Επί τοις αφορώσι τον Γεωργίου Ευαγόρα Ευαγόρου, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης 23/09, 26 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ., Αρ. Ειδ. Πτώχευσης 23/09 Επί τοις αφορώσι τον Γεωργίου Ευαγόρα Ευαγόρου 26 Μαρτίου, 2009. Αίτησης ημερομηνίας 3.2.09 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή: Η κα Κώστα. Για τον καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Ηρα Ιωάννου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση, ο χρεώστης αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και ή παραμερίζει την υπό τον ως τίτλο και αριθμό παράκληση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Εναντίον του χρεώστη εναγομένου είχε εκδοθεί την 21.5.97 δικαστική απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.30.970,83 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.30.000 από 10.10.96 μέχρι εξοφλήσεως. Το εξ αποφάσεως χρέος ανέρχεται σήμερα, σύμφωνα με την παράκληση, σε €108.544,60 με τόκο 9% επί ποσού €51.258,04 μέχρι εξοφλήσεως. Ο χρεώστης ισχυρίζεται ότι το ποσό που αναφέρεται επί της ειδοποιήσεως είναι «υπερβολικό και απαράδεκτο», οι πιστωτές δεν έχουν προβεί σε οποιονδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης και σκοπός τους είναι να εκβιάσουν τους χρεώστες και να εισπράξουν το χρέος. Η αίτηση είναι, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, «καταχρηστική, εκδικητική, αβάσιμη και παράτυπη». Οι πιστωτές, καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, κατεχώρησαν ένσταση με την οποίαν απορρίπτουν όλους τους πιο πάνω λόγους, ισχυρίζονται δε ότι ο μόνος λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση είναι «. για να καθυστερήσει και ή εμποδίσει τη διαδικασία πτώχευσης.» Το πρώτο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο η παράκληση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «παράκληση» είναι παράτυπη και κατά πόσο σε περίπτωση που αποδειχθεί παρατυπία, η παρατυπία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της παράκλησης. Η ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή επικαλέσθηκε προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, τη Δ.16 των Πτωχευτικών Θεσμών. Η διάταξη 16 προβλέπει ότι κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο, με βάση τους πιο πάνω θεσμούς, πρέπει να περιλαμβάνει τους νόμους και ή τους κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση των γεγονότων. Η παρούσα διαδικασία όμως δεν αφορά αίτηση προς το Δικαστήριο αλλά παράκληση προς τον Πρωτοκολλητή για έκδοση ειδοποίησης. Η υπόθεση τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο σε περίπτωση που καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση που ισοδυναμεί με αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης ή αίτηση, όπως η υπό εξέταση αίτηση. Τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στην παράκληση καθορίζονται ρητά στους θεσμούς. Στους θεσμούς αυτούς δεν προβλέπεται ότι είναι αναγκαία η αναφορά σε νόμο ή κανονισμό και συνεπώς ο ισχυρισμός του χρεώστη περί παρατυπίας δεν μπορεί να πετύχει. Ο χρεώστης ισχυρίζεται επίσης στην ένορκη δήλωση του ότι το ποσό που αναφέρεται στην παράκληση είναι «υπερβολικό και απαράδεκτο» και παράλληλα ότι «το εξ αποφάσεως χρέος πλέον έξοδα και τόκος . έχουν εξοφληθεί.» Η πιο πάνω δήλωση από μόνη της είναι αντιφατική, διαφορετική είναι η περίπτωση όπου έχει καταβληθεί κάποιο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και έχει παραμείνει κάποιο υπόλοιπο που θεωρείται υπερβολικό, από την περίπτωση που ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί και δεν παραμένει οποιονδήποτε υπόλοιπο. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι καμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ μέρους του χρεώστη, ότι το υπόλοιπο ποσό είναι «υπερβολικό και ή απαράδεκτο» και ή ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει εξοφληθεί. Η ευπαίδευτος συνήγορος του χρεώστη αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλέσθηκε ακόμη ένα θέμα ήτοι ότι η εκτέλεση της απόφασης έχει ανασταλεί, παρέπεμψε δε στο κείμενο της απόφασης, όπου διαβάζουμε τα πιο κάτω: «Η εκτέλεση της απόφασης αναστέλλεται εφόσον θα τηρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφος 3 (i), 3(ii), 3(iii) και 3 (
- iv)της συμφωνίας των διαδίκων, ημερ. 19.5.97, η οποία αφού σημειώθηκε με το γράμμα «Α», καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης.» Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στην υπό εκδίκαση αίτηση. Ανεξαρτήτως τούτου όμως παρατηρώ ότι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δεν ήταν άμεση, η εκτέλεση της απόφασης θα αναστέλλετο εφόσον ετηρούντο κάποιοι όροι και προϋποθέσεις. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κατά τον επίδικο χρόνο, που είναι ο χρόνος καταχώρησης της παράκλησης, η εκτέλεση της επίδικης απόφασης ήταν υπό αναστολή. Αντίθετα, στην παράκληση επισυνάπτεται διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.5.04 όπου ρητά αναφέρεται ότι επιτρέπεται στους ενάγοντες να εκτελέσουν την απόφαση. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ εις τους ενάγοντες-αιτητές όπως εκτελέσουν την απόφαση εναντίον των εναγομένων εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, την εκδοθείσα την 21.5.97 και 16.2.98.» O χρεώστης, ισχυρίζεται επίσης, ως αναφέρω και πιο πάνω, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, εκβιαστική και εκδικητική. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης ο χρεώστης ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του ότι οι πιστωτές «. δεν έχουν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου και κατεχώρησαν την παρούσα αίτηση εκβιαστικά και για να ασκήσουν πίεση εναντίον του.», ενώ σε κάποιο άλλο στάδιο ισχυρίζεται ότι η ειδοποίηση είναι «πρόωρος» και θα του προκαλέσει «μεγάλη ταλαιπωρία και βλάβη καθώς και δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία και στην οικογένεια του και επίσης ενοχλητική, κατάπτωση, δυσφορία, οδύνη και εκνευρισμό καθώς επίσης και επιπλέον περιττά έξοδα[1]». Τα πιο πάνω δεν συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας, η ενέργεια του πιστωτή να ζητήσει όπως εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορεί να θεωρηθεί «καταπιεστική» εφόσον αυτή προνοείται από τον ίδιο το νόμο. Πέραν τούτου, η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της απόφασης, αλλά μία sui generis διαδικασία. Οι πιστωτές καμία νομική υποχρέωση είχαν να προβούν σε οποιονδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης προτού καταχωρήσουν την παράκληση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Η παράκληση καταχωρήθηκε δώδεκα περίπου έτη μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης και τέσσερα και πλέον έτη μετά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 14.5.04 και συνεπώς κάθε άλλο παρά «πρόωρη» μπορεί να χαρακτηρισθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών και εναντίον του χρεώστη, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο χρόνος πράξης πτώχευσης αρχίζει από σήμερα. Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ., [1] Το κείμενο παρατίθεται αυτούσιο, ως είναι διατυπωμένο στην ένορκη δήλωση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο