← Κύπρος

ΛΑIΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Ρένος Φυλακτού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2560/2004, 26 Φεβρουαρίου,2009

ΛΑIΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. Ρένος Φυλακτού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2560/2004, 26 Φεβρουαρίου,2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2560/2004 Μεταξύ: ΛΑÏΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ Ενάγοντες - Αιτητές και

  1. Ρένος Φυλακτού
  2. Μαρία Αντωνίου
  3. Σωκράτης Αντωνίου
  4. Ανδρέας Λαζαρή Εναγομένων - Καθ΄ών η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου,2009 Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Σαββίσης για Α. Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενους- καθ΄ών η αίτηση : κ. Συμεού για Α. Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση έκθεσης απαιτήσεως) Η ακρόαση της αγωγής άρχισε με την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του κ. Ανδρέα Βορκά (Μ.Ε. 1) και την κατάθεση εκ μέρους του σειράς εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Στη συνέχεια αναβλήθηκε σε άλλη ημερομηνία μετά από αίτημα του δικηγόρου των εναγομένων με σκοπό να έχει το χρόνο για να μελετήσει την κατάθεση του Μ.Ε.1 και τα έγγραφα - τεκμήρια που κατέθεσε. Κατά τον χρόνο που μεσολάβησε υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση. Οι ενάγοντες - αιτητές με την αίτηση τους αιτούνται όπως τροποποιήσουν την έκθεση απαιτήσεως τους ως ακολούθως: Α) Διά της απαλείψεως στον τίτλο του Κλητήριου Εντάλματος του ονόματος των εναγόντων και αντικατάστασης του ως ακολούθως: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Β) Διά της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου στην Έκθεση Απαιτήσεως ως παραγράφου 1Α. 1Α. Οι ενάγοντες και καθ΄ όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. Μέχρι την 3.12.2006 οι ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ και από τις 4.12.2006 οι ενάγοντες έχουν μετονομασθεί σε MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD. Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν χρηματοδοτικός οργανισμός και διεξήγαγε εργασίες σε όλη την Κύπρο. Δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.01.2008 στην αίτηση με αριθμό 627/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως και δεόντως την 1.02.2008 στον Έφορο Εταιρειών, ολόκληρη η επιχείρηση και ή ιδιοκτησία και ή υποχρεώσεις και ή δικαιώματα συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων ενοικιαγοράς της ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ μεταβιβάστηκαν και ή εκχωρήθηκαν και ή ανατέθηκαν και ή παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες. Δυνάμει του πιο πάνω αναφερόμενου διατάγματος ημερομηνίας 25.1.2008 η ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ)ΛΤΔ διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης ως το ψήφισμα που υιοθετήθηκε κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της ΛΑΪΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ που έλαβε χώρα κατά την 6.12.
  5. Γ) Με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου Γ του αιτητικού της Εκθέσεως Απαιτήσεως των ακόλουθων: «και οι ενάγοντες ή ενεχυροδανειστές δύνανται να εκτελέσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα Νόμο για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης αξιών». Η αίτηση στηρίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.12, Θ. 3 και 4, Δ.25 Θ. 1, Δ.48 Θ.1,2,4 και 8, Δ.64 επί του περί Εταιρειών Νόμου Άρθρο 200 και επί των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών Κ.2,50 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων - αιτητών κ. Ν. Νικολάου. Τα γεγονότα που αναφέρει και τα οποία θα τα παραθέσω στη συνέχεια προέρχονται από προσωπική του γνώση και από πληροφορίες που έχει από το αρχείο των εναγόντων και τους δικηγόρους τους και είναι τα ακόλουθα:
  6. Ότι την 6.12.2007 η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κατόπιν συγχώνευσης που επικυρώθηκε με Δικαστικό Διάταγμα ημερ. 25.01.2008 αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α ανέλαβε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, απαιτήσεις και συμφέροντα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
  7. Επειδή δεν αφορούσε οιονδήποτε θέμα ουσίας αλλά τυπικό μόνο, από παραδρομή, αβλεψία και μη παροχή ιδιαίτερης σημασίας παρέλειψαν να ζητήσουν νωρίτερα τροποποίηση ώστε ενάγοντας να φαίνεται η MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD γεγονός που δεν απέκρυψαν αφού στην δήλωση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αγωγής, ρητά αναφέρεται το ως άνω γεγονός.
  8. Ο δικηγόρος των εναγομένων γνώριζε την συγχώνευση αφού στις Αγωγές 1388/07,1389/07 και 1390/07 και 1391/07 εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα τροποποίησης στις 5.03.2008 και φαίνεται διέφυγε και στον ίδιο το θέμα. Προς τούτο επισυνάφθηκαν αντίγραφα αιτήσεων που υποβλήθηκαν στα πλαίσια εκείνων των υποθέσεων και αντίγραφα των σχετικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν, ως Τεκμήριο Β.
  9. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι νόμιμη και γίνεται αμέσως μόλις εντοπίσθηκε και κρίθηκε αναγκαία και δεν επηρεάζει καθόλου τους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην αίτηση των αιτητών. Η ένσταση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.12, Θ.Θ.3 και 4, Δ.25 Θ.1, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.64 ως και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: Α. Η αίτηση υποβλήθηκε με υπερβολικά μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Β. Η αίτηση είναι καταχρηστική ή και υπό τις συνθήκες αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Γ. Η αίτηση θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει αρνητικά και ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα και τα συμφέρονται των καθ΄ ων η αίτηση. Δ. Η αίτηση δεν υποβλήθηκε ευθύς ως διαπιστώθηκε η ανάγκη για την υποβολή της αλλά μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Ε. Η αίτηση είναι ουσιαστικά αλλά και δικονομικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη καθότι υποβλήθηκε από νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο. Παρόλο ότι στην ειδοποίηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα της υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση κάποιου κ. Ανδρέα Γ. Θωμά από το Παραλίμνι, εντούτοις την ένορκο δήλωση την υπογράφει δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση ο κ. Δημήτρης Καλλένος, ο οποίος υποστηρίζει τα ακόλουθα:
  10. Ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την αγωγή από τον φάκελο της υπόθεσης που διατηρούν στο γραφείο τους και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον κ. Μαθηκολώνη αλλά και από τους εναγόμενους για να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Περαιτέρω δηλώνει ότι διάβασε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Νίκου Νικολάου που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και στις επόμενες παραγράφους απαντά στους σχετικούς ισχυρισμούς του.
  11. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος κ. Νίκου Νικολάου στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του, δεν είναι παραδεκτοί αφού το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι υπάλληλος των εναγόντων αφού οι ενάγοντες από τις 25.01.2008 ή και από την 1.02.2008 έχουν διαλυθεί και έχουν παύσει να αποτελούν νομικό πρόσωπο ή και να έχουν νομική οντότητα ή και ύπαρξη. Κατά συνέπεια ούτε αρχείο μπορούν να διαθέτουν ούτε και πληροφορίες μπορούν να παράσχουν στον ενόρκως δηλούντα ούτε και οι ενάγοντες έχουν ή μπορεί να έχουν δικηγόρο.
  12. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του είναι παραδεκτοί και περαιτέρω αναφέρω ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κ. Νίκου Νικολάου, είναι φανερό ότι οι ενάγοντες στην αγωγή έχουν διαλυθεί από 25.01.2008 ή και από 1.02.2008 και κατά συνέπεια δεν υπάρχουν ως νομικό πρόσωπο.
  13. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του, δεν είναι παραδεκτοί και επί του θέματος αυτού από όσα πολύ καλά γνωρίζει και πιστεύει και όπως φαίνεται και από το φάκελο της δικογραφίας αλλά και από πληροφορίες που έχει λάβει από τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη αλλά και κατά την δική του άποψη ως δικηγόρου, το επίδικο ζήτημα δεν είναι ζήτημα καθόλου τυπικό αλλά είναι ζήτημα εξαιρετικά ουσιώδες και μεγάλης σημασίας και δεν δικαιολογείται η παράλειψη υποβολής αίτησης για τροποποίηση έγκαιρα, για τους λόγους που αναφέρει αναλυτικά στη συνέχεια.
  14. Όπως φαίνεται από τους ισχυρισμούς του κ. Νίκου Νικολάου στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως του αλλά και από το καθαρό περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του, η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, συγχωνεύθηκε και διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση στις 25.01.2008 και κατά συνέπεια από την πιο πάνω ημερομηνία ή και από την 1.02.2008 έπαυσε να υπάρχει ως νομική οντότητα ή και ως νομικό πρόσωπο. Παρά το γεγονός αυτό, ουδεμία αίτηση τροποποίησης ούτε οποιονδήποτε άλλο κατάλληλο διαδικαστικό διάβημα έγινε από πλευράς της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ούτε και ετέθη ενώπιον του δικαστηρίου το ουσιώδες αυτό θέμα, με αποτέλεσμα να γίνονται εμφανίσεις ενώπιον του δικαστηρίου από δικηγόρο ανύπαρκτου νομικά προσώπου για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, να επιβαρύνεται η διαδικασία ή και οι διάδικοι με έξοδα ενώ οι ενάγοντες να είναι ανύπαρκτο νομικά πρόσωπο και τέλος με αποτέλεσμα να αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και να αποπερατωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ χωρίς να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου το σοβαρό δικονομικό αλλά και ουσιαστικό θέμα της διάλυσης της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας. Αποτέλεσμα των πιο πάνω κατά την γνώμη μου είναι ότι όλες οι διαδικασίες και οι εμφανίσεις της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ μετά την διάλυση της, είναι άκυρες ή και ανυπόστατες κατά τρόπο που να μη είναι δυνατή η διόρθωση τους ή και η νομιμοποίηση τους.
  15. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κ. Νίκου Νικολάου στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως τους και σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη, είναι παραδεκτό ότι στις αναφερόμενες αγωγές εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα τροποποίησης, πλην όμως το γεγονός αυτό κατά τη νομική του άποψη δεν έχει καμιά σημασία ούτε και επηρεάζει την νομιμότητα ή και την εγκυρότητα των ανυπόστατων διαδικασιών που έγιναν κατά τα ανωτέρω στην παρούσα αίτηση, ούτε και δύναται να επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει όπως τον πληροφόρησε ο κ. Μαθηκολώνης, πράγματι διέφυγε της προσοχής του το γεγονός της διάλυσης της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας, πλην όμως δεν ήταν δική του υποχρέωση να ενθυμείται αυτός το γεγονός και να ενημερώσει έγκαιρα το Δικαστήριο.
  16. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως του δεν είναι παραδεκτοί και σχετικά αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση δεν υποβλήθηκε μόλις εντοπίστηκε το πρόβλημα ή και μόλις φάνηκε ότι ήταν απόλυτα αναγκαία η τροποποίηση αφού το περιεχόμενο της κυρίως εξέτασης του κ. Νίκου Νικολάου κατά την ακροαματική διαδικασία, προκύπτει ότι ήταν εν γνώσει του ότι η ως άνω εταιρεία είχε διαλυθεί και δεν υπήρχε και παρά ταύτα αφέθηκε να ολοκληρώσει την κυρίως εξέταση του χωρίς να εγείρει το ζήτημα αυτό και χωρίς να ζητήσει την αναβολή της υπόθεσης για να ληφθούν τα απαραίτητα διαδικαστικά μέτρα.
  17. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος κ. Νίκου Νικολάου στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του δεν είναι παραδεκτοί και λέγει ότι δεν δικαιολογείται ή και δεν νομιμοποιείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τους πιο πάνω λόγους αλλά και συνεπεία του ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται από ανύπαρκτο νομικά πρόσωπο.
  18. Εν πάση περιπτώσει και πέραν των ανωτέρω, επιθυμώ να αναφέρω ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα των εναγομένων αφού λήφθηκαν δικαστικά διαβήματα και έγιναν εμφανίσεις ενώπιον του δικαστηρίου και εκδόθηκαν διαταγές για έξοδα ενώ η ως άνω εταιρεία ήταν ανύπαρκτο νομικά πρόσωπο.
  19. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα αίτηση δέον όπως απορριφθεί ως κατ΄ ουσία αλλά και δικονομικά αδικαιολόγητη και αστήρικτη. Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση τους αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω, υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η πλευρά των αιτητών χαρακτηρίζει το όλο ζήτημα ως τυπικό και εξ αυτού του λόγου και εκ παραδρομής υπήρξε και η σχετική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τους, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγομένων. Η πλευρά των καθ΄ών η αίτηση θεωρεί ότι το όλο ζήτημα δεν είναι τυπικό αλλά ουσιαστικό και ότι οι ενάγοντες - αιτητές επέλεξαν λανθασμένο δικονομικό διάβημα για να επιφέρουν καθυστερημένα πάντοτε και κατά τρόπο καταχρηστικό αλλαγή στα δικόγραφα έτσι που αν επιτραπεί η τροποποίηση αυτή θα αποβεί σε βάρος των συμφερόντων των εναγομένων. Πέραν αυτού δεν νομιμοποιούνται ούτε στην εκπροσώπηση των εναγόντων αλλά ούτε και στο παρών διάβημα εφόσον οι ενάγοντες έχουν διαλυθεί και δεν υφίστανται ως νομική οντότητα. Σε λεπτομέρειες των επί μέρους αιτιάσεων που προβλήθηκαν κατά τις αγορεύσεις θα αναφερθώ όπου χρειαστεί σε κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Η νομική αντίκριση της αίτησης σε συσχετισμό με όσα προβάλλονται στην ένσταση: Η πλευρά των καθ΄ών η αίτηση από όσα αντιλήφθηκα εισηγείται ότι: ¨ Το όλο ζήτημα όπως προέκυψε στη παρούσα υπόθεση δεν είναι καθόλου τυπικό αλλά ζήτημα εξαιρετικά ουσιώδες και μεγάλης σημασίας και δεν δικαιολογείται η παράλειψη υποβολής αίτησης για την διόρθωση των δικογράφων έγκαιρα για τους λόγους που αναλύει στην ένσταση της¨. Η αναγκαιότητα της αλλαγής που θα έπρεπε να είχε γίνει στο δικόγραφο των εναγόντων, με το κατάλληλο όμως δικονομικό μέτρο και έγκαιρα με σκοπό την απρόσκοπτη συνέχιση της διαδικασίας, δεν αμφισβητείται. Η νομική βάση της αίτησης βασίζεται τόσο στις διατάξεις της Δ.12 Θ.Θ. 3 και 4 όσο και σε αυτές της Δ.25 Θ.1 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας όπως και στο Άρθρο 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η επιπρόσθετη αναφορά σε πτωχευτικούς Θεσμούς φαίνεται ότι γίνεται λανθασμένα και εκ περισσού και γι΄αυτό την παραβλέπω. Είναι φανερό από την αίτηση ότι, πέραν της αλλαγής και αντικατάστασης του ονόματος των εναγόντων, επιζητείται και η προσθήκη παραγράφων οι οποίες θα επεξηγούν τις αλλαγές που επήλθαν στο νομικό καθεστώς των εναγόντων μετά την έγερση της αγωγής, οι οποίες κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση και οι οποίες θα είναι πλέον δικογραφημένοι ισχυρισμοί. Πέραν αυτού όμως επιζητείται και η προσθήκη αξιώσεως η οποία καθίσταται αναγκαία συνεπεία αυτής της αλλαγής και για να δυνηθούν οι ενάγοντες να λάβουν απρόσκοπτα μέτρα, εάν πετύχουν στην αγωγή τους, εναντίον των εναγομένων. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι νομική υπόσταση των εναγόντων έχει διαφοροποιηθεί μετά την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου με ημερομηνία 25.01.2008 με το οποίο επικυρωνόταν το Σχέδιο Αναδιοργάνωσης και Συγχώνευσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Σύμφωνα με το εν λόγω διάταγμα η διάλυση της Συγχωνευόμενης Εταιρείας θα γίνει χωρίς εκκαθάριση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για όσα ζητήματα προκύπτουν συνεπεία αυτής της αλλαγής δεν υπάρχει κενό, η διαδοχή στα δικαιώματα και υποχρεώσεις γίνεται ταυτόχρονα. Εξάλλου αυτό προνοείται ρητά στο εν λόγω διάταγμα και ρυθμίζει τις μεταξύ των δύο εταιρειών σχέσεις όπως μεταξύ άλλων ότι: ¨Οποιεσδήποτε τυχόν δικαστικές διαδικασίες, διαιτητικές ή άλλες νομικές διαδικασίες από ή εναντίον της Συγχωνευόμενης Εταιρείας συνεχίσουν από ή εναντίον της Αποκτώσας Εταιρείας, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έγκριση ή συναίνεση της Συγχωνευόμενης Εταιρείας ή της Αποκτώσας Εταιρείας η οποιουδήποτε άλλου προσώπου¨. Το πιο πάνω διάταγμα αντιλαμβάνομαι ότι εκδόθηκε μεταξύ άλλων και δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  20. ο οποίος παρέχει την δυνατότητα σε τέτοιες περιπτώσεις συνέχισης από ή εναντίον της εταιρείας στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει (βλ. Παρ. 1(γ) του Άρθρου 200 του περί Εταιρειών Νόμου), και όπως ρητά προνοείτε στο διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο Α). Τα πιο πάνω απαντούν σε πλείστες όσες αιτιάσεις της πλευράς των καθ΄ών η αίτηση περί μη νόμιμης εμφάνισης ή και εκπροσώπησης ή και παροχής οδηγιών εφόσον δεν υφίσταται το νομικό πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή και επομένως οποιεσδήποτε διαδικασίες έγιναν στο μεταξύ θα πρέπει να θεωρηθούν άκυρες ή αυτές που εκκρεμούν δεν μπορούν να συνεχίσουν. Το ζήτημα που τίθεται είναι ποια θα ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή δικονομικά διαδικασία η οποία θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί για διόρθωση των πραγμάτων στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Θα συμφωνήσω με τον κ. Μαθηκολώνη ότι η επίκληση χειρισμού ή αντιμετώπισης παρόμοιων αιτημάτων σε άλλες υποθέσεις δεν προσφέρει οτιδήποτε και θεωρώ ότι είναι ατυχής. Οι αιτητές επικαλούνται ως νομική βάση της αίτησης τους την Δ.12 Θ.Θ. 3 και 4 όπως και τη Δ.
  21. Η επίκληση των πιο πάνω δικονομικών θεσμών στους οποίους στηρίζεται η αίτηση, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις είναι ορθή. Έχω την άποψη ότι η υποβολή μονομερούς αιτήσεως, όπως προνοείται στη Δ.12 Θ. 4 και μάλιστα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ενώ έχει ήδη αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς, δεν θα ήταν το ορθό δικονομικό διάβημα καθώς η επιζητούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως επεκτείνεται με την προσθήκη της αξίωσης της παραγράφου Γ στο αιτητητικό, η οποία ξεφεύγει των πλαισίων που οριοθετούνται στη Δ.
  22. Η επιλογή επομένως της ταυτόχρονης διόρθωσης των πραγμάτων με την επίκληση και στηριζόμενη σε συνδυασμό των πιο πάνω Θεσμών, όπως και αυτού που ρυθμίζει την τροποποίηση των δικογράφων, δηλαδή της Δ.25 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας, υπό τις περιστάσεις ήταν η ορθή. Τα πιο πάνω κατά την άποψη μου απαντούν στις αιτιάσεις της ένστασης με αρ. 2,3,5,8 όπως τις κατέγραψα πιο πάνω. Οι υπόλοιποι λόγοι θα εξετασθούν σε συνάρτηση με το πιο σημαντικό παράπονο της πλευράς των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση που είναι η καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται το αίτημα. Θα με απασχολήσουν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις που απαιτούνται αλλά και λαμβάνονται υπόψη για να επιτραπεί η τροποποίηση ενός δικογράφου. Οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση δεν συγκεκριμενοποιούν πλην της αναφοράς γενικών ισχυρισμών, τη ζημιά την οποία υφίστανται ή την οποία θα υποστούν ή και πως αντιλαμβάνονται την παραβίαση των δικαιωμάτων τους συνεπεία της επιζητούμενης τροποποίησης η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται στους Θ. 1,2 και 5 της Δ.25 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία μας ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά ( πιο πάνω). Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα αρχίσω με την εξέταση των λόγων ένστασης από τον παράγοντα της καθυστέρησης. Συμφωνώ με τον δικηγόρο των Καθ΄ών η Αίτηση ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης είναι προχωρημένο. Άρχισε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης στις 12.11.2008 ενώ το όλο ζήτημα της αναγκαιότητας της τροποποίησης παρουσιάστηκε ήδη από τις 25.01.2008. Έκτοτε υπήρξαν αρκετές εμφανίσεις και άρχισε και η ακρόαση της αγωγής με την κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Η καθυστέρηση όμως, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο καταλήγει στη πιο πάνω διαπίστωση, ότι δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44), καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν υπάρχει εκτροχιασμός της δίκης και με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια και τα δικαιώματα των εναγομένων με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση. Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι θεώρησαν το ζήτημα που προέκυπτε ως τυπικό και εκ παραδρομής ή αβλεψίας και μη παροχής ιδιαίτερης σημασίας σε αυτό το γεγονός άφησαν το χρόνο να περάσει χωρίς να προβούν στα αναγκαία διαδικαστικά διαβήματα. Σε αυτά αποδίδουν και την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και επομένως δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος και πως προέκυψε το όλο ζήτημα και η αναγκαιότητα υποβολής του. Όπως αποφασίστηκε στην Ιωάννης Νικολάου v. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)Π.Ε. Αρ. 96/2006 με ημερομηνία 27.07.2007 σελ. 3: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων¨, στη συνέχεια της ίδιας απόφασης στη σελ. 5 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για τα έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση.¨ Στη παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι το αίτημα υποβλήθηκε στο πολύ αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, όταν μόλις έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα για τους ενάγοντες όμως με καθυστέρηση από τότε που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση. Έχοντας υπόψη αυτά καταλήγω ότι οι εναγόμενοι - καθ΄ών η αίτηση δεν υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά ή υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού των δικαιωμάτων τους. Η δυνατότητα τους να καλύψουν την όποια ζημιά έχει προκληθεί η θα προκληθεί συνεπεία της έγκρισης της αίτησης με σχετική διαταγή για τα έξοδα παραμένει και αυτός ο παράγοντας δεν είναι αποτρεπτικός στο να δοθεί άδεια για τροποποίηση. Είναι η άποψη μου ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε δεν μπορεί να αναχθεί σε βαθμό που να αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως προς το δικαίωμα των εναγομένων να εκδικασθεί σύντομα η διαφορά τους με τους ενάγοντες, αλλά ούτε και διαφαίνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόντων εφόσον εξηγείται με σαφήνεια η αναγκαιότητα που τους επέβαλε να προβούν σε αυτό το διάβημα η οποία επήλθε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως τα αιτητικά υπό στοιχεία Α, Β και Γ της αίτησης. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση και κυρίως ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης. Καταλήγω ότι θα ήταν άδικο να μην ακολουθήσω και εκδώσω τη συνήθη διαταγή ως προς τα έξοδα σε τέτοιας φύσης αιτήματα, ότι δηλαδή τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα προκύψουν συνεπεία των συνεπαγομένων τροποποιήσεων θα βαρύνουν την πλευρά των εναγόντων - αιτητών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων εντός 7 ημερών να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και ακολούθως εντός 7 ημερών από της επιδόσεως της στους ενάγοντες να καταχωρηθεί η τροποποιημένη απάντηση. Η αγωγή θα οριστεί για συνέχιση της ακρόασης μετά που θα ακούσω και του δικηγόρους για την κατάλληλη ημερομηνία μετά τις 2.04.2009 έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία για συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.