← Κύπρος

Παντελίτσας Μακαρίου ν. Χρίστου Αποστολίδη, Αρ. Αγωγής: 2248/08, 20/2/2009

Παντελίτσας Μακαρίου ν. Χρίστου Αποστολίδη, Αρ. Αγωγής: 2248/08, 20/2/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2248/08 Μεταξύ: Παντελίτσας Μακαρίου Ενάγουσας και Χρίστου Αποστολίδη Εναγομένου ________________ Αίτηση ημερομηνίας 6/10/2008 Ημερομηνία: 20/2/2009 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κα Κυπριανού Για τον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: κα Ιωαννίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 10/10/2008 η ενάγουσα, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως της εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση εμποδίζετο από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το διαμέρισμά του επί της πολυκατοικίας «Φιλάντα Κωρτ» στην λεωφόρο Μακαρίου Γ', ενορία Χρυσοπολιτίσσας Λάρνακα, αρ. εγγραφής 3/867 μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε το αίτημά της παρατίθενται σε δύο ενόρκους δηλώσεις της ιδίας ημερ. 6/10/2008 και 10/10/2008 αντίστοιχα. Ας σημειωθεί ότι η δεύτερη ένορκη δήλωση κατεχωρήθη κατόπιν αδείας την οποία παραχώρησε το δικαστήριο. Παραθέτω συνοπτικά τα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων της: Η αξίωση της εναντίον του εναγομένου είναι για ποσό €40962.10 το οποίο κατέβαλε προς εξόφληση δανείου με πρωτοφειλέτη τον εναγόμενο-καθ'ου η αίτηση. Εκτός από το υπό αναφορά διαμέρισμα, ο εναγόμενος δεν διαθέτει κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο. Το ρηθέν διαμέρισμα βαρύνεται με υποθήκη προς τον οργανισμό χρηματοδοτήσεως στέγης για το ποσό των €

  1. Από πληροφορίες τις οποίες έχει πάρει από τον αρχιτέκτονα Διομήδη Βασιλείου η αξία του ρηθέντος διαμερίσματος ανέρχεται στις €80000 περίπου. Είναι κατεπείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι ο εναγόμενος προτίθεται να πωλήσει και /ή μεταβιβάσει σε τρίτο και ή αποξενώσει το ρηθέν διαμέρισμα και εάν πραγματοποιήσει τις ως άνω προθέσεις του θα εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την τυχόν απόφαση η οποία θα εκδοθεί προς όφελος της. Υιοθετεί πλήρως τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση απαίτησής της. Ας σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι περί τον Ιούλιο του 1999 εγγυήθηκε τον εναγόμενο προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας στο δάνειο το οποίο πήρε από την ως άνω τράπεζα. Δυνάμει συμφωνίας εγγύησης και με παραχώρηση υποθήκης του σπιτιού της ημερ. 29/7/1999 ανέλαβε την υποχρέωση προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας όπως πληρώσει την υπό αναφορά οφειλή του εναγομένου σε περίπτωση που αυτός παρέλειπε να την εξοφλήσει. Λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να πληρώσει το υπό αναφορά δάνειο η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας αξίωσε την αποπληρωμή του από την ίδια. Κατ' αυτό τον τρόπο αναγκάστηκε να πληρώσει προς την ΣΠΕ Κοντέας το ποσό €40962.10 προς εξόφληση του δανείου του εναγομένου. Για να αποπληρώσει το ρηθέν χρέος αναγκάστηκε να συνάψει νέο δάνειο ημερομηνίας 27/1/
  2. Ο εναγόμενος εναντιώθηκε στη συνέχιση της ισχύος του επίδικου διατάγματος. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του την οποία καταχώρησε προβάλλει 17 συνολικά λόγους ένστασης. Πολλοί από αυτούς συμπλέκονται μεταξύ τους, γι' αυτό δεν θα τους παραθέσω με τη σειρά που καταγράφονται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Θα αρκεστώ να παραθέσω τους βασικότερους από αυτούς:
  3. Η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του επίδικου διατάγματος.
  4. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις της αιτήτριας είναι ασαφή και αόριστα και δεν στοιχειοθετούν με ακρίβεια το κατεπείγον του αιτήματος.
  5. Η αιτήτρια αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα αναφορικά με την ύπαρξη περιουσίας του εναγόμενου προκειμένου να παραπλανήσει το δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  6. Η αιτήτρια δεν προσέρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι έχει αποκρύψει πολύ ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά στην αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία.
  7. Η αξία του δεσμευθέντος διαμερίσματος υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που διεκδικεί η ενάγουσα και ως εκ τούτου η δέσμευσή του δεν είναι ανάλογη της θεραπείας που ζητείται και θα συνεπάγεται ανεπανόρθωτη βλάβη για τα συμφέροντα του εναγομένου.
  8. Η αίτηση σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του εναγομένου.
  9. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωσή του, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας οι οποίοι περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις της. Ειδικότερον αρνείται ότι προτίθεται να αποξενώσει το συγκεκριμένο διαμέρισμα, το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία του. Εκτός από το ρηθέν διαμέρισμα διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, συγκεκριμένα ένα αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KSV568 μάρκας Mercedes καθώς επίσης και διάφορα έπιπλα. Επίσης κατέχει διευθυντική θέση στην «Εμπορική Εταιρεία Αμμοχώστου Λτδ» και ο μισθός του ανέρχεται στα €1537,74 μηνιαίως. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αξιολόγηση του αιτήματος για προσωρινή θεραπεία. Συγκεκριμένα το επίδικο δάνειο είχε γίνει με σκοπό τη φοίτηση του παιδιού τους. Ο λόγος που ήταν πρωτοφειλέτης στο δάνειο αυτό ήταν γιατί η ενάγουσα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο ως πρωτοφειλέτης επειδή δεν εργαζόταν. Ως εκ τούτου εμφανίζεται ο ίδιος ως πρωτοφειλέτης με περαιτέρω εξασφάλιση της τράπεζας την υποθήκη που παραχώρησε η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Περαιτέρω, στα πλαίσια επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών, μετά την έκδοση του διαζυγίου τους στις 28/1/2004 είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι το συγκεκριμένο δάνειο θα εξοφλείτο από την ενάγουσα και ο ίδιος δεν θα διεκδικούσε κανένα περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας. Νομική βάση Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμον 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-9 καθώς επίσης στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι v. Κιταλίδης και άλλων (Αρ.2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694 λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Έχω μελετήσει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό, το οποίο βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαπιστώνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος η σύναψη του επίδικου δανείου από τον εναγόμενο ως πρωτοφειλέτη, και την ενάγουσα ως εγγυητή του. Ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης ισχυρίζεται ότι το δάνειο αυτό συνήφθη κατά την διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στην γραπτή της αγόρευση δεν αμφισβητεί ότι το δάνειο έγινε κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Προβάλλει όμως την θέση ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας δημιουργήθηκε μετά την διάλυση του γάμου τους, συγκεκριμένα με την εκ μέρους της εξόφληση του δανείου, η οποία έγινε στις 27/1/
  1. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι ο εναγόμενος στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του ισχυρίζεται ότι ο γάμος του με την ενάγουσα διαλύθηκε στις 28/1/
  2. Η ενάγουσα στηρίζει το αγώγιμο της δικαίωμα στις διατάξεις του περί συμβάσεων νόμου Κεφ.
  3. Είναι γεγονός ότι το άρθρο 103 του Κεφ. 149 διασφαλίζει το δικαίωμα του εγγυητή να στραφεί εναντίον του πρωτοφειλέτη και να αναζητήσει από αυτόν οιονδήποτε ποσό, το οποίο πλήρωσε δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το επίδικο δάνειο με την καταβολή του ποσού των €40962.10 προς την ΣΠΕ Κοντέας, το οποίο και διεκδικεί εναντίον του εναγομένου. Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση δεν αντικρούει τον ως άνω ισχυρισμό της ενάγουσας. Τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω θα μπορούσαν να αποκαλύψουν κατά την άποψη μου μια συζητήσιμη υπόθεση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης της ενάγουσας. Είναι κατάλληλο το στάδιο αυτό για να αναφερθώ στον λόγο ένστασης του εναγόμενου ότι η ενάγουσα έχει αποκρύψει πολύ ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης. Τα γεγονότα αυτά, σύμφωνα με τον εναγόμενο είναι ότι το επίδικο δάνειο συνήφθη με σκοπό την φοίτηση του παιδιού των διαδίκων, ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει η ίδια δάνειο ως πρωτοφειλέτης και αυτός ήταν ο λόγος που ήταν ο ίδιος πρωτοφειλέτης στο επίδικο δάνειο και επιπλέον ότι μετά την διάλυση του γάμου τους, στα πλαίσια της επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών είχαν συμφωνήσει προφορικά ότι το δάνειο θα εξοφλείτο από την ενάγουσα και ο ίδιος δεσμεύτηκε να μην διεκδικήσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο από την ενάγουσα. Το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων σε μονομερή αίτηση έχει εξεταστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου δικαστηρίου (βλ. Ακης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων
(1995)1ΑΑΔ 248, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις ως άνω αποφάσεις η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ανατρέπει τη βάση του διατάγματος. Στην απουσία τους η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η ενάγουσα στις ένορκες δηλώσεις της δεν κάμνει καμία αναφορά στη συζυγική της σχέση με τον εναγόμενο. Στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της υποστηρίζεται ότι το γεγονός ότι οι διάδικοι ήταν σύζυγοι είναι επουσιώδες και δεν συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Δεν θα συμφωνούσα με την ως άνω θέση. Είμαι της άποψης ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποκαλύψει την συζυγική της σχέση με τον εναγόμενο και ειδικά το γεγονός ότι το επίδικο δάνειο συνήφθη κατά τον χρόνο που ο γάμος τους βρισκόταν σε ισχύ. Θεωρώ τα ως άνω γεγονότα ουσιώδους σημασίας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Αν τα πιο πάνω γεγονότα ήταν σε γνώση του δικαστηρίου η κρίση του θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, για το λόγο ότι με την προβολή των ως άνω γεγονότων θα εισαγόταν ζήτημα το οποίο σχετιζόταν με τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ πρώην συζύγων. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι η ενάγουσα αφήνει αναπάντητο τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το δάνειο έγινε για σκοπούς φοίτησης του παιδιού τους. Το ότι ο σκοπός του δανείου ήταν η φοίτηση του παιδιού τους παρουσιάζεται και στο αντίγραφο της αίτησης δανείου, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου. Ως σκοπός του δανείου στην αίτηση αναφέρεται η φοίτηση παιδιού. Αναπάντητος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του εναγομένου για την μεταξύ τους προφορική συμφωνία μετά την λύση του γάμου τους, ότι η ενάγουσα θα αποπλήρωνε το επίδικο δάνειο και ο ίδιος δεν θα διεκδικούσε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο από την ενάγουσα. Η ενάγουσα είχε την δυνατότητα εάν ήθελε να ζητούσε την άδεια του δικαστηρίου για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση των πιο πάνω ισχυρισμών του εναγομένου. Η παράλειψη της να τους αντικρούσει με την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ισοδυναμεί κατ' ουσίαν με αποδοχή τους. Ο εναγόμενος συνδέει την απόκρυψη γεγονότων με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του προβάλλεται η θέση ότι η υπό εξέταση διαφορά ανάγεται στις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ πρώην συζύγων με αποτέλεσμα να υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οικογενειακού δικαστηρίου. Ζητά επίσης από το δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Από πλευράς της η ενάγουσα στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμβατική διαφορά και όχι για οικογενειακής φύσης διαφορά. Είμαι της άποψης ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποφάσιζα στο στάδιο αυτό το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Τα ενώπιον μου γεγονότα δεν μου παρέχουν το υπόβαθρο για να καταλήξω με ασφάλεια ότι πρόκειται για περιουσιακή διαφορά μεταξύ πρώην συζύγων, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οικογενειακού δικαστηρίου. Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα της δικαιοδοσίας, δεν μπορεί να παραγνωριστεί η απόκρυψη από την ενάγουσα των ουσιωδών γεγονότων τα οποία έχω αναφέρει πιο πάνω. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλος ν. Χριστίνα Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: "Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου." Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ ορθό όπως εξετάσω και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, οι οποίοι αναπτύσσονται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του εναγομένου. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του ισχυρίζεται ότι δεν προτίθεται να αποξενώσει το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο χρησιμοποιεί ως κατοικία του. Βαρύνεται επίσης με υποθήκη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να το αποξενώσει. Ισχυρίζεται επίσης ότι εκτός του επίδικου διαμερίσματος διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, συγκεκριμένα ένα αυτοκίνητο και διάφορα έπιπλα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd ν. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Στην υπό εξέταση υπόθεση αδιαμφισβήτητα το επίδικο διαμέρισμα είναι η μοναδική ακίνητη περιουσία του εναγομένου. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος αποξενώσει το ως άνω διαμέρισμα η μη ικανοποίηση της απόφασης η οποία δυνατόν να εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας, θα είναι πλέον πιθανή. Το γεγονός ότι το διαμέρισμα βαρύνεται με υποθήκη δεν αποτελεί κατά την άποψη μου ανυπέρβλητο εμπόδιο στην μεταβίβαση και γενικά στην αποξένωση του. Αντίθετα, η ύπαρξη της υποθήκης επαυξάνει κατά την άποψη μου τον κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, παρά το ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί την αξία του διαμερίσματος, όπως καθορίζεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας, εντούτοις παραλείπει να αναφέρει ποια είναι η πραγματική του αξία, αρκούμενος απλά να αναφέρει ότι είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της αξίας που αναφέρεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Όσον αφορά τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία περιγράφονται πιο πάνω, θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν γίνεται καμιά αναφορά στην πραγματική τους αξία. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Όπως είναι νομολογημένο το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6 (βλ. Αναφορικά με την αίτηση των Stavros Hotel Appartments Ltd και άλλων
(1994)1 ΑΑΔ 836 και Ahmat Zein και άλλου ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)2 ΑΑΔ 606). Στην υπό εξέταση υπόθεση η ενάγουσα έχει αφήσει να περάσουν 3½ και πλέον χρόνια από την εξόφληση του επίδικου δανείου μέχρι να προσφύγει στο δικαστήριο. Δυστυχώς καμιά εξήγηση δεν δύνεται στις ενόρκους δηλώσεις της για την καθυστέρηση της να ζητήσει την βοήθεια του δικαστηρίου. Ακόμη και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι αποφάσισε να προσφύγει στο δικαστήριο όταν πληροφορήθηκε την πρόθεση του εναγόμενου να αποξενώσει το διαμέρισμά του, εντούτοις και πάλι παραλείπει να αναφέρει τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση της η ως άνω πρόθεση του εναγόμενου. Ενόψει των όσων αναφέρω αμέσως πιο πάνω θα ακύρωνα το επίδικο διάταγμα και για τον λόγο της ανεξήγητης αργοπορίας της ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 10/10/2008 θα πρέπει να ακυρωθεί. Όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 10/10/2008 ακυρώνεται. (Υπ.) ............................. Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.