← Κύπρος

Αναφορικά με την Ανδρούλλα Γεωργίου Κωστή, Αριθμός Αίτησης: 178/2008, 10 Φεβρουαρίου, 2009

Αναφορικά με την Ανδρούλλα Γεωργίου Κωστή, Αριθμός Αίτησης: 178/2008, 10 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A22 ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΠΙΣΤΩΤΗ (Κ. 44 - 46) ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ Αριθμός Αίτησης: 178/2008 Σε πτώχευση Αναφορικά με την Ανδρούλλα Γεωργίου Κωστή από τα Λειβάδια Λάρνακας Οφειλέτρια Αίτηση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής με ημερομηνία 22.07.2008 η οποία υποβλήθηκε από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ όπως έχει μετονομασθεί από 4.12.2006 σε MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. 10 Φεβρουαρίου, 2009 Για τους Αιτητές - Πιστωτές: κα Στυλιανού για Ν.Κ.Κλεάνθους & Σία Για την Καθ΄ης η αίτηση - οφειλέτρια: κ.Τ. Κουμής Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι πιστωτές - τράπεζα την 12.06.2008 με σχετική αίτηση τους προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας υπέβαλαν αίτηση σύμφωνα με τον Κανονισμό 39 των Πτωχευτικών Κανονισμών για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης προς την καθ΄ής η αίτηση - οφειλέτρια τους την Ανδρούλλα Γεωργίου Κωστή. Η αίτηση - ειδοποίηση έλαβε τον αριθμό 517/

  1. Ο Πρωτοκολλητής αυθημερόν εξέδωσε ειδοποίηση πτωχεύσεως σύμφωνα με τον Κανονισμό
  2. Η ειδοποίηση μαζί με την οπισθογράφηση σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη με ημερομηνία 13.06.2008 επιδόθηκε στην καθ΄ής η αίτηση προσωπικά στις 12.06.
  3. Συγκεκριμένα επιδόθηκαν πιστό αντίγραφο της μονομερούς ειδοποίησης πτωχεύσεως μετά της οπισθογραφήσεως της η οποία υπογράφεται υπό του δικηγόρου της πιστώτριας, η ειδοποίηση πτωχεύσεως δυνάμει του Καν. 40, πιστό αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που εξεδόθη μεταξύ άλλων και εναντίον της καθ΄ής η αίτηση ως εναγόμενης 4 στις 6.11.1995 και πιστό αντίγραφο διατάγματος του Δικαστηρίου που δίδει άδεια για εκτέλεση της Δικαστικής αποφάσεως λόγω παρελεύσεως 6 ετών το οποίο φέρει ημερομηνία 10.10.
  4. Όλα αυτά φαίνονται στον φάκελο της αίτησης - ειδοποίησης πτώχευσης ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 από την κ. Ελένη Θεοδοσίου, υπεύθυνης στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Ε.Δ. Λάρνακας, στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Οι αιτητές στο προοίμιο της αίτησης τους αναφέρουν τα ακόλουθα: ¨Εμείς η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ από τη Λευκωσία η οποία έχει μετονομασθεί από 28.03.2005 σε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία στη συνέχεια έχει μετονομασθεί από 4.12.2006 σε MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD αντιπροσωπευόμενη υπό της Κάτιας Ανδρέου, από τη Λάρνακα διά της παρούσης μας εξαιτούμεθα παρά του Δικαστηρίου την έκδοση διατάγματος παραλαβής εν σχέση με τη περιουσία της Ανδρούλλας Γεωργίου Κωστή¨. Τα πιο πάνω τα κατέγραψα αυτούσια όπως αναφέρονται στην αίτηση εφόσον η αναφορά που γίνεται σε σχέση με τη μετονομασία των αιτητών, όπως τέθηκε το ζήτημα, όπως παρόμοια είχε εκτεθεί και στην προηγηθείσα αίτηση για την ειδοποίηση πτώχευσης θα συζητηθούν ση συνέχεια εφόσον η αλλαγή του ονόματος των αιτητών και η πληροφόρηση που έτυχε η καθ΄ής η αίτηση γι΄αυτό το γεγονός προβάλλεται ως λόγος ένστασης. Η καθ΄ης η αίτηση διέμενε τους τελευταίους 6 μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης στην Επαρχία Λάρνακας. Στη συνέχεια της αίτησης προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους εξαιτούνται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της καθ΄ ής η αίτηση:

(1)Ότι η καθ΄ής η αίτηση δίκαια και αληθινά οφείλει στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ το ποσόν των €11.493,71σ.πλέον τόκο 9% ετησίως επί ποσού €5.203,72σ. από 27.06.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα € 772,36σ. πλέον τόκο προς 6% ετησίως επί του ποσού των €427,15σ. από 27.06.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €179,06 για έξοδα δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αγωγή με αριθμό 1996/1995 με ημερομηνία 6.11.1995,
(2)ότι οι αιτητές δεν κατέχουν ούτε και οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους τους κατέχει οποιανδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας της καθ΄ής η αίτηση ή οποιουδήποτε μέρους αυτής για τη πληρωμή των πιο πάνω ποσών,
(3)ότι η καθ΄ής η αίτηση εντός τριών μηνών προ της καταχωρήσεως της παρούσας αίτησης έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης δηλαδή την 12.06.2008 επιδόθηκε σε αυτή ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 517/2008 και αυτή παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της. Η κ. Κάτια Ανδρέου στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επιβεβαιώνει την πιο πάνω οφειλή εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση και επαναλαμβάνει ότι οι δηλώσεις που γίνονται στην αίτηση είναι αληθινές. Με την οπισθογράφηση στην πιο πάνω αίτηση, η καθ΄ής η αίτηση έχει κληθεί όπως εάν είχε σκοπό να αμφισβητήσει την αίτηση, να καταχωρήσει τέσσερις ημέρες πριν την ημερομηνία της ακρόασης η οποία είχε οριστεί στις 2.10.2008 ειδοποίηση στον Πρωτοκολλητή και να την επιδώσει στην πλευρά των αιτητών για την πρόθεση της να καταχωρήσει ένσταση. Στην αίτηση επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της απόφασης που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής 1996/1995 στις 6.11.1995 και πιστό αντίγραφο του διατάγματος ανανέωσης της απόφασης με ημερομηνία 10.10.2005 όπως και απόδειξη πληρωμής του παράβολου. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως η καθ΄ής η αίτηση αμφισβητεί την αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους τους οποίους αντιγράφω παραλείποντας όσους επαναλαμβάνονται:
(1)Αμφισβητεί την εγκυρότητα της Ειδοποίησης Πτώχευσης η οποία δεν συνοδεύεται με δικαστική απόφαση και την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης και της Αιτήσεως,
(2)ισχυρίζεται ότι οι φερόμενοι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και της ειδοποίησης πτώχευσης 517/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, γιατί κανένα ποσό δεν οφείλει ή χρωστάει στους αιτητές, αλλά πολύ παλαιά εγγυήθηκε τον σύζυγο της σε κάποιο χρέος προς την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ή την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(3)αμφισβητεί την ισχυριζόμενη οφειλή των πιστωτών στην οποία φαίνεται ότι παρανόμησαν αφού προέβηκαν σε υπερχρεώσεις και κεφαλαιοποίηση των τόκων παράνομα και χωρίς να δικαιούνται,
(4)ισχυρίζεται ότι η αίτηση των πιστωτών καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και έτσι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να της επιληφθεί καθώς είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα των 3 μηνών από την ημερομηνία διάπραξης της Πράξης Πτωχεύσεως,
(5)η αίτηση είναι αντικανονική και παράνομη καθ΄ ότι δεν υπογράφεται από τους πιστωτές και επίσης δεν αναφέρεται στα σχετικά άρθρα του περί Πτωχεύσεως Νόμου,
(6)η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ΄ ότι η καθ΄ής η αίτηση δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία,
(7)η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς όλως διόλου αντίθετους με αυτούς που αποσκοπεί η πτωχευτική διαδικασία καθώς η αιτήτρια πληροφορείται από τον σύζυγο της ότι για το ίδιο χρέος οι ενάγοντες εξέδωσαν διάταγμα παραλαβής και εναντίον της περιουσίας του και περαιτέρω ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν θα πρέπει να αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος προς συγκεκριμένο άτομο και ότι σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς όλων των πιστωτών,
(8)τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκο δήλωση των αιτητών η οποία υποστηρίζει την αίτηση δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά καθ΄ότι αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Τέλος, στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ής η αίτηση έθιξε και το ζήτημα της αναβολής της ακρόασης της αίτησης επανειλημμένα εξ υπαιτιότητας των αιτητών πέραν των επτά ημερών κατά παράβαση των Καν. 60 και 63. Η ένσταση βασίζεται στους Πτωχευτικούς Θεσμούς Θ.Θ. 16,25,42,43,44,46,49,50,59,60,61,62 και 188 και εις τον Νόμο περί Πτωχεύσεως Κεφ. 5 άρθρα 5
(1)(γ) και 5
(2)και 6,7,19,87 και 88 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η υπεύθυνη στο Τμήμα Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Ελένη Θεοδοσίου (Μ.Α. 1), όπως προανέφερα, κατάθεσε τον φάκελο της ειδοποίησης με αριθμό 517/2008 ως Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι δεν είχε υποβληθεί σε αυτή την ειδοποίηση ένσταση. Περαιτέρω κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη η ειδοποίηση επιδόθηκε στην καθ΄ής η αίτηση προσωπικά και ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο στο φάκελο της που να σχετίζεται με την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων. Εκ μέρους των αιτητών κατάθεσε ενόρκως η κ. Κάτια Ανδρέου η οποία υπέγραψε εκ μέρους τους και την αίτηση. Ανάφερε ότι σήμερα εργάζεται στην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD η οποία είναι η ίδια νομική οντότητα με την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και ότι έγινε αλλαγή του ονόματος της πιο πάνω τράπεζας. Η ίδια εργάζεται στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών της Τράπεζας και ότι χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση. Διάβασε και συμφωνεί με το περιεχόμενο της αίτησης το οποίο και υιοθετεί πλην του υπολοίπου του λογαριασμού το οποίο ανέρχεται σήμερα σε €9.666,57σ. πλέον € 179,06σ. δικηγορικά έξοδα και όχι όπως εκ λάθους αναγράφηκε επί της αίτησης. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσιάζει την κίνηση του λογαριασμού μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης γίνεται καθώς δεν υπάρχει εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση ανταπόκριση στις υποχρεώσεις της. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι την αίτηση την υπέβαλε η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD που είναι οι εργοδότες της και την υπέγραψε η ίδια μετά από εξουσιοδότηση τους όπως αναφέρεται και στην αίτηση. Δεν είχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε γραπτή εξουσιοδότηση που να της είχε δοθεί προς αυτόν τον σκοπό. Όταν της υποβλήθηκε ότι η αίτηση θα έπρεπε να έφερε σφραγίδα των αιτητών, διαφορετικά δεν έχει καμιά νομική ισχύ, ανέφερε ότι δεν συνηθίζουν μέχρι σήμερα να βάζουν σφραγίδα της εταιρείας τους όταν υποβάλλουν τέτοιου είδους αιτήσεις. Δεν γνώριζε εάν για την αλλαγή ονόματος των εναγόντων ενημερώθηκε η καθ΄ής η αίτηση όπως και δεν γνώριζε εάν ενημερώθηκαν οι άλλοι εναγόμενοι στην αγωγή. Επανέλαβε και επέμενε ότι ήταν συνεπεία λάθους και όχι για κάποιο άλλο λόγο, που είχε αναγραφεί στην αίτηση ως οφειλόμενο το ποσό των €11.493,71σ. πλέον τα έξοδα και τόκοι και όχι αυτό που προέκυψε μετά από πληρωμές που έγιναν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης και γι΄αυτό προέβηκαν στη διόρθωση του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν είχε μαζί της για να παρουσιάσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό για τη μεταγενέστερη σε δύο περιπτώσεις μετονομασία της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Δεν ήξερε πότε δημιουργήθηκε το χρέος της καθ΄ής η αίτηση ούτε και πιο ήταν το όριο του λογαριασμού που είχε εγγυηθεί καθώς δεν ήταν παρούσα όταν είχαν γίνει οι σχετικές συμφωνίες. Το χρέος που είχε ο πρωτοφειλέτης δεν ήταν εξασφαλισμένο και έχουν πάρει μέτρα εκτέλεσης και εναντίον του στα οποία έκαμε αναφορά. Διάφορα ποσά έναντι του χρέους κατέβαλαν και άλλοι εγγυητές. Εναντίον της παρούσας καθ΄ής η αίτηση είχαν καταχωρηθεί εντάλματα πώλησης κινητής περιουσίας της τα οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα και καταχωρήθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης καθώς δεν πρόσφερε κανένα ποσό. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό του εξ αποφάσεως χρέους όπως αυτό φαίνεται στο Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι δεν υπάρχει ανατοκισμός. Όταν αποφάσισαν να προχωρήσουν με αυτή τη διαδικασία είχαν ετοιμάσει κάποια κατάσταση λογαριασμού στην οποία βασίστηκαν για την ετοιμασία της αίτησης. Την κατάσταση λογαριασμού η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 την είχε ετοιμάσει η ίδια ενόψει της εμφάνισης της ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και διαφέρει από αυτή που βασίστηκαν κατά τη σύνταξη της αίτησης μόνο ως προς την ημερομηνία την οποία φέρει. Το σημερινό υπόλοιπο του λογαριασμού έχει διαμορφωθεί σε €9.666,57σ. πλέον τα €179,06σ. έξοδα που αθροίζεται στο ποσό των €9.845,63σ. Απέρριψε υποβολή ότι το ποσό έχει διπλασιαστεί με την συμπερίληψη των τόκων καθώς όπως εξήγησε σε αυτό έχουν συμπεριληφθεί τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία της λήψης μέτρων εκτέλεσης μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με παραπομπή στη νομοθεσία και στους κανονισμούς που διέπουν το ζήτημα και σε σχετική νομολογία. Σε αυτές θα γίνει αναφορά όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια όταν θα εξετάζω τα ζητήματα που τέθηκαν. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΣ: Ο περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ. 5, είναι στη ουσία αντιγραφή του αγγλικού Bankruptcy Act 1914. H πτώχευση έχει χαρακτήρα οιονεί ποινικό και αποτελεί δυσμενή εξέλιξη στην υπόσταση του χρεώστη (βλ. Αρέστης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπζας Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1258. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.ά. v. Παπαδόπουλου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1699 είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών. Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ. 5 και το αντίστοιχο αγγλικό 4
(1), η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει ¨εκτός¨ (unless), αν προϋπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Η λέξη ¨εκτός¨ προδικάζει ότι θα πρέπει να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση στη σελ. 44, πρέπει να θεωρείται ως η νομική αρχή που επιβάλλει το βάρος απόδειξης της κάθε μιας στον πιστωτή. Οι προϋποθέσεις που τίθενται από την παρ. 1 του Άρθρου 5 του Κεφ. 5 είναι οι ακόλουθες: Το χρέος που οφείλεται από τον οφειλέτη προς τον πιστωτή να ανέρχεται τουλάχιστον σε Λ.Κ.500 (σε Ευρώ €854,30σ.). Το χρέος και είναι εκκαθαρισμένο ποσό και άμεσα πληρωτέο. Η πράξη πτώχευσης στην οποία εδράζεται η αίτηση να συνέβηκε εντός τριών μηνών από της καταχώρησης της αίτησης πτώχευσης, και Ο οφειλέτης να κατοικεί στη Κύπρο, ή μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης να είχε τη συνήθη διαμονή του ή να είχε τόπο διαμονής, ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή να διεξάγει εργασίες στην Κύπρο προσωπικά ή με αντιπρόσωπο. Όπως περαιτέρω προσδιορίζεται στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα στις σελ. 44 - 45, το χρέος θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί πριν από την πράξη πτώχευσης. Να ήταν πληρωτέο πριν την πράξη πτώχευσης και πρέπει να οφείλεται μέχρι το στάδιο της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης και ακόμα στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος παραλαβής (βλ. Re Stables, Ex parte Smith & Sons
(1894)1 Mans 68. Αν στο μεταξύ το χρέος πληρωθεί, δεν εκδίδεται διάταγμα, όπως τονίζεται στη σελ. 45 του πιο πάνω συγγράμματος. Τέλος, η ύπαρξη διαδικαστικών κανονισμών διέπουν και ρυθμίζουν τη διαδικασία της πτώχευσης όπως στη προκείμενη περίπτωση οι περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί που είναι δημοσιευμένοι στο Κεφ. 6 της δευτερογενούς μας νομοθεσίας (Subsidiary Legislation of Cyprus Vol. 11) (βλ. Μαρκίδης v. Επίσημος Παραλήπτης,
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1874. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΕΝΣΤΑΣΗ: Πριν προχωρήσω με τους λόγους ένστασης αναφέρω ότι η απόδειξη των ισχυρισμών της αίτησης, πρέπει από την στιγμή που αμφισβητούνται, να αποδειχθούν. Οι περί Πτωχεύσεως κανονισμοί, Καν. 60
(2)επιτακτικά το προκαθορίζουν χρησιμοποιώντας τις λέξεις "Shall be proved". Στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδοση τόμος 2 στη σελ. 309, προσδιορίζεται ότι οι προβληθέντες με την αίτηση ισχυρισμοί πρέπει να υποστηρίζονται από μαρτυρία, περαιτέρω των ενόρκων δηλώσεων, με στόχο τη στοιχειοθέτηση της αίτησης πτώχευσης. Επομένως και αν υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ της αιτήσεως και ένορκης μαρτυρίας, το Δικαστήριο αντλεί τα στοιχεία που θα το οδηγήσουν στη διαπίστωση των προϋποθέσεων του νόμου από την ένορκη μαρτυρία και μετά από αξιολόγηση καταλήγει στα ευρήματα του. Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου με το ζήτημα των επιδόσεων των αιτήσεων. Σημειώνω ότι σχετική ένορκος δήλωσης του επιδότη σε σχέση με την ειδοποίηση που βεβαιώνει το γεγονός της επίδοσης της, έχει κατατεθεί μαζί με το Τεκμήριο 1, το οποίο κατατέθηκε χωρίς ένσταση και φέρει την υπογραφή της καθ΄ής η αίτηση γι΄αυτό και δεν απαιτείτο η προσωπική εμφάνιση του επιδότη για να επιβεβαιώσει το γεγονός. Επομένως η πράξη πτωχεύσεως έχει συντελεστεί με τη μη συμμόρφωση της καθ΄ής η αίτηση εντός της νενομισμένης προθεσμίας και την μη αμφισβήτηση της ειδοποίησης καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Υπάρχει όμως ζήτημα ως προς την επίδοση της παρούσας αίτησης. Η επίδοση της αμφισβητήθηκε με την παράγραφο 1 της ένστασης. Δεν αρκεί το γεγονός ότι ένορκος δήλωσης της επίδοσης ευρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Εφόσον αμφισβητήθηκε, η πλευρά των αιτητών όφειλε να είχε αποδείξει θετικά την επίδοση της με την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου του επιδότη που επέδωσε την αίτηση. Αυτό δεν έγινε και έτσι αυτό το γεγονός παρέμεινε αναπόδεικτο, αποτελεί δε απαραίτητη προϋπόθεση το βάρος της οποίας είχαν οι αιτητές σύμφωνα με το Άρθρο 6 παράγραφος
(2)* του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5. Εξ αυτού του λόγου θα απέρριπτα την αίτηση εφόσον η μη απόδειξη της επίδοσης της αίτησης η οποία αμφισβητήθηκε αποτελεί καταλυτικό παράγοντα ως προς την πορεία της αίτησης. * Άρθρο 6 παρ. 2: ¨Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης και της πράξης πτωχεύσεως.¨ Παρόλο ότι η κατάληξη μου ως προς αυτό το ουσιώδες ζήτημα ίσως θα έπρεπε να τερμάτιζε την όλη συζήτηση σ΄αυτό το σημείο, εντούτοις θα προχωρήσω και θα εξετάσω και τα υπόλοιπα ζητήματα, σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου κρινόταν μη ορθή. Πιστό αντίγραφο της δικαστικής απόφασης και του διατάγματος ανανέωσης της έχουν επισυναφθεί στην αίτηση όπως είχαν επισυναφθεί και στην ειδοποίηση και δεν κρίνω ότι η κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμηρίου στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης θα προσέθετε οτιδήποτε εφόσον ήδη είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως αυτές τις αιτιάσεις τις απορρίπτω. Υπήρξε αμφισβήτηση του χρέους που οφείλεται και εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε ικανοποιητικά η οφειλή. Ο νόμος προϋποθέτει, όπως προανέφερα) ότι η οφειλή θα πρέπει να ξεπερνά το ποσό των Λ.Κ.500,00 (αντίστοιχο σε €854,30σ.) Τονίζεται εξ αρχής ότι σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση του εξ αποφάσεως χρέους. Αφής στιγμής εκδόθηκε η δικαστική απόφαση και δεν παραμερίστηκε ή ανατράπηκε το εξ αποφάσεως χρέος είναι όπως προκύπτει μετά την έκδοση της απόφασης και όπως στο μεταξύ διαμορφώνεται από τυχόν πληρωμές ή έξοδα και τόκοι και δεν αφορά το παρών Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας να διερευνήσει την ορθότητα, ακρίβεια ή εγκυρότητα του επιδικασθέντος με την απόφαση χρέους. Αυτά τα σημειώνω σε απάντηση κάποιων υποβολών που έγιναν στην κ. Ανδρέου (βλ. Re a Debtor (30 of 1956)
(1957)Ch. 381, Halsbury's Laws of England 3rd Ed. Vol. 2 σελ. 282). Η κ. Ανδρέου στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι υπήρξε λάθος στην αναγραφή του ποσού στην αίτηση εφόσον αναγράφηκε το ποσό που οφειλόταν πριν την αφαίρεση κάποιων πληρωμών που έγιναν στο μεταξύ. Προσδιόρισε το σημερινό υπόλοιπο σε €9.666,57σ. πλέον τα €179,06σ. έξοδα, συνολικά €9.845,63σ. Δέχομαι τη μαρτυρία της σε σ΄αυτό το σημείο στο οποίο εστιάστηκε κυρίως η αντεξέταση της, εφόσον η άλλη πλευρά πλην γενικών υποβολών περί ύπαρξης ανατοκισμού ή ότι η χρέωση των τόκων έχει υπερδιπλασιάσει το αρχικό δάνειο, δεν είχε να αντιτάξει οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο ή το διαφορετικό ή εν πάση περιπτώσει μεμπτό. Η υποβολή περί του αντιθέτου θέσεων χωρίς τεκμηρίωση και στοιχειοθέτηση τους δεν είναι αρκετή. Επομένως κρίνω ότι το εξ αποφάσεως χρέος που οφείλεται στους αιτητές ξεπερνά το κατώτατο προβλεπόμενο όριο στον νόμο γα το οποίο μπορεί να υποβληθεί αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας ενός οφειλέτη. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι πρόκειται για ξεκαθαρισμένο χρέος εφόσον προέρχεται από δικαστική απόφαση το οποίο είναι άμεσα πληρωτέο. Δεν υπάρχει αμφιβολία με βάσει τα πιο πάνω ότι οι αιτητές είναι ¨πιστωτές¨ της καθ΄ ής η αίτηση όπως προνοείται από τον Καν. 3 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών ο οποίος αναφέρει : ¨includes a corporation and a firm of creditors in partnership". Η πράξη πτώχευσης επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση της καθ΄ής η αίτηση με ειδοποίηση πτώχευσης στην οποία δεν υπήρξε ένσταση, όπως προβλέπεται, από όσα μπορώ να συναγάγω από τον φάκελο της (Τεκμήριο 1) αλλά και από όσα ρητά ανέφερε η Μ.Α. 1 κ. Ελένη Θεοδοσίου. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.06.2008 και επιδόθηκε αυθημερόν προσωπικά στην καθ΄ής η αίτηση, σύμφωνα με ένορκο δήλωση του αρμοδίου επιδότη, αυτή δε παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της εντός του προβλεπόμενου χρόνου εντός δηλαδή 7 ημερών από της επίδοσης της. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 22.07.2008 εντός της προθεσμίας των τριών μηνών όπως προβλέπεται στη παράγραφο (γ) του Άρθρου 5 του Νόμου. Επομένως όλοι οι λόγοι ένστασης που αφορούν τα πιο πάνω θέματα απορρίπτονται. Δεν τέθηκε ο,τιδήποτε περί του αντιθέτου σχετικά με την προϋπόθεση ότι καθ΄ής η αίτηση δεν κατοικούσε στην Κύπρο ή δεν είχε τη συνήθη διαμονή της ή τον τόπο εργασίας της την Κύπρο (Παράγραφος (ε) του Άρθρου 5). Δεν έχει αμφισβητηθεί με την ένσταση, ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ της αμφισβήτησης της επίδοσης είτε αρχικά της ειδοποίησης πτώχευσης είτε μεταγενέστερα της παρούσας αίτησης. Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου ως προς την έννοια της συνήθους διαμονής της (βλ. Κυριάκου v. Μιχαήλ Πολ. Έφεση 211/2005 ημερ. 19.07.2007). Σε σχέση με το ζήτημα της μη ύπαρξης ιδιόκτητης περιουσίας εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση και επομένως εξ αυτού του γεγονότος καθίσταται αχρείαστη ή θα είναι άνευ αντικειμένου η προώθηση της αίτησης αφού δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση στη σελ. 60 όπου αναφέρεται ότι η πιθανότητα ή και ακόμη το ενδεχόμενο να μην υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ή ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία δεν είναι λόγος για απόρριψη της αίτησης. Σε μια τέτοια διαδικασία και ιδιαίτερα σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιητικά στοιχεία, τα οποία ενδεχομένως, θα αποκαλυφθούν σε μεταγενέστερο στάδιο μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της με τις διαδικασίες υποβολής περιουσιακής κατάστασης ή της δημόσιας εξέτασης της όπως προνοείται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 (Άρθρα 15
(1)και 16). Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Προβάλλεται στην ένσταση ως λόγος η μη αναγνώριση των αιτητών ως των εξ αποφάσεως πιστωτών της καθ΄ ής η αίτησης βασιζόμενος στην μετονομασία των εναγόντων - αιτητών και την αλλαγή του ονόματος των, όπως εξηγείται στο προοίμιο της αίτησης (παρατίθεται αυτούσιο πιο πάνω). Θα διαφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ ής η αίτηση ότι η πιο πάνω διευκρίνιση δεν είναι αρκούντως ικανοποιητική για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Α. Θεοδώρου Πολ. Έφεση 240/2005 ημερ. 18.12.2006 (δεν έχει δημοσιευτεί στους τόμους) έχει κριθεί ότι η αλλαγή ονόματος διαδίκου είναι τυπικό ζήτημα και δεν συνεπάγεται οποιεσδήποτε επιπτώσεις. Το εφετείο σε εκείνη την υπόθεση, όπου η εφεσείουσα είχε αλλάξει το όνομα της όπως και στην προκείμενη περίπτωση, εξέτασε παρόμοιους ισχυρισμούς όπου και έκρινε ότι δεν απαιτείτο υποβολή στο Δικαστήριο αίτησης για τροποποίηση του τίτλου κατά την μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης μηνιαίων δόσεων και ήταν αρκετό ότι έλαβαν γνώση της αλλαγής οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι και το Δικαστήριο της ¨τυπικής¨ όπως χαρακτηρίστηκε αλλαγής. Το ζήτημα αυτό έχει επιλυθεί επαρκώς, κατά την άποψη μου, σχετικές αποφάσεις είναι ακόμα και οι ακόλουθες: Bank of Scotland v. Geodrill Ltd κ.ά.,
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ.753, Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά v. Τσαρδελλή,
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 246 και στην πρόσφατη απόφαση Μιχαλάκης Μαραθεύτης v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 315/2005 ημερ. 29.03.
  1. Θεωρώ ότι οι αιτητές με τα όσα αναφέρουν στο προοίμιο της αίτησης τους καλύπτουν το όλο ζήτημα. Η επισύναψη οποιουδήποτε πιστοποιητικού για τις αλλαγές που επήλθαν στο όνομα της θα ήταν εκ περισσού εφόσον οι ενάγοντες στην αγωγή 1996/95 και οι αιτητές στη παρούσα ειδοποίηση είναι το ίδιο πρόσωπο χωρίς οι οποιεσδήποτε αλλαγές που επήλθαν να διέκοψαν τη συνέχεια του νομικού τους καθεστώτος. Δεν είναι η περίπτωση όπου οι αιτητές αντικαταστάθηκαν ή υποκαταστάθηκαν από άλλο πρόσωπο, απλώς άλλαξαν το όνομα τους. Σχετικές εξάλλου είναι οι παρ. 3 και 4 του Άρθρου 19 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  2. Οποιαδήποτε αιτίαση επί αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να γίνεται με καλή πίστη. Η καθ΄ής η αίτηση με όσα διαλαμβάνονται στην αίτηση πληροφορείται επαρκώς για την ιδιότητα των αιτητών που δεν είναι άλλη από τους εξ αποφάσεως πιστωτές της. Επομένως και αυτός ο λόγος της ένστασης απορρίπτεται. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η καταχώρηση της αίτηση γίνεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Είναι γεγονός ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίσει κατάχρηση οποιασδήποτε διαδικασίας. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R., η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει σε τελευταία ανάλυση στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν πηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκληση της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. μεταξύ άλλων Βασιλείου v. Μακρίδη,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 133 και M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd,
(2000)2 Α.Α.Δ. σελ. 717). Ανατρέχοντας σε αγγλικές αποφάσεις που διέπουν το ζήτημα προκύπτει ότι για να γίνει δεκτή εισήγηση για ¨κατάχρηση διαδικασίας¨ θα πρέπει τα γεγονότα να αποκαλύπτουν πραγματική καταπίεση και εξαναγκασμό του χρεώστη από μέρους του πιστωτή, στην προσπάθεια του τελευταίου να αποκτήσει χρήματα ή άλλο παρεμφερές πλεονέκτημα (βλ. Re a Debtor
(1955)2 All E.R. p. 656 (C.A.), στην δε υπόθεση Re a Judgement Summons
(1953)1 All E.R. 424 αναφέρεται, ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης όπου τούτο θα αποτελούσε μέσο καταπιεστικό για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο (βλ. επίσης τις υποθέσεις Re Shaw
(1928)Ch. 206) και Re Suderland
(1911)2 KB 658). Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής και εναντίον της περιουσίας του συζύγου της παρούσας καθ΄ής η αίτηση. Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, εξ αυτού του λόγου και μόνον δεν θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η καταχώρηση αίτησης που αφορά ένα άλλο χρεώστη για το ίδιο χρέος, θεωρείται καταχρηστική. Εξάλλου δεν τέθηκε ενώπιον μου ποια ήταν η κατάληξη εκείνου του μέτρου. Περαιτέρω δεν υπάρχει ο,τιδήποτε στο νόμο που να αποτρέπει τους ενάγοντες να λάβουν όποια μέτρα κρίνουν αναγκαία εναντίον εξ αποφάσεως οφειλετών τους. Ακόμα και εάν ήθελε εκληφθεί ο λόγος αυτός ένστασης ότι τάχα υπάρχει εξασφάλιση των αιτητών, στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 210, αναφέρεται ότι εάν η ασφάλεια που κατέχει ένας πιστωτής είναι ασφάλεια επί της περιουσίας ενός συνοφειλέτη, δεν μπορεί αυτή με κανένα τρόπο να καλύψει την περίπτωση άλλου συνοφειλέτη και να θεωρηθεί εμπόδιο στην έκδοση διατάγματος παραλαβής. Στον περί Πτωχεύσεως Νόμο δεν τίθεται καμιά προϋπόθεση για την εκ των προτέρων χρησιμοποίηση των προβλεπομένων από την Πολιτική Δικονομία μέτρων εκτέλεσης, παρόλα αυτά οι αιτητές είχαν προχωρήσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, με τέτοια μέτρα εκτέλεσης όπως της έκδοσης ενταλμάτων πώλησης κινητής περιουσίας της καθ΄ής η αίτηση και σε καταχώρηση αίτησης μηνιαίων δόσεων, μέτρα τα οποία παρέμειναν ατελέσφορα. Στην υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος
(2006)1 (Β)Α.Α.Δ. σελ. 1311, αποφασίστηκε ότι το γεγονός πως ο πιστωτής επέλεξε να μη χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της απόφασης και το ότι δεν χρησιμοποίησε την διαδικασία της έκδοσης εντάλματος κινητών, αυτά δεν συνιστούν εμπόδιο στην υποβολή και εξέταση αίτησης για την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη με βάση τον περί Πτωχεύσεως Νόμο. Οι μέθοδοι εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, προδιαγράφονται από το Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Άσχετα από αυτό, αρχή για μη επιδίωξη από τον εξ αποφάσεως πιστωτή διαφορετικών τρόπων εκτέλεσης, τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ίδιου χρεώστη. Δεν υπάρχει τέτοιος περιορισμός αναφορικά με εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται ομού και/ ή κεχωρισμένως. Σε τέτοια περίπτωση, ο εξ αποφάσεως πιστωτής, είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών (βλ. Οικονομίδης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1255). Η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης μιας απόφασης, ούτε αποσκοπεί σε εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του (βλ. Αρέστη v. Λαϊκή Τράπεζα (πιο πάνω). Στόχος και σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η διασφάλιση της περιουσίας του καθ΄ού η αίτηση έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί προς όφελος όλων των πιστωτών, περιλαμβανομένων βεβαίως και των αιτητών (βλ. London Clubs v. Παπαδοπούλου (πιο πάνω) και Πετράκη v. Κίμωνος (πιο πάνω). Κατάχρηση διαδικασίας θα μπορούσε να τεκμηριωθεί όταν και εφόσον υπάρχουν δύο παράλληλες διαδικασίες ή όταν επιδιώκεται με την αίτηση ένας εξόφθαλμα αλλότριος, με την καταχώρηση της αίτησης σκοπός (βλ. Τσιακλίδης v. Ευαγέλου
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 837). Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος (πιο πάνω), σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας λέχθηκαν τα εξής: ¨Κατά την κρίση μας τα όσα παρατήρησε το Εφετείο στην London Clubs Ltd v. Παπαδόπουλου (πιο πάνω), η οποία αφορούσε ειδοποίηση πτωχεύσεως, ότι σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση, ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει, για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατά ισονομία όλων των πιστωτών, δεν αποκλείουν πιστωτές, έστω και μικρούς πιστωτές, όπως τον εφεσείοντα, από του να καταχωρήσουν αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής¨ και στη συνέχεια: ¨Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή- πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή¨, (βλ. επίσης Williams and Hunter on Bankruptcy, σελ. 62 επ.). Όσα άλλα τυχόν έχει υπόψη της η πλευρά της καθ΄ής η αίτηση και δεν τέθηκαν ενώπιον μου προς αξιολόγηση και εκτίμηση τους δεν παύουν να παραμένουν απλές εικασίες και αφορούν την προσωπική εκτίμηση της πλευράς της καθ΄ής η αίτηση η οποία και δεν δικαιολογείται. Επομένως στην παρούσα υπόθεση κάθε άλλο παρά συμβαίνει οτιδήποτε από όσα επιτάσσει η πιο πάνω νομολογία και αυθεντίες περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου καθώς δεν έχει καταδειχθεί καταπίεση ούτε και εξαναγκασμός που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης. Τίποτε από τα πιο πάνω και της ακολουθούμενης τακτικής των αιτητών δεν συνηγορεί ότι η αίτηση τους αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της καθ΄ής η αίτηση να εξοφλήσει αποκλειστικά και μόνο τους ίδιους κατά τρόπο που να παραβιάζει την ισονομία όλων των τυχόν πιστωτών της. Δεν έχω διαγνώσει προσπάθεια από μέρους τους να επωμισθούν αλλότρια οφέλη από την αίτηση τους. Απορρίπτεται και αυτός λόγος ένστασης. Στη παράγραφο
(1)του Άρθρου 6 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, προσδιορίζεται η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση υποβολής αίτησης πτώχευσης με βάση το Άρθρο 5 όπως είναι η περίπτωση μας. Στη παρ.
(3)του Άρθρου 3 του Κεφ. 5 καθορίζεται ότι η ¨Ειδοποίηση πτώχευσης με βάση το Νόμο αυτό θα γίνεται κατά τον καθορισμένο τύπο...¨ Το Άρθρο 108 του Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Ν. 156
(1)/1999 εξουσιοδοτούσε τότε τον Κυβερνήτη, σήμερα το Υπουργικό Συμβούλιο, να εκδίδει κανονισμούς και Γενικούς Κανόνες που σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Κεφ. 5, περιλαμβάνουν και τους ¨τύπους¨. Τέθηκε θέμα μη ορθής αναγραφής του Άρθρου ή του Θεσμού στον οποίο βασίζεται η αίτηση. Στον τίτλο της αίτησης όπως και της ενόρκου δηλώσεως που την επιβεβαιώνει αναγράφονται οι Κανονισμοί 44 - 46. Η αίτηση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνάδει με το Πτωχευτικό Έντυπο Αρ. 7 του Πίνακα Α των Πτωχευτικών Κανονισμών και η παραπομπή σε αυτό γίνεται από τον Καν. 4 ο οποίος παραπέμπει στο παράρτημα Α ως τα έντυπα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανάλογα με τις περιστάσεις όπως στη προκείμενη περίπτωση που η αίτηση γίνεται από πιστωτή. Δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά σε νομική βάση της αίτησης στο κείμενο. Το τι αποτελεί θεμελιώδες και σημαντικό μέρος μιας αίτησης πτώχευσης είναι τα ουσιαστικά γεγονότα που θεμελιώνουν και ενδεχόμενα δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης (βλ. Τρύφωνος v. Παγκυπριακή
(1993)1 Α.Α.Δ. 706), στην ίδια δε απόφαση αναφέρεται ότι η αίτηση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν συνιστά ενδιάμεση αλλά πρωτογενή διαδικασία προσδιοριστική των επιδίκων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση. Σε κάθε περίπτωση και εάν υπήρχε οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στην αναγραφή αυτών των κανονισμών, που δεν υπάρχει, και πάλι δεν είναι λόγος για τον οποίο θα απέρριπτα την αίτηση καθώς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 102* του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 αλλά και τον Κανονισμό 2** των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών δεν θα είχα οδηγηθεί κατ΄ανάγκη σε συμπέρασμα ακυρότητας της αίτησης (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 661 και Κωνσταντίνου κ.ά. v. Νικολάου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 634 όπου στην τελευταία ανάλογα αντιμετωπίστηκε παρόμοιο ζήτημα σε εφαρμογή όμως εκεί της Διαταγής 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. * Άρθρο 102: ¨Δεν θα ακυρώνεται καμιά Πτωχευτική διαδικασία εξ αιτίας τυπικού ελαττώματος ή ανικανότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον των διαδικασιών είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιώδης αδικία και ότι η αδικία δεν μπορεί να θεραπευθεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου¨ **Καν. 2: ¨Μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τους παρόντες κανονισμούς ή με οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής που τώρα ισχύει, δεν καθιστά οποιαδήποτε διαδικασία άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο έτσι αποφασίσει, αλλά η διαδικασία αυτή δυνατό να παραμεριστεί, καθ΄ολοκληρίαν ή μερικώς ως αντικανονική ή τροποποιηθεί ή άλλως πως αντιμετωπισθεί κατά τρόπο και υπό όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό¨. Σε κάθε περίπτωση η καθ΄ ής η αίτηση δεν έχει υποστεί εξ αυτού του γεγονότος οποιαδήποτε αδικία ή βλάβη (βλ. Σιάτης v. Λοϊζου (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 226 ως προς την εμβέλεια εφαρμογής του Καν. 2). Κατά παρόμοιο τρόπο αντικρίζω και το ζήτημα της μη εναπόθεσης σφραγίδας της αιτήτριας στην αίτηση η οποία υπογράφεται για τους πιστωτές από την κ. Κάτια Ανδρέου η οποία δηλώνει ότι τους αντιπροσωπεύει. Το ότι οι αιτητές ως νομικό πρόσωπο δεν θα μπορούσαν να υπογράψουν οι ίδιοι την αίτηση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Τα όσα εξήγησε η μάρτυρας για τη σχέση της με τους αιτητές και την υπαλληλική ιδιότητα της ως εργαζόμενης στο αρμόδιο τμήμα των αιτητών, θεωρώ ότι είναι αρκετά χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση οποιασδήποτε γραπτής προς τούτο εξουσιοδότησης, εξουσιοδότηση την οποία επέμενε και κατά την αντεξέταση της ότι διαθέτει αν και δεν είχε μαζί της έγγραφο που να το αποδείκνυε. Στην υπόθεση Σαββίδη v. Χρηματοδοτήσεις¨Πάνθηρας Λτδ ¨
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1411 όπου είχε τεθεί παρόμοιο θέμα λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε πως οι διατάξεις του Κανονισμού 126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών ικανοποιούνται, γιατί στην ένορκη δήλωση ρητά αναφέρεται πως ο ομνύων ήταν στην υπηρεσία των εφεσιβλήτων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση εκ μέρους τους. Η ένορκη δήλωση συνιστά το απαραίτητο έγγραφο που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία παραπέμπει, φέρει δε τον ίδιο τίτλο και αριθμό καταχώρησης¨. Και στη συνέχεια ¨Συμφωνούμε απόλυτα με τη κρίση του Προέδρου του Δικαστηρίου και τη πασίδηλα ορθή αιτιολογία που έδωσε. Υιοθέτηση της εισήγησης του δικηγόρου του εφεσείοντα θα τοποθετούσε τον τύπο υπεράνω της ουσίας, που είναι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του σκοπού του νόμου¨. Πέραν αυτών ο Καν. 50 παρ. 2 διαλαμβάνει ότι: ¨Ένορκος δήλωση που καταχωρείται προς υποστήριξη της αίτησης πρέπει να γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί με βάση τη δική του γνώση για την αλήθεια των γεγονότων για τα οποία καταθέτει¨. Από το λεκτικό του πιο πάνω Κανονισμού προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη όπως το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκο δήλωση να είναι είτε στην υπηρεσία των αιτητών είτε ακόμα να είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από αυτούς. Αρκεί να γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, πράγμα που επιβεβαίωσε η ίδια τόσο στην ένορκο δήλωση της όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γνώση δε της κ. Ανδρέου για τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί. Τα πιο πάνω πιστεύω όιτι απαντούν και στον λόγο ένστασης αρ. 8 περί εξ ακοής μαρτυρίας. Σημειώνω σε σχέση με τον τύπο, ότι κάτω από την υπογραφή της αναγράφεται με έντονα κεφαλαία γράμματα το όνομα των αιτητών για τους οποίους και υπέγραψε. Την υπογραφή της την πιστοποιεί ο Πρωτοκολλητής όπως επιβάλλεται από τον σχετικό κανονισμό (Καν. 46 παρ. 1) και συνάδει και με τον ¨Τύπο 7¨. Βρίσκω επομένως ότι οι αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με τα διαλαμβανόμενα στους Καν. 44 - 46 ως προς τον τρόπο και τον τύπο υποβολής της αίτησης. Επομένως οι λόγοι της ένστασης που έχουν να κάμουν με τα πιο πάνω ζητήματα κρίνονται ανεδαφικοί. Πριν ασχοληθώ με το επόμενο ζήτημα, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την πορεία της υπόθεσης από την καταχώρηση της αίτησης μέχρι και σήμερα, εφόσον αφορά αυτό καθ΄αυτό το ζήτημα που θα με απασχολήσει στη συνέχεια. Η αίτηση καταχωρήθηκε την 22.07.2008 και ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή, ίσως λόγω των θερινών διακοπών, για πρώτη φορά στις 2.10.
  1. Εκείνη την ημερομηνία εμφανίστηκε ο συνήγορος της Καθ΄ής η αίτηση και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει την ένσταση του. Έτσι η αίτηση ορίστηκε με συγκατάθεση των μερών για οδηγίες στις 20.10.2008 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Η ένσταση καταχωρήθηκε πράγματι στις 14.10.
  2. Έτσι η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 10.11.
  3. Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε εκ μέρους των Αιτητών αναβολή λόγω του ότι είχαν τεθεί υπόψη τους από την άλλη πλευρά κάποιοι ισχυρισμοί τους οποίους θα έπρεπε να μελετήσουν. Έτσι η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε για τις 25.11.
  4. Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους των αιτητών καθώς η δικηγόρος τους η οποία χειριζόταν την υπόθεση βρισκόταν ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας σε συνεχιζόμενη ακρόαση. Ορίστηκε ξανά την 1.12.2008 οπότε και ζητήθηκε ξανά αναβολή εκ μέρους των αιτητών λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε η θυγατέρα της συνηγόρου. Ορίστηκε ξανά στις 15.12.2008 ημερομηνία που κηρύχθηκε δημόσια αργία λόγω θανάτου του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου. Έτσι την επομένη προγραμματίστηκε ξανά για ακρόαση για τις 20.01.2009 λόγω της μεσολάβησης των εορτών των Χριστουγέννων, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση με την παράθεση της μαρτυρίας. Παρέμεινε στη συνέχεια στις 26.01.2009 για αγορεύσεις οπότε και επιφυλάχθηκε η απόφαση για σήμερα. Σημειώνω ότι κάθε φορά που αναβαλλόταν η υπόθεση γινόταν προσπάθεια εξεύρεσης κατάλληλης ημερομηνίας όπως θα εξυπηρετούσε και το πρόγραμμα και των δύο πλευρών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ής η αίτηση στην αγόρευση του έθεσε πράγματι το ζήτημα της αναβολής της ακρόασης της αίτησης για χρονικό διάστημα πέραν των επτά ημερών το οποίο προβλέπεται στους Κανονισμούς 60 παρ. 2* και 63**. Αναφέρω απλά ότι οι όποιες αναβολές ζητήθηκαν και δόθηκαν ήταν πάντοτε με τη συγκατάθεση και χωρίς ένσταση από τη πλευρά της καθ΄ής η αίτηση, η οποία είχε εκπροσωπηθεί σε όλες τις περιπτώσεις από δικηγόρο και χωρίς αυτός να προβάλει ζήτημα παράβασης των πιο πάνω κανονισμών όταν η ακρόαση αναβαλλόταν για χρονικό διάστημα πέραν των 7 ημερών. *Καν. 60
(2): Αν ο οφειλέτης εμφανίζεται για να δείξει λόγο εναντίον της αίτησης, το προς τον αιτούντα πιστωτή χρέος και η πράξη πτωχεύσεως, ή τα ζητήματα που γνωστοποιήθηκαν από τον οφειλέτη ότι θα αμφισβητηθούν πρέπει να επαληθευθούν, και αν επιθυμείται από τον αιτούντα πιστωτή ή από τον οφειλέτη, περαιτέρω χρόνος το Δικαστήριο δύναται, όταν ικανοποιείται ότι η παράταση του χρόνου δε θα παραβλάψει το σύνολο των πιστωτών, παραχωρεί τέτοιο περαιτέρω χρόνο (σε κάθε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει τις 7 ημέρες) ως θεωρεί σκόπιμο. ** Καν. 63: ¨Μετά την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία που ορίστηκε για πρώτη ακρόαση αίτησης (νοουμένου ότι επιδόθηκε) δε θα γίνεται καμιά περαιτέρω αναβολή εκτός για λόγους που εκτίθενται στον Κανονισμό 60
(2), ή για κάποιο άλλο επαρκή λόγο που πρέπει να δηλώνεται στο πρακτικό, αλλά σε κάθε τέτοια περίπτωση, εκτός α γίνει αναβολή, το Δικαστήριο είτε θα εκδώσει διάταγμα παραλαβής είτε θα απορρίψει την αίτηση¨. Πέραν των πιο πάνω παρατηρώ ότι οι αναβολές που δόθηκαν για διάφορους λόγους - για επαρκή λόγο - όπως προνοεί ο Καν. 63 αλλά και το Άρθρο 6 παρ. 3* του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και όπως γίνεται κατανοητό, δεν αφορούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Καθόλου δεν επέδρασαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της καθ΄ ής η αίτηση ούτε και έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά που υπέστη συνεπεία των αναβολών. Εξάλλου μια προσεκτικότερη ανάγνωση του σχετικού Κανονισμού θα κάνει κατανοητό ότι οι χρονικοί περιορισμοί αναβολής της ακρόασης αποβλέπουν μάλλον στη διασφάλιση των συμφερόντων του συνόλου των πιστωτών και όχι αποκλειστικά αυτό του οφειλέτη. Οι αναβολές που δόθηκαν δεν αποσκοπούσαν στο να αποκτήσουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα οι αιτητές έναντι τυχόν άλλων πιστωτών της καθ΄ής η αίτηση. Στην αίτηση certiorari Αναφορικά με τον Ιορδάνη Ιωάννου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 138 όπου υπήρξε καθυστέρηση τριών ετών στην εκδίκαση της αίτησης, κρίθηκε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε για την εκδίκαση της είχε ξεφύγει από τα Συνταγματικά Θέσμια. Επομένως τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης δεν συνάδουν με αυτά της παρούσας. Ο χρόνος από την ημερομηνία του ορισμού για πρώτη φορά της αίτησης για ακρόαση που ήταν η 21.11.08 μέχρι και την ολοκλήρωση της εκδίκασης της την 26.01.2009, λίγο μεγαλύτερος των δύο μηνών, οπότε και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως και να την αντικρίσει κάποιος, ότι ξεφεύγει από τα Συνταγματικά πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής σε σύντομο χρόνο όπως απαιτεί εξάλλου και η φύση της αίτησης. Επομένως, κρίνω ότι εφόσον υπήρχε συγκατάθεση κάθε φορά που αναβαλλόταν η υπόθεση για ακρόαση και πέραν των 7 ημερών δεν μπορεί η άλλη πλευρά υστερόβουλα και προς επιβράβευση της να επικαλείται αυτό το γεγονός για την απόρριψη της αίτησης. * Άρθρο 6 παρ. 3: ¨Το Δικαστήριο δύναται να αναβάλει την ακρόαση της αίτησης είτε με όρους είτε χωρίς όρους, για εξασφάλιση περαιτέρω αποδεικτικών στοιχείων, ή για οποιαδήποτε άλλη νόμιμη αιτία ή δύναται να απορρίψει την αίτηση με έξοδα ή χωρίς έξοδα, ως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο¨. Καταλήγω με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και όσα αποδέχθηκα ως πραγματικά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την αίτηση ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει πλήρως όλες τις πρόνοιες που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου και με αυτό τον τρόπο εάν είχαν αποδείξει ότι έχουν επιδώσει την παρούσα αίτηση, θα επετύγχαναν στην αίτηση τους αφού η καθ΄ ής η αίτηση, παρέλειψε να συμμορφωθεί με ειδοποίηση πτώχευσης και αυτή έχει διαπράξει πράξη πτωχεύσεως. Επομένως για τον λόγο που εξήγησα στην αρχή της ανάλυσης μου, της μη απόδειξης δηλαδή με θετικό τρόπο της επίδοσης της αίτησης, απαραίτητη προϋπόθεση σύμφωνα με νομοθετική διάταξη που ρυθμίζει την ακολουθητέα διαδικασία σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, θα απορρίψω την αίτηση με έξοδα σε βάρος των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................................................. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.