνειο των Λ.Κ.30.000 ζητήθηκε και από τους τρεις συνεργάτες δεν ήταν ακριβής αφού τελικά διεφάνη ότι το δάνειο παραχωρήθηκε στον Βαρναβίδη ο οποίος μετά προσέγγισε τους άλλους δύο. Οι αντιφάσεις/διαφοροποιήσεις αυτές, όμως, δεν επηρέασαν την εικόνα που άφησε αλλά αντίθετα δείχνουν ότι δεν υπήρξε προσπάθεια προετοιμασίας και προσυνεννόησης. (βλ. A. N. Stasis Estates Ltd n. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860). Ως μάρτυρας της αλήθειας κρίνεται και ο ΜΕ2 ο οποίος τελικά όπως διεφάνη ότι δεν είχε προσωπική γνώση των συναλλαγών των τριών συνεταίρων με τους Ενάγοντες, γεγονός το οποίο ευθαρσώς παραδέχτηκε από την αρχή της αντεξέτασης του. Τα όσα απάντησε σε σχέση με τον πατέρα του και τη συνεργασία του με τον Βαρναβίδη τα γνωρίζει από προσωπική γνώση ενώ σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο απάντησε ειλικρινά ότι προέβηκε σε κάποια συμπεράσματα με βάση το ενδιαφέρον που έδειχνε ο ίδιος για τις αγοραπωλησίες μετοχών που έκανε ο Βαρναβίδης. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Απαντούσε με υπεκφυγές καταφεύγοντας, πολλές φορές, σε υπερβολές ενώ ο ίδιος διαψεύστηκε αρκετές φορές αφού έδωσε συγκρουόμενες θέσεις αναφορικά με το κατά πόσο πάντοτε ενεργούσε για τον εαυτό του και από μόνος του τη θέση του ότι τις υποχρεώσεις του τις πλήρωνε τοις μετρητοίς, ότι ουδέποτε είχε συνεταιρικές μετοχές με τον οποιονδήποτε και δεν θα ανεχόταν να ήταν συνέταιρος σε μετοχές των οποίων οι μετοχικοί τίτλοι δεν θα ήταν επ' ονόματι του αναφέροντας ότι δεν γνώριζε ότι δεν μπορούν οι μετοχικοί τίτλοι να είναι εγγεγραμμένοι σε πέραν του ενός ονόματα, ενώ διεφάνη ότι τουλάχιστον με τον Βαρναβίδη είχαν αγοράσει συνεταιρικά αρκετούς τίτλους μετοχών οι οποίες ήταν γραμμένες είτε στο δικό του όνομα είτε στου Βαρναβίδη, σχετικό είναι το Τεκμήριο 6. Επίσης, από ερώτηση του ίδιου του δικηγόρου του διεφάνη ότι γνώριζε για το δάνειο που έγινε στον Βαρναβίδη και ανέφερε ότι δεν του έγινε συγκεκριμένη πρόταση και ότι αν γινόταν κάτι τέτοιο θα επέμενε όπως οι μετοχές γραφτούν και στο όνομά του. Ως αναξιόπιστος και πρόσωπο το οποίο ήλθε στο Δικαστήριο καθαρά να βοηθήσει την υπόθεση του Εναγόμενου κρίνεται και ο ΜΥ2, Μιχάλης Βαρναβίδης, ο οποίος επέμενε ότι ο πατέρας του δεν όφειλε κανένα ποσό στους Ενάγοντες, για να δεχτεί αργότερα ότι κινήθηκε δικαστική διαδικασία από τους Ενάγοντες εναντίον του πατέρα του για το ποσό αυτό, ακολούθως αρνήθηκε ότι η δικαστική διαδικασία είχε οποιοδήποτε τέλος, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι παρουσιάστηκε και ο πατέρας του στο Δικαστήριο για να διαφανεί μετά ότι η δικαστική διαδικασία προωθήθηκε από τους Ενάγοντες μέχρι τέλους και ότι εξασφαλίστηκε απόφαση εναντίον του πατέρα του στην απουσία του. Επίσης, παραδέχτηκε ότι ο πατέρας του χρωστούσε χρήματα για χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την ημερομηνία που υπέστη το εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τα πιο πάνω και την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία έχω προβεί είναι φανερό ότι το Δικαστήριο έχει βρει ως πιο πειστική την εκδοχή του Ενάγοντα και των μαρτύρων του ενώ αντίθετα απεκόμισε αρνητική εντύπωση για τον Εναγόμενο και τον μάρτυρα που έχει καλέσει προς υποστήριξη των θέσεων του. Σε μια αστική υπόθεση ο Ενάγων έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του στο μέτρο που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις που δεν είναι άλλο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση έχει αποδείξει τη σχέση του μαζί με τον Εναγόμενο, η οποία εν πάση περιπτώσει σε ό,τι αφορούσε τις κατευθείαν μεταξύ τους συναλλαγές δεν αμφισβητείτο από τον Εναγόμενο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του για το δάνειο-λογαριασμό που τηρείτο από τους τρεις Βαρναβίδη, Σιακαλλή και Εναγόμενο, από τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τον Ενάγοντα αλλά και από την αντεξέταση του ΜΥ2 και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί έχει προκύψει η απόδειξη των θέσεων του Ενάγοντα ότι το δάνειο των Λ.Κ.30.000 είχε συμφωνηθεί να πληρωθεί από τους τρείς συνεργάτες και ότι ο μεν Σιακαλλής μετά από διευθέτηση με τους Ενάγοντες ενώ όσον αφορά το Βαρναβίδη μετά από δικαστική απόφαση έχει εξοφληθεί το δικό τους μερίδιο ενώ παραμένει το μερίδιο που αναλογεί στον Εναγόμενο. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Εναγόμενου από την οποία διεφάνηκε ότι γνώριζε για την ύπαρξη του δανείου-λογαριασμού, ότι είχε και στο παρελθόν αγοράσει και πωλήσει συνεταιρικές μετοχές με τον Βαρναβίδη, ότι οι μετοχές αυτές δεν ήταν εγγεγραμμένες στο δικό του όνομα αλλά στου Βαρναβίδη, παρά τις θέσεις που στην υπεράσπιση του προβάλλει και αυτές που κατά την κυρίως εξέταση του ανεπιτυχώς προέβαλε στο Δικαστήριο είναι στοιχεία που δείχνουν ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την αξίωσή τους στο μέτρο που απαιτείται. Η όχι και τόσο ορθόδοξη ενέργεια των Εναγόντων να χρεώσουν το λογαριασμό του Εναγόμενου με το ποσό που του αναλογούσε από το εν λόγω δάνειο και ως ημερομηνία χρέωσης να φαίνεται ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία συνεφωνήθη ο διαμερισμός του δανείου δεν βρίσκω ότι επηρεάζει την αξίωση των Εναγόντων με τέτοιο τρόπο ώστε να θεωρούνται ότι έχουν αποτύχει να την αποδείξουν. Δεν πρέπει, εξάλλου, να λανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ο Κανόνας ότι τα δικόγραφα είναι αυτά που αποτελούν το θεμέλιο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. Η αξίωση των Εναγόντων, όπως έχει τροποποιηθεί μετά από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, είναι για παραχώρηση δανείου και/ή διευκολύνσεων και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και διαζευκτικά ως, με βάση τις αρχές τις αποκατάστασης, του αθέμιτου πλουτισμού και/ή ως money had and received. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνείται την ύπαρξη τέτοιου δανείου και περαιτέρω αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξε συνιδιοκτήτης μετοχών με οποιαδήποτε πρόσωπα. Οι θέσεις του αυτές έχουν καταρριφθεί από την ίδια τη μαρτυρία του όπου έχει αναφέρει ότι γνώριζε για την ύπαρξη δανείου και ότι και σε προηγούμενες φορές υπήρξε αγοραστής μετοχών συνεταιρικά με άλλα πρόσωπα. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €12.660,30 με νόμιμο τόκο. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται, επίσης, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Δεν γίνεται ξεχωριστή διαταγή για έξοδα αναφορικά με την ανταπαίτηση αφού αυτή προωθήθηκε στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κ.π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο