← Κύπρος

ALI HOUSSEIN ν. RADIO ELIOS NETWORK LTD, Αρ. Αγωγής.:3251/ 06, 29 Ιανουαρίου,2009

ALI HOUSSEIN ν. RADIO ELIOS NETWORK LTD, Αρ. Αγωγής.:3251/ 06, 29 Ιανουαρίου,2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A13 00ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.:3251/ 06 Μεταξύ: ALI HOUSSEIN Ενάγοντος και RADIO ELIOS NETWORK LTD Εναγομένων __________ Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου,2009 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ.κ. Α. Αργυρίδης, Hakki Onen και Γιάννης Αργυρίδης, τον χειρισμό της υπόθεσης είχε ο κ. Γιάννης Αργυρίδης Για τους εναγόμενους: κα Ξυδά για Σ. Δράκο & Σια στην εκφώνηση της απόφασης κ. Συμεού ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.9.000,00, επί πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Το ποσό αυτό προέρχεται από δύο τραπεζικές επιταγές οι οποίες ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους δηλαδή τους εναγόμενους. Η μια επιταγή αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 η οποία φέρει ημερομηνία εκδόσεως την 4.03.2004 και η άλλη το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 που φέρει ημερομηνία εκδόσεως την 5.03.2004 και στις δύο περιπτώσεις δικαιούχος φέρεται να ήταν ο ενάγοντας. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται ότι εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές και ισχυρίζονται ότι: (α) δεν υπήρχε αντιπαροχή ή αντάλλαγμα για το ποσό των επιταγών, (β) ποτέ δεν εξέδωσαν ή παρέδωσαν στον ενάγοντα τις ισχυριζόμενες επιταγές τον οποίο και δεν γνωρίζουν, (γ) ποτέ δεν είχαν οποιανδήποτε συναλλαγή με τον ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν του οφείλουν κανένα ποσό. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά ή περί το τέλος Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 2004 το βιβλιάριο επιταγών των εναγομένων ήταν στην κατοχή του διευθυντή της εν λόγω εταιρείας και κλάπηκε καθώς ήταν στα κατεχόμενα. Ο διευθυντής των εναγομένων ειδοποίησε την Τράπεζα και έδωσε οδηγίες για τη μη πληρωμή τους (stop payment). Ακολούθως κατά ή περί την 12.03.204 η Τράπεζα ενημέρωσε την εναγόμενη εταιρεία ότι κάποιος εμφανίστηκε και ζήτησε την πληρωμή δύο τραπεζικών επιταγών των εναγομένων που κλάπηκαν και αμέσως κατάγγειλαν το συμβάν στην αστυνομία. Για τον λόγο ότι δεν συναλλάχθηκαν μεταξύ τους οι εναγόμενοι αρνούνται τις αξιώσεις του ενάγοντος ή ότι του οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. Με την απάντηση του στην υπεράσπιση ο ενάγοντας εκτός του ότι αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων ως αναληθείς διατείνεται ότι διευθυντής και/ ή αντιπρόσωπος των εναγομένων συνοδευόμενος από γυναίκα τον επισκέφθηκαν στο ξενοδοχείο του όπου και του εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές προς εξόφληση χρέους που είχε κάποιος Mustafa Zeka προς τον ενάγοντα χωρίς ο ενάγοντας να γνωρίζει την σχέση των εναγομένων με τον Mustafa Zeka. Πέραν αυτών ισχυρίζεται ότι στις 5.03.2004 είχε επαφή με διευθυντή και/ ή αντιπρόσωπο των εναγομένων ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός τους δεν είχε αρκετά υπόλοιπα προς εξαργύρωση των επιταγών και ζήτησε δύο εβδομάδες παράταση για να τιμηθούν οι επιταγές. Τέλος ισχυρίζεται ότι όταν κατά ή περί την 26.03.2004 που προσπάθησε να εξαργυρώσει τις επιταγές, όπως ήταν η παράκληση του διευθυντού των εναγομένων, η τράπεζα τον ειδοποίησε ότι η πληρωμή είχε ανακληθεί. Η ανάκληση της πληρωμής των επιδίκων επιταγών είναι παράνομη και είναι προϊόν δεύτερης σκέψης για να αποφύγουν να καταβάλουν το ποσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο ενάγοντας κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε ακόμα δύο μάρτυρες, τον κ. Ξενή Ξενή και τον εμπειρογνώμονα γραφολόγο κ. Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Υ.) για δε την πλευρά των εναγομένων κατέθεσε ως μάρτυρας η κ. Μαρία Κυριάκου, διευθύντρια όπως ανέφερε, των εναγομένων (Μ.Υ.). Ο ενάγοντας Ali Houssein (Μ.Ε.1) ιδιοκτήτης ξενοδοχείου και εστιατορίου στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου σε περιοχή της Επαρχίας Αμμοχώστου παρουσίασε ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα τις επίδικες επιταγές όπου ως εκδότες φαίνονται οι εναγόμενοι και οι οποίες εξεδόθησαν επ΄ ονόματι του. Εξήγησε ότι του είχαν δοθεί αρχικά κάποιες επιταγές από κάποιο Mustafa Zeka (στη συνέχεια Zeka) προς εξόφληση κάποιου γραμματίου που του χρωστούσε και το οποίο αξίωνε όπως του το εξοφλήσει. Αυτές τις επιταγές δεν είχε δει ποιος τις είχε υπογράψει. Τις έδωσε σε κάποιο ελληνοκύπριο φίλο του με το όνομα Ξενής για να τις εισπράξει. Όταν πήγε ο Ξενής στην τράπεζα γι΄αυτό τον σοπό, η τράπεζα ειδοποίησε την αστυνομία γιατί υπήρχε καταγγελία ότι οι επιταγές ήταν κλεμμένες. Ενημερώθηκε σχετικά από τον Ξενή και αυτός με τη σειρά του ενημέρωσε τον Zeka για το τι είχε συμβεί. Αυτός τον καθησύχασε ότι οι επιταγές δεν ήταν κλεμμένες και ότι την επόμενη θα του πήγαινε τον άνθρωπο που του τις εξέδωσε για να του εκδώσει άλλες επιταγές. Του είχε πει ότι θα του έπαιρνε κάποιο Μιχαήλ. Ο ενάγων τότε του είπε ότι το πρωί της επόμενης θα μετέβαινε στην αστυνομία στη Λάρνακα και γι΄αυτό του ζήτησε να τους συναντήσει αργότερα το απόγευμα της επόμενης. Όταν την επόμενη μετέβη στην αστυνομία στη Λάρνακα και ανέφερε το σκοπό της επίσκεψης του για να ξεκαθαρίσει τη θέση του Ξενή, του είπαν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, να μην ανησυχεί και του είπαν να φύγει. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας τον επισκέφθηκαν στο ξενοδοχείο του στην Επαρχία Αμμοχώστου ο Zeka μαζί με κάποιον Μιχαήλ και κάποια γυναίκα που του είπαν ότι ήταν η σύζυγος του Μιχαήλ. Είχαν πάει εκεί με αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η γυναίκα παρέμεινε στο Lobby του ξενοδοχείου ενώ ο Zeka μαζί με τον Μιχαήλ εισήλθαν στο γραφείο του. Εκεί ο Μιχαήλ του εξέδωσε δύο επιταγές για τα ποσά των Λ.Κ.5.000,00 και Λ.Κ.4.000,

  1. Επειδή ανέγραψε σε αυτές το παρατσούκλι του ¨Μιρίλο¨ τον παρακάλεσε να εκδώσει άλλες επιταγές καθώς με το παρατσούκλι του θα είχε δυσκολία στην εξαργύρωση τους, όπως και έγινε και έτσι εκδόθηκαν οι επίδικες με το επίθετο του Houssein. Όταν ο Zeka αποσύρθηκε για λίγο για να φέρει τους καφέδες είχε συνομιλία με τον Μιχαήλ τον οποίο ρώτησε αν γνώριζε τον Zeka καθώς ο ίδιος τον γνώριζε ως άνθρωπο ψεύτη, παγαπόντη και κλέφτη και του είπε εάν ήθελε να μη του εξέδιδε τις επιταγές. Αυτός του είπε ότι είχε γνωρίσει τον Zeka στην αστυνομία στη Λάρνακα και τον γνώριζε καλά και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Ο λόγος που του εξέδωσε τις επίδικες επιταγές ο Μιχαήλ ήταν προς εξόφληση γραμματίου που του χρωστούσε ο Zeka από τον οποίο αξίωνε την πληρωμή του. Οι επιταγές εκδόθηκαν και υπογράφτηκαν από τον Μιχαήλ στο γραφείο του στη παρουσία του και στη παρουσία του Zeka. Όταν ο Μιχαήλ του έδωσε τις δύο επιταγές για το ποσό των Λ.Κ.9.000,00 αυτός έδωσε στον Μιχαήλ το γραμμάτιο που του χρωστούσε ο Zeka και αυτός με τη σειρά του και στη παρουσία του το έδωσε στον Zeka. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι το βιβλιάριο των επιταγών των εναγομένων από το οποίο εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές ήταν κλεμμένο. Ο Μιχαήλ του είχε πει να τον ενημερώσει όταν θα μετέβαινε στην τράπεζα για την εξαργύρωση των επιταγών για να διευθετούσε σε περίπτωση που δεν υπήρχαν ικανά κεφάλαια στον λογαριασμό του να μετέφερε χρήματα από άλλους του λογαριασμούς. Όταν πήγε στην τράπεζα και διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εξαργυρώσει τις επιταγές τηλεφώνησε στον κ. Μιχαήλ και αυτός του είπε ότι δεν ήταν ακόμα έτοιμος με τα χρήματα στον λογαριασμό του και τον παρακάλεσε να τις παρουσιάσει σε δεκαπέντε ημέρες. Όταν πήγε ξανά σε δεκαπέντε ημέρες και πάλι δεν εξαργυρώνονταν, τον πήρε τηλέφωνο και αυτός του υποσχέθηκε ότι θα τις πλήρωνε και πως δεν είχε εκείνη τη στιγμή τα χρήματα. Εφόσον τα πράγματα είχαν αυτή την εξέλιξη, ζήτησε να εναποτεθεί σχετική σφραγίδα της τράπεζας στις επιταγές. Στη συνέχεια της κατάθεσης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 πιστό αντίγραφο του Ιδρυτικού και Καταστατικού εγγράφου των εναγομένων όπου μεταξύ των μετόχων εμφαίνετε και κάποιος Μιχαήλ Κυπριανού. Η υπογραφή του η οποία εμφαίνετε στη στήλη των μετόχων μοιάζει, όπως ανέφερε, με αυτή που τέθηκε επί των επιταγών (Τεκμηρίων 1 και 2). Την ημέρα που του δόθηκαν οι επίδικες επιταγές δεξιώθηκε αυτόν τον άνθρωπο που του τις εξέδωσε και έτσι εάν τον έβλεπε θα τον αναγνώριζε. Μέχρι σήμερα δεν έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό έναντι των επιταγών αυτών και για τούτο ζητά απόφαση για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι θα πρέπει να ήταν τέλος Φεβρουαρίου ή στις 2 ή 3 Μαρτίου 2004 που είχε πάει στην αστυνομία στη Λάρνακα για το ζήτημα των πρώτων επιταγών αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί την ακριβή ημερομηνία. Θυμόταν όμως ότι την επόμενη της μετάβασης του στην αστυνομία στη Λάρνακα είχαν πάει ο Μιχαήλ μαζί με τον Zeka στο ξενοδοχείο του και του έκδωσε τις επίδικες επιταγές. Στον αστυνομικό σταθμό είχε συνομιλήσει με κάποιο αστυνομικό με πολιτική περιβολή που είχε συναντήσει στον 2ο όροφο του αστυνομικού σταθμού όπου τον έστειλαν και του οποίου δεν ζήτησε το όνομα. Το αυτοκίνητο με το οποίο μετέβησαν στο ξενοδοχείο του την ημέρα που του εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές ο Μιχαήλ και η σύζυγος του είχε αριθμούς εγγραφής της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτό γιατί είχε τρία ψηφία μπροστά, δεν φρόντισε όμως να κρατήσει τους αριθμούς του. Επρόκειτο για μικρό αυτοκίνητο του οποίου τη μάρκα δεν γνώριζε. Περίγραψε τον Μιχαήλ σαν ένα άνθρωπο ηλικιωμένο περίπου 65 χρονών ο οποίος του φάνηκε να είχε προβλήματα υγείας. Η γυναίκα που τον συνόδευε ήταν νεαρή αλλά δεν θυμόταν το χρώμα των μαλλιών της ούτε και το όνομα της. Δεν κράτησε αντίγραφο του γραμματίου που είχε με τον Zeka το οποίο το αντάλλαξε με τις επιταγές κατά τον τρόπο που προανέφερε. Δεν γνώριζε γιατί ο Μιχαήλ πλήρωσε το χρέος του Zeka ούτε και γνώριζε την μεταξύ τους σχέση, όταν είχε επιστήσει την προσοχή στον Μιχαήλ για τον χαρακτήρα του Zeka αυτός του ανέφερε ότι τον γνώριζε καλά και ότι ήθελε να τον βοηθήσει πληρώνοντας το χρέος του. Επέμενε και επανέλαβε ότι οι επιταγές υπογράφτηκαν όπως προανέφερε στη παρουσία του. Ο Ξενής Ξενή (Μ.Ε.2) είναι οδηγός ταξί και τον ενάγοντα τον γνώριζε από το 1971 όταν υπήρξαν συμμαθητές στην Αμερικάνικη Ακαδημία. Θυμόταν ότι του είχε δώσει δύο επιταγές της Arab Bank τέλος του Φεβρουαρίου - αρχές του Μάρτη γύρω στις Λ.Κ.5.000,00 η κάθε μια. Εκδότης των επιταγών ήταν το Ράδιο Ήλιος και δικαιούχος ο ενάγοντας. Ο ίδιος απλώς ανέλαβε να τις εξαργυρώσει και δεν γνώριζε τίποτε περαιτέρω γι΄αυτές. Όταν πήγε στην τράπεζα ο υπάλληλος του ανέφερε ότι οι επιταγές ήταν κλεμμένες και θα ειδοποιούσε την αστυνομία. Πράγματι έτσι έγινε και πήγε στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό όπου κάποιος Λοχίας του πήρε κατάθεση και κράτησαν τις επιταγές. Δεν του εξέθεσε οποιαδήποτε κατηγορία. Όταν συναντήθηκε ξανά με τον ενάγοντα του ανέφερε ότι του είχαν εκδώσει άλλες επιταγές. Στην αντεξέταση του στη μοναδική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν του είχε πει ο ενάγοντας ποιος του είχε δώσει τις επιταγές. Ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.3), ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, κατέθεσε ότι ήταν πρώην αστυνομικός όπου απέκτησε την ειδικότητα του ειδικού γραφολόγου μετά από εκπαίδευση και ανάλογη πολύχρονη πείρα στην αστυνομία από όπου αφυπηρέτησε με το βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο 4 και συγκριτικός πίνακας υπογραφών σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στην κατάθεση του έκαμε αναφορά με λεπτομέρεια στα προσόντα του όπως τα είχε καταγράψει στο προοίμιο της έκθεσης του. Μεταξύ αυτών ήταν και η δυνατότητα του για εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφής. Το αποτέλεσμα της εξέτασης του όπως καταγράφηκε στο τέλος της έκθεσης του είναι το ακόλουθο το οποίο μεταφέρω αυτούσιο: ¨Με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν από την εξέταση των αμφισβητουμένων υπογραφών, στα τεκμήρια 1 και 2 (που είναι οι επίδικες επιταγές) και σύγκρισης τους με τις υπογραφές δείγματα που βρίσκονται στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους. Κατά τη γνώμη μου οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι γνήσιες υπογραφές του ίδιου προσώπου, που υπέγραψε στα έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω, απέναντι από το όνομα Μιχάλης Κυπριανού και βρίσκονται στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη¨. Για τους εναγόμενους κατέθεσε η Μαρία Κυριάκου (Μ.Υ.1). Ανέφερε ότι είναι διευθύντρια των εναγομένων και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Η εταιρεία τους, ανέφερε, ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε δοσοληψία με τον ενάγοντα και ούτε και πλήρωσε προς αυτόν οφειλές τρίτου. Δεν γνωρίζουν ούτε τον ενάγοντα αλλά ούτε και κάποιο τρίτο πρόσωπο του οποίου υπάρχει ισχυρισμός ότι του εξόφλησαν υποχρεώσεις του. Κατά ή περί τις αρχές Μαρτίου 2004, ο διευθυντής της Τράπεζας Arab Βank είχε επικοινωνήσει μαζί της και της ανέφερε ότι κάποιος εμφανίστηκε και ζήτησε την πληρωμή δύο τραπεζικών επιταγών της εναγόμενης εταιρείας τις οποίες η εταιρεία είχε κάμει stop payment λόγω του ότι αυτές οι επιταγές είχαν κλαπεί. Ειδοποίησε αμέσως την κ. Ellisabelle Labard που ήταν η γυναίκα του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας Μιχάλη Κυπριανού η οποία στη συνέχεια επικοινώνησε με την αστυνομία Λάρνακας. Ο διευθυντής της εναγόμενης κ. Μ. Κυπριανού είναι ο μόνος που μπορεί να υπογράφει τις επιταγές της εναγόμενης εταιρείας. Για τον λόγο ότι διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό μαζί με την οικογένεια του και της έχει πλήρη εμπιστοσύνη πριν αναχωρήσει για τον Καναδά υπογράφει πάντοτε αριθμό επιταγών για να μπορεί να διεκπεραιώνει τις καθημερινές εργασίες της εταιρείας. Η πρακτική που ακολουθούν είναι όταν ο ίδιος ο Μ. Κυπριανού επισκέπτεται την Κύπρο να του παραδίδει το βιβλιάριο επιταγών με όσες υπογεγραμμένες επιταγές τυχόν προϋπάρχουν και το οποίο κατέχει ο ίδιος μέχρι να φύγει από την Κύπρο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο όταν ο Μ. Κυπριανού ήρθε στην Κύπρο του είχε παραδώσει το βιβλιάριο επιταγών στο οποίο ένας μικρός αριθμός επιταγών ήδη ήταν υπογεγραμμένες που αν δεν έκανε λάθος αυτές ήταν δύο. Ο πιο πάνω μαζί με τη γυναίκα του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχαν επισκεφθεί τα κατεχόμενα και όταν επέστρεψαν διαπίστωσαν ότι έλειπε από το αυτοκίνητο τους το βιβλιάριο επιταγών και έτσι αναγκάστηκαν να κάμουν stop payment τις επιταγές ενημερώνοντας την σχετικά. Δεν γνώριζε τον ενάγοντα ο οποίος βρισκόταν στο Δικαστήριο και δεν τον είχε ξαναδεί εκτός από το Δικαστήριο. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι κατέθετε ως διευθύντρια της εταιρείας, ιδιότητα για την οποία όμως δεν είχε να παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο. Γνώριζε ένεκα της ιδιότητας της αυτής τα γεγονότα της υπόθεσης ότι δηλαδή ειδοποιήθηκε η ίδια από την τράπεζα όταν παρουσιάστηκε κάποιος με τις κλεμμένες επιταγές. Οι επιταγές δηλώθηκε ότι κλάπηκαν την ίδια ημέρα που την είχαν πάρει από την τράπεζα τηλέφωνο. Δεν ήταν όμως η ίδια που είχε κάμει την καταγγελία. Όταν της είπαν από την τράπεζα ότι κάποιος παρουσιάστηκε για να εξαργυρώσει αυτές τις επιταγές και της είπε τα ποσά, αυτή του είπε ότι δεν είχαν εκδοθεί από την εταιρεία τους επιταγές με αυτά τα ποσά. Η πρώτη ενημέρωση για το όλο ζήτημα της έγινε από την Τράπεζα. Η ίδια δεν έκαμε καμιά καταγγελία στην αστυνομία. Από ότι θυμόταν είχε πάρει μια βδομάδα για να αντιληφθούν ότι έλειπε το βιβλιάριο επιταγών. Η ίδια γνωρίζει μόνο για τις πληρωμές που γίνονταν από την εταιρεία για έξοδα για τον σταθμό τα οποία πλήρωνε η ίδια με σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις. Γνώριζε για όλες τις δοσοληψίες της εταιρείας που αφορούσαν την λειτουργία της εταιρείας, όπως επανέλαβε και κατά την επανεξέταση της. Δεν γνώριζε για τις δοσοληψίες του κ. Μ. Κυπριανού όταν αυτός κατείχε το βιβλιάριο επιταγών ούτε και τυχόν δοσοληψίες του με τα κατεχόμενα. Δεν γνώριζε εάν η αστυνομία διερεύνησε την καταγγελία για τις κλεμμένες επιταγές. Όσα γνώριζε για την κλοπή του βιβλιαρίου επιταγών τα γνώριζε από τον κ. Μ. Κυπριανού και δεν γνώριζε εάν ήταν τέσσερις συνολικά οι επιταγές που εκδόθηκαν. Αναγνώρισε στην επιταγή (Τεκμήριο 2) την μονογραφή του κ. Μ. Κυπριανού στο σημείο όπου φαίνεται η διαφοροποίηση της ημερομηνίας με έντονο χρώμα. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις έκαμαν αναφορά σε έκταση στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και πως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται καθώς και σε νομική επιχειρηματολογία τόσο ως προς την αντίκριση της μαρτυρίας όσο και ως προς την νομική πτυχή της έκδοσης επιταγής και της ανάκλησης της. Για όσα θέματα κριθεί αναγκαίο τα οποία επισημάνθηκαν στις αγορεύσεις θα γίνει αναφορά στη συνέχεια της απόφασης μου τόσο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα καθώς και τους μάρτυρες που κατέθεσαν γι΄ αυτόν όπως και την μάρτυρα που παρουσίασαν οι εναγόμενοι. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Λαμβάνω τέλος υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους εισηγήσεις. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Ο ενάγοντας μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση. Κατέθεσε ήρεμα, νηφάλια και με ταπεινό τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ενδιαφέρον του για την υπόθεση επιδείχθηκε με την ανελλιπή παρουσία του καθ΄όλη η διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Μου φάνηκε ένας σοβαρός άνθρωπος ο οποίος διακατέχεται από το αίσθημα της φιλαλήθειας. Δεν δίστασε εκεί όπου δεν θυμόταν κάποια λεπτομέρεια με ακρίβεια όπως π.χ. ακριβείς ημερομηνίες που συνέβησαν κάποια γεγονότα να το παραδεχθεί. Αυτή όμως η αδυναμία του δεν ζημιώνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του καθώς θα μπορούσε να αναχθεί στη πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τα συμβάντα. Δεν υπέπεσε σε καμιά αντίφαση και η περιγραφή των γεγονότων που έκαμε είχε συνοχή και ήταν συγκροτημένη. Γι΄ αυτούς τους λόγους κρίνω ότι είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου για το πώς δηλαδή περιήλθαν στην κατοχή του οι επίδικες επιταγές ότι δηλαδή στη παρουσία του υπογράφηκαν και του δόθηκαν από τον κ. Μ. Κυπριανού διευθυντή των εναγόντων ο οποίος όπως υποστήριξε και η Μ.Υ. ήταν ο μόνος που κρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο και είχε το δικαίωμα να εκδίδει επιταγές από το εν λόγω βιβλιάριο επιταγών κατά τον ουσιώδη χρόνο και αυτός είχε επισκεφθεί τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου κατά τους ουσιώδεις χρόνους της αγωγής. Εκεί εξάλλου είχαν λάβει χώρα και τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτόν τον άνθρωπο, όποιος και να ήταν, τον περίγραψε με λεπτομέρεια, θα μπορούσε κάλλιστα να τον αναγνώριζε εάν τον έβλεπε. Τα όσα περίγραψε ότι προηγήθηκαν της έκδοσης των επίδικων επιταγών και όσα επακολούθησαν και τα οποία κατέγραψα πιο πάνω κατά τη παράθεση της μαρτυρίας του, κρίνω ότι ανταποκρίνονται απόλυτα στην αλήθεια. Κατά συνέπεια αποδέχομαι πλήρως και χωρίς κανένα ενδυασμό την μαρτυρία του. Ο Μ.Ε. 2 Ηλίας Ηλία μου φάνηκε άνθρωπος που αγαπά την αλήθεια και όσα ανέφερε σε σχέση με την ¨περιπέτεια¨ που είχε όταν ανέλαβε να εξυπηρετήσει τον φίλο του ενάγοντα, εξαργυρώνοντας του δύο επιταγές που του έδωσε, κρίνω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια και συνάδουν απόλυτα με την εκδοχή του ενάγοντος. Σε κανένα σημείο της παρουσίας του ενώπιον μου δεν μου φάνηκε ότι είχε καθοδήγηση για το τι θα έλεγε. Δεν διέκρινα όσο αυτός κατέθετε ότι είχε προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου επί σκοπού για να υποστηρίξει την εκδοχή του ενάγοντος και να πει ψέματα απλώς και μόνο για να τον εξυπηρετήσει. Εξάλλου για ό,τι αυτός έκαμε με την παρουσίαση δηλαδή δύο επιταγών των εναγομένων στην τράπεζα και ό,τι επακολούθησε συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία όπως θα φανεί στη συνέχεια της ανάλυσης της. Πέραν αυτού τα λεγόμενα του επί της ουσίας τους δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Τα όσα ανέφερε γίνονται δεκτά και θα ληφθούν υπόψη κατά τη συνολική θεώρηση της υπόθεσης. Ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.3) κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Ούτε τα προσόντα του αλλά ούτε και η ουσία της μαρτυρίας επί της μελέτης και των ευρημάτων του αμφισβητήθηκαν εφόσον δεν αντεξετάστηκε. Κρίνω ότι η εκπαίδευση και η ενασχόληση και συνεπαγόμενη εμπειρία που απέκτησε κατά την πολύχρονη υπηρεσία του στην αστυνομία όπως την ανέλυσε προσδίδουν σ΄αυτόν την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα με αντικείμενο την γραφολογία και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στην ολότητα της. Το συμπέρασμα της έρευνας του όπως το κατέγραψα πιο πάνω γίνεται δεκτό και υιοθετείται για τους σκοπούς της απόφασης μου. Η Μ.Υ. Μαρία Κυριάκου κρίνεται και αυτή ειλικρινής. Τα όσα ανέφερε δεν ανατρέπουν έστω και κατ΄ ελάχιστον την εκδοχή του ενάγοντος, τουναντίον σε αρκετά σημεία της την ενισχύουν για τους λόγους που μπορούν εύκολα να γίνουν κατανοητοί και στους οποίους θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατ΄ αρχή από τη μαρτυρία της δεν συνάγεται μια διαφορετική εκδοχή εφόσον για την ουσία των όσων ενδιαφέρουν η μαρτυρία της ήταν ουδέτερη όταν με ειλικρίνεια δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τις τυχόν συναλλαγές ή δοσοληψίες του διευθυντή των εναγομένων κ. Μ. Κυπριανού μετά που αυτός παρελάμβανε το βιβλιάριο επιταγών της εταιρείας του από την ίδια και για όσο χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο είτε αυτός βρισκόταν στις ελεύθερες περιοχές είτε στις κατεχόμενες. Η ίδια επιβεβαιώνει το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Μιχάλης Κυπριανού βρισκόταν στη Κύπρο και μάλιστα ότι ήταν άνθρωπος που μετέβαινε στις κατεχόμενες περιοχές της πατρίδας μας. Δεν μπορούσε και δεν είχε τη δυνατότητα, όπως ειλικρινά ομολόγησε, να ελέγχει τις όποιες οικονομικές του συναλλαγές. Το ότι η ίδια γνώριζε τα οικονομικά της εναγόμενης εταιρείας και ότι ως εταιρεία δεν είχαν οποιαδήποτε δοσοληψία με τον ενάγοντα ή υποχρέωση να εξοφλήσουν οφειλές οποιουδήποτε τρίτου δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία καθώς θέση της ήταν ότι ο Μ. Κυπριανού ως Διευθυντής των εναγομένων ήταν ο μοναδικός άνθρωπος εκ μέρους της εταιρείας που είχε δικαίωμα να εκδίδει επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών των εναγομένων από το οποίο εκδόθηκαν και οι επίδικες επιταγές. Επομένως ως προς τούτο δεν είχε κανένα εμπόδιο να εκδώσει ανά πάσα στιγμή οποιαδήποτε επιταγή από το εν λόγω βιβλιάριο στο όνομα οποιουδήποτε και για οποιονδήποτε σκοπό και ως προς αυτό δεν είχε υποχρέωση ως ο διευθυντής των εναγομένων που ήλεγχε τα οικονομικά τους να δίδει λόγο σε κανένα σύμφωνα με παραδοχή της Μ.Υ. Προκύπτει ακόμα από την μαρτυρία της ότι η καταγγελία για τις κλοπιμαίες επιταγές είχε γίνει αρχές Μαρτίου, όπως αναφέρει στην κατάθεση της και όχι στις 12 Μαρτίου όπως συγκεκριμένα καθορίζεται στην Υπεράσπιση. Η θέση της ότι ήταν αρχές Μαρτίου που έγινε η καταγγελία συνάδει και με την εκδοχή του ενάγοντος. Είναι περίεργο που η μάρτυρας δεν γνώριζε ποια ήταν η κατάληξη της καταγγελίας τους για τις κλοπιμαίες επιταγές. Δεν γνώριζε ακόμα αν δόθηκαν καταθέσεις εκ μέρους των εναγομένων. Η ίδια πάντως δεν είχε δώσει κατάθεση κατά παράδοξο κατά την άποψη μου λόγο. Κρίνω ότι εάν ήθελαν οι εναγόμενοι θα έπρεπε να διαφώτιζαν το Δικαστήριο γι΄αυτή την πτυχή της υπόθεσης τους που είναι και η ουσία του ενός άξονα επί του οποίου βασίζεται η υπεράσπιση τους. Είναι το λιγότερο περίεργη η στάση της πλευράς των εναγομένων που ενώ εξέδωσαν κλήση για αστυνομικό για να καταθέσει πάνω σε αυτή τη πτυχή της υπόθεσης και γι΄αυτό ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης, στο τέλος αποφάσισε να μην τον παρουσιάσουν ως μάρτυρα αφήνοντας κενό και ασάφεια ως προς αυτή τη βασική πτυχή της υπεράσπισης τους. Από την άλλη, κατά την άποψη μου και ενόψει της μαρτυρίας, ο κ. Μ. Κυπριανού του οποίου έγινε περιγραφή από τον ενάγοντα όφειλε να είχε προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου για να ξεκαθαρίσει και αυτό το ζήτημα. Η όλη εκδοχή των εναγομένων για την κλοπή του βιβλιαρίου επιταγών, όπως παρουσιάζεται μέσα από την υπεράσπιση τους και σε συσχετισμό με την μαρτυρία που προσκόμισαν παρουσιάζει εύλογα ερωτήματα. Ενώ ισχυρίζονται ότι τέλος Φεβρουαρίου αρχές Μαρτίου 2004 είχε κλαπεί το βιβλιάριο επιταγών των εναγομένων το οποίο κατείχε ο διευθυντής τους καθώς ήταν στα κατεχόμενα, εντούτοις η Μ.Υ. ανέφερε ότι η πρώτη φορά που έγινε καταγγελία στην αστυνομία ήταν όταν πληροφορήθηκε από την τράπεζα για την παρουσίαση των δύο επιταγών για τις οποίες η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε και είχε ενημερώσει σχετικά τη σύζυγο του διευθυντή της εταιρείας και όχι τον ίδιο τον κ. Μ. Κυπριανού. Η καταγγελία στην αστυνομία έγινε την ίδια ημέρα που παρουσιάστηκαν οι εν λόγω επιταγές. Η ίδια φάνηκε ότι δεν γνώριζε για την απώλεια του βιβλιαρίου μέχρι εκείνη τη στιγμή και γι΄αυτό της φάνηκε παράξενο τα ποσά που αφορούσαν οι επιταγές για τις οποίες ενημερώθηκε από τραπεζικό υπάλληλο της τράπεζας όπου διατηρούσαν τον λογαριασμό τους. Ανέφερε σε κάποιο στάδιο ότι η κλοπή του βιβλιαρίου δεν έγινε αντιληπτή αμέσως αλλά τουλάχιστον μια βδομάδα αργότερα. Είναι φανερό ότι ως προς το ζήτημα της καταγγελίας για την κλοπή του βιβλιαρίου η Υπεράσπιση παρουσίασε μια πολύ συγκεχυμένη εικόνα. Και το ερώτημα που προκύπτει είναι τι απέγιναν τελικά αυτές οι επιταγές και γιατί δεν προχώρησε η διερεύνηση της καταγγελίας από την αστυνομία, τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το σίγουρο είναι ότι οι επιταγές αυτές δεν δόθηκαν πίσω στον κ. Ηλία Ηλία (Μ.Ε.2), όπως ο ίδιος ανέφερε αλλά ούτε και την επόμενη στον ενάγοντα όταν επισκέφθηκε την αστυνομία. Αυτές θα πρέπει να κατακρατήθηκαν από την αστυνομία όπως ήταν φυσικό, όπου ο ίδιος ο κ. Ηλία έδωσε κατάθεση. Άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η αστυνομία πληροφόρησε τον ενάγοντα όταν μετέβη εκεί την επόμενη του επεισοδίου ότι δεν έτρεχε τίποτε και να μην ανησυχεί και να φύγει. Τέλος πως βρέθηκαν στα χέρια του ενάγοντος οι δύο επίδικες επιταγές, αν ήταν οι κλοπιμαίες, τις οποίες μάλιστα η τράπεζα στις 26.03.2004 σφράγισε με την ένδειξη ότι ανακλήθηκαν από τον εκδότη τους και του τις επέστρεψε. Η Μ.Υ. ανέφερε ότι από ότι θυμόταν όταν έδωσε το βιβλιάριο επιταγών στον κ. Μ. Κυπριανού υπήρχαν σε αυτό μόνο δύο επιταγές υπογεγραμμένες. Αυτό το γεγονός όμως δεν θα εμπόδιζε τον κ. Μ. Κυπριανού αφού αυτός ήταν που υπέγραφε τις επιταγές να υπογράψει και δύο άλλες ή όσες άλλες ήθελε. Η μάρτυρας δεν ανέφερε ότι οι δύο υπογεγραμμένες ήταν και οι μοναδικές που υπήρχαν στο εν λόγω βιβλιάριο επομένως υπήρχε η πιο πάνω δυνατότητα. Βγαίνει επομένως αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι επίδικες επιταγές είναι άλλες από αυτές για τις οποίες έκαμε λόγο η Μ.Υ. και για τις οποίες έγινε καταγγελία περί κλοπής τους στην αστυνομία αλλά κατά περίεργο τρόπο δεν προχώρησε η αστυνομία στη διερεύνηση της καταγγελίας χωρίς να επιδείξουν έκτοτε οποιονδήποτε ενδιαφέρον οι εναγόμενοι. Δέχομαι επί του προκειμένου όσα ο ενάγοντας υποστήριξε ότι δηλαδή όταν ανέφερε το γεγονός στον Zeka αυτός τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν κλοπιμαίες και μάλιστα προς τούτο του είπε ότι θα του έπαιρνε τον ίδιο τον εκδότη τους όπως και το έκαμε την επόμενη ο οποίος και του εξέδωσε δύο άλλες επιταγές. Πέραν όμως των πιο πάνω σημαντικό είναι εκείνο το οποίο προέκυψε όταν εν κατακλείδι της αντεξέτασης της η Μ.Υ. αναγνώρισε την μονογραφή του κ. Μ. Κυπριανού επί της επιταγής (Τεκμηρίου 2) δίπλα από την ημερομηνία όπου υπάρχει μια αλλοίωση της ημερομηνίας και συγκεκριμένα του αριθμού
  3. Πως είναι δυνατόν να υπάρχει ισχυρισμός περί κλοπής της συγκεκριμένης επιταγής η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ. πιθανόν να ήταν η μια εκ των δύο που ήταν υπογεγραμμένες όταν του επέστρεψε το βιβλιάριο, χωρίς βέβαια να αναφέρει ότι εκτός της υπογραφής του σημείωνε και ημερομηνία της έκδοσης τους και μάλιστα να υπάρχει και επ΄αυτής μονογραφή, όπως συνηθίζεται να γίνεται στις επιταγές, εκεί που υπάρχει κάποια αλλοίωση σε αριθμό ή στη συνεχή γραφή. Αυτό το σημείο από μόνο του θα κατέρριπτε την όποια εκδοχή πρόβαλε η Υπεράσπιση περί κλοπής της συγκεκριμένης επιταγής. Επομένως η θέση των εναγομένων ότι οι επίδικες επιταγές είναι κλοπιμαίες καταρρίπτεται χωρίς άλλο και αντίθετα το πιο πάνω γεγονός της διόρθωσης της ημερομηνίας και μονογραφής στο συγκεκριμένο σημείο που αφορούσε την ημερομηνία έκδοσης της, ενισχύει την εκδοχή του ενάγοντος. Δεν παρέμεινε καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι όταν η Μ.Υ. αναφερόταν ότι οι επίδικες επιταγές ήταν κλοπιμαίες έκανε λάθος ή είχε λανθασμένη πληροφόρηση εφόσον όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι αυτή αναφερόταν σε άλλες επιταγές οι οποίες πιθανόν να παρέμειναν στα χέρια της αστυνομίας. Το δε γεγονός ότι ήταν αργότερα που εκδόθηκαν οι επίδικες και γι΄αυτό παρουσιάστηκαν, κατά παράκληση του κ. Μ. Κυπριανού τέλος Μαρτίου προς εξαργύρωση, ενισχύει την εκδοχή του ενάγοντος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το Άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨
  4. Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή φαίνεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.
  5. Κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος σε κανονική πορεία, αν όμως σε αγωγή για συναλλαγματική γίνει παραδεκτό ή αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία ή φόβο ή από παρανομία, το βάρος της απόδειξης μετατίθεται, εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι μετά τον ισχυριζόμενο δόλο ή την παρανομία δόθηκε αξία στη συναλλαγματική με καλή πίστη.¨ Το πιο πάνω άρθρο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο υπέρ του ενάγοντα ότι η επιταγή εκδόθηκε και λήφθηκε αντάλλαγμα και ότι ο κάτοχος της την κατέχει σε κανονική πορεία (βλ. Ζωή Παπαέλληνα v. ΕPCO (Cyprus) Ltd & Lion Products Ltd

(1967)1 A.A.Δ 338). Η επιταγή είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που εκδίδεται από τον εκδότη και η οποία δημιουργεί στον τραπεζίτη την υποχρέωση να πληρώσει με την εμφάνιση της συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε κάποιο καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή του προσώπου αυτού ή στον κομιστή, και η οποία εντολή δεν δημιουργεί οποιανδήποτε άλλη υποχρέωση στον τραπεζίτη πλην αυτής της πληρωμής χρημάτων (βλ. Harts Law of Banking 4th Ed. p. 327) Η μόνη νομική υπεράσπιση που μπορεί να υπάρξει στην περίπτωση συναλλαγματικής είναι εκείνη που έχει σχέση με την πληρωμή είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (βλ. Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinerei Gmbh,
(1977)2 All E.R. 463. Αν κάποιος επικαλείται την έλλειψη ανταλλάγματος τότε έχει και το βάρος να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο (βλ. Byles on Bills of Exchange σελ. 206.) Σύμφωνα με τον ορισμό της ¨εκδοσης¨ στο Άρθρο 2 του Κεφ. 262: ¨σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος¨. Επομένως για να υπάρξει ¨έκδοση¨ επιταγής πρέπει να ικανοποιηθούν δύο βασικές προϋποθέσεις: (α) Η επιταγή πρέπει να συμπληρωθεί κατά τύπο, και (β) η επιταγή πρέπει να παραδοθεί στον κάτοχο. Η συμπλήρωση ¨κατά τύπο¨ λαμβάνει χώρα όταν όλες οι βασικές προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο περιλαμβάνονται στην επιταγή με τέτοιο τρόπο ώστε το έγγραφο που συμπληρώνεται να συνιστά επιταγή μέσα στο πνεύμα και το γράμμα του Νόμου (βλ. Gordon v.Gordon Revenue Comps
(1900)84 L.T.71). ¨Κάτοχος¨ σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο ίδιο πιο πάνω άρθρο: ¨σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στη κατοχή του, ή τον κομιστή αυτών¨. Σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κεφ. 262 η υπογραφή του εκδότη αποτελεί απαραίτητη νομική προϋπόθεση για τη εγκυρότητα της επιταγής. Ο εκδότης μπορεί να υπογράψει την επιταγή με το δικό του όνομα ή μέσω αντιπροσώπου του στον οποίο έδωσε πλήρη εξουσιοδότηση για τον σκοπό αυτό και νοουμένου ότι ο αντιπρόσωπος υπογράφει την επιταγή για λογαριασμό του εκδότη ή υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Σύμφωνα με τη κρατούσα γνώμη ο αντιπροσωπευόμενος ευθύνεται για τις πράξεις του αντιπροσώπου του που έγιναν μέσα στα πλαίσια της πληρεξουσιότητας που του είχε δοθεί. Είναι νομολογημένο (βλ. Ρωμανός v. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 991) ότι το εδάφιο 1 του άρθρου 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί νομικό μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου της συναλλαγματικής (και επομένως και της επιταγής (βλ. Άρθρο 73 του ίδιου Νόμου*) ότι αυτός έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι΄αυτή και η κατάρριψη τούτου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη της αντιπαροχής. Άρθρο 73: Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προκύπτει αβίαστα από την πιο πάνω ανάλυση και την επακόλουθη αποδοχή της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντος και την απόρριψη αυτής των εναγομένων ότι, οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον Διευθυντή των εναγομένων Μ. Κυπριανού σε επίσκεψη του στο ξενοδοχείο του ενάγοντος στις κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας σε περιοχή της Αμμοχώστου. Επομένως η πτυχή της υπεράσπισης που βασίστηκε στην προβολή της εκδοχής ότι αυτές προήλθαν από βιβλιάριο επιταγών του λογαριασμού των εναγομένων που είχε κλαπεί και σ΄αυτό υπήρχαν υπογεγραμμένες επιταγές από τον μόνο αρμόδιο να τις υπογράφει Μ. Κυπριανού έχει καταρριφθεί και δεν γίνεται αποδεχτή. Παραμένει προς εξέταση εάν οι υπό αναφορά επιταγές εκδόθηκαν έναντι ανταλλάγματος ή αντιπαροχής. Όπως καθορίζει ο ίδιος ο νόμος (βλέπε πιο πάνω Άρθρο 73) ο κάτοχος μιας επιταγής θεωρείται ότι την κατέχει έναντι νομίμου ανταλλάγματος, αυτός που επικαλείται το αντίθετο τον βαραίνει η απόδειξη της έλλειψης αντιπαροχής. Το Άρθρο 27 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
(1)Αντιπαροχή που έχει αξία για συναλλαγματική δύναται να συνίσταται: (α) Από οποιανδήποτε αντιπαροχή επαρκή να στηρίξει σύμβαση, (β) από προηγούμενο χρέος ή υποχρέωση. Το χρέος αυτό ή υποχρέωση θεωρείται αντιπαροχή που έχει αξία είτε η συναλλαγματική είναι πληρωτέα εν όψει είτε σε μελλοντικό χρόνο.
(2)Όταν δόθηκε κατά οποιονδήποτε χρόνο αξία για την συναλλαγματική ο κάτοχος θεωρείται ως κάτοχος για αξία σε σχέση με τον αποδέκτη και όλα τα μέρη της συναλλαγματικής που έγιναν μέρη πριν από τον χρόνο αυτό.
(3)Όταν ο κάτοχος συναλλαγματικής έχει δικαίωμα επίσχεσης επί αυτής, το οποίο προκύπτει είτε από σύμβαση είτε από νόμο, θεωρείται ως κάτοχος για αξία που ανέρχεται στο ύψος του ποσού για το οποίο αυτός έχει δικαίωμα επίσχεσης¨. Η έλλειψη του στοιχείου της αντιπαροχής καθιστά τη σύμβαση άκυρη και δε δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις (βλ. Άρθρο 25 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149). Δηλαδή μια σύμβαση απαιτεί την ύπαρξη αντιπαροχής. Το ίδιο και στην επιταγή απαιτείται, όπως ρυθμίζεται στο Άρθρο 27 (πιο πάνω), η ύπαρξη μιας αξιόλογης αντιπαροχής. Θα πρέπει επομένως να εξετάσω ποια είναι η μαρτυρία που υπάρχει επί αυτού του ζητήματος. Αποδέχθηκα κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας την εκδοχή που υποστήριξε ο ενάγοντας για το πως περιήλθαν στα χέρια του οι εν λόγω επιταγές επομένως απομένει να εξετασθεί εάν αυτές του δόθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο διευθυντής των εναγομένων κ. Μ. Κυπριανού για λόγο που ο ίδιος δεν γνωρίζει προθυμοποιήθηκε με ελεύθερη τη βούληση του να του εκδώσει αυτές τις επιταγές προς εξόφληση αντίστοιχου ποσού ενός γραμματίου για δάνειο που είχε παραχωρήσει ο ενάγοντας σε κάποιο Mustafa Zeka το οποίο ο ενάγοντας αξίωνε από τον τελευταίο. Ο κ. Μ. Κυπριανού μαζί με τον εν λόγω Zeka είχαν πάει μαζί στο ξενοδοχείο του. Εκεί και αφού εισήλθαν στο γραφείο του ενάγοντος ο κ. Μ. Κυπριανού του εξέδωσε τις δύο επιταγές και ο ενάγοντας έδωσε στον ίδιο τον κ. Μ. Κυπριανού το γραμμάτιο προς εξόφληση του οποίου του δόθηκαν οι επιταγές το οποίο αφορούσε το ποσό το οποίο αξίωνε από τον Zeka. Στη συνέχεια και στη παρουσία του ενάγοντος ο κ. Μ. Κυπριανού με τη σειρά του έδωσε το γραμμάτιο στον Zeka. Όπως ανέφερε ο ενάγοντας, όταν κάποια στιγμή έμειναν μόνοι με τον κ. Μ. Κυπριανού, ο ενάγοντας αφού είπε την άποψη του για τον χαρακτήρα του Zeka στον κ. Μ. Κυπριανού και του είπε όπως εάν ήθελε μπορούσε να μη του έδιδε τις επιταγές, εντούτοις εκείνος επέμεινε ότι ήθελε να βοηθήσει τον Zeka που ήταν φίλος του και γι΄αυτό δεν θα μετάνιωνε, γεγονός που καταδεικνύει κατά την άποψη μου την έκδοση των επιδίκων επιταγών με ελεύθερη τη βούληση του κ. Μ. Κυπριανού. Επομένως με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι υπήρξε και αντάλλαγμα και δόθηκε αξία στις επίδικες επιταγές και ότι αυτές περιήλθαν στην κατοχή του ενάγοντος νόμιμα από τον κ. Μ. Κυπριανού ο οποίος εξοφλούσε κατ΄αυτόν τον τρόπο δάνειο που είχε τη μορφή γραμματίου και το οποίο αξίωνε ο ενάγοντας από τον Zeka (βλ. Τσιακλίδης v. Σιάνου Πολ. Έφεση Αρ. 210/2006 ημερ. 20.03.2008). Έτσι και αυτή η πτυχή της υπεράσπισης κατά την άποψη μου έχει καταρριφθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να καταρρίψουν τόσο το νομικό μαχητό τεκμήριο του εδαφίου
(1)του Άρθρου 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 όσο και να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βάραινε σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου Άρθρου, ότι δηλαδή η έκδοση προς όφελος του ενάγοντος των δύο επιταγών επηρεάζεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο από τους επιλήψιμους παράγοντες οι οποίοι καθορίζονται σε αυτό το εδάφιο. Έχω αναφερθεί ήδη στα συμπεράσματα μου ότι η πλευρά των εναγομένων δεν κατάφερε να πείσει ότι οι επίδικες επιταγές ήταν κλοπιμαίες. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.9.000,00 (αντίστοιχο σε Ευρώ 15.377,41σ.) όπως είναι η αξίωση του δυνάμει των δύο επιταγών των οποίων η πληρωμή ανακλήθηκε από τους εναγόμενους, με νόμιμο τόκο από 26.03.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων στην ανάλογη κλίμακα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ, Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.