← Κύπρος

Χρύσω Χριστοφόρου ν. Χριστάκης Κασσιανού, Αρ. Αγωγής: 2572/2007, 27 Φεβρουαρίου,2009

Χρύσω Χριστοφόρου ν. Χριστάκης Κασσιανού, Αρ. Αγωγής: 2572/2007, 27 Φεβρουαρίου,2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2572/2007 Μεταξύ: Χρύσω Χριστοφόρου Ενάγουσα - Αιτήτρια - και - Χριστάκης Κασσιανού Εναγομένου - Καθ΄ού η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου,2009 Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Γ. Αργυρίδης Για τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση : κ. O. Φρενναρίτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως) Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.5.600= για αγορά κρατικών λαχείων, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η παρούσα αίτηση αφορά την έκδοση διατάγματος του δικαστηρίου για την διαγραφή της παραγράφου 2 της έκθεσης απαιτήσεως και την αντικατάσταση της με τις παραγράφους που αναφέρονται στην αίτηση. Στη παράγραφο 2 ισχυρίζεται κατά λέξη τα ακόλουθα: ¨Κατά διαφόρους ημερομηνίας εντός των ετών 2005 και 2006 ο εναγόμενος ηγόραζε κρατικά λαχεία από την ενάγουσα εχρεώνετο δε με τις αγορές ως επίσης επιστώνετο με τις γινόμενες πληρωμές την δε 30.01.2007 ούτος εχρεωστούσε το υπόλοιπον ποσόν των Λ.Κ.5.600=¨. H ενάγουσα επιζητεί την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως με την απάλειψη της παραγράφου 2 του κλητηρίου εντάλματος και της αντικαταστάσεως της και την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων όπως θα αναριθμηθούν: Παρ. 2: Κατά διαφόρους ημερομηνίας εντός των ετών 2005 και 2006 η ενάγουσα επωλούσε σε κάποιον Νίκο Κάρουλλα κρατικά λαχεία εχρεώνετο δε με τις αγορές ως επίσης επιστώνετο με τις γενόμενες πληρωμές, την δε 30.01.2007 ούτος εχρεωστούσε το ποσό των Λ.Κ.9.000=. Παρ. 3: Δυνάμει συμφωνίας γενομένης μεταξύ των διαδίκων και/ή τη παρακλήσει του εναγομένου, ούτος ανέλαβε αποπληρωμή του υφιστάμενου χρέους του ρηθέντος Νίκου Κάρουλλα. Παρ. 4: Προς τον σκοπό τούτο, κατά διαστήματα ο εναγόμενος κατέβαλλε διάφορα ποσά στην ενάγουσα έναντι του υφιστάμενου χρέους του Νίκου Κάρουλλα τα οποία ποσά κατεγράφοντο σε χαρτί, υπογράφοντο υπό της εναγούσης και το οποίο μέχρι σήμερον έχει στην κατοχή του ο εναγόμενος το δε μέχρι σήμερον οφειλόμενον ποσόν είναι Λ.Κ.5.600=. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.9, Θ. 2 και 10, Δ.25, Δ.48 Θ.1 και 2, Δ.64 Θ. 1 και 2 και Δ.39 Θ. 2. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου της ενάγουσας η οποία δηλώνει κατ΄ εξουσιοδότηση του δικηγόρου κ. Α. Αργυρίδη ότι ενώ είχαν δοθεί σαφείς και ορθές οδηγίες εκ μέρους της ενάγουσας, εντούτοις εκ παραδρομής και/ ή κακής συνεννόησης και /ή λάθους αναγράφηκε λανθασμένο το κλητήριο και όχι όπως συνέβηκαν τα γεγονότα στη πραγματικότητα και ότι η επιζητούμενη τροποποίηση δεν θα επηρεάσει καθόλου την υπεράσπιση του εναγόμενου. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως ο εναγόμενος προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: Α) Η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή παράτυπη και/ ή αντίκειται στις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Β) Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του καθ΄ού αίτηση. Γ) Η ενάγουσα/ Αιτήτρια δεν εξηγεί την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης και/ ή οι λόγοι που προβάλλονται από την ενάγουσα δεν αποτελούν καλό λόγο και/ ή δικαιολογία και/ ή επεξήγηση για την υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης. Δ) Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα και/ ή κατά κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπό έχει να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα του καθ΄ού η αίτηση / εναγόμενου και /ή μεταβάλλει πλήρως και εισαγάγει μια νέα βάση αγωγής τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό πλαίσιο. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος. Σε αυτή αναφέρει ότι οι όποιοι ισχυρισμοί για κακή συνεννόηση και /ή λάθος και /ή παραδρομής είναι ανυπόστατοι καθότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι. Ισχυρίζεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα του για τον λόγο ότι διέρρευσε μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση αυτή θα μεταβάλει τη νομική αλλά και πραγματική βάση της αγωγής καθώς εισάγονται ισχυρισμοί που διαφοροποιούν τη βάση της. Επιπλέον τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι αντίθετη σε κάθε έννοια δικαιοσύνης και επιείκειας. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και κατάχρηση της διαδικασίας η οποία θα αποβεί σε βάρος του. Είναι πρόδηλο ότι η ενάγουσα αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο και εκδηλώνει απαίτηση σε βάρος τρίτου προσώπου που καμιά σχέση δεν έχει μαζί του. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Τα δικόγραφα στη παρούσα υπόθεση δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί εφόσον μετά που εκδόθηκε διάταγμα παράτασης του χρόνου για την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση στις 15.09.2008 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και στη συνέχεια η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης χωρίς στο μεταξύ να καταχωρηθεί η απάντηση εφόσον πιθανόν να κρίθηκε άσκοπη ενέργεια ενόψει της καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Αγορεύσεις: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση τους αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η πλευρά των αιτητών αντικρούει τον ισχυρισμό για μεταβολή της πραγματικής και νομικής βάσης της αγωγής καθώς η προσπάθεια της αποσκοπεί στο να θέσει τα πραγματικά γεγονότα στη σωστή τους διάσταση και αυτό γίνεται χωρίς καθυστέρηση μόλις έγινε αντιληπτή αυτή η διάσταση που υπάρχει στο δικόγραφο της. Η πλευρά του καθ΄ού η αίτηση επέμενε στον ισχυρισμό της περί εισαγωγής καινούργιας νομικής και πραγματικής βάσης και γίνεται πολύ καθυστερημένα έτσι που αποβαίνει σε βάρος της υπεράσπισης του και των δικαιωμάτων του και επιμένει ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται στους Θ. 1,2 και 5 της Δ.25 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία μας ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου v. Αζά πιο πάνω) Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών, θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Είναι γεγονός ότι στη νομική βάση της αίτησης έχουν συμπεριληφθεί θεσμοί εκ περισσού. Δεν παραλείπεται όμως η Δ.25 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας στην οποία ορθά στηρίζεται το αίτημα. Επομένως δεν διακρίνω ότι από αυτής της άποψης η αίτηση πάσχει κατά τρόπο που θα με οδηγούσε, ίσως εφαρμόζοντας τη Δ.64, να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για διόρθωση, τόσο μάλλον ως λόγον για τον οποίο θα απέρριπτα την αίτηση. Προβάλλεται ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για κακή συνεννόηση και η λάθος ή παραδρομή είναι ανυπόστατοι ως γενικοί και αόριστοι. Διερωτώμαι πως θα μπορούσαν να είχαν συγκεκριμενοποιηθούν περισσότερο οι πιο πάνω λόγοι ή πιο λεκτικό θα έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί για να δείξει το λάθος αντίληψης γεγονότων ή διατύπωσης τους στην έκθεση απαιτήσεως από τον δικηγόρο που είχε λάβει οδηγίες από την ενάγουσα. Γίνεται σαφώς παραδοχή λάθους και κακής συνεννόησης ή παρερμηνείας οδηγιών που έλαβε ο δικηγόρος της αιτήτριας ο οποίος συνέταξε την έκθεση απαιτήσεως. Τι άλλο χρειάζεται για να θεωρηθεί αυτός ο λόγος ως δικαιολογητικός του αιτήματος; Επομένως θεωρώ ότι δίδεται εξήγηση της αναγκαιότητας που επέβαλε την καταχώρηση της αίτησης. Θα επικεντρωθώ στη συνέχεια στον πιο σημαντικό λόγο της ένστασης που κατά την άποψη μου είναι αυτός της εισαγωγής μιας νέας βάσης αγωγής τόσο σε νομικό όσο και σε πραγματικό πλαίσιο. Κατέγραψα πιο πάνω ποιο ήταν το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της οποίας ζητείται η απάλειψη και αντί αυτής να εισαχθούν ως νέες παράγραφοι 2,3 και 4 αυτές τις οποίες κατέγραψα πιο πάνω όπως είναι η αίτηση. Στην παράγραφο 2 προσδιορίζεται με λεπτομέρεια η νομική βάση της αγωγής που αφορά αξίωση για υπόλοιπο συμφωνίας αγοράς λαχείων εκ μέρους του εναγόμενου. Η νομική βάση της αγωγής δηλαδή είναι η αξίωση χρεωστικού υπολοίπου όπως αυτό προέκυψε την 30.01.2007 από την πώληση λαχείων τα έτη 2005 και 2006. Ο εναγόμενος με την επιχειρούμενη τροποποίηση θα παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που δυνάμει συμφωνίας του με την ενάγουσα είχε αναλάβει την αποπληρωμή του χρέους κάποιου τρίτου προσώπου που αγόρασε τα λαχεία από την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός περαιτέρω της ενάγουσας είναι ότι ο εναγόμενος που ανέλαβε την πληρωμή των λαχείων προέβη και σε κάποιες πληρωμές έναντι του χρέους που ανέλαβε και παρέμεινε ως υπόλοιπο το ποσό που αξιώνεται με τη παρούσα αγωγή και το οποίο παραμένει το ίδιο όπως και στην αρχική απαίτηση. Είναι γεγονός ότι δίδεται μια διαφορετική διάσταση των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την υπόθεση. Δεν παύει όμως η ουσία της διαφοράς να είναι η μη πληρωμή λαχείων που πωλήθηκαν σε κάποιο έστω τρίτο πρόσωπο, τα οποία ο εναγόμενος συμφώνησε να πληρώσει, κατά συνέπεια γνώριζε όταν αναλάμβανε την εξόφληση της ενάγουσας ότι η απαίτηση της αφορούσε την πώληση λαχείων. Ο ίδιος ο εναγόμενος κατέβαλε έναντι του χρέους όπως για πρώτη φορά προβάλλεται στην έκθεση υπεράσπισης, όπως είναι και ο ισχυρισμός της ενάγουσας όπως θέλει να τον εισαγάγει. Ο εναγόμενος μάλιστα συγκεκριμενοποιεί και το ποσό που περιοδικά κατέβαλε. Στη δε παράγραφο 8 της έκθεσης υπεράσπισης γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου πως το χρεωστικό υπόλοιπο που διατηρούσε η ενάγουσα επ΄ονόματι του κ. Νίκου Κάρουλλα και το υπόλοιπο που έδειξε στον εναγόμενο διευθετήθηκε πλήρως και ως εκ τούτου καμία υποχρέωση υπάρχει έναντι της.¨ Επομένως έστω και εάν ήθελε κριθεί ότι η τροποποίηση θα επιφέρει και την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, της αξίωσης δηλαδή από τον εναγόμενο από ανάληψη που ανέλαβε της εκπλήρωσης υποχρέωσης τρίτου, τόσο το νομικό όσο και το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων δεν του είναι άγνωστα. Κατά συνέπεια δεν θα υπάρξει περιπλοκή των επίδικων θεμάτων εφόσον θα προβληθούν στην έκθεση απαιτήσεως όσα ήδη προβάλλονται και ως υπεράσπιση όπως βέβαια αυτά διαφοροποιούνται από την ενάγουσα. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο αν δεν επιτρεπόταν η εισαγωγή ισχυρισμών που κατά τα άλλα είναι παραδεχτοί και προβάλλονται μάλιστα ως υπεράσπιση. Σε τέτοια δε περίπτωση η ενάγουσα θα περιερχόταν σε μια δυσχερή θέση ενόψει των προνοιών του Άρθρου 41 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο προνοεί ότι: ¨Αν δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, δεν δύναται έπειτα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη¨. Έχοντας επομένως υπόψη τη φύση των προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του εναγόμενου - καθ΄ού η αίτηση ότι η διαφοροποίηση της βάσης της αγωγής στο βαθμό που συντελείται θα εισαγάγει άγνωστα και ξένα προς τον εναγόμενο ζητήματα. Αφορούν τα ίδια κατά βάση επίδικα θέματα για τα οποία γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαιτήσεως. Αυτό το οποίο επιδιώκεται να γίνει είναι να δώσουν μια πιο ακριβή εικόνα των εμπλεκομένων στην επίδικη συμφωνία, του ρόλου που διαδραμάτισαν και την ανάληψη εκ μέρους τους υποχρεώσεων πάντοτε σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας για υπόλοιπο τιμήματος πώλησης λαχείων που επαναλαμβάνω όπως είναι η παραδοχή που προβάλλεται στην υπεράσπιση δεν είναι άγνωστα στοιχεία ή άσχετα για τον εναγόμενο και επομένως δεν κρίνεται ότι επηρεάζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η ευχέρεια της εκδίκασης της αγωγής πάνω στην ορθή της βάση όπως θα την θέσει πλέον η πλευρά της ενάγουσας. Στο σύγγραμμα Pleadings, Principles and Practice του Jacob έκδοση 1990 όπου με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας στις σελ. 194 και 195 η σχετική αναφορά καταλήγει με τα εξής: Before trial: 1) The plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence; or 2) Either party may reframe of reformulate his case so as to bring out the real question in controversy between them. (Βλέπε επίσης σχετικές αναφορές στους Odgers' Principles of Pleading and Practice 21st ed. Κεφ. 11 σελ. 153 -156) Η υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. Τ.Μ.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σελ. 426 λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 431: ¨Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 704). Θα συνεχίσω την εξέταση των λόγων ένστασης με τον παράγοντα της καθυστέρησης. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 13.09.2007, στη συνέχεια χρειάστηκε να υποβληθεί αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης για να καταχωρηθεί τελικά αυτή στις 12.12.2007. Έκτοτε και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 που υποβλήθηκε η αίτηση για παράταση χρόνου για την καταχώρηση της απάντησης δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο διαδικαστικό διάβημα. Εδώ εντοπίζεται πράγματι μια ανεξήγητη καθυστέρηση στη προώθηση της υπόθεσης της εκ μέρους της ενάγουσας. Ήταν δε μετά την εξασφάλιση διατάγματος που παράτεινε τον χρόνο για την καταχώρηση της απάντησης στην υπεράσπιση που όπως φαίνεται έγινε αντιληπτό το ζήτημα μετά από μελέτη των ισχυρισμών της υπεράσπισης, οπότε αμέσως υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση. Οι Θεσμοί σε σχέση με την προώθηση της διαδικασίας και τις προθεσμίες που θα πρέπει να τηρούνται αναμφίβολα έχουν παραβιαστεί και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε είναι τέτοια που ως παράγοντας θα απέτρεπε την εξέταση του αιτήματος στην ουσία του ως καταχρηστικού. Παρά τις πιο πάνω επισημάνσεις μου ότι πράγματι υπάρχει καθυστέρηση ο παράγοντας αυτός δεν θα απόβαινε καταλυτικός ως προς την τύχη του διαβήματος. Η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο καταλήγει στη πιο πάνω διαπίστωση, ότι δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44), καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν υπάρχει εκτροχιασμός της δίκης και με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια και τα δικαιώματα του εναγόμενου με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Με την αίτηση προβάλλεται ως λόγος το λάθος ή κακή αντίληψη ή λανθασμένη αντίληψη των γεγονότων από τον συνήγορο της ενάγουσας όταν αυτός λάμβανε οδηγίες ή συνέτασσε την έκθεση απαιτήσεως. Επομένως δίδεται δικαιολογία για το πως προκλήθηκε το λάθος και για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος. Όπως αποφασίστηκε στην Ιωάννης Νικολάου v. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)Π.Ε. Αρ. 96/2006 με ημερομηνία 27.07.2007 σελ. 3: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων¨, στη συνέχεια της ίδιας απόφασης στη σελ. 5 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για τα έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση.¨ Ούτε τέλος συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους της ενάγουσας εφόσον εξηγείται με σαφήνεια η αναγκαιότητα που της επέβαλε να προβεί σε αυτό το διάβημα η οποία προέκυψε μετά τη διαπίστωση του λάθους. Στη παρούσα υπόθεση είναι γεγονός ότι το αίτημα υποβλήθηκε πριν ακόμα την ολοκλήρωση της δικογραφίας. Έχοντας υπόψη αυτά καταλήγω ότι ο εναγόμενος - καθ΄ού η αίτηση δεν υφίστανται οποιαδήποτε ζημιά ή υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού των δικαιωμάτων του. Παραμένει πάντοτε η δυνατότητα να καλυφθεί η όποια ζημιά προκαλείται ή θα προκληθεί σε αυτόν συνεπεία της έγκρισης της αίτησης και αφορά τα έξοδα που προκαλούνται συνεπεία του αιτήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη εικόνα των θεμάτων που εγείρονται και τα οποία σχετίζονται με την αξίωση της ενάγουσας. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως τα αιτητικό υπό στοιχείο Α 2,3 και 4 της αίτησης των υπολοίπων παραγράφων όπως θα αναρρυθμιθούν ως παρ. 5,6 και 7. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση και κυρίως ως προς το ζήτημα της εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Καταλήγω ότι είναι δίκαιο να εκδώσω διαταγή όπως τα έξοδα τόσο της αίτησης όσο και αυτά που θα προκύψουν συνεπεία των συνεπαγομένων τροποποιήσεων θα βαρύνουν την πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας. Επομένως τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους του εναγόμενου εντός 10 ημερών να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και ακολούθως εντός 7 ημερών από της επιδόσεως της στους δικηγόρους της ενάγουσας να καταχωρηθεί η τροποποιημένη απάντηση. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 13.04.2009 για να προγραμματισθεί για ακρόαση εφόσον υπάρξει συμμόρφωση με τη συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.