← Κύπρος

EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD ν. FOTIOU BROS SHIPPING LTD, Αρ. Αγωγής: 1949/08, 31 Μαρτίου, 2009

EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD ν. FOTIOU BROS SHIPPING LTD, Αρ. Αγωγής: 1949/08, 31 Μαρτίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1949/08 Μεταξύ: EXANTAS MARINE ENTERPRISES LTD Εναγόντων και FOTIOU BROS SHIPPING LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Πετρίδης Για τους Εναγόμενους: κ. Φωτίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για προδικαστική εκδίκαση ένστασης για την καθ΄ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ένστασης ότι δεν έχει γεννηθεί αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγομένων.) Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί: Θα καταγράψω σε πολύ γενικές γραμμές τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς έτσι που να δοθεί μια εικόνα της επίδικης διαφοράς. Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των €94.000,00 που όπως ισχυρίζονται είναι υπόλοιπο οφειλόμενο για αξία κατασκευής σκάφους και/ ή έγγραφης αναγνώρισης χρέους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατασκεύασαν στο ναυπηγείο τους στη Λάρνακα και παρέδωσαν στους εναγόμενους, ένα ταχύπλοο σκάφος προορισμένου να εκτελεί παράκτιες κρουαζιέρες, δυνάμει συμφωνίας τους με ημερομηνία 15.01.2007 και το οποίο παρέδωσαν στους εναγόμενους την 7.07.2008 οπότε και τους υπέγραψαν έγγραφη αναγνώριση του χρέους τους για το πιο πάνω ποσό το οποίο παρέμεινε ως υπόλοιπο έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος και για το οποίο επιπλέον τους εξέδωσαν για το αντίστοιχο ποσό πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες στη συνέχεια ανακλήθηκαν. Διαζευκτικά αξιώνουν το ίδιο πιο πάνω ποσό λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού των εναγομένων σε βάρος των εναγόντων. Αξιώνουν ακόμα γενικές και/ ή τιμωριτικές και/ ή επαυξημένες αποζημιώσεις για ζημιά που οι ενάγοντες υφίστανται συνεπεία της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την τελική εκδίκαση της. Τέλος, αξιώνουν νόμιμο τόκο και έξοδα. Στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, μεταξύ άλλων, ασχολούνται με τον σχεδιασμό, την ναυπήγηση, κατασκευή, συντήρηση και επιδιόρθωση σκαφών θαλάσσης. Περιγράφουν την συμφωνία ή συμφωνίες που είχαν συνάψει με βασικό αντικείμενο τον σχεδιασμό και κατασκευή εξ ολοκλήρου ενός ταχύπλοου σκάφους για τους εναγόμενους από τις οποίες προήλθε η σημερινή τους οικονομική διαφορά. Με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι πέραν των ουσιαστικών λόγων που προβάλλουν ως την υπεράσπιση τους, από τους οποίους προκύπτει η κατ΄ ισχυρισμό τους διαφορά και η οποία σύμφωνα με την ανταξίωση τους απολήγει να είναι υπέρ τους, πρόβαλαν και τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθ΄ότι αυτή αφορά διαφορά η οποία προέκυψε από την κατασκευή και/ ή επιδιόρθωση θαλάσσιου σκάφους, γεγονός που την καθιστά σύμφωνα με το Παράρτημα του Άρθρου 22 Β του περί Δικαστηρίων Νόμου ναυτική υπόθεση την οποία σύμφωνα με το Άρθρο 19(α) του ίδιου Νόμου αποκλειστική πρωτόδικη αρμοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου όταν δικάζει ως Ναυτοδικείο και εν προκειμένω η διαφορά αυτή δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο καθότι η αξίωση των εναγόντων είναι πέραν των Λ.Κ.50.000 (€85.430,07σ.). Με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση προβάλλουν ότι για το ποσό των €77.000,00 που αντιστοιχεί με την αξία των ανακληθέντων επιταγών που αναφέρονται στην παράγραφο 14 υπό στοιχεία β,γ,δ και ε δεν είχε γεννηθεί αγώγιμο δικαίωμα όταν είχε καταχωρηθεί η αγωγή καθότι σύμφωνα και με τον ισχυρισμό των εναγόντων αυτές ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερο χρόνο από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Η τρίτη προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δώσει στους εκδότες, την σύμφωνα με τον νόμο (Κεφ. 162) νενομισμένη ειδοποίηση (η οποία εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να είχε δοθεί μόνο για την επιταγή που αναφέρεται στο εδάφιο α της παραγράφου 14 της έκθεσης απαιτήσεως μέχρι της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής) και επομένως δεν είχε ακόμα γεννηθεί το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων για τις επιταγές. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ισχυρίζονται ότι οι εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις είναι νόμω και ουσία αβάσιμες εφόσον η διαφορά τους αφορά οικονομική εκκρεμότητα των εναγομένων και/ ή οφειλή που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία αποδεικνύεται τόσο στη βάση εκδομένων από τους εναγόμενους επιταγών όσο και στη βάση έγγραφης αναγνώρισης χρέους των εναγομένων προς τους ενάγοντες και/ ή στηρίζεται σε έγγραφη συμφωνία των μερών. Επομένως αρμόδιο για τη επίλυση της διαφοράς των διαδίκων είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με βάσει τον νόμο και τη νομολογία καθώς οι διαφορές τους δεν αφορούν θέματα που άπτονται της κυριότητας του σκάφους. Η κυριότητα του σκάφους έχει μεταβιβαστεί από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους, οι οποίοι δεν κατέβαλαν το τίμημα αγοράς. Οι ενάγοντες δεν διεκδικούν την κυριότητα του σκάφους και η κυριότητα του δεν είναι επίδικο θέμα. Σε σχέση με τη 2η προδικαστική ένσταση απαντούν ότι αυτή δεν μπορεί να έχει επιτυχία αφού είναι με παραστάσεις των ίδιων των εναγομένων και με πληροφόρηση τους που οι ενάγοντες έμαθαν ότι όλες οι επιταγές που έχουν εκδοθεί από τους εναγόμενους δεν πρόκειται να τιμηθούν, διότι οι εναγόμενοι τις είχαν ανακαλέσει όλες και επομένως το αγώγιμο δικαίωμα τους γεννήθηκε από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2008 όταν οι ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί αυτό το γεγονός από τους εναγόμενους όπως και οι ίδιοι παραδέχονται. Γι΄αυτό και στο μεταξύ έχει επιβεβαιωθεί και η ανάκληση της δεύτερης επιταγής όπως αναφέρεται στη παράγραφο 12 (β) της Έκθεσης Απαιτήσεως. Περαιτέρω όμως οι εναγόμενοι εμποδίζονται από του να εγείρουν τέτοιο ισχυρισμό καθώς στη παράγραφο 16 της Έκθεσης Υπερασπίσεως τους, παραδέχονται ότι έδωσαν εντολή για μη πληρωμή όλων των επίδικων επιταγών. Σε σχέση με τη 3η προδικαστική ένσταση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν είχαν καμιά υποχρέωση να αποστείλουν οποιανδήποτε ειδοποίηση προς τους εναγόμενους και επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα τους, τόσο στη βάση των επιταγών όσο και στη βάση της έγγραφης αναγνώρισης χρέους αλλά και κατά παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων που είχαν προς τους ενάγοντες. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση η οποία αφορά αίτημα για προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που ηγέρθησαν στις παραγράφους 1,2 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Οι ίδιοι ουσιαστικά πιο πάνω ισχυρισμοί ή επιχειρήματα προβάλλονται και σε αυτή και στην επακόλουθη ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Είναι η εισήγηση των εναγομένων - αιτητών ότι αποδοχή ή έγκριση των προδικαστικών ενστάσεων θα κρίνει όλη την αγωγή και γι΄αυτό απαιτείται η προδικαστική εκδίκαση τους. Πέρα από τα όσα πιο πάνω κατέγραψα, προβλήθηκαν με την ένσταση ότι για να εκδικαστούν προδικαστικά και να αποφασιστούν τα σημεία που οι εναγόμενοι - αιτητές εγείρουν, θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία επί της ουσίας και συνεπώς η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ ή σε χρόνο που το Δικαστήριο δεν έχει ακούσει μαρτυρία για να μπορεί να επιληφθεί των προδικαστικών ενστάσεων. Περαιτέρω καθίσταται σαφές ότι οι διάδικοι όπως προκύπτει από τη δικογραφία, διαφωνούν σε καίρια νομικά ζητήματα, τα οποία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο να αποφασίσει τους ισχυρισμούς των εναγομένων - αιτητών. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση προδικαστικά σε νομικό σημείο, πρέπει το ζητούμενο θέμα ή θέματα να αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Οι δύο πλευρές προχώρησαν με σύντομες αλλά περιεκτικές αγορεύσεις χωρίς να κληθεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες για αντεξέταση. Υποστήριξαν κατά βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην αίτηση και την ειδοποίηση περί προβολής ένστασης και έτσι δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα έχω καταγράψει πιο πάνω που αφορούν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Εξ αρχής κρίνω ότι η μόνη προδικαστική ένσταση η οποία θα πρέπει να με απασχολήσει σε αυτό το στάδιο είναι η πρώτη που αφορά την καθ΄ύλη αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει την επίδικη διαφορά. Η δεύτερη και τρίτη προδικαστικές ενστάσεις, όπως παρουσιάζονται, οι οποίες αφορούν την στοιχειοθέτηση ή όχι αγώγιμου δικαιώματος, δεν είναι τέτοιας υφής οι οποίες ως νομικά και μόνο σημεία θα μπορούσαν να με απασχολήσουν για προδικαστική επίλυση τους. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποφασιστούν υπό τη μορφή προδικαστικής εξέτασης τους ως νομικών σημείων χωρίς την απόδειξη τους με την εξειδίκευση των γεγονότων της υπόθεσης. Δεν πρέπει να διατάσσεται η εκδίκαση προ της δίκης όπου υπάρχουν γεγονότα υπό αμφισβήτηση (βλ. Λανίτη Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα

(1991)1 A.A.Δ. σελ. 225). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση, στηρίζονται στην Διαταγή 27 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: ¨Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient¨ Σε μετάφραση: ¨Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο, και οποιοδήποτε νομικό σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο πρέπον¨. Η διαταγή αυτή είναι ουσιαστικά αντίστοιχη προς την Διαταγή 25 Θ. 2 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, η οποία περιλαμβάνει επιπρόσθετα διαδικαστικές πρόνοιες. Επομένως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από την Αγγλική Νομολογία. Στη σελ. 572 του Annual Practice 1958 αναφέρεται ότι, η αίτηση για εκδίκαση προ της δίκης, γίνεται συνήθως στο στάδιο των οδηγιών. Τέτοια διαταγή δίδεται όπου είναι εμφανές ότι εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα το οποίο, εάν αποφασιστεί προς όφελος του ατόμου που εγείρει την προδικαστική ένσταση, θα καταστήσει αχρείαστη περαιτέρω ακρόαση της υπόθεσης, ή ουσιαστικού μέρους αυτής. Περαιτέρω, τέτοια διαταγή γίνεται μόνο όσον αφορά σε ζητήματα αναφορικά με τα οποία δεν θα δοθεί περισσότερο φως κατά την ακρόαση (βλ. επίσης Λανίτη Λτδ κ.ά. (πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33 (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank v. Demetriades & Co LTD
(1987)1 C.L.R. 461). Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27 Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Malachtou v. Armefti and Another
(1984)1 C.L.R. 584). Στην Λανίτη Λτδ κ.ά. (πιο πάνω) λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 229: ¨ To φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών είναι η δίκη. Κατ΄επέκταση, η επίλυση θέματος προδικαστικά, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στην Sevegep Ltd v. United Sea Transport and Others
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως¨. Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έγκριση ή όχι του αιτήματος, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται η αίτηση για επίλυση νομικού θέματος προδικαστικά. Σκοπός της δικονομικής πρόνοιας της Διαταγής 27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθιστώντας την ακρόαση ή κάποιου ουσιαστικού μέρους της διαφοράς αχρείαστη. Κατ΄ επέκταση, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο ενδεικνυόμενος χρόνος για υποβολή τέτοιου αιτήματος για ορισμό του νομικού ζητήματος για ακρόαση, είναι κατά τον ορισμό της αγωγής για οδηγίες, κατά το κλείσιμο των δικογράφων ή εν πάση περιπτώσει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά. Δεν είναι ορθό να αναμένεται μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως, επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό αναβολή της ακρόασης και προκαλώντας έξοδα, αφού τέτοια τακτική, ενδεχομένως να κριθεί ως καταχρηστική. Έχοντας λοιπόν αυτά ως δεδομένα το Δικαστήριο αποφασίζει κατά διακριτική ευχέρεια εάν είναι κατάλληλη η περίπτωση να εγκρίνει το αίτημα και να το εξετάσει πριν από την ακρόαση της αγωγής (βλ. Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R. 167, Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R. 370). Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει το Δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία άγονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με δικονομικούς κανόνες για απόφαση, τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από τον νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο (βλ. Μούρτζινος v.Glopal Crouises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1160 και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει υπόθεση είναι δημόσιας τάξης. Το ίδιο το Σύνταγμα μας στο Άρθρο 30 παρ. 2 αναφέρει ότι: ¨...κάθε άτομο δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου Δικαστηρίου¨. Ως τέτοιο, το ζήτημα της δικαιοδοσίας, μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο (βλ. Παναγιώτου v. Χ¨Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, ¨Sevegep¨ Ltd v. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1 C.L.R. (G) 729). Στην τελευταία πιο πάνω απόφαση γίνεται αναφορά στην υπόθεση Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R.203, όπου η αρχή αυτή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο. Εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία μας η δυνατότητα εξέτασης του ζητήματος της ύπαρξης ή όχι δικαιοδοσίας για την κατ΄ ουσία εξέταση μιας διαφοράς περιορίζεται στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και εφόσον όπως συμβαίνει εν προκειμένω δεν έχουμε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει την ύπαρξη δικαιοδοσίας ή όχι, όπως ανέφερα και πιο πριν, κρίνω ότι όσα περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως θα μπορούσαν να τύχουν εξέτασης και είναι αρκούντως ικανοποιητικά έτσι που το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο κέκτηται δικαιοδοσίας για να προχωρήσει και εξετάσει κατ΄ουσία την επίδικη διαφορά. Κρίνω ότι το Δικαστήριο, με όσα έχει ενώπιον του, μπορεί να προχωρήσει από αυτό το στάδιο και να αποφασίσει πάνω στο προκύψαν ζήτημα προδικαστικά, όπως επιζητεί η πλευρά της Υπεράσπισης. Αν το Δικαστήριο άφηνε το όλο ζήτημα να αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την ακροαματική διαδικασία ή στο τελικό στάδιο όταν θα εκδίδει την απόφαση του επί της ουσίας, θα ήταν πιστεύω πέραν των όσων επιτάσσει η νομολογία μας ως ζήτημα δημόσιας τάξης οπότε το δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφαίνεται προδικαστικά επί τέτοιων ζητημάτων τα οποία εξάλλου συμβαδίζουν και με τη συνταγματική επιταγή για ταχεία επίλυση της διαφοράς των διαδίκων. Τα δικαιοδοτικά όρια ενός Δικαστηρίου καθορίζονται ρητά από το Νόμο. Η πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), το οποίο προσδιορίζει την καθ΄ ύλην αρμοδιότητα και τη δικαιοδοσία των μελών του, η αρμοδιότητα ασκείται από τα μέλη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται (βλ. Eftymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, Πασχαλίδης κ.ά. v. Γιασεμίδη κ.ά.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1330). Το γεγονός και μόνο ότι διάδικος καταχώρησε εμφάνιση δεν μπορεί να προσδώσει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο, αλλά ούτε και τα μέρη με τη συγκατάθεση τους μπορούν να πράξουν κάτι τέτοιο (βλ. Michailidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Οι διατάξεις που προσδιορίζουν την καθ΄ ύλην δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστή σε αστικές υποθέσεις είναι η παράγραφος
(3), υποπαράγραφοι (α) και (β) του Άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου οι οποίες προβλέπουν τα ακόλουθα μετά την τελευταία τροποποίηση που επήλθε με τον νόμο 170
(1)/07 στις 31.12.2007: ¨Έκαστος Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για: (α) Οποιαδήποτε αγωγή στην οποία το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει προκειμένου περί Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€5000.000,00) και προκειμένου περί Επαρχιακού Δικαστή τις εκατόν χιλιάδες ευρώ (€100.000,00), αντίστοιχα. (β) ¨Οποιαδήποτε αγωγή για ανάληψη κατοχής οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, ή οποιαδήποτε αγωγή βασιζόμενη σε αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία η αξιούμενη θεραπεία περιλαμβάνει έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και στην οποία δεν αμφισβητείται ο τίτλος της ακίνητης ιδιοκτησίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι λόγω της αξίας της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, η αγωγή δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου: Νοείται ότι κάθε Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα να ακούει και να αποφασίζει για οποιαδήποτε υπόθεση σε σχέση με δυστυχήματα και σε σχέση με αποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση ή επίταξη ακίνητης ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από το ποσό της επίδικης διαφοράς¨. Το Άρθρο 22 Β
(1)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 19, έκαστο Επαρχιακό Δικαστήριο θα έχει δικαιοδοσία να ακούει και αποφασίζει πρωτόδικα κατά το υπό του Ανώτατου Δικαστηρίου εφαρμοζόμενο δίκαιο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 29 του παρόντος Νόμου, οιανδήποτε ναυτική υπόθεση παραπεμπομένη σε αυτό εκ των καθοριζομένων στο Παράρτημα εκκρεμουσών εκάστοτε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου υποθέσεων, οσάκις ήθελε κριθεί πρέπον, διά διαταγής του Ανώτατου Δικαστηρίου, συμφώνως διαδικαστικού κανονισμού τούτου, είτε αυτεπάγγελτα είτε επί τη αιτήσει των διαδίκων ή οιουδήποτε τούτων, εις οιονδήποτε στάδιο και εάν ευρίσκεται. Η δε παράγραφος
(2)του ίδιου άρθρου διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Ναυτική υπόθεση παραπέμπετε όπως πιο πάνω σε Επαρχιακό Δικαστήριο εκδικάζεται από οποιοδήποτε από αυτά, σε οποιοδήποτε στάδιο και εάν ευρίσκεται¨. Η παράγραφος
(5)του Άρθρου 22 διαλαμβάνει τα ακόλουθα μετά την προσθήκη στο τέλος του επιφύλαξης με τον τροποποιητικό Ν.76
(1)/2008 ημερ. 25.07.2008: ¨Τηρουμένου του διαδικαστικού κανονισμού το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς, ως ανωτέρω αναφέρεται, θα είναι το ποσόν ή η αξία που πραγματικά αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων όπως αποκαλύπτεται αυτή στις έγγραφες προτάσεις, ή είναι παραδεκτή υπό των διαδίκων καθ΄ οιανδήποτε στάση της διαδικασίας, ή επί αιτήσει έχει αποφασισθεί από το δικαστήριο, παρά το ότι το ποσό που αξιώνεται ή εις την αγωγή προβαλλόμενη αξία της επιδίκου διαφοράς υπερβαίνει το ποσό αυτό ή την αξία αυτή. Νοείται ότι στον καθορισμό του ποσού που αμφισβητείται ή στην αξία της επίδικης διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που είναι πληρωτέο επί του αμφισβητούμενου ποσού ή της αξίας της διαφοράς¨. Τέλος, παραθέτω ως σχετική με τη παρούσα υπόθεση την παράγραφο
(2)(γ) του Παραρτήματος σύμφωνα με το Άρθρο 22 Β: Παρ.
(2)¨Οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ναυτικές υποθέσεις στις περιπτώσεις που το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία του επίδικου αντικειμένου δεν υπερβαίνει τις εκατόν χιλιάδες Ευρώ (€100.000,00). (γ) οποιαδήποτε απαίτηση αναφορικά με την κατασκευή, επιδιόρθωση ή εφοδιασμό πλοίου ή με δικαίωμα αποβάθρας ή φόρους¨. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση κατά πόσον η επίδικη διαφορά είναι τέτοιας μορφής ώστε να εμπίπτει ή όχι εντός της δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστού σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, καθ΄ότι το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο είναι σε θέση να διαγνώσει ότι στερείται αρμοδιότητας, τότε, οφείλει να μη προχωρήσει πιο πέρα γιατί ως αναρμόδιο, η όποια απόφαση του, σε οποιαδήποτε πτυχή της υπόθεσης η οποία άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να έχει νόημα (βλ. Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240). Στην ίδια πιο πάνω απόφαση Θεοχάρους, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 246: ¨Η ερμηνεία συμφωνίας συνιστά νομικό θέμα η επίλυση του οποίου υπόκειται σε καλά θεμελιωμένους κανόνες (βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φουτάς v. Εταιρείας Βάσος Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 168)¨. Επομένως πρωταρχικό ζήτημα που θα πρέπει να με απασχολήσει στη προκείμενη περίπτωση είναι επί τη βάσει ποιας συμφωνίας προκύπτει η επίδικη διαφορά. Εφόσον τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. ¨Sevegep¨ Ltd v. United Sea Trasport Ltd and Another
(1989)1 A.A.Δ. (G) 729). Περαιτέρω δε το κριτήριο για τη διαπίστωση του δικαιοδοτικού πλαισίου αποτελεί η βάση της αγωγής και περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Άρθρο 2 του Ν. 14/1960 και την ΡΙΚ κ.ά v. Νικολαϊδη
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 364). Η διαφωνία έγκειται στο εάν με την παράδοση του σκάφους και τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του στους εναγόμενους και της συνακόλουθης υπογραφής της έγγραφης αναγνώρισης χρέους αλλά και με την έκδοση των μεταχρονολογημένων επιταγών προς όφελος των εναγόντων, για τις οποίες γίνεται λόγος στην έκθεση απαιτήσεως, η διαφορά εξακολουθεί να παραμένει ως ναυτική στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανώτατου Δικαστηρίου ως Ναυτοδικείου ή με την μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του σκάφους και την υπογραφή συναφούς συμφωνίας αναγνώρισης χρέους έναντι του τιμήματος η διαφορά έπαυσε να είναι πλέον ναυτική διαφορά και αυτή πλέον πηγάζει από τις συμφωνίες που επακολούθησαν και άρα διέπεται από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 με συναφή πλέον δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου διέπεται από τις πρόνοιες του Administration of Justice Act,1956, που ισχύουν δυνάμει του περί Δικαστηρίων Νόμου (Άρθρο 29 παρ.2). Στη προκείμενη περίπτωση προκύπτει από την έκθεση απαιτήσεως ότι αξιώνεται υπό των εναγόντων υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας με ημερομηνία 15.01.2007 ¨δι΄αξίαν κατασκευής σκάφους¨, αυτή όπως επεξηγείτε στη συνέχεια στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως ήταν και η αρχική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων της οποίας παρέχονται αρκετές λεπτομέρειες. Με τη παράδοση του σκάφους και τη μεταβίβαση της κυριότητας του επ΄ονόματι των εναγομένων σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία επακολούθησε η έγγραφη αναγνώριση χρέους αλλά και η έκδοση προς όφελος των εναγόντων από τους εναγόμενους μεταχρονολογημένων επιταγών προς πλήρη εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος. Οι επιταγές αυτές στη συνέχεια ανακλήθηκαν όπως είναι παραδεκτό από τους εναγόμενους για τους λόγους που εξηγούν. Οι εναγόμενοι άνευ επηρεασμού των προδικαστικών τους ενστάσεων προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς τους ως την υπεράσπιση τους και αξιώνουν εναντίον των εναγομένων με καταχώρηση ανταπαίτησης για υπόλοιπο που παραμένει μετά από συμψηφισμό υπολογησθείσας ρήτρας με το υπόλοιπο του τιμήματος, την οποία ισχυρίζονται ότι δικαιούνται. Αρνούνται ότι δεν συμμορφώθηκαν με το χρονοδιάγραμμα πληρωμών και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι υπήρχε όρος στη συμφωνία ότι για κάθε ημέρα καθυστέρησης, οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν στους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.155,00 ρήτρα η οποία ενεργοποιήθηκε από τους εναγόμενους λόγω της καθυστέρησης που σημειώθηκε στην παράδοση του σκάφους και την οποία ανταξιώνουν. (Σε αυτό τη σημείο παρατηρώ ότι εκ παραδρομής αναγράφηκαν ανάποδα οι υπόχρεοι και οι δικαιούχοι της πιο πάνω αποζημίωσης, όπως παρουσιάζονται στη παράγραφο 9 της Υπεράσπισης και πιθανολογώ ενόψει και των όσων προβάλλονται στη παρ. 14 ότι υπονοείται η καθυστέρηση παράδοσης του σκάφους). Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μετά την παραλαβή του σκάφους παρατηρήθηκαν κατασκευαστικά λάθη για τη διόρθωση των οποίων θα απαιτηθεί κόστος το οποίο θα αξιώσουν με την ανταπαίτηση τους, κάτι που παρατηρώ όμως ότι δεν κάνουν τελικά στο εν λόγω δικόγραφο τους που καταχώρησαν. Προβάλλεται ισχυρισμός περί καθυστέρησης με υπαιτιότητα των εναγόντων να αποπερατώσουν και παραδώσουν συμπληρωμένο το σκάφος εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές εφόσον το σκάφος προοριζόταν για επαγγελματική χρήση. Τέλος, δίδεται μια διαφορετική διάσταση σε σχέση με την ανάγκη που τους επέβαλε στο να υπογράψουν την Έγγραφη Αναγνώριση Χρέους και να εκδώσουν τις μεταχρονολογημένες επιταγές την οποία ασφαλώς οι ενάγοντες αντικρούουν και απορρίπτουν με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Πρόκειται επομένως για διαφορά η οποία έχει ως γενεσιουργό αιτία την αρχική συμφωνία που αφορούσε ¨κατασκευή σκάφους¨. Σύμφωνα δε με τον Administration of Justice Act 1956 Πρώτος Πίνακας Μέρος 1 το οποίο τιτλοφορείται ως Admiralty Jurisdiction and other Provisions as to Ships (Admiralty Jurisdiction of the High Court), Άρθρο
(1)(n): "The Admiralty jurisdiction of the High Court shall be as follows, that is to say, jurisdiction to hear and determine any of the following questions or claims - any claim in respect of the construction, repair or equipment of the ship or dock charges or dues" Επομένως δεν είναι η περίπτωση όπου η βάση της αγωγής έχει ως αυτοφυές αγώγιμο δικαίωμα την έγγραφη αναγνώριση χρέους ή τις τραπεζικές επιταγές που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως και οι οποίες αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο την εκπλήρωση των πιο πάνω υποχρεώσεων των εναγομένων με βάση την συμφωνία κατασκευής σκάφους της οποίας η διάρρηξη είναι και η βάση της αγωγής σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται της ¨βάσης της αγωγής¨ στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)(βλ. C. & K. Κυριάκου Λτδ κ.ά. v. Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 479 επίσης Hedley, Bills of Exchange and Bankers' Documentary Credits
(1986)σελ. 6), ούτε ασφαλώς μπορεί να γίνει συζήτηση περί αυτοφυούς αξίωσης δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για την κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου την απόφαση στην υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 1710 και την μεταξύ των ίδιων διαδίκων υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1047 οι οποίες αφορούσαν οικογενειακές διαφορές σε σχέση με την επίλυση των περιουσιακών τους σχέσεων. Στην πρώτη πιο πάνω επειδή οι διάδικοι διευθέτησαν εγγράφως τις διαφορές τους με την υπογραφή συμφωνίας και η εφεσείουσα απέσυρε την αγωγή της αποφασίστηκε ότι:¨ Όλες οι διαφορές των διαδίκων μετατράπηκαν σε όρους που συμπεριλήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία την 2.02.1999.Οι ίδιοι οι διάδικοι επέλεξαν τη μορφή του εξώδικου συμβιβασμού των απαιτήσεων τους, που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της σχετικής αγωγής. Η αποστολή επιστολής εκ μέρους της εφεσείουσας που είχε ως σκοπό την ακύρωση της συμφωνίας δεν μπορούσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη νομική τους θέση. Η πρωτόδικη απόφαση ότι η συμφωνία μετέφερε τη διαφορά των διαδίκων εκτός των προνοιών του Ν. 232/1991 είναι ορθή. Η εισήγηση απορρίπτεται¨. Στη δε δεύτερη αποφασίστηκε ότι: ¨Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο¨. Πέραν των πιο πάνω υποθέσεων έθεσα υπόψη μου και την υπόθεση Ανδρέας Αντωνίου v. E.R.E. ELECTRICAL & REFRIGERATION ENGINEERING CO LTD, Πολ. Έφεση Αρ. 259/2006 ημερ. 21.12.2007 η οποία αφορούσε εργατική διαφορά η οποία όμως με συμφωνία των διαδίκων μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού και έτσι απέκτησε αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση σαφώς διακρίνεται από τις πιο πάνω υποθέσεις εφόσον ούτε η έγγραφη αναγνώριση χρέους ούτε και η έκδοση των πέντε επιταγών προς όφελος των εναγόντων οι οποίες αποσκοπούσαν στην εξόφληση του υπόλοιπου του τιμήματος υποκατέστησαν καθ΄οιονδήποτε τρόπο την αρχική συμφωνία που διέπει τις σχέσεις των διαδίκων. Τα έγγραφα αυτά τα οποία εξασφαλίστηκαν στη συνέχεια είχαν ακριβώς τον πιο πάνω σκοπό, αποσκοπούσαν δηλαδή στη συμπλήρωση της αρχικά συναφθείσας συμφωνίας και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι επενεργούν ως ξεχωριστές συμφωνίες ανεξάρτητες από την αρχική. Αφορούσαν μέτρα προς περαιτέρω εξασφάλιση των συμφερόντων των εναγόντων απέναντι στους εναγόμενους όπως εξάλλου υποστηρίζεται και από τις παραγράφους 11 και 12 της Έκθεσης Απαιτήσεως και η υπογραφή της Έγγραφης Αναγνώρισης Χρέους και η έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών απλώς μετέθετε την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να εξοφληθεί το τίμημα, το υπόλοιπο του οποίου δεν αμφισβητείται ανεξάρτητα εάν επιχειρείται συμψηφισμός του με προβαλλόμενες άλλες αξιώσεις. Σίγουρα η ύπαρξη της Γραπτής Αναγνώρισης Χρέους και η έκδοση των μεταχρονολογημένων επιταγών αποτελεί ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης του χρέους. Αυτά όμως δεν είναι αρκετά για να μετατρέψουν τη βάση της αγωγής που εξακολουθεί να παραμένει η συμφωνία για κατασκευή σκάφους. Η δε μεταβίβαση της κυριότητας του σκάφους δεν επιδρά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην συμφωνία των διαδίκων και είναι άσχετη με το χρόνο πληρωμής ή εξόφλησης του τιμήματος. Το ζήτημα έγκειται στην εκπλήρωση των αμοιβαίων υποχρεώσεων των μερών πάντοτε της αρχικής συμφωνίας, θέμα όμως που άπτεται της ουσίας της διαφοράς. Επομένως καταλήγω ότι η σχέση των διαδίκων εξακολουθεί να διέπεται από την αρχική συμφωνία η οποία αφορούσε παραγγελία και κατασκευή σκάφους και για την επίλυση των διαφορών που προέκυψαν σε σχέση με αυτή, καθ΄ ύλη αρμόδιο, σύμφωνα με ρητή νομοθετική διάταξη, είναι το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ως Ναυτοδικείο. Σύμφωνα με τα Άρθρο 22 παρ.
(3)(α) και (β), 22 Β
(1)
(2)
(5)και του Παραρτήματος του ίδιου άρθρου παρ. 2(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/1960 (βλ. πιο πάνω), όπως αυτός τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα υπάρχει το ενδεχόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται να παραπέμψει την παρούσα υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και τότε Επαρχιακός Δικαστής θα έχε τη δυνατότητα εκδίκασης της. Εν όψη ακριβώς αυτού του λόγου θα προχωρήσω σε έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας σύμφωνα με την Δ.33 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.