ΣΥΛΙΑ ΒΙΚΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΑΧΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2126/03, 30 Ιανουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2126/03 ΣΥΛΙΑ ΒΙΚΗ Ενάγουσα -και- ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΑΧΙΔΗΣ Εναγόμενος ____________________________________ Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Λουκαϊδης. Για Εναγόμενο: κ. Χρ. Ερωτοκρίτου. ____________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας είναι για Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις και άλλες συνεπακόλουθες ζημίες τις οποίες υπέστη συνεπεία αυτοκινητικού δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη στις 15/2/
- Το δυστύχημα επεσυνέβη όταν η Ενάγουσα οδηγώντας το όχημά της στην Οδό Αφροδίτης στη Λάρνακα επιχείρησε να εισέλθει στην Οδό Φανερωμένης που είναι κύριος δρόμος και να στρίψει δεξιά από σημείο που η ορατότητα της ήταν ελάχιστη έως ανύπαρκτη και συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγομένου το οποίο ερχόταν από τα δεξιά της. Οι δύο πλευρές δεν κατέληξαν σε συμφωνία σε οιαδήποτε ουσιαστικά θέματα αφήνοντας έτσι προς εκδίκαση: (α) την ευθύνη, (β) τις γενικές αποζημιώσεις, (γ) τις ειδικές αποζημιώσεις. Προχωρώ στην εξέταση του κάθε θέματος χωριστά. Ανταπαίτηση του Εναγόμενου αναφορικά με τις υλικές ζημιές που είχε υποστεί το όχημά του απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα. Η ΕΥΘΥΝΗ Σχετικά με το θέμα της ευθύνης είναι η μαρτυρία των ΜΕ1 Αστ. 2385 Κυριάκου Παντελή (Εξεταστή), της ίδιας της Ενάγουσας (ΜΕ5), του ΜΕ2 Θράσου Ο΄ Μαχόνη (Εκτιμητή) και της ΜΕ4 Φωτεινής Λάρκου (Πρωτοκολλητού). Γεγονότα που έχουν αποδειχθεί Τα πιο κάτω γεγονότα έχουν αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται αφού γι΄ αυτά έχει προσαχθεί αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε:
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, η Ενάγουσα ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής RD411, τύπου Metro Saloon, μικρού μεγέθους ήτοι μήκους 3,4 μ. και πλάτους 1,1 μ. (στο εφεξής "το Metro).
- Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος ήταν οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΒΑΥ347, τύπου BMW Saloon (στο εφεξής "το ΒΜW").
- Στις 15/2/03 και περί ώρα 6:30 μ.μ., η Ενάγουσα οδηγούσε το εν λόγω όχημά της επί της Οδού Αφροδίτης η οποία είναι πάροδος της Λεωφ. Φανερωμένης με αναμμένα τα φώτα της αφού είχε ήδη νυχτώσει.
- Πλησιάζοντας στο Αλτ, σκοπός της ήταν στρίβοντας δεξιά να εισέλθει στη Λεωφ. Φανερωμένης για να επισκεφθεί μια φίλη της.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 Αστ. 2385 Κυριάκου Παντελή, Εξεταστή του δυστυχήματος ο οποίος ετοίμασε και το Συμμετρικό Σχεδιάγραμμα της σκηνής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1), το σημείο του δυστυχήματος παρουσιάζει τις ακόλουθες ιδιαιτερότητες και ο ίδιος έκαμε τα ακόλουθα ευρήματα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν: (α) περίπου στο ύψος της Οδού Αφροδίτης, η Λεωφόρος Φανερωμένης, με κατεύθυνση προς το κέντρο της Λάρνακας, στενεύει απότομα και η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη με στενά πεζοδρόμια αλλά και προσόψεις σπιτιών σχεδόν πάνω στο δρόμο, (β) στο τέρμα της Οδού Αφροδίτης υπάρχει πινακίδα Αλτ αλλά όχι γραμμή Αλτ, ο ΜΕ1 όμως τοποθέτησε ως σημείο Γ νοητή γραμμή για να δεικνύεται το τέλος της οδού, (γ) από το σημείο Γ και προς τα δεξιά, περιέγραψε την ορατότητα ως "μηδενική" λόγω ύπαρξης πεζοδρομίου πλάτους περίπου 1,0 μ. καθώς και οικίας η οποία αρχίζει αμέσως μετά το πεζοδρόμιο και σχεδόν εφάπτεται του δρόμου εκμηδενίζοντας την ορατότητα, (δ) απέναντι από το Αλτ υπήρχε κάτοπτρο (Ε, στο Τεκμ.1) το οποίο παρείχε ορατότητα μέχρι 50 μ. προς τα δεξιά, ενώ στο σκοτάδι καθιστούσε ορατά τα φώτα των επερχομένων οχημάτων από την ίδια απόσταση, (ε) όχημα που εισήρχετο στη Φανερωμένης από την Αφροδίτης εξακολουθούσε να έχει περιορισμένη ορατότητα 50 μ. προς τα δεξιά λόγω ελαφριάς δεξιάς στροφής της Φανερωμένης, (στ) όταν ο ΜΕ1 αφίχθη στη σκηνή του δυστυχήματος, βρήκε τα οχήματα στην τελική τους θέση, ενώ αμφότεροι οι οδηγοί λόγω του ότι ήταν τραυματισμένοι, είχαν ήδη μεταφερθεί στο Νοσοκομείο γι΄ αυτό και έλαβε τις μετρήσεις στην απουσία τους, (ζ) ως σημείο συγκρούσεως των Metro και BMW (Χ στο Τεκμ.1), τοποθέτησε σημείο το οποίο απέχει 3,6 μ. από τη νοητή γραμμή του Αλτ (Γ) και εντός του κύριου δρόμου, (η) το BMW άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 24.3 μ. και μετά τη σύγκρουση του με το Metro άφησε ίχνη πλάγιας ολίσθησης που ανάλογα με τα ελαστικά κυμαίνονται από 7,0 μ. - 14,40 μ. και κατέληξε κάθετα στο δρόμο, (θ) το Metro μετά τη σύγκρουση παρασύρθηκε και άφησε ίχνη πλάγιας ολίσθησης από 8,0 μ. - 8,8 μ. αφού προηγουμένως προσέκρουσε σε πεζοδρόμιο και οικία που βρίσκονται στην απέναντι πλευρά του δρόμου, κατέληξε δε και αυτό σε διαγώνια θέση στο δρόμο.
- Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 Δέσμη με 15 Φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο Λοχ. 4538 Α. Χαραλάμπους της Τροχαίας Λάρνακας και στις οποίες δεικνύεται η ιδιαιτερότητα του δρόμου στο σημείο εκείνο καθώς και οι ζημιές των δύο οχημάτων.
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 αλλά και με βάση τις Φωτογραφίες (Τεκμ. 4) αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν σοβαρές ζημιές, το μεν Metro κυρίως στη δεξιά του πλευρά αλλά και μπροστά, το δε BMW κυρίως μπροστά με περισσότερες στη δεξιά μπροστινή πλευρά. Υπόλοιπη Μαρτυρία αναφορικά με την Ευθύνη Αναφορά με την υπόλοιπη μαρτυρία που αφορά την ευθύνη, ο ΜΕ1 Αστ. 2385 Κυριάκος Παντελή, Εξεταστής, ανέφερε ότι στις 17/2/03 πήρε Γραπτή Κατάθεση από τον Εναγόμενο με τη βοήθεια της Μεταφράστριας Δώρας Μιχαήλ η οποία μετάφραζε από τα Ρωσικά αφού αυτός κατάγεται από τη Γεωργία. Κατά τη λήξη της εν λόγω Κατάθεσης (η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α για Αναγνώριση), ο Εναγόμενος του παραδέχθηκε ότι η ταχύτητά του πριν από τη σύγκρουση ήταν 60 μίλια ανά ώρα. Κατά την αντεξέταση, του υπεβλήθη ότι ο Εναγόμενος είχε δηλώσει 60 χιλιόμετρα και όχι μίλια ανά ώρα αλλά ο Μάρτυρας ήταν κατηγορηματικός ότι είχε διευκρινίσει το θέμα αυτό. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος είχε αρνηθεί να παράσχει δείγμα για Άλκοτεστ. Σχετική με το θέμα της ταχύτητας του Εναγομένου είναι και η μαρτυρία της ΜΕ4 Φωτεινής Λάρκου, Πρωτοκολλητού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, Υπεύθυνης του Ποινικού Τμήματος. Η εν λόγω Μάρτυρας κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 τα Πρακτικά της Τροχαίας Ποινικής Υπόθεσης 9099/03, ημερ. 24/2/04 στην οποία Κατηγορουμένη ήταν η Ενάγουσα. Τα Πρακτικά αυτά είναι από τη μαρτυρία της Μεταφράστριας Δώρας Μιχαήλ η οποία στην κατάθεσή της στην υπόθεση εκείνη διευκρινίζει και επιβεβαιώνει ότι η αναφορά του Εναγομένου ήταν 60 μ.α.ω. και όχι 60 χ.α.ω. Εκκρεμούσας της διαδικασίας, έγινε από πλευράς Ενάγουσας προσπάθεια κλήτευσης της Δώρας Μιχαήλ, πλην όμως λόγω του ότι αυτή εγκυμονούσε και ήταν κλινήρης, το Κλητήριο Μάρτυρα επιστράφηκε στις 4/12/07 χωρίς να έχει επιδοθεί. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Ο ΜΕ2 Θράσος Ο΄ Μαχόνεϋ είναι εγκεκριμένος Μηχανολόγος Μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ. Εξειδικεύτηκε στις μελέτες και αναπαραστάσεις οδικών δυστυχημάτων. Από το 1988 λειτουργεί Γραφείο στη Λάρνακα για τα πιο πάνω θέματα καθώς και για θέματα μηχανοκινήτων οχημάτων. Το Δικηγορικό Γραφείο Δρα Α. Ποιητή, του ανέθεσε την αναπαράσταση του επίδικου δυστυχήματος. Ως δεδομένα είχε το Σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 1) καθώς και τις Φωτογραφίες (Τεκμ. 4), ενώ επισκέφθηκε και τη σκηνή του δυστυχήματος για να κάμει επί τόπου διαπιστώσεις αναφορικά με την ορατότητα. Τα ζητούμενα ήταν δύο: (α) ποία ήταν η ταχύτητα του ΒΜW κατά το χρόνο εκδήλωσης του κινδύνου, (β) ποία ήταν η θέση του ΒΜW κατά το χρόνο εκδήλωσης του κινδύνου, δηλαδή η απόσταση του από το σημείο σύγκρουσης με το Metro. Ο Μάρτυρας ετοίμασε Έκθεση ημερ. 2/10/07 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι τα συμπεράσματα του είναι: (α) η ταχύτητα του ΒMW πριν την τροχοπέδηση ήταν περίπου 94 χ.α.ω., κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν περίπου 69 χ.α.ω. και μετά τη σύγκρουση ήταν περίπου 41 χ.α.ω., (β) η ταχύτητα του Metro κατά τη στιγμή της σύγκρουσης ήταν περίπου 9 χ.α.ω., ενώ μετά τη σύγκρουση ήταν περίπου 38 χ.α.ω., (γ) λαμβάνοντας υπόψη ότι το Metro ξεκίνησε από στάση, ο χρόνος που χρειάστηκε για να κινηθεί από την πορεία μέχρι το σημείο σύγκρουσης ήταν περίπου 4,5 δευτερόλεπτα, (δ) όταν το Metro είχε αρχίσει να βγαίνει από την πάροδο, το ΒΜW βρισκόταν σε απόσταση περίπου 115 μ. απ΄ αυτό και χρειάστηκε 4,5 δευτερόλεπτα για να καλύψει την απόσταση αυτή. Σύμφωνα με το Μάρτυρα, υπάρχουν δύο τρόποι υπολογισμού της ταχύτητας των οχημάτων: (α) η μέθοδος των ορμών, (β) η μέθοδος της διατήρησης των ενεργειών. Στην παρούσα περίπτωση έκρινε πιο πρόσφορο τη χρησιμοποίηση της μεθόδου των ορμών. Σ΄ αυτήν λαμβάνονται υπόψη η μάζα (βάρος) των δύο οχημάτων, οι τελικές τους θέσεις καθώς και ο συντελεστής τριβής του οδοστρώματος. Ο συντελεστής τριβής διαφέρει ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες και με το κατά πόσο ο δρόμος είναι καινούργιος, παλιός ή υπάρχουν ακαθαρσίες στο οδόστρωμα. Ο Μάρτυρας διαπίστωσε από τις Φωτογραφίες ότι το οδόστρωμα ήταν ξηρό και αρκετά χρησιμοποιημένο. Εξάλλου ο ίδιος κατοικεί στη Λάρνακα και γνωρίζει καλά το συγκεκριμένο σημείο. Για το βάρος του κάθε οχήματος έλαβε τα στοιχεία από την Αστυνομία: το Metro έχει βάρος 762 Kg, ενώ το BMW 1051 kg. Για εξαγωγή συμπερασμάτων με τη μέθοδο αυτή, τα οχήματα τοποθετούνται στο σημείο συγκρούσεως με την κλίση τους και με βάση τις τελικές τους θέσεις και τον τρόπο που κινήθηκαν, υπολογίζεται η ταχύτητα τους κατά την ώρα της σύγκρουσης. Λαμβάνονται επίσης υπόψη τα ίχνη τροχοπέδησης. Η εκδοχή της Ενάγουσας Σύλιας Βίκη (ΜΕ5) αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ήταν σύντομη. Κατέθεσε ότι το Σάββατο 15 Φεβρουαρίου, 2003, γύρω στις 6:20 μ.μ. ξεκίνησε μόνη από το σπίτι της με το αυτοκίνητό της με σκοπό να επισκεφθεί μια φίλη της. Γύρω στις 6:30 μ.μ. έφτασε στο τέρμα της Οδού Αφροδίτης και σταμάτησε στο Αλτ. Πίσω της βρισκόταν άλλο αυτοκίνητο το οποίο οδηγείτο από τη Φωτούλα Τρισβέη. Επειδή ήταν σούρουπο προς νύχτα, είχε αναμμένα τα φώτα της. Φτάνοντας στο τέρμα της Οδού Αφροδίτης, είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Απέναντί της υπήρχε κάτοπτρο το οποίο έλεγξε και είδε ότι ο κύριος δρόμος προς τα δεξιά της ήταν καθαρός. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς την ορατότητα που της παρείχε το κάτοπτρο. Έτσι προχώρησε λίγο έξω από την πάροδο για να ελέγξει και μόνη της την ορατότητα αφού στα δεξιά της υπήρχε τοίχος οικίας που εφάπτετο του δρόμου. Προχώρησε λίγο, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει πόσο (γενικά έχει δυσκολία στον προσδιορισμό αποστάσεων) και όσο έβλεπε, ο δρόμος ήταν καθαρός. Σταμάτησε για λίγο ξαναέλεγξε το δρόμο και ξαναξεκίνησε, αλλά πριν προλάβει το όχημα της να εξέλθει ολόκληρο στον κύριο δρόμο και χωρίς αυτή να αντιληφθεί το BMW, έγινε η σύγκρουση και το επόμενο που θυμάται ήταν όταν ξύπνησε στο Νοσοκομείο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Θα αρχίσω με αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας Σύλιας Βίκη. Δεν συμβαίνει συχνά άτομο, το οποίο έχει συμφέρον στην υπόθεση, να καταθέτει με τόσο αντικειμενικό τρόπο. Η Ενάγουσα μού έκαμε εξαιρετική εντύπωση. Κατέθετε λιτά, με σαφήνεια και με κάθε ειλικρίνεια. Χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας της είναι η χωρίς κανένα δισταγμό παραδοχή της ότι σε κανένα χρονικό σημείο δεν είχε αντιληφθεί το όχημα του Εναγομένου. Δεν διέγνωσα οιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της να μεγαλοποιήσει γεγονότα υπέρ της για να υποβοηθήσει την υπόθεσή της. Είναι για το λόγον αυτό που δέχομαι ως αξιόπιστη κάθε πτυχή της μαρτυρίας της και αυτό αφορά σε όλη της την έκταση, όχι μόνο σε ό,τι αφορά στην ευθύνη. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξα παρακολουθώντας την με προσοχή ενώ κατέθετε και παρατηρώντας την ευθύτητα των απαντήσεων τις οποίες έδιδε άμεσα χωρίς οποιοδήποτε προβληματισμό ή καχυποψία ή προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων. Ως πλήρης αξιόπιστο κρίνω και το ΜΕ1 Αστ. 2385 Κυριάκο Παντελή. Σε ένα σημείο αμφισβητήθηκε έντονα η αξιοπιστία του και αυτό ήταν στο κατά πόσο ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι η ταχύτητα του πριν από τη σύγκρουση ήταν 60 μ.α.ω. ή 60 χ.α.ω. Δέχομαι απόλυτα την εκδοχή του Μάρτυρα αφού, εκτός από την καλή εντύπωση που μου έκανε, ήταν ανεξάρτητος Μάρτυρας αλλά και έδωσε την εκδοχή του με απόλυτα σαφή τρόπο. Ανέφερε σχετικά ότι το συγκεκριμένο θέμα το ξεκαθάρισε ειδικά. Βαρύτητα σε Εξ Ακοής Μαρτυρία Το κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στο πιο πάνω σημείο ότι δηλαδή ο Εναγόμενος δήλωσε στο ΜΕ1 ότι η ταχύτητα του πριν από τη σύγκρουση ήταν 60 μ.α.ω. (96,5 χ.α.ω.) είναι πολύ σημαντικό στην παρούσα υπόθεση και με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα για τους ακόλουθους λόγους: (α) επειδή η Κατάθεση του Εναγομένου στην Αστυνομία ημερ. 17/2/03 στην οποία δήλωσε ότι καταλαβαίνει την Ελληνική γλώσσα και επιβεβαίωσε το πιο πάνω γεγονός δεν έγινε Τεκμήριο, παρά μόνο παρέμεινε ως Τεκμ. Α για Αναγνώριση, επομένως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, (β) επειδή η συνομιλία του ΜΕ1 - Εξεταστή με τον Εναγόμενο κατά τη λήψη του Τεκμ. Α για Αναγνώριση γινόταν με τη μεσολάβηση Διερμηνέα, επομένως το τι άκουε ο ίδιος ο Μάρτυρας ήταν από τη Διερμηνέα, δηλαδή εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού. Η πλευρά της Ενάγουσας έκαμε προσπάθεια όπως η εν λόγω Διερμηνέας Δώρα Μιχαήλ παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και καταθέσει, πλην όμως η Μαρτυρική της Κλήση επιστράφηκε ανεπίδοτη με το δικαιολογητικό ότι αυτή εγκυμονούσε και ήταν κλινήρης (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Ο Περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, Άρθρο 27 αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να προσδώσει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία και καθορίζει ρητά και κάποιους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Κύριο κριτήριο του Δικαστηρίου είναι "το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας." Συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, έχω καταλήξει στο να προσδώσω βαρύτητα στη δήλωση του Εναγομένου προς το ΜΕ1 ότι η ταχύτητα του αμέσως πριν από τη σύγκρουση ήταν 60 μ.α.ω. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω παρά το γεγονός ότι οι δύο πιο πάνω παράγοντες δεν είναι αρκετοί για να υποβοηθήσουν το Δικαστήριο. Υπάρχουν όμως άλλοι παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της κατάληξης αυτής. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ο οποίος επαναλαμβάνω ότι έχει κριθεί ως πλήρως αξιόπιστος έκαμε αναφορά σε διευκρίνιση του θέματος της ταχύτητας του Εναγομένου σε συνομιλία που είχε απευθείας μαζί του. Δεν έγινε αναφορά από το Μάρτυρα αυτόν ή εγέρθηκε από οποιοδήποτε θέμα δυσκολίας στη συνεννόηση ή αδυναμίας του Εναγομένου να αντιληφθεί την Ελληνική γλώσσα. Στο σημείο αυτό μάλιστα δεν υπήρξε καν αντεξέταση από την πλευρά του Εναγομένου, ούτε εγέρθηκε τέτοιο θέμα. Το ότι η Κατάθεση, Τεκμ. Α για Αναγνώριση λήφθηκε στη μητρική γλώσσα του Εναγομένου με τη βοήθεια Διερμηνέα δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο Εναγόμενος δεν αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Κατά συνέπεια, δέχομαι την εκδοχή του ΜΕ1 ότι επί του σημείου αυτού, και συνεννόηση μεταξύ τους υπήρχε, και ξεκαθάριση του θέματος. Επιπλέον δέχομαι ότι ο ΜΕ1 μετέφερε στο Δικαστήριο με ακρίβεια το τι του είχε πει ο Εναγόμενος, δήλωση η οποία αναφέρεται απλά στην ταχύτητα του και δεν είναι μεγάλης έκτασης ή περίπλοκη που να δημιουργεί το ενδεχόμενο σύγχυσης ή ανακριβούς μεταφοράς της. Τελειώνοντας με το κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, αναφέρω ότι ως πλήρως αξιόπιστοι κρίνονται και οι ΜΕ4 και 2, Φωτεινή Λάρκου και Θράσος Ο΄ Μαχόνεϋ οι οποίοι μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Αξιολόγηση και Βαρύτητα στη Μαρτυρία του Εμπειρογνώμονα Θράσου Ο΄ Μαχόνεϋ: Η μαρτυρία του Μάρτυρα αυτού, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας και όντως ευρίσκω ότι είναι εμπειρογνώμονας, αναλύεται πιο πάνω. Το πώς αξιολογείται και πότε δίδεται βαρύτητα στη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, έχει επεξηγηθεί σε σωρεία Αποφάσεων. Θα αρκεστώ στο να αναφέρω την τελευταία Απόφαση η οποία επαναλαμβάνει τις ήδη υπάρχουσες αρχές. Στην Καουρής ν. Δημητρίου κ.α. Π.Ε. 252/06, ημερ. 17/9/08, η Παπαδοπούλου, Δ. ανέφερε: "Είναι καλά νομολογημένο ότι Εμπειρογνώμονες Μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο κατά διαφορετικό τρόπο από τους άλλους Μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών. Οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Εμπειρογνώμονας μπορεί να καταθέσει τη γνώμη του, με βάση τη γενική πείρα που διαθέτει, χωρίς να παραβιάζεται ο εξ ακοής κανόνας (βλ. Πιττάλης κα ν. Ianira Enter. Ltd. κα
(1997)1 ΑΑΔ 814 και Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 ΑΑΔ 528)." Στην παρούσα περίπτωση ο κ. Ο΄ Μαχόνεϋ ανέφερε ότι κατέληξε στα συμπεράσματά του χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των ορμών χωρίς όμως να επεξηγεί τι είναι αυτή η μέθοδος και ποια διαδικασία ακολούθησε. Ενώ ανέφερε ότι λαμβάνονται υπόψη κάποιοι παράγοντες τους οποίους ανέφερε ρητά, δεν επεξήγησε το πώς αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν για να δώσουν το αποτέλεσμα το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αρκετό αφού ο Μάρτυρας αναφέρθηκε στην αφετηρία και στο αποτέλεσμα, αφήνοντας κενό το πώς ακριβώς συνδέονται αυτά τα δύο. Το ίδιο ακριβώς κενό εντοπίζεται και στην Έκθεση του, Τεκμ.5. Ως εκ τούτου και υιοθετώντας τις θέσεις της κ. Ερωτοκρίτου, θεωρώ ότι η παρούσα είναι καθαρή περίπτωση όπου η γενικότητα και η μη αναλυτική επεξήγηση της μαρτυρίας δημιουργούν κενά και δεν έχουν εφοδιάσει το Δικαστήριο "με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση". Η κατάληξή μου αυτή συνεπάγεται και το ότι το Δικαστήριο ουδόλως μπορεί να βασιστεί στα συμπεράσματα και μαρτυρία του Μάρτυρα αυτού. Συμπεράσματα - Καταμερισμός Ευθύνης Στο θέμα της ευθύνης. οι δύο πλευρές παρέθεσαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Ο μεν κ. Λουκαϊδης προβάλλει ότι ο Εναγόμενος φέρει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, η δε κ. Ερωτοκρίτου, ότι δεν φέρει οιαδήποτε ευθύνη. Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος οδηγούσε επί του κύριου δρόμου, ενώ η Ενάγουσα εξερχόταν από πάροδο. Στην πρόσφατη υπόθεση Meemanage v. Αναστασίου κ.α. Π.Ε. 61/05, ημερ. 25/1/08 επαναλήφθηκε η "καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή ότι οι οδηγοί επί του κυρίου δρόμου, έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους άλλους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από παρόδους" (Ερωτοκρίτου, Δ. σελ. 10). Στην υπόθεση όμως αυτή, παρά το γεγονός ότι λέχθηκε επίσης ότι "όπου ο οδηγός του κύριου δρόμου εξ αντικειμένου δεν διατηρεί δυνατότητα να αντιληφθεί άλλο όχημα, η νομολογία είναι επιφυλακτική προτού του αποδώσει ευθύνη" (σελ. 10), το Ανώτατο καταμέρισε την ευθύνη σε 75% στον οδηγό του κύριου δρόμου και σε 25% στην οδηγό της παρόδου. Φυσικά η υπόθεση κρίθηκε στα δικά της γεγονότα όπου τα δεδομένα του δρόμου δεν ήταν εύκολα, η ορατότητα ήταν δύσκολη και το μοτοποδήλατο που οδηγείτο νύχτα σε κύριο δρόμο χωρίς οδικό φωτισμό, δεν είχε φώτα. Στην παρούσα υπόθεση ο κ. Λουκαϊδης στηρίζεται σε μέγιστο βαθμό στη μεγάλη ταχύτητα του Εναγομένου ως παράγοντα που θα συντείνει στο να του αποδοθεί ευθύνη. Οι σχετικές αρχές έχουν επαναληφθεί σε πορεία Αποφάσεων γι΄ αυτό αρκούμαι σε δύο από τις πλέον πρόσφατες. Στην Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1825, επαναλαμβάνοντας τη σχετική Νομολογία, αναφέρθηκε ότι "έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η υπερβολική ταχύτητα δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει αμέλεια, εκτός αν οι υπόλοιπες λεπτομέρειες συνηγορούν στην ύπαρξη αμέλειας" (Ηλιάδης, Δ., σελ. 1831). Στην υπόθεση αυτή ο οδηγός της παρόδου βρέθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα παρόλον ότι ο οδηγός του κυρίου δρόμου υπερέβηκε το όριο ταχύτητας, δηλ. οδηγούσε με 50-60 χ.α.ω. αντί 30 που ήταν το όριο. Στην Χριστοφόρου ν. Προδρόμου, Π.Ε. 24/05, ημερ. 6/2/07 αφού επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: "Η γενική αρχή είναι ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια εκτός αν η υπέρβαση αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και/ή περιστάσεις, οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. (Βλ. μεταξύ άλλων Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Demou v. Constantinou
(1979)1 C.L.R. 21, Panayiotou v. Christofi and another
(1983)1 C.L.R. 143, Avraam and Another v. Andreou
(1988)1 C.L.R. 391, Βρυωνίδης ν. Σωφρονίου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ.1181, Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1696, Παναγίδου κα ν. Κόκκινου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 122, 126-127, Ιωαννίδου κα ν. Singh κα
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1816 και Μιχαήλ ν. Κυριάκου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1825, 1831). Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί (το βάρος ήταν στον εφεσείοντα) ότι ο εφεσίβλητος είχε τέτοια μεγάλη ταχύτητα και ότι οι περιστάσεις ήταν τέτοιες, που έπρεπε να του αποδοθεί αμέλεια. Η μόνη μαρτυρία ήταν αυτή του εφεσίβλητου που δήλωσε ότι οδηγούσε με 60-70 χαω σε δρόμο που το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χαω. Δεν θεωρούμε την υπέρβαση τέτοια που να ώφειλε το πρωτόδικο δικαστήριο να καταλήξει ότι ο εφεσίβλητος ήταν αμελής." (Φωτίου, Δ. σελ. 6) Στην Μενοίκου ν. Μαραθεύτη
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 616, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας το Πρωτόδικο Δικαστήριο που είχε καταμερίσει την ευθύνη σε 80% - 20 %, την καθόρισε σε 60% στον οδηγό της παρόδου και σε 40% στον οδηγό του κύριου δρόμου. Ο οδηγός της παρόδου εξερχόταν από τυφλή γωνία και για να έχει ορατότητα στον κύριο δρόμο έπρεπε να προχωρήσει πέραν από τη νοητή γραμμή της συμβολής των δύο δρόμων. Αυτό ακριβώς έκαμε και επήλθε η σύγκρουση με το όχημα του Εφεσιβλήτου του οποίου η ταχύτητα ήταν 35 μ.α.ω. αντί 30 που ήταν το επιτρεπόμενο όριο. Το δυστύχημα έγινε στο κέντρο του Καϊμακλίου σε κατοικημένη περιοχή και ένας ακόμη παράγοντας που έπαιξε το ρόλο του ήταν η παραδοχή του οδηγού του κύριου δρόμου ότι γνώριζε πολύ καλά την περιοχή και τη συγκεκριμένη τυφλή στροφή. Στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ο Εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο, δεν μπορεί να διαφανεί γνώση του για την περιοχή του δυστυχήματος, παρόλο που αυτή είναι πολυσύχναστη, στο κέντρο της Λάρνακας. Παρόλα αυτά, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η υπερβολική του ταχύτητα ήταν παράγοντας που συνέτεινε στην πρόκληση του δυστυχήματος γι΄ αυτό θα πρέπει να του αποδοθεί αμέλεια. Οι παράγοντες που, συνδυαζόμενοι μεταξύ τους, έλαβα υπόψη για να καταλήξω στο συμπέρασμα αυτό, είναι οι ακόλουθοι: (α) η πολύ μεγάλη ταχύτητα του Εναγομένου (96,5 χ.α.ω.) σε περιοχή που το όριο είναι 50 χ.α.ω., η οποία δεν αποτελεί απλώς υπέρβαση του ορίου ταχύτητας αλλά ήταν σχεδόν διπλάσια από το επιτρεπόμενο όριο, (β) παρόλον ότι δεν αποδείχθηκε γνώση της περιοχής εκ μέρους του Εναγομένου, ήταν εμφανή σε όλους τους χρήστες του εν λόγω δρόμου, δύο πράγματα: το ότι η περιοχή ήταν κατοικημένη με κτίρια να εφάπτονται σχεδόν του δρόμου και ότι ο δρόμος στένευε απότομα, (γ) ότι ο συνδυασμός της υπερβολικής ταχύτητας και της μορφολογίας του δρόμου, μείωνε σοβαρά το ενδεχόμενο αποτελεσματικής αντίδρασης του Εναγομένου σε περίπτωση εκδήλωσης κινδύνου, (δ) το ότι υπήρξαν οι συνέπειες που υπήρξαν, δηλαδή η σφοδρή σύγκρουση παρόλον ότι ο Εναγόμενος έλαβε αποτρεπτικά μέτρα, δηλαδή εφάρμοσε τα φρένα του. Όμως, όχι μόνο δεν πρόλαβε να σταματήσει αλλά μετά τη σύγκρουση έσπρωξε το αυτοκίνητο της Ενάγουσας σε κάποια απόσταση (8.0 - 8.8 μ.), ρίχνοντάς το στο απέναντι πεζοδρόμιο στο οποίο σταμάτησε μετά την πρόσκρουσή του σε αυτό. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος έλαβε αποτρεπτικά μέτρα με την εφαρμογή των φρένων του, καθιστούσε αναποτελεσματική την αντίδραση του αυτή λόγω της πολύ μεγάλης ταχύτητάς του. Αυτό σημαίνει ότι παρέβη το υπό του Νόμου και Νομολογίας επιβαλλόμενο καθήκον του με συνέπεια το δυστύχημα, που ήταν το άμεσο αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών και παραλείψεων του. Σημειώνω ότι λόγω της μειωμένης ορατότητας αμφότεροι οι οδηγοί μπορούσαν να αντιληφθούν ο ένας τον άλλο σε μικρή σχετικά απόσταση και η υποχρέωση τους για λήψη αποτρεπτικών μέτρων δημιουργείτο σε εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο, πλην όμως η όλη οδική συμπεριφορά τους έπρεπε να ήταν τέτοια που να συντείνει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου. Υπήρξε όμως και η Ενάγουσα αμελής. Ενώ προσπάθησε να είναι προσεκτική και βλέποντας ότι δεν είχε ορατότητα έβγαινε σιγά σιγά προσπαθώντας να ελέγξει αποτελεσματικά τον κύριο δρόμο, δεν το έπραξε στο βαθμό που απαιτείτο. Αυτό δεικνύεται από την ίδια τη μαρτυρία της αφού παραδέχθηκε μεν ότι είδε το κάτοπτρο απέναντι που της παρείχε αυξημένη ορατότητα, το έλεγξε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιλήφθηκε το όχημα του Εναγομένου. Αυτό σημαίνει ότι δεν ασκούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρης κα
(1975)1 ΑΑΔ 188, 192-193. Κατά συνέπεια της καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια. Καταμερισμός Ευθύνης: Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, έχω καταλήξει ότι η αμέλεια του Εναγομένου ήταν ελαφρώς μεγαλύτερη από αυτήν της Ενάγουσας γι΄ αυτό και καταμερίζω την ευθύνη σε ποσοστό 60% στον Εναγόμενο και σε ποσοστό 40% στην Ενάγουσα. Ο λόγος για την κατάληξή μου αυτή είναι επειδή η οδική συμπεριφορά του Εναγομένου επεδείκνυε πλήρη αδιαφορία για τους άλλους χρήστες του δρόμου ενώ η Ενάγουσα, παρόλον ότι εξέρχετο από πάροδο, έκαμε τις δικές της, έστω και αναποτελεσματικές ενέργειες, για να εξέλθει με ασφάλεια προς τον κύριο δρόμο. Γνώμονας μου στην κατάληξη αυτή ήταν και η σχετική Νομολογία, ιδιαίτερα η Μενοίκου
(1992), πιο πάνω, που αποδόθηκε μεν ποσοστό ευθύνης 40% στον οδηγό του κυρίου δρόμου, αλλά η ταχύτητα του ήταν ελάχιστα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου (35 μ.α.ω. αντί 30), σ΄ αντίθεση με την παρούσα που ήταν σχεδόν διπλάσια, μειώνοντας ουσιαστικά την αποτελεσματική λήψη αποτρεπτικών μέτρων. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ Σχετικές μαρτυρίες με το κεφάλαιο αυτό, είναι η μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ5), του Δρα Κωνσταντίνου Γεωργίου, Ορθοπεδικού (ΜΕ3), ενώ από πλευράς Εναγομένου, του ΜΥ1 Δρα Αχιλλέα Περδίου, Νευροχειρουργού. Κατατέθηκαν επίσης ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα Ιατρικά Πιστοποιητικά του Νοσοκομείου ήτοι αυτό του Δρα Νίκου Μαλακουνίδη, Βοηθού Προϊστάμενου της Χειρουργικής Κλινικής ημερ. 28/5/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2) καθώς και αυτό του Δρα Α. Διέτη, Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής, ημερ. 30/6/03 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Έχω ήδη αξιολογήσει ολόκληρη τη μαρτυρία της Ενάγουσας την οποία έχω κρίνει ως πλήρως αξιόπιστη. Αναφορικά με τους δύο Γιατρούς, των οποίων η εμπειρογνωμοσύνη γίνεται αποδεκτή αφού ούτε αμφισβητήθηκε αλλά και το Δικαστήριο αποδέχεται τα προσόντα τους, θεωρώ ότι αμφότεροι κατέθεσαν καλόπιστα τη γνώμη τους και μου έκαναν καλή εντύπωση αφού παρέθεσαν τη μαρτυρία τους με αντικειμενικό τρόπο γι΄ αυτό τους κρίνω αξιόπιστους. Σε ένα σημείο υπήρξε κάποια διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο, δηλαδή στο κατά πόσο είναι αναγκαία κάποια μελλοντική εγχείρηση, κάτι στο οποίο θα γίνει ανάλυση πιο κάτω. Στα υπόλοιπα σημεία δέχομαι το τι κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Γεγονότα που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα Μετά το δυστύχημα (15/2/03) η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Κατά την εξέταση, παρουσίασε μία μεγάλη επιληπτική κρίση γι΄ αυτό διασωληνώθηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Κρατήθηκε στην Εντατική Μονάδα και παρέμεινε στον αναπνευστήρα για 24 ώρες. Λόγω του ότι δεν παρουσίασε νευρολογικά προβλήματα και αφού η κατάσταση της παρουσίασε ραγδαία βελτίωση, στις 18/2/03 μεταφέρθηκε και πάλι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και παρέμεινε μέχρι και τις 24/2/03 οπότε εξήλθε με οδηγίες παρακολούθησης από Ορθοπεδικό και Χειρουργό. Ιατρικά Ευρήματα: Σύμφωνα τόσο με τα Ιατρικά Πιστοποιητικά (Τεκμ. 2 και 3) αλλά και με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 που είναι το Ιατρικό Πιστοποιητικό του Ορθοπεδικού Δρα Κωνσταντίνου Γεωργίου ημερ. 14/7/03 η Ενάγουσα είχε υποστεί τις πιο κάτω σωματικές βλάβες: (α) κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως αποτέλεσμα της οποίας παρουσίασε στο οξύ στάδιο μια επιληπτική κρίση, (β) εκδορές στη μετωπιαία χώρα, στη μύτη, στην αριστερή κροταφική χώρα, σε όλα τα άνω και κάτω άκρα, καθώς και εκχυμώσεις στο δεξιό γόνατο, (γ) κάταγμα αριστερού ηβοισχιακού κλάδου, (δ) κάταγμα πυέλου δεξιά στην κατ΄ ισχίον άρθρωση, (ε) επιδείνωση σπονδυλολίσθησης στο Ο5-Ι1, (στ) κάταγμα ιερού οστού, (ζ) ελαφριά διάσταση ιερολαγονίου αρθρώσεως, (η) δυσκολία στην έγερση των σκελών με έντονο άλγος ισχίων, ιδίως δεξιά, (θ) SLR δεξιά 60◦. Είναι μια δοκιμασία που όταν είναι θετική στις 60◦ σημαίνει ότι υπάρχει ερεθισμός ή βλάβη του νεύρου του αριστερού σκέλους, (ι) υπαισθησία Ι1 ρίζας δεξιά, (κ) ελαττωμένη μυϊκή ισχύς καμπτήρων του γόνατος (3/5) δεξιά και γλουτιαίων δεξιά (3/5), (λ) καταργημένο Αχίλλειο αντανακλαστικό δεξιά, (μ) έντονο άλγος στην πίεση κατώτερης οσφυϊκής μοίρας και δεξιάς ιερολαγονίου αρθρώσεως. Η Ενάγουσα (ΜΕ5), εξακολουθεί να έχει αμνησία του δυστυχήματος. Μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο εξακολουθούσε να έχει φοβερούς πόνους στη μέση και στη λεκάνη γι΄ αυτό στις 6/3/03 επισκέφθηκε το Δρα Γεωργίου (ΜΕ3), ενώ από το Φεβρουάριο 2003 μέχρι και τον Ιούλιο 2003 έκανε φυσιοθεραπεία. Βγήκε από το Νοσοκομείο πάνω σε αναπηρική καρέκλα, ενώ τον πρώτο ενάμιση μήνα ήταν στο σπίτι καθηλωμένη στον καναπέ και στο κρεβάτι. Για τις μετακινήσεις της χρησιμοποιούσε "Πι", ενώ μετέπειτα και για 4 μήνες χρησιμοποιούσε δύο δεκανίκια, ακολούθως για 1-2 μήνες χρησιμοποιούσε μόνο το ένα δεκανίκι, ενώ άρχισε να περπατά κανονικά περί το τέλος Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου,
- Εκτός από τα πιο πάνω, είχε ακράτεια και συχνουρία για περίοδο 2-3 μηνών, ενώ για 3-4 μήνες είχε πονοκεφάλους και ζαλάδες. Κατά τις "γυναικολογικές μέρες του μήνα" ένοιωθε τρομερούς πόνους. Για αυτά τα συγκεκριμένα προβλήματα δεν επισκέφθηκε Γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας αφού ανέφερε ότι δεν είναι άτομο που πάει εύκολα στο Γιατρό. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να έχει άλγος στη δεξιά περιοχή που αντανακλά στο δεξιό κάτω άκρο και δεν μπορεί να κάθεται ή να στέκεται για πολλή ώρα. Σύμφωνα δε με το Ιατρικό Πιστοποιητικό (Τεκμ. 6), απώτερες επιπλοκές όπως οστεοαρθρίτιδα δεξιού ισχύου και συχνές κρίσεις οσφυοϊσχιαλγίας είναι πιθανές λόγω των κακώσεων που έχει υποστεί. Μετατραυματική Επιληψία Στην Έκθεση Απαίτησης, Παράγρ. 4 (στ), αναφέρεται "κίνδυνος και/ή αυξημένη πιθανότητα για μετατραυματική επιληψία και ανάγκη για συνεχή και /ή μόνιμη λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής". Είναι γεγονός ότι αμέσως μετά το δυστύχημα η Ενάγουσα υπέστη σοβαρή επιληπτική κρίση. Όμως δεν δόθηκε μαρτυρία για επανεμφάνιση επιληψίας ή για λήψη αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Η Ενάγουσα δίδοντας μαρτυρία στο Δικαστήριο τέσσερα χρόνια και 10 μήνες μετά το δυστύχημα δεν ανέφερε ο,τιδήποτε για προβλήματα επιληπτικών κρίσεων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δρα Περδίου (ΜΥ1) ενώ τα πρώτα χρόνια υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας, μετά τον τέταρτο χρόνο η πιθανότητα αυτή δεν διαφέρει από αυτή του συνηθισμένου πληθυσμού. Κατά συνέπεια δεν θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί αυξημένη πιθανότητα ανάπτυξης μετατραυματικής επιληψίας η οποία να οφείλεται στο δυστύχημα. Σπονδυλολίσθηση: Αναγκαιότητα για Μελλοντική Εγχείριση Στην Ε/Α, Παραγρ. 4 (λθ) περιέχεται ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα θα χρειαστεί στο άμεσο μέλλον εγχείρηση για σταθεροποίηση της οσφυϊκής μοίρας η οποία στοιχίζει ₤10.000, ενώ θα παραμείνει αναγκαστικά εκτός εργασίας για περίοδο 3 μηνών με αποτέλεσμα την ανάλογη απώλεια των εισοδημάτων της. Το αναγκαίο ποσό της εγχείρησης αυτής καθορίστηκε από το Δρα Γεωργίου (ΜΕ3) ως ₤10.
- Όσον αφορά τα εισοδήματα της Ενάγουσας, η ίδια ανέφερε ότι τώρα πλέον εργάζεται ως Ανεξάρτητη - Αυτοεργοδοτούμενη με δικό της Στούντιο κάνοντας μοντάζ και έχει κατά μέσο όρο εισοδήματα ₤700 μηνιαίως. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, αντιμετώπιζε πρόβλημα σπονδυλίσθησης από το 1992, αφού τότε είχε νιώσει κάποιο τράβηγμα δεξιά στη μέση. Επισκέφθηκε τότε τον Ορθοπεδικό Δρα Άντρο Αντωνιάδη ο οποίος έκαμε τη σχετική διάγνωση και της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γίνει κάτι το συγκεκριμένο παρά μόνο ασκήσεις τεντώματος τις οποίες η Ενάγουσα έκανε. Μέχρι και το δυστύχημα, δεν είχε άλλες ιδιαίτερες ενοχλήσεις εκτός από την αρχική και σε μία - δύο άλλες ήπιες περιπτώσεις, αλλά δεν ήταν κάτι το σοβαρό και το αντιμετώπιζε με παυσίπονα. Μετά το δυστύχημα, είναι παραδεκτό αφού περιλαμβάνεται στο Τεκμ. 2 ότι υπήρξε "επιδείνωση σπονδυλολίσθησης στο Ο5-Ι1". Τα Ιατρικά Πιστοποιητικά Τεκμ. 2 και 3 όμως που εκδόθηκαν λίγους μήνες μετά το δυστύχημα δεν αναφέρουν ο,τιδήποτε άλλο, ιδιαίτερα αναφορικά με την αναγκαιότητα για εγχείρηση. Ο Δρ. Γεωργίου (ΜΕ3) ο οποίος κατέθεσε ότι μεταξύ 6/3/03 και 10/7/03 εξέτασε την Ενάγουσα τουλάχιστον 9 φορές διέγνωσε στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του ημερ. 14/7/03 (Τεκμ. 6) ότι η Ενάγουσα "υπέστει βαρειά κάκωση οσχυικής μοίρας σπονδυλικής στήλης επί εδάφους γνωστής σπονδυλόλυσης, αλλά δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βεβαιότητα αν αυτή επιδεινώθηκε ακτινολογικά λόγω μη υπάρξεως παλιών ακτινογραφιών αλλά όπως αναφέρει η ασθενής επιδεινώθηκε σημαντικά κλινικά." Τόσο ο Δρ. Γεωργίου (ΜΕ3) όσο και ο Δρ. Περδίος (ΜΥ1) συμφωνούν ότι η σπονδυλολίσθηση είναι η μετακίνηση ενός σπονδύλου στη σπονδυλική στήλη η οποία μπορεί να συμβεί και χωρίς οποιαδήποτε κάκωση, αλλά με απλές κινήσεις της καθημερινότητας. Σημειώνεται ότι τόσο πριν από το δυστύχημα όσο και μετά απ΄ αυτό, η εργασία της Ενάγουσας ήταν κυρίως καθιστική. Το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι, κατά πόσο η πλευρά της Ενάγουσας έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, όχι μόνο ότι υπήρξε επιδείνωση της σπονδυλολίσθησης, αλλά και το ότι η επιδείνωση είναι τέτοιου βαθμού που να χρήζει χειρουργικής επέμβασης. Το κύριο επιχείρημα της πλευράς της Ενάγουσας στηρίζεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 το οποίο είναι Ιατρικό Πιστοποιητικό του Δρα Κωνσταντίνου Γεωργίου (ΜΕ3) ημερ. 28/9/06 καθώς και στη σχετική μαρτυρία του. Σύμφωνα με αυτή, είχε εξετάσει την Ενάγουσα στις 10/7/03 και ακολούθως της συνέστησε να κάνει ακτινογραφίες για παρακολούθηση της περίπτωσής της μια φορά το χρόνο, αλλά αυτή αμέλησε. Τον επισκέφθηκε ξανά περί τα 3 χρόνια αργότερα στις 5/4/06 και αποτέλεσμα της επίσκεψης ήταν το Τεκμ.
- Σ΄ αυτό αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε επιδείνωση της σπονδυλολίσθησης κάτι που εμφαίνεται από σύγκριση των ακτινογραφιών της τριετίας. Η εξέλιξη αυτή ανησύχησε το Γιατρό ο οποίος έκρινε ως αναγκαία τη χειρουργική επέμβαση προτού επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάστασή της με νευρολογικά προβλήματα και μυϊκές αδυναμίες. Η ίδια η Ενάγουσα κατέθεσε ότι τώρα αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά προβλήματα με τη μέση της και ανέφερε ως παράδειγμα το ότι, ενώ πριν από το δυστύχημα ουδέποτε απουσίασε από την εργασία της λόγω των προβλημάτων αυτών, μετά το δυστύχημα, σε 4 χρόνια απουσίασε 3-4 φορές. Παραδέχθηκε όμως ότι ουδέποτε χρειάστηκε επειγόντως Γιατρό για το συγκεκριμένο πρόβλημα και κάνει ασκήσεις η ίδια, ενώ προσέχει τις κινήσεις της. Ο Δρ. Περδίος (ΜΥ1) ανέφερε ότι, όταν εξέτασε την Ενάγουσα και εξέδωσε το Πιστοποιητικό του Τεκμ. 14, δεν του είχε αναφέρει ο,τιδήποτε σχετικά με το θέμα, γι΄ αυτό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική αναφορά στο Τεκμ.
- Αναφέροντας, σε αρμονία με το Δρα Γεωργίου (ΜΕ3) ότι το θέμα της σπονδυλολίσθησης είναι της δικής του ειδικότητας (Νευροχειρουργού), τόνισε ότι η εξέλιξη της κατά 99% οφείλεται σε ενέργειες της καθημερινότητας, ενώ η μετατραυματική σπονδυλολίσθηση διαγιγνώσκεται αμέσως μετά το δυστύχημα. Χειρουργική επέμβαση μπορεί να γίνει προληπτικά μόνο αν υπάρχουν τα ανάλογα συμπτώματα που τη δικαιολογούν και που συνεπάγονται επιδείνωση με σοβαρές συνέπειες όπως για παράδειγμα παράλυση των ποδιών. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: (α) η Ενάγουσα αντιμετώπιζε πρόβλημα σπονδυλίσθησης από το 1992, δηλαδή περίπου 11 χρόνια πριν από το δυστύχημα χωρίς όμως να παρουσιάζονται ιδιαίτερες επιπλοκές, (β) μετά το δυστύχημα όντως παρουσιάστηκε κάποια επιδείνωση στην κατάστασή της, (γ) σε κανένα όμως από τα τρία Ιατρικά Πιστοποιητικά που εκδόθηκαν λίγους μήνες μετά το δυστύχημα (Τεκμ. 2, 3 και 6) δεν αναφέρεται η αναγκαιότητα για χειρουργική επέμβαση. Απλώς στο Τεκμ. 6 δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο αυτό, (δ) τα πιο πάνω πρέπει να ιδωθούν σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Δρα Περδίου (ΜΥ1) ότι μετατραυματική σπονδυλολίσθηση διαγιγνώσκεται αμέσως μετά το δυστύχημα, (ε) μετέπειτα υπάρχει ένα κενό τριών ετών χωρίς οποιαδήποτε ιατρικά ευρήματα, μέχρι και τις 5/4/06 που η Ενάγουσα ξαναεπισκέφθηκε το Δρ. Γεωργίου (ΜΕ3), (στ) παρά το γεγονός ότι ο Δρ. Γεωργίου (ΜΕ3) έκρινε ότι η σπονδυλολίσθηση χρήζει χειρουργικής επέμβασης, μέχρι το Δεκέμβριο 2007 που η Ενάγουσα έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο, η επέμβαση αυτή δεν είχε γίνει. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η Ενάγουσα λόγω ιδιοσυγκρασίας αποφεύγει να προσφεύγει εύκολα σε Γιατρούς, αλλά στην παρούσα περίπτωση αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα το οποίο την απασχολεί για 15 και πλέον χρόνια και με το οποίο η Ενάγουσα έμαθε να ζει και να αντιμετωπίζει τις υποτροπές του. Αν όμως η επιδείνωση μετά το δυστύχημα ήταν τέτοιου βαθμού που να καθιστούσε αναγκαία τη χειρουργική επέμβαση, αυτή θα ήταν αισθητή και θα επηρέαζε σοβαρά τη ζωή της και δεν είναι λογικό παρά την τέτοια επιδείνωση η Ενάγουσα να αφήνει τα πράγματα χωρίς να επιζητεί λύση στο πρόβλημα της. Αντίθετα η Ενάγουσα, όπως η ίδια ζει το πρόβλημα, έδωσε την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει ψύχραιμα το θέμα και δεν νιώθει την ανάγκη να υποστεί εγχείρηση έστω και τόσα χρόνια μετά την επιδείνωση. Η γνώμη του Δρα Γεωργίου (ΜΕ3) είναι μεν καλόπιστη αλλά δεν έχει πείσει το Δικαστήριο, αφού υπάρχει το κενό των τριών ετών κατά τη διάρκεια των οποίων πιθανό να υπεισήλθαν άλλοι αρνητικοί παράγοντες. Κατά συνέπεια δεν έχω πεισθεί ότι η επιδείνωση ήταν τέτοια που να δημιουργεί αναγκαιότητα χειρουργικής επέμβασης και η ανάγκη αυτή να συνδέεται απευθείας με το δυστύχημα. Υπολογισμός Γενικών Αποζημιώσεων. Προχωρώ τώρα στον υπολογισμό των Γενικών Αποζημιώσεων για Πόνο και Ταλαιπωρία, μη λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα Μετατραυματικής Επιληψίας και μελλοντικής εγχείρησης για σπονδυλολίσθηση. Είναι γεγονός ότι από το δυστύχημα η Ενάγουσα υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες, με πιο σοβαρές απ΄ αυτές τα κατάγματα στην περιοχή της λεκάνης, οι οποίες την ταλαιπώρησαν πολύ και σε κάποιο βαθμό υπάρχουν κατάλοιπα μέχρι σήμερα αλλά και μελλοντικά. Στις Τελικές τους Αγορεύσεις οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι δεν υπάρχει Νομολογία με πανομοιότυπα τραύματα. Αναφέρθηκε ως παρόμοια η Χαραλάμπους ν. Ξυδά, Π.Ε. 291/05, ημερ. 26/6/07 στην οποία υπήρχε συντριπτικό κάταγμα κοτύλης αριστερού ισχύου, σε συνδυασμό με κάταγμα μετακαρπίου αριστερού χειρός και άλλες βλάβες. Το Ανώτατο επιδίκασε ποσό ₤12.000 (€20.503,08σ). Τέτοιο ποσό κάλεσε το Δικαστήριο η κ. Ερωτοκρίτου όπως επιδικαστεί, σ΄ αντίθεση με τον κ. Λουκαϊδη ο οποίος θεωρεί πιο ορθό, ποσό ₤20.000 (€34.171,80σ). Στην παρούσα περίπτωση, έχω καταλήξει ότι ποσό €30.000 επί πλήρους ευθύνης είναι εύλογο από τις περιστάσεις. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Στο κεφάλαιο αυτό τα περισσότερα ποσά έγιναν παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Απώλεια Μισθών: Η Ενάγουσα γεννήθηκε στις 4/8/67 και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Τηλεόραση FM που μετέπειτα μετονομάστηκε σε VOX με καθήκοντα Μοντάζ Παραγωγών. Σύμφωνα με τη Βεβαίωση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9), εργοδότης της ήταν η Εταιρεία ΝΒS Enterprises Ltd και είχε μηνιαίο μισθό ₤
- Η ίδια όμως ανέφερε ότι ο καθαρός μισθός της ήταν ₤433 και το ποσό αυτό φαίνεται να απαιτεί η πλευρά της. Δεν αμφισβητήθηκε ότι, εξαιτίας του δυστυχήματος, παρέμεινε εκτός εργασίας από τις 15/2/03 μέχρι και το τέλος Μαΐου 2003, δηλαδή επί 3 ½ μήνες ήτοι απώλεσε μισθούς ₤433 Χ 3 ½ = ₤1.515,50 σ. (€2.589,37). Με βάση όλη την προσκομισθείσα μαρτυρία, οι πιο κάτω είναι οι Ειδικές Ζημιές της Ενάγουσας που έχει αποδείξει επί πλήρους ευθύνης: (α) Απώλεια Μισθών επί 3 ½ μήνες ₤1.515,50 σ. (β) Έξοδα για Φυσιοθεραπεία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10) ₤500,00 (γ) Μαγνητική Τομογραφία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11) ₤300,00 (δ) Ιατρικό Πιστοποιητικό Νοσοκομείου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12) ₤25,00 (ε) Αστυνομική Έκθεση (Παραδεκτό) ₤25,00 (στ) Ιατρικά Έξοδα Δρ. Κ. Γεωργίου (ΜΕ3) (Παραδεκτό) ₤180,00 ₤2.545,50 σ €4.349,22 σ ΤΟΚΟΙ Η Νομολογία δεικνύει ότι το από πότε θα επιδικαστούν τόκοι ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο λαμβάνει υπόψη του κάποιους παράγοντες όπως για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η Αγωγή. Βλ. Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Στην υπόθεση αυτή ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης Ε/Α λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο ετών στην καταχώριση της Ε/Α κρίθηκε ως δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα (Φιλίππου κ.α. ν. Τσολάκη
(2006)1(Β)Α.Α.Δ. 1188). Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 528 όπου ο τόκος επιδικάστηκε από τη μέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, Ευαγγέλου ν. Δημητρίου Π.Ε. 304/06, 29/2/08 και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα εγέρθηκε στις 15/2/03, η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 3/6/03 και Σημείωμα Εμφανίσεως στις 17/9/03.. Μέχρι το σημείο αυτό δεν υπήρξε καθυστέρηση. Η Ενάγουσα με Διάταγμα παρέτεινε το χρόνο καταχώρισης της Ε/Α μέχρι το τέλος 2003, αλλά τελικά την καταχώρισε στις 4/10/
- Αυτό είναι το ένα σημείο στο οποίο η καθυστέρηση φαίνεται να βαρύνει την Ενάγουσα ενώ και από τις τέσσερις αναβολές της ακρόασης που δόθηκαν φαίνεται σε κάποιες να ευθύνεται η πλευρά της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια θεωρώ ορθό και δίκαιο να επιδικάσω σε όλα τα ποσά των αποζημιώσεων Νόμιμο Τόκο από 4/10/04 δηλαδή την ημέρα καταχώρισης της Ε/Α. Το ποσοστό αυτό του Τόκου καλύπτει και τις Ειδικές Αποζημιώσεις οι οποίες φαίνεται να είχαν αποκρυσταλλωθεί από τους πρώτους μήνες μετά το δυστύχημα εκτός από ένα πολύ μικρό ποσό που αποτελεί μέρος της αμοιβής του Δρ. Γεωργίου (ΜΕ3) που κατέστη οφειλόμενο το
- ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Ενάγουσα δικαιούται στο 60% των ποσών των αποζημιώσεων που έχει καταλήξει το Δικαστήριο επί πλήρους ευθύνης. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για τα πιο κάτω ποσά: (Α) €18.000 - Γενικές Αποζημιώσεις με Νόμιμον Τόκο από 4/10/04 μέχρι εξοφλήσεως. (Β) €2.609,53 σ. - Ειδικές Αποζημιώσεις με Νόμιμον Τόκο από 4/10/04 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και τα Έξοδα τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χάρης Ι. Πογιατζής, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο