TPS Trust Media Ltd ν. Demand Stone Suppliers Ltd, Αρ. Αγωγής: 107/08, 17/3/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 107/08 Μεταξύ: T.P.S. Trust Media Ltd Εναγόντων και Demand Stone Suppliers Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 10/10/2008 Ημερομηνία: 17/3/2009 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση: κα Κολιού Για τους εναγόμενους-αιτητές: κα Ζαχαρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι-αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέχρι τελικής εκδικάσεως της αγωγής υπ' αριθμό 2299/08, την οποία καταχώρησαν στις 10/10/2008 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον των εναγόντων της παρούσας υπόθεσης ή/και μέχρι νεοτέρων διαταγών του δικαστηρίου. Από μελέτη του φακέλου της υπόθεση προκύπτει ως γεγονός αδιαμφισβήτητο η έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων στις 7/5/2008 λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Δημήτρη Δημητρίου, διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, όμως λόγω του ότι ουδέποτε είχε γίνει οποιαδήποτε διαφήμιση για τις περιόδους 2007-2008 και 2008-2009, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης τους, επικοινώνησε προσωπικά με αυτούς και συγκεκριμένα με κάποια Δήμητρα Αναγνωστοπούλου και αφού την ενημέρωσε για τη διαφορά και το λάθος στην αγωγή τους, το οποίο και αναγνώρισαν, τον διαβεβαίωσαν ότι δεν θα προωθούσαν την αγωγή και του είπαν να μην καταχωρήσει εμφάνιση. Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες θα μετέβαιναν στο γραφείο των εναγομένων στη Λάρνακα για να διευθετηθείτο νέα διαφήμιση και θα διευθετείτο επείσης η πληρωμή του υπόλοιπου ποσού εκ €733 το οποίο εκκρεμούσε. Με αυτά τα δεδομένα και βασιζόμενος στις ως άνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων των εναγόντων δεν καταχώρησε εμφάνιση, αναμένοντας να πραγματοποιηθεί η συμφωνηθείσα επίσκεψη για διευθέτηση του ζητήματος. Οι ενάγοντες όμως δόλια και κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας και κατόπιν συμπαιγνίας, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη του στις διαβεβαιώσεις τους προχώρησαν στην έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων. Περί το Σεπτέμβριο, επειδή δεν εύρισκε καμιά ανταπόκριση από τους ενάγοντες και αφού πήρε ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη έλεγξε το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η αγωγή, οπόταν και διαπίστωσε ότι οι ενάγοντες είχαν προχωρήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων. Αμέσως έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους των εναγομένων να επιληφθούν του θέματος και στις 17/9/2008 οι δικηγόροι των εναγομένων απέστειλαν επιστολή προς τους ενάγοντες, στην οποία εξιστορούσαν το τι είχε προηγηθεί (βλ. το τεκμήριο Α της ενόρκου δηλώσεως του). Οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στην ως άνω επιστολή. Λόγω της πιο πάνω αδιαφορίας των εναγόντων, κατόπιν οδηγιών προς τους δικηγόρους των εναγομένων καταχωρήθηκε η αγωγή με αριθμό 2299/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον των εναγόντων, με την οποία οι εναγόμενοι ζητούν την ακύρωση της απόφασης η οποία εξεδόθη στην παρούσα αγωγή λόγω του ότι λήφθηκε κατόπιν δόλου και απάτης (βλ. το τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως). Οι εναγόμενοι έχουν καλή βάση αγωγής λόγω του ότι οι ενάγοντες έχουν προβεί σε ψευδείς παραστάσεις ότι δεν θα προχωρούσαν στην έκδοση απόφασης, την οποία τελικά εξασφάλισαν χωρίς να αποκαλύψουν στο δικαστήριο τι ακριβώς είχε προηγηθεί. Σε περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της εναντίον τους απόφασης, η αγωγή την οποία καταχώρησαν οι εναγόμενοι εναντίον των εναγόντων θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σ' αυτούς καθότι θα κληθούν να καταβάλουν ποσά, τα οποία δυνατόν να μην μπορούν να εισπράξουν μετά, σε περίπτωση επιτυχίας της ως άνω αγωγής τους. Από την άλλη, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά από την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για το λόγο ότι θα διατηρηθεί απλά η κατάσταση πραγμάτων ως έχει και επιπλέον σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής τους, την οποία καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων, έχουν την οικονομική ευχέρεια να καταβάλουν στους ενάγοντες τα ποσά της απόφασης, πλέον τους επιδικασθέντες τόκους. Οι ενάγοντες εναντιώθηκαν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν 13 συνολικά λόγους ένστασης. Αρκετοί από τους λόγους ένστασης είναι επάλληλοι μεταξύ τους, γι' αυτό θα αρκεστώ να παραθέσω τους βασικότερους από αυτούς:
- Η αίτηση των εναγομένων είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης.
- Δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και /ή με σκοπό να προκληθεί καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον των εναγομένων.
- Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ανακριβείς και αντιφατικούς μεταξύ τους ισχυρισμούς.
- Δεν έχει αποκαλυφθεί ο κατεπείγον χαρακτήρας του αιτήματος.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντιμάχεται τον σκοπό της ταχείας διαδικασίας στην απονομή της δικαιοσύνης. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων Δημήτρη Θεοφανόπουλου. Ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση των εναγόντων και τα οποία περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Ειδικότερον ισχυρίζεται ότι κατά την 4ην/5/2006 κατόπιν γραπτών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων με αριθμούς 03/4727, 03/4728 και 03/4729 συμφωνήθηκε η προετοιμασία και η καταχώρηση στο επαγγελματικό ευρετήριο Λάρνακα, Λευκωσίας, Λεμεσού και Πάφου, διαφήμισης προς όφελος της επιχείρησης πώλησης και εμπορίας διακοσμητικών πετρών που ασκούσε η εναγόμενη εταιρεία, για περίοδο 3 ετών, ήτοι 2006-2007, 2007-2008 και 2008-2009 έναντι του ποσού των Λ.Κ.579 για κάθε έτος, συνολικά Λ.Κ.1.997,55 (€3413,02). Οι εναγόμενοι κατά την ως άνω ημερομηνία πλήρωσαν έναντι το ποσό των €256,29 και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €3.156,73 για το οποίο εξεδόθη απόφαση εναντίον των εναγομένων. Οι εναγόμενοι για 3 συνεχή χρόνια παρέλειψαν να δώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες στους ενάγοντες για τη δημοσίευση διαφημίσεων στα επαγγελματικά ευρετήρια των περιόδων 2007-2008 και 2008-2009 και ο χώρος που κρατήθηκε στα επαγγελματικά ευρετήρια των εναγόντων παρέμεινε αναξιοποίητος. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων περί δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων είναι ανυπόστατοι και ανακριβείς. Αποτελούν δε επινόηση των εναγομένων για να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στην παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι σε περίπτωση που καταβάλουν το εξ αποφάσεως χρέος τους δεν κινδυνεύουν να μην εισπράξουν, σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή την οποία καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων, για το λόγο ότι οι ενάγοντες είναι φερέγγυοι. Περαιτέρω η αγωγή υπ' αριθμό 2299/08 η οποία κατεχωρήθη εναντίον τους δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα αγωγή και δεν θα πρέπει οι 2 αγωγές να συνδέονται μεταξύ τους έτσι ώστε η αγωγή 2299/08 να αποτελεί εμπόδιο στην εκτέλεση της απόφασης η οποία εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.35 Θ.18 και 19, Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 31, 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο
- Η Δ.40 Θ.11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών προνοεί τα ακόλουθα: "Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleased; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just." Ο ομνύων την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα τα οποία περιγράφει στην ένορκη του δήλωση προέκυψαν σε τέτοιο στάδιο που ήταν αργά για να δικογραφηθούν και να προβληθούν κατά τη διαδικασία. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι επιδιώκουν την αναστολή εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης για τον λόγο που αναφέρεται στην Δ.40 Θ.
- Ο ως άνω διαδικαστικός θεσμός έχει ερμηνευθεί στις υποθέσεις Nicos Stavrou and another v. Fereos Christopoulos
(1985)1 CLR 449 και Αντώνης Θ. Ιωσηφάκης ν. Χαράλαμπου Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ
- Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις αποφάσεις αυτές η Δ.40 Θ.11 δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο της έφεσης. Αναμφίβολα, οι εναγόμενοι δεν έχουν ασκήσει οποιαδήποτε έφεση εναντίον της απόφασης η οποία εξεδόθη στην παρούσα αγωγή. Αυτό το οποίο επιδιώκουν με την παρούσα αίτηση είναι η αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής υπ' αριθμό 2299/08 την οποία έχουν εγείρει εναντίον των εναγόντων. Είναι λοιπόν φανερό ότι από τη στιγμή που η ως άνω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί το δικαστήριο δεν έχει τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Κατ' επέκταση η επίκληση από τους εναγόμενους της Δ.40 Θ.11 στη νομική βάση της αίτησης τους δεν μπορεί να βοηθήσει την υπόθεσή τους. Όσον αφορά την Δ.35 Θ.18 και 19 είναι φανερό ότι ούτε οι διατάξεις αυτές σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την υπό εξέταση περίπτωση για το λόγο ότι αναφέρονται σε αναστολή εκτέλεσης απόφασης, η οποία εφεσιβάλλεται. Παντελώς άσχετα με την υπό την υπό εξέταση περίπτωση είναι και τα άρθρα 31 και 32 του περί δικαστηρίων νόμου 14/60, τα οποία αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης. Όμως ούτε το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, το οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι στη νομική βάση της αίτησης τους μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση τους. Στην υπόθεση Stavrou (ανωτέρω) οι εφεσείοντες είχαν ζητήσει την αναστολή εκτέλεσης διατάγματος έξωσης το οποίο είχε εκδοθεί εναντίον τους, με σκοπό να διασφαλίσουν τη θέση τους σε άλλη δικαστική διαδικασία, ανεξάρτητης από τη διαδικασία, η οποία οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος έξωσης. Η αίτηση τους βασίστηκε και στο άρθρο 47 του νόμου 14/
- Η αίτηση απερρίφθη πρωτόδικα. Το εφετείο στην απόφασή του, απορρίπτοντας την έφεση που ασκήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης τόνισε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 47 δεν παρέχει την εξουσία στο δικαστήριο να επεμβαίνει στην τελεσιδικία απόφασης ή διατάγματος κατά τον τρόπο που ζητήθηκε στην διαδικασία εκείνη. Κατά τον ίδιο τρόπο και στην υπό εξέταση υπόθεση το δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στην τελεσιδικία της απόφασης, η οποία εξεδόθη εναντίον των εναγομένων. Οι εναγόμενοι στηρίζουν επίσης την αίτηση τους στην Δ.40 Θ.
- Η διαταγή αυτή προνοεί τα ακόλουθα: "Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit." Η ως άνω διαταγή αντιστοιχεί στην Δ.48 Θ.17 των παλιών Αγγλικών θεσμών (O.48 R.17 of the English R.S.C.) πριν αντικατασταθεί από την Δ.47 Θ.1
(1)(α) κατά το 1966. Η τελευταία διάταξη παρέχει την εξουσία στα Αγγλικά δικαστήρια να αναστέλλουν την εκτέλεση αποφάσεων είτε απόλυτα, είτε υπό όρους, οποτεδήποτε συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες καθιστούν ανεπιθύμητη την άμεση εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος (βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)2 JSC 325). Ακόμα και πριν την ρητή αναφορά της Δ.47 Θ.1
(1)(α) σε ιδιαίτερες περιστάσεις και παρά το ότι το ζήτημα επαφίετο στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, δεν εκδίδετο διαταγή για αναστολή εκτέλεσης απόφασης στην απουσία ειδικών περιστάσεων (βλ. Becker v. Earles Court Ltd
(1911), 56 Sol. Jo. 206, C.A. η οποία αναφέρεται στην υπόθεση Anderson (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Ferdinand Wagner (a Firm) v. Laubscher Bros (a Firm)
(1970)2 All ER 174. απερρίφθη αίτημα, το οποίο είχε υποβληθεί με βάση την Δ.47 Θ.1
(1)(α) των Αγγλικών θεσμών για αναστολή εκτέλεσης Γερμανικής απόφασης, η οποία είχε εγγραφεί στην Αγγλία, εκκρεμούσης της εκδίκασης αγωγής, η οποία είχε καταχωρηθεί από τους εναγόμενους εναντίον των εναγόντων ενώπιον των Αγγλικών δικαστηρίων, στην οποία εγείρονταν τα ίδια ζητήματα, με αυτά που είχαν αποφασιστεί από το Γερμανικό δικαστήριο. Στη σελίδα 317 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα από τον Lord Denning: "Here is a German judgment which is equivalent to an English judgment. If the plaintiffs had obtained an English judgment, we should not, for one moment, grant a stay simply because the defendants had brought a cross-claim in another action against the plaintiffs. So here we should not stay execution in this German judgment simply because Laubscher's have brought a cross-action in England against Wagner." Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως, η οποία υποστηρίζει την αίτηση τους ότι ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης θα καταστεί άνευ αντικειμένου η αγωγή την οποία καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων και θα προκληθεί σ' αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι θα κληθούν να καταβάλουν ποσά, τα οποία δυνατό να μην μπορούν να εισπράξουν μετά, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής που καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων. Δεν θα συμφωνούσα με τους ως άνω ισχυρισμούς. Κατ' αρχήν είμαι της άποψης ότι τα όσα αναφέρονται από τον ομνύοντα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ιδιαίτερα περιστατικά (special circumstances), τα οποία θα δικαιολογούσαν την αναστολή της εκτέλεσης της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Καμιά επεξήγηση δίνεται από αυτούς γιατί τα ως άνω γεγονότα αποτελούν ιδιαίτερα περιστατικά. Στην υπόθεση Ferdinand Wagner (ανωτέρω) η εκκρεμότητα της ανταγωγής, την οποία είχαν εγείρει οι εναγόμενοι εναντίον των εναγόντων ενώπιον των Αγγλικών δικαστηρίων δεν θεωρήθηκε ως ιδιαίτερο περιστατικό, το οποίο μπορούσε να δικαιολογήσει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία εξεδόθη υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων από Γερμανικό δικαστήριο και ενεγράφη στην Αγγλία. Επιπλέον, δεν θα συμφωνούσα ούτε με την θέση τους ότι η αγωγή την οποία καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων θα καταστεί άνευ αντικειμένου σε περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης. Αναμφιβόλως, η αγωγή την οποία καταχώρησαν εναντίον των εναγόντων είναι μια εντελώς ανεξάρτητη διαδικασία από την παρούσα αγωγή. Από την γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση των εναγομένων προκύπτει ότι αξιώνουν μεταξύ άλλων την ακύρωση της απόφασης, η οποία εξεδόθη στην παρούσα αγωγή λόγω δόλου ή/και απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και συμπαιγνίας των εναγόντων και επιπλέον αξιώνουν την επιδίκαση προς όφελος τους γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για τους ίδιους ως άνω λόγους. Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περίπτωση επιτυχίας της ως άνω αγωγής τους θα δικαιούνται να εισπράξουν από τους ενάγοντες υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων οποιαδήποτε ποσά θα πληρώσουν σ' αυτούς δυνάμει της απόφασης που εξεδόθη στην παρούσα αγωγή. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός τους ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που πληρώσουν την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση, επειδή είναι δυνατόν να μην μπορέσουν να τα εισπράξουν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, υπήρξε γενικός και αόριστος. Καμιά επεξήγηση δεν δίνεται από τον ομνύοντα την ένορκη δήλωση γιατί είναι δυνατόν να μην καταστεί εφικτή η είσπραξη των ποσών που θα πληρώσουν στους ενάγοντες. Είναι φανερό ότι κανένας ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των εναγόντων δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση των εναγομένων. Αντίθετα, έχει παραμείνει αναντίλεκτος ο ισχυρισμός του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων ότι οι ενάγοντες είναι φερέγγυοι και σε καμία περίπτωση οι εναγόμενοι δεν κινδυνεύουν να μην εισπράξουν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι το δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης, η οποία εξεδόθη στην παρούσα αγωγή μέχρι εκδικάσεως της αγωγής, την οποία ήγειραν οι εναγόμενοι εναντίον των εναγόντων. Είμαι της άποψης ότι κανένα από τα γεγονότα που παρέθεσαν οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επέμβαση του δικαστηρίου στο δικαίωμα των εναγόντων να εκτελέσουν την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων-καθ'ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων-αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο