Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Ltd., Αρ. Αγωγής 285/07, 23 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 285/07 Μεταξύ: Χαράλαμπου Ιωακείμ Ηρακλέους, Ενάγοντα -και- Phar Lap Estates Ltd., Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΗΜΕΡ. 23.01.2009 Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους-αιτητές: Ο κ. Α. Παστός, εκ μέρους του κ. Χατζηχριστοφή. Για τον ενάγοντα-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Α. Πετρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας-καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής Καθ΄ ου η αίτηση) με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Ο.2 r.1), το οποίο καταχωρήθηκε στις 7.02.2007 αξιοί εναντίον των εναγομένων-αιτητών (στο εξής Αιτητών) ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, οι οποίες σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης (Ε/Α) που καταχωρήθηκε στις 26.09.2007 ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €32.352,50σεντ ή/και ως προσπορισθέν όφελος, λόγω παράβασης σύμβασης ή και εγγύησης κατασκευής οικίας, τόκους και έξοδα. Οι ατητές με την έκθεση υπεράσπισής τους (Ε/Υ) ημερομηνίας 27.11.2007, αρνούνται ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό στον καθ΄ ου η αίτηση καθότι ουδέποτε παραβίασαν τη μεταξύ τους συμφωνία. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση στις 28.12.2007 και στις 19.02.2008 με επιστολή του δικηγόρου του ζήτησε όπως ορισθεί η υπόθεση για οδηγίες. Για πρώτη φορά ορίστηκε για ακρόαση στις 8.10.2008 ότε και άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης. Ακολούθως, συνεχίστηκε η ακρόαση της υπόθεσης στις 13.10.2008 με αντεξέταση του ενάγοντα, ο οποίος ήταν και ο πρώτος μάρτυρας (Μ.Ε.1) και στη συνέχεια στις 7.11.2008, 17.11.2008, 19.11.2008, 24.11.2008, 10.12.2008, ότε και άρχισε η μαρτυρία για την υπεράσπιση, 11.12.2008, 22.12.2008 και ολοκληρώθηκε στις 23.12.
- Η υπόθεση τελικά, αφού ακούστηκε η μαρτυρία εκατέρωθεν των πλευρών ορίστηκε για αγορεύσεις στις 28.01.
- Κατ΄ αυτή την ημερομηνία ορίστηκε η υπό εξέταση αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. Ως εκ τούτου η αγωγή αναβλήθηκε για αγορεύσεις στις 13.02.2009 ότε και ορίστηκε η υπό εξέταση αίτηση για ακρόαση. Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2 Θ.10, Δ.25 Θ.1,2,3, και 5, Δ.48 Θ.1,2,3 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στις 23.01.2009 οι αιτητές κατεχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη νέας παραγράφου ως παράγραφο 1Α της Έκθεσης Υπεράσπισης με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Α. Την προσθήκη νέας παραγράφου η οποία να αριθμηθεί ως παράγραφος 1Α με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Η εναγομένη λέγει ότι η αγωγή είναι πρόωρη ή/και απορριπτέα ως μη περιέχουσα αιτία αγωγής ή/και λόγω μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης διότι η εναγομένη δεν εκλήθη να αναλάβει την επιδιόρθωση των ισχυριζομένων κακοτεχνιών και ελαττωμάτων όπως προνοείται από τον όρο 17 του μεταξύ των διαδίκων πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 11.2.2005» Β. Σε σχέση με την παράγραφο 2 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως με τη διαγραφή της φράσεως «ένα έτος περίπου πριν την σύναψη της συμφωνίας» και την αντικατάστασή της με την φράση «από το 2001». Επίσης, όπως από την παράγραφο 2 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης διαγραφεί η φράση "ένα έτος περίπου πριν τη σύναψη της συμφωνίας" και αντικατασταθεί με τη φράση "από το 2001"». Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Θεόδωρου Κίζη, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Από κακή συνεννόηση με τους δικηγόρους τους, ω ς ισχυρίζεται, δεν ανεγράφη στην έκθεση υπεράσπισης η ορθή ημερομηνία αποπεράτωσης της κατοικίας. Όμως κατά τη δικάσιμο της υπόθεσης εδόθη σχετική μαρτυρία και ο μάρτυρας που το ανάφερε, Χρυστάλλα Κίζη, ή/και Δημήτρης Κίζης αντεξετάστηκαν επί του θέματος ώστε να μη χρειάζεται η ανάγκη να δοθεί εκ νέου μαρτυρία. Επίσης, κατά την ακροαματική διαδικασία διεφάνη ότι οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν κλήθηκαν να επιδιορθώσουν τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και ελαττώματα. Δόθηκε σχετική μαρτυρία και υπήρξε αντεξέταση επί του θέματος, τόσο του ενάγοντα όσο και των μαρτύρων των εναγομένων έτσι ώστε να μη απαιτείται επανάκληση μαρτύρων. Οι ως άνω τροποποιήσεις είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπούν και δεν θα παρακωλύσουν την περαιτέρω διαδικασία ίσως και ούτε την έκδοση της απόφασης. Η πρώτη αιτούμενη τροποποίηση είναι οριακό αν απαιτείται να γίνει διότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να δώσει ή να μη δώσει θεραπείες σύμφωνα με τα ευρήματα του όσον αφορά την ερμηνεία του συμβολαίου και τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί. Για τους πιο πάνω λόγους είναι επιθυμητό όπως το Δικαστήριο επιτρέψει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις οι οποίες είναι αναγκαίες για τη δίκαιη παράθεση όλων των γεγονότων της υπόθεσης. Από την τροποποίηση ο καθ΄ ου η αίτηση δεν θα υποστεί αδικία που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 Θ.4, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου. Ο καθ΄ ου η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(α) Το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση και/ή προσθήκη νέας παραγράφου, ως το Α της Αίτησης, αφού, κατά το χρόνο αντεξέτασης του Ενάγοντα, δεν ηγέρθη από πλευράς Εναγομένης τέτοιο ζήτημα και ούτε οι μάρτυρες της Εναγομένης κατά την μαρτυρία τους ήγειραν τέτοιο θέμα. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπραγματευτεί και να αποφασίσει με την παρούσα Αίτηση τα ζητήματα (ουσίας), που η Εναγομένη εγείρει στην παράγραφο Α, της Αίτησης και διά τον επιπρόσθετο λόγο, ότι, το Δικαστήριο, μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και αφού αξιολογήσει όλη τη μαρτυρία και τα Τεκμήρια (στην προκειμένη περίπτωση το Τεκμήριο 2), θα αποφανθεί περί του ζητήματος που η Εναγομένη εγείρει στην παράγραφο Α. (β) Το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιτρέψει την τροποποίηση και/ή προσθήκη, ως η παράγραφος Β, της Αίτησης, αφού, δεν είναι νομικά ορθό, η Εναγομένη να ζητά από το Δικαστήριο την προσαρμογή του δικογράφου της υπεράσπισης, στην ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και ολοκληρωθείσα, από 23.12.2008, ακροαματική διαδικασία. (γ) Η Αίτηση της Εναγομένης καθίσταται πλέον ως ουσία και νόμω αβάσιμη και/ή έχει καταχωρηθεί πάρα πολύ καθυστερημένα, γι΄ αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. (δ) Η Αίτηση της Εναγομένης συνιστά προσπάθεια της να προσαρμόσει και/ή να διορθώσει τα δικόγραφα της, μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας και αυτό δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο, αφού, με την αιτούμενη τροποποίηση, θα διορθωθούν αντιφάσεις μεταξύ των μαρτύρων της Εναγομένης και αντιφάσεις και/ή ασυμφωνίες μεταξύ των μαρτύρων της Εναγομένης και του δικογράφου της υπεράσπισης, ως αυτό ίσχυε καθ΄ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και ισχύει μέχρι και σήμερα. (ε) Οι αλλαγές τις οποίες η Εναγομένη ζητά να επιφέρει στην υπεράσπιση της, διά της διαγραφής ή αντικατάστασης ισχυρισμών ή τροποποίησης αυτών, συνιστούν μία εντελώς νέα υπεράσπισιν, η οποία συγκρούεται με αυτήν που ήδη υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, για την οποίαν η Εναγομένη έχει προσκομίσει ένορκη προφορική μαρτυρία. (στ) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, διά της διαγραφής ή αντικατάστασης, ουδόλως αποσκοπούν εις την επίλυσιν των μεταξύ των διαδίκων υφισταμένων αμφισβητουμένων ζητημάτων, αλλά θα προσθέσουν εις την πλευράν της Εναγομένης ακόμη ένα αμφισβητούμενο ζήτημα, που, όμως, συγκρούεται με εκείνα που ήδη η Εναγομένη πρόβαλε και υποστήριξε με προφορική μαρτυρία.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του ενάγοντα, ΄Αδωνη Πετρίδη, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σ΄ αυτήν. Στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ότι προβαίνει σ΄ αυτήν ως δικηγόρος που εχειρίσθη και χειρίζεται την υπόθεση για λογαριασμό του ενάγοντα. Στη συνέχεια επαναλαμβάνονται όλα όσα αναφέρονται στους έξι λόγους ένστασης και προβάλλεται περαιτέρω η θέση ότι σε περίπτωση που εγκρίνετο η αίτηση για τροποποίηση θα προκαλείτο αδικία στον ενάγοντα η οποία δεν αποζημιώνεται με έξοδα. Σημείωσε δε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της εναγομένης να προωθήσει και να προβάλει το αίτημά της καθώς και ότι με την τροποποίηση της παραγράφου 1 εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης αλλά αλλάζει μόνο σε δύο σημεία. Το ένα σημείο αφορά την παράγραφο 2 της έκθεσης υπεράσπισης, ήτοι τη χρονολογία αποπεράτωσης της οικίας, δηλαδή το 2001, ως η μαρτυρία που δόθηκε και το άλλο προστίθεται ακόμη μία παράγραφος, το περιεχόμενο της οποίας συνάδει με τη μαρτυρία που εδόθη και έγινε αντεξέταση των μαρτύρων και σχετίζεται με την παράγραφο 17 της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, Τεκμήριο
- Για να τεκμηριώσει τη θέση αυτή έκανε αναφορά σε σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία. Περαιτέρω ανάφερε ότι η αίτηση είναι βάσιμη και αιτιολογημένη και, ως άφησε να νοηθεί, δεν υπήρχε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης., στην έννοια που η νομολογία αποδίδει σ΄ αυτή. Παράθεσε δε σχετική νομολογία. Από την άλλη πλευρά ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση υιοθέτησε τους λόγους της ένστασης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Εισηγήθηκε ότι η αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης δεν θα πρέπει να επιτραπεί αλλά να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL E.R. 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου
(1985)1 A.A.Δ. 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 Α.Α.Δ. 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομηνίας 12.01.1999. Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ. 4)
(1983)1 Α.Α.Δ. 714). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την αιτούμενη τροποποίηση. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης, συμφωνώ με τον συνήγορο του καθ΄ ου η αίτηση, ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης όχι μόνο είναι προχωρημένο, αλλά η υπόθεση ολοκληρώθηκε και παρέμεινε για τελικές αγορεύσεις. Οι αιτητές θα μπορούσαν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα της τροποποίησης από πολύ προηγουμένως και να αποτείνοντο ενωρίτερα στο Δικαστήριο για θεραπεία. Τα γεγονότα ήταν γνωστά, ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Καμιά εξήγηση δεν δόθηκε γιατί δεν έγινε αντιληπτό τούτο, που τώρα με την αίτηση επιδιώκεται, στο στάδιο ετοιμασίας της υπεράσπισης ή όταν άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης, αλλά ακόμη και όταν για πρώτη φορά δόθηκε, έστω και επιφανειακά, μαρτυρία τόσο για το ως άνω θέμα όσο και για το χρόνο ολοκλήρωσης της οικίας. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 8.10.2008 και ολοκληρώθηκε στις 23.12.2008, ότε και ορίστηκε για τις 28.01.2009 για αγορεύσεις. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.01.2009, ήτοι ένα μήνα μετά που παρέμεινε η υπόθεση για αγορεύσεις και πέντε
(5)μόλις ημέρες πριν τις αγορεύσεις. Τούτα τα γεγονότα καθιστούν ασφαλώς την αργοπορία στην υποβολή της αίτησης αδικαιολόγητη (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd και Ανδρέα Πελεκάνου,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075, Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, 6119, Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Οι αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που είναι επιφορτισμένοι για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης. Οι αιτητές είχαν καθήκον να αιτιολογήσουν την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και παράλειψαν να το εκπληρώσουν (βλ. Γιάννη ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 334). Επομένως η καθυστέρηση δεν έχει δικαιολογηθεί. Άλλος λόγος ένστασης είναι ότι με την αιτούμενη τροποποίηση (ήτοι της προσθήκης της παραγράφου 1Α), εισάγεται νέα υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει αναφορά στις σχετικές παραγράφους της έκθεσης απαίτησης και της έκθεσης υπεράσπισης καθώς και τι προνοεί ο όρος 17 της συμφωνίας ημερομηνίας 11.02.2005, Τεκμήριο 1. Στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι οι αιτητές δυνάμει του όρου 17 της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, ευθύνονται όσον αφορά την αποδεδειγμένη ελαττωματική εργασία και ελαττωματικά υλικά για περίοδο δύο
(2)ετών από την ημερομηνία παράδοσης της οικίας. Οι αιτητές παραδέχονται την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης με την παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης. Ουδεμία επιφύλαξη οι αιτητές εκφράζουν με την παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης για τα όσα διαλαμβάνονται στον όρο 17 της συμφωνίας, Τεκμήριο 1. Με την παραδοχή εκ μέρους των αιτητών της παραγράφου 11 της έκθεσης απαίτησης, αυτοί συμφωνούν ότι ευθύνονται μόνο για αποδεδειγμένη ελαττωματική εργασία και ελαττωματικά υλικά. Η δίκη διεξήχθη ακριβώς επί αυτού του θέματος, δηλαδή κατά πόσο υπάρχει ελαττωματική εργασία και ελαττωματικά υλικά, σε ποιο βαθμό υπάρχουν αυτά και αν υπάρχουν ποιο είναι το κόστος αποκατάστασής τους. Πουθενά στον όρο 17 της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, δεν αναφέρεται ότι αποτελεί προϋπόθεση για έγερση αγωγής εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση, η κλήση των αιτητών για ανάληψη από αυτούς της επιδιόρθωσης των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών και ελαττωμάτων. Η διαφωνία άλλωστε για αποδεδειγμένη ή μη ελαττωματική εργασία ή ελαττωματικά υλικά επιβεβαιώνεται με τη διεξαγωγής της δίκης επ΄ αυτού του ζητήματος. Πράγματι, με τα όσα διαλαμβάνονται στην παράγραφο Α της αίτησης, χωρίς αμφιβολία εισάγεται νέα υπεράσπιση, η οποία μάλιστα είναι τέτοιας υφής, μορφής και περιεχομένου που ουσιαστικά εάν επιτραπεί αφήνει τον ενάγοντα εκτεθειμένο αφού δεν είχε και δεν θα έχει την ευκαιρία να προβάλει τις δικές του θέσεις περί τούτου σε όλη την έκτασή τους και με τέτοιο τρόπο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια ουσιαστική απάντηση στους ισχυρισμούς που επιχειρείται να προβάλουν οι αιτητές μέσα από την αιτούμενη τροποποίηση. Η όποια δε αναφορά εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση περί αυτού του θέματος, ως εισηγούνται οι αιτητές, ήταν επιφανειακή και ακροθιγής. Επίσης, εάν επιτραπεί η τροποποίηση σ΄ αυτό το στάδιο, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν θα έχει την ευκαιρία να προβεί σε μια ολοκληρωμένη και μελετημένη αντεξέταση, όπως θα συνέβαινε εάν προβάλλοντο οι ισχυρισμοί που τώρα επιχειρείται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση, αφού δεν θα έχει την ευκαιρία αντεξέτασης των μαρτύρων. Η όποια αντεξέταση έγινε, ως εισηγούνται οι αιτητές, περί αυτού του θέματος δεν είχε ούτε το βάθος ούτε την έκταση που θα είχε εάν προβάλλοντο εξ αρχής οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται τώρα να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση, ή τουλάχιστον πριν την αντεξέταση των μαρτύρων. Να λεχθεί ότι η αναφορά ή και ο παραλληλισμός, εάν αυτός είναι ο σκοπός εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητών, με την υπόθεση Παναγιώτης Χατζηχρίστου & Υιοί Λτδ. ν. Oralia Travel Tours Ltd., Πολιτική ΄Εφεση 293/05 ημερομηνίας 21.05.2007 είναι άστοχη γιατί σε εκείνη την περίπτωση η δίκη περιορίστηκε ακριβώς στο κατά πόσο οι εφεσίβλητοι ήταν αντιπρόσωποι μιας άλλης εταιρείας και δεν έπαιξε ρόλο ή και δεν είχε σημασία ποιο ήταν το όνομα της άλλης εταιρείας αφού παρουσιάστηκε μαρτυρία περί τούτου και έγινε αντεξέταση γι΄αυτό το θέμα και η τροποποίηση αφορούσε στο γεγονός ποια ήταν η πραγματική εταιρεία που αντιπροσώπευαν οι εφεσίβλητοι. Παραθέτω δε το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 7 και 8 της υπόθεσης Χατζηχρίστου & Υιοί Λτδ. (ανωτέρω): «Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφανση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους. Η περίπτωση ήταν, βεβαίως, ακραία και είναι γεγονός πως μόνο ενόψει ιδιαίτερα ισχυρών λόγων, πάντοτε συνυπολογιζόμενης και της πιθανής βλάβης της άλλης πλευράς, δικαιολογείται τροποποίηση σε τόσο προχωρημένο στάδιο της δίκης.. Ακόμα και υπό το δεδομένο πως δεν αποκλείεται, ως θέμα αρχής, τροποποίηση με στόχο να συνάδει η μαρτυρία προς τις έγγραφες προτάσεις. Η νομολογία που αναφέρθηκε είναι σχετική αλά είναι και πολλές άλλες οι περιπτώσεις που αιτήσεις τέτοιας μορφής εγκρίθηκαν ή απορρίφθηκαν, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά τους και τους συσχετισμούς που προέκυπταν. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε εν γνώσει όλων των παραμέτρων και δεν λειτούργησε υπό πλάνη αναφορικά με τους παράγοντες που θα έπρεπε να συνυπολογίσει. Είδε την ουσία του πράγματος. Πως το κυρίως αμφισβητούμενο, ως ο άξονας της υπεράσπισης, αφορούσε στο αν αποκάλυψαν ή όχι οι εφεσίβλητοι ότι ενεργούσαν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Και πως, σ΄ αυτό το πλαίσιο, ενόψει όλων των δεδομένων, το όνομά του πράγματι, κατά την εκδοχή των εφεσιβλήτων, αντιπροσωπευομένου, ήταν λεπτομέρεια.» Επομένως η θέση των αιτητών απορρίπτεται. Ούτε βέβαια η εισήγηση των αιτητών που προβάλλεται στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση μπορεί να έχει έρεισμα αφού αυτή εμπίπτει στη σφαίρα του υποθετικού λόγου και καμιά αξία δεν έχει αφού το θέμα εάν θα ενεργήσει το Δικαστήριο με το συγκεκριμένο τρόπο που εισηγούνται οι αιτητές, τούτο θα σταθμιστεί στο τέλος, όταν το Δικαστήριο θα αξιολογήσει όλα τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιόν του και με οδηγό τη νομολογία επί του θέματος. ΄Επεται ότι ούτε αυτή η εισήγηση των αιτητών μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τέλος, δεν ευσταθεί ούτε η θέση των αιτητών ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα υποστεί καμία ζημιά ο καθ΄ ου η αίτηση η οποία δεν αποζημιώνεται με έξοδα. Απεναντίας, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση σ΄ αυτό το στάδιο τότε, χωρίς αμφιβολία, το Δικαστήριο θα έχει αποστερήσει από τον καθ΄ ου η αίτηση να προβάλει μία δίκαιη απάντηση στους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσα από την αιτούμενη τροποποίηση αλλά και θα αποστερήσει τον καθ΄ ου η αίτηση του δικαιώματός του για πλήρη και ουσιαστική αντεξέταση και τοιουτοτρόπως το Δικαστήριο θα του στερήσει τα δικαιώματά του που εκ του νόμου και του Συντάγματος έχει. Τυχόν έγκριση της αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης θα είχε καταλυτικές επιδράσεις και συνέπειες σε βάρος του καθ΄ ου η αίτηση. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτή η θέση των αιτητών. Εισηγήθηκε επίσης ο κ. Χατζηχριστοφής ότι αν και δεν χρειάζεται περαιτέρω μαρτυρία θα εδέχετο την επανακλήτευση μαρτύρων εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση. Δεν συμμερίζομαι τη θέση αυτή υπό το φως των δεδομένων της συγκεκριμένης περίπτωσης. Τέτοια προσέγγιση θα αποτελούσε πραγματικό εκτροχιασμό της δίκης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο