Άντρης Μιχαήλ Παλλήκαρου ν. Νέλλης Βασίλεβα Ανδρέου, Αρ. Αγωγής: 2248/05, 15/4/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2248/05 Μεταξύ: Άντρης Μιχαήλ Παλλήκαρου Ενάγουσας και Νέλλης Βασίλεβα Ανδρέου Εναγομένης Αρ. Αγωγής: 2249/05 Μεταξύ: Δέσποινας Μιχαήλ, ανηλίκου δια των γονέων αυτής των ασκούντων την γονική μέριμνα Μιχάλη Μιχαήλ και Άντρης Μιχαήλ Εναγόντων και Νέλλης Βασίλεβα Ανδρέου Εναγομένης Ημερομηνία: 15/4/2009 Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσες: κος Δράκος Για την εναγομένη: κος Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες με τις συνενωμένες αγωγές τους αξιώνουν εναντίον της εναγομένης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές, τις οποίες υπέστησαν συνεπεία αυτοκινητικού δυστυχήματος, το οποίο επεσύνεβη κατά την 19ην/5/2003, για την πρόκληση του οποίου καθιστούν υπεύθυνη την εναγόμενη. Η ενάγουσα στην αγωγή υπ' αριθμό 2248/05 (στο εξής θα αναφέρεται ως η ενάγουσα) ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αριθμό εγγραφής HPT583 το οποίο συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής CAM529 το οποίο οδηγείτο από την εναγόμενη. Η ενάγουσα στην αγωγή υπ' αριθμό 2249/05 (στο εξής θα αναφέρεται ως η επιβάτης) ηλικίας 18 μηνών κατά το χρόνο του δυστυχήματος, επέβαινε του αυτοκινήτου που οδηγούσε η μητέρα της - ενάγουσα και ήταν προσδεδεμένη σε ειδικό κάθισμα, το οποίο βρισκόταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων το δυστύχημα επεσυνέβη στην συμβολή της οδού Βούλλας με την οδό Βουλιαγμένης, στη περιοχή «Καμάρες» στη Λάρνακα. Η οδός Βούλλας είναι πάροδος της οδού Βουλιαγμένης, επί της οποίας και καταλήγει. Η ενάγουσα οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητό της επί της οδού Βούλλας με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Βουλιαγμένης, που ήταν ο κύριος δρόμος. Η εναγομένη οδηγούσε το ως άνω αυτοκίνητο της επί της οδού Βουλιαγμένης από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας. Σε κάποιο σημείο της οδού Βουλιαγμένης, απέναντι περίπου από την συμβολή της με την οδό Βούλλας, βρισκόταν σταθμευμένο το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΜΕ465 εντός της πορείας που οδηγούσε η εναγόμενη. Η εναγόμενη για να αποφύγει το ως άνω σταθμευμένο όχημα κινήθηκε δεξιότερα. Οι οδηγοί των ενεχόμενων στο δυστύχημα οχημάτων διαφώνησαν ως προς το σημείο στο οποίο έγινε η σύγκρουση και η κάθε μια προέβαλε τη δική της εκδοχή. Η εκδοχή της ενάγουσας ήταν ότι ενώ ήταν ακινητοποιημένη στη γραμμή του αλτ, εντός της οδού Βούλλας κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της εναγόμενης, η οποία κινήθηκε προς το μέρος που βρισκόταν το αυτοκίνητο της. Η θέση της εναγομένης ήταν ότι η σύγκρουση επεσυνέβη σε σημείο του δρόμου εντός της οδού Βουλιαγμένης, συνεπεία του ότι η ενάγουσα εισήλθε στον κύριο δρόμο με αριστερή κατεύθυνση χωρίς να σταματήσει στο αλτ της οδού Βούλλας, αποκόπτοντας κατ' αυτό τον τρόπο την πορεία της. Η ευθύνη Προς απόδειξη της αμέλειας της εναγομένης έδωσαν μαρτυρία η ενάγουσα, ο εξεταστής του δυστυχήματος, αστυνομικός 2269 Νεοπτόλεμος Γεωργίου (ΜΕ2), ο Ανδρέας Σωτηρίου (ΜΕ6), ο Αντώνης Μπορκ (ΜΕ7), ο Αντώνης Νόνης (ΜΕ8) και η πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου, Μαρία Τσιάππα (ΜΕ1). Η ΜΕ1 κατέθεσε ότι έχει στην κατοχή της το φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 2863/04 η οποία κατεχωρήθη από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακος εναντίον της ενάγουσας και αφορά τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και της παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας. Η ενάγουσα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απηλλάγη και των δύο κατηγοριών. Από τον φάκελο της υπόθεσης κατέθεσε την απόφαση η οποία εξεδόθη στην ως άνω υπόθεση (βλ. το τεκμήριο 2), πιστόν αντίγραφο του σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. το τεκμήριο 1), την γραπτή κατάθεση της ενάγουσας προς την αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 3) και την γραπτή κατάθεση της Κλάρας Σαββίδου (ΜΥ1) προς την αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 4). Η ενάγουσα κατέθεσε ότι κατά τη μέρα του δυστυχήματος ξεκίνησε από το σπίτι της περί η ώρα 7:40π.μ. για να πάει στη δουλειά της στο Καλό Χωριό. Φθάνοντας στο αλτ της οδού Βούλλας σταμάτησε για να ελέγξει τον κύριο δρόμο. Στα δεξιά της ο δρόμος ήταν καθαρός. Από αριστερά της είδε να έρχεται ένα κόκκινο σαλούν αυτοκίνητο (το αυτοκίνητο της εναγόμενης), το οποίο περίμενε να περάσει για να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Ακριβώς απέναντι από το αλτ ήταν σταθμευμένο το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο. Ενώ το αυτοκίνητο της εναγομένης φαινόταν να πηγαίνει κανονικά στην πορεία του, λόγω του ότι το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο εμπόδιζε την πορεία του κινήθηκε δεξιότερα με αποτέλεσμα να έρθει προς το μέρος της και να κτυπήσει με το δεξιό μπροστινό μέρος του στην μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της. Από την σύγκρουση ένοιωσε ότι το αυτοκίνητο της κινήθηκε πιο μπροστά και ακολούθως ανέβηκε επί του πεζοδρομίου που υπήρχε στα αριστερά της. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο της υπέστη αρκετές ζημιές. Μεταξύ άλλων έσπασε ο ανεμοθώρακας του, το πίσω αριστερό ελαστικό και τέθηκαν σε λειτουργία οι αερόσακοι του αυτοκινήτου. Μετά τη σύγκρουση είδε δύο παιδιά που προσπαθούσαν να ανοίξουν την πόρτα του αυτοκινήτου της για να κατεβεί. Αμέσως μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο τα παιδιά προσπάθησαν και έβγαλαν από το αυτοκίνητο το μωρό της. Ήρθε και κάποιος γείτονας στην σκηνή και της πρόσφερε νερό. Τα παιδιά της έδωσαν το κινητό τους τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με την οικογένειας της. Ειδοποίησε τη μητέρα της η οποία έφθασε στη σκηνή μέσα σε λίγα λεπτά. Τα παιδιά ειδοποίησαν ασθενοφόρο, όμως επειδή αργούσε να έρθει το ασθενοφόρο την μετέφερε στο νοσοκομείο η μητέρα της μαζί με το μωρό της. Την επόμενη μέρα του δυστυχήματος ο σύζυγος της την μετέφερε στην τροχαία Λάρνακας, όπου έδωσε κατάθεση. Ο αστυνομικός της είχε κάμει ένα πρόχειρο σχέδιο, με το οποίο συμφώνησε όσον αφορά τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων αυτοκινήτων, διαφώνησε όμως με το σημείο συγκρούσεως, το οποίο της υπέδειξε ο αστυνομικός. Το σημείο συγκρούσεως που της υπέδειξε ο αστυνομικός ήταν πολύ πιο μπροστά από την συμβολή των δύο δρόμων. Η ίδια δεν είχε προλάβει να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Επίσης διαφώνησε με τα ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία της υπέδειξε ο αστυνομικός. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο στο αλτ και δεν υπήρχε λόγος να εφαρμόσει τα φρένα του αυτοκινήτου της. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ότι στις 19/5/2003 περί ώρα 8:15π.μ. επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος. Οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων απουσίαζαν από την σκηνή. Βρήκε τα δύο ενεχόμενα στο δυστύχημα αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις καθώς και το σταθμευμένο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο. Έκαμε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και ακολούθως με βάση το πρόχειρο έκαμε το συμμετρικό σχέδιο (βλ. το τεκμήριο 1). Στην έξοδο της οδού Βούλλας προς την οδό Βουλιαγμένης υπάρχει πινακίδα τροχαίας «στοπ» και επί της ασφάλτου υπάρχει μισοσβησμένη γραμμή αλτ. Στην αριστερή πλευρά της οδού Βούλλας σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας υπάρχουν κυπαρίσσια ύψους 1μ., τα οποία δεν εμποδίζουν την ορατότητα του οδηγού από το σημείο της γραμμής του αλτ. Η ορατότητα από την οδό Βούλλας προς την κατεύθυνση που ερχόταν η εναγομένη είναι 50μ. Καθόρισε το σημείο συγκρούσεως (Χ) με βάση τα ευρήματα, τα οποία υπήρχαν στην σκηνή. Στο σημείο Χ υπήρχαν κομματάκια από σπασμένο φανάρι αυτοκινήτου και σκόνη από τα αυτοκίνητα. Η εναγόμενη συμφώνησε με το σημείο συγκρούσεως (Χ). Η ενάγουσα του υπέδειξε το δικό της σημείο συγκρούσεως, το οποίο σημείωσε επί του σχεδίου ως Χ1. Τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία εντόπισε επί της ασφάλτου και σημείωσε στο σχέδιο του ως Α1 δεν καταλήγουν στην τελική θέση του αυτοκινήτου της ενάγουσας. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι δεν ειδικεύτηκε στην εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων. Πρότεινε στην ενάγουσα να επισκεφθούν μαζί την σκηνή του δυστυχήματος και να του υποδείξει το σημείο συγκρούσεως, στο οποίο κατά την εκδοχή της επεσυνέβη το δυστύχημα, όμως η ενάγουσα αρνήθηκε. Του υπέδειξε το κατά την εκδοχή της σημείο συγκρούσεως (Χ1) επί του πρόχειρου σχεδίου το οποίο είχε ετοιμάσει πριν η ενάγουσα δώσει την κατάθεσή της. Στο σημείο συγκρούσεως το οποίο του υπέδειξε η ενάγουσα δεν υπήρχε οτιδήποτε, με βάση το οποίο μπορούσε να καθορίσει το σημείο εκείνο ως το σημείο συγκρούσεως. Μετά από ερώτηση του δικαστηρίου διευκρίνισε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία βρήκε επί της ασφάλτου πιστεύει ότι ανήκουν στο αυτοκίνητο της ενάγουσας βάσει των ευρημάτων του επί της σκηνής του δυστυχήματος και συγκεκριμένα του σπασμένου φαναριού, του trafficator και της σκόνης από τα οχήματα. Ο ΜΕ6 κατέθεσε ότι κατοικεί στην γωνία της οδού Βούλλας με την οδό Βουλιαγμένης, στον πρώτο όροφο. Το πρωί της 19ης/5/2003 ενώ βρισκόταν στην βεράντα του σπιτιού του άκουσε τον θόρυβο του επίδικου δυστυχήματος και κατέβηκε στο δρόμο για να προσφέρει βοήθεια. Στη σκηνή υπήρχαν ακόμα δύο παιδιά. Μέχρι να κατέβει από το σπίτι του τα παιδιά είχαν βοηθήσει την ενάγουσα να βγει από το αυτοκίνητό της και έβγαλαν επίσης από το αυτοκίνητο το μωρό της. Μετά από πάροδο 5-6 λεπτών ήρθε στο μέρος ακόμα μια γυναίκα, η οποία συνομίλησε με την οδηγό του άλλου αυτοκινήτου (εναγόμενη). Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι δεν είδε πως έγινε το δυστύχημα. Δεν γνωρίζει αν το αυτοκίνητο της ενάγουσας ήταν μέσα στην οδό Βουλιαγμένης. Το αυτοκίνητο της εναγόμενης δεν ακολουθείτο από άλλο αυτοκίνητο. Μετά που κατέβηκε στο δρόμο είδε την άλλη κοπέλα που ήρθε στη σκηνή και στάθμευσε το αυτοκίνητό της πίσω από το αυτοκίνητο της εναγομένης. Δεν γνωρίζει αν η άλλη κοπέλα που ήρθε στη σκηνή ακολουθούσε με το αυτοκίνητό της το αυτοκίνητο της εναγομένης πριν το δυστύχημα. Ο ΜΕ7 κατέθεσε ότι το πρωί της 19ης/5/2003 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Βουλιαγμένης και είχε πρόθεση να εισέλθει στην οδό Βούλλας για να κατευθυνθεί προς τη δουλειά του. Μόλις έστριψε στην οδό Βούλλας αντιλήφθηκε το δυστύχημα, όμως δεν είδε την σύγκρουση. Είδε τα αυτοκίνητα που ήταν κτυπημένα. Μόλις έστριψε στην οδό Βούλλας σταμάτησε το αυτοκίνητο του και κατέβηκε. Τον ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του ο συνέταιρος του (ΜΕ8). Αμέσως άνοιξαν με τον συνέταιρο του την πόρτα του αυτοκινήτου της ενάγουσας και την έβγαλαν από το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια έβγαλαν από το αυτοκίνητο και το μωρό της ενάγουσας. Η άλλη κοπέλα (η εναγόμενη) ήταν ακουμπισμένη στο καπό του αυτοκινήτου της. Τηλεφώνησαν στην αστυνομία και στο νοσοκομείο για ασθενοφόρο. Μετά από πάροδο 5-6 λεπτών ήρθε στη σκηνή κάποια άλλη κοπέλα με το αυτοκίνητο της. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι όταν η αστυνομία πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος ο ίδιος δεν ήταν εκεί. Δεν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία γιατί δεν του το ζήτησε κανένας. Ενόσω ήταν στην σκηνή η ενάγουσα δεν του παραπονέθηκε για τις συνθήκες του δυστυχήματος. Το αυτοκίνητο της εναγομένης δεν ακολουθείτο από κανένα αυτοκίνητο. Το αυτοκίνητο της ενάγουσας ήταν λίγο πιο μέσα από την διαχωριστική γραμμή της οδού Βούλλας. Ο ΜΕ8 κατέθεσε ότι το πρωί της 19ης/5/2003 πήγαινε στη δουλειά του και ακολουθούσε το αυτοκίνητο του συνεταίρου του (ΜΕ7). Μόλις πλησίασε τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος είδε τον ΜΕ7 να βγάζει από το αυτοκίνητο την ενάγουσα. Βοήθησε τον ΜΕ7 να βγάλει από το αυτοκίνητο το μωρό της ενάγουσας. Ακολούθως ήρθε στη σκηνή κάποιος ηλικιωμένος που έμενε κοντά και μία άλλη κοπέλα. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο ΜΕ7 βρίσκονταν στη σκηνή του δυστυχήματος όταν ήρθε η αστυνομία. Δεν θυμόταν αν ο αστυνομικός τους είχε ρωτήσει να του πουν τα ονόματά τους ή οτιδήποτε άλλο. Δεν θυμόταν τι ακριβώς είχε συνομιλήσει με τον αστυνομικό. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία η εναγόμενη και η Κλάρα Σάββα (ΜΥ1). Η εναγόμενη κατέθεσε ότι το πρωί της 19ης/5/2003 περί ώρα 7:40π.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής CAM529 στην οδό Βουλιαγμένης, ευθεία προς την οδό Πειραιώς. Η ταχύτητά της ήταν περί τα 30ΧΑΩ. Στην πορεία της υπήρχε σταθμευμένο ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο, το οποίο την έκαμε να κινηθεί δεξιότερα για να το αποφύγει. Μόλις έφθασε κοντά στο διπλοκάμπινο κινήθηκε δεξιότερα λιγότερο από 1 μέτρο. Τότε είδε το αυτοκίνητο της ενάγουσας να βγαίνει από την δεξιά πάροδο χωρίς να σταματήσει στο αλτ και να κτυπά στην μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου της. Δεν πρόλαβε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα επειδή δεν περίμενε ότι η ενάγουσα θα έβγαινε από την πάροδο χωρίς να σταματήσει στο αλτ. Όταν έγινε το δυστύχημα την ακολουθούσε κάποιο αυτοκίνητο. Αμέσως μετά το δυστύχημα κατέβηκε η οδηγός του αυτοκινήτου που την ακολουθούσε και την ρώτησε αν ήταν «εντάξει». Η ενάγουσα της είχε αναφέρει ότι βιαζόταν πολύ. Κατά την αντεξέτασή της διαφώνησε με υποβολή ότι πλησίασε στην πάροδο της οδού Βούλλας είτε για να εισέλθει σε αυτή είτε γιατί δεν είδε το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Επίσης διαφώνησε με υποβολή ότι κινήθηκε δεξιότερα από το σταθμευμένο αυτοκίνητο σε απόσταση πέραν των 4μ. Η ΜΥ1 κατέθεσε ότι περί ώρα 7:40π.μ. της 19ης/5/2003 ξεκίνησε από το σπίτι της για να πάει στη δουλειά της οδηγώντας το αυτοκίνητό της. Ενώ οδηγούσε στην οδό Βουλιαγμένης ακολουθούσε ένα κόκκινο αυτοκίνητο μάρκας BMW (το αυτοκίνητο της εναγομένης). Ξαφνικά είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο (το αυτοκίνητο της ενάγουσας) να βγαίνει από την οδό Βούλλας και να στρίβει αριστερά προς το μέρος τους, χωρίς να σταματήσει στο αλτ. Πριν από την σύγκρουση το αυτοκίνητο της εναγομένης κινήθηκε 1-1½ μ. περίπου πιο δεξιά για να αποφύγει το σταθμευμένο αυτοκίνητο που βρισκόταν εντός της πορείας τους, όμως δεν εισήλθε στην οδό Βούλλας. Αμέσως μετά τη σύγκρουση σταμάτησε, κατέβηκε από το αυτοκίνητό της και πήγε κοντά στο αυτοκίνητο της εναγόμενης για να δει αν χρειαζόταν βοήθεια. Ακολούθως πήγε προς το αυτοκίνητο της ενάγουσας, η οποία είχε ήδη βγει από το αυτοκίνητό της. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου της ενάγουσας είδε το μωρό που βρισκόταν στο ειδικό κάθισμα. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της σε απόσταση 15μ. περίπου πίσω από το αυτοκίνητο της εναγομένης. Αξιολόγηση - ευρήματα Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο εξεταστής του δυστυχήματος (ΜΕ3) άφησε θετική εντύπωση στο δικαστήριο. Κρίνεται ως αντικειμενικός, αμερόληπτος, ανεξάρτητος. Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι αξιοπιστία του δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης. Παρά το ότι δεν είχε εκπαιδευτεί στην εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων, εντούτοις τεκμηρίωσε κατά τρόπο επιστημονικά ορθό την άποψη του ότι το πραγματικό σημείο συγκρούσεως μεταξύ των δύο οχημάτων βρίσκεται στο σημείο Χ όπως το καθόρισε επί του σχεδίου του, άποψη την οποία αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό. Επεξήγησε επίσης με πειστικότητα τον λόγο για τον οποίο δεν συμφώνησε με το σημείο συγκρούσεως (Χ1) το οποίο του υπεδείχθη από την ενάγουσα. Φυσικά θα πρέπει να υποδείξω την παράλειψη του να αναφέρει στο δικαστήριο την απόσταση μεταξύ του σημείου συγκρούσεως (Χ) και της γραμμής του αλτ (Δ) της οδού Βούλλας. Δεν χωρεί όμως αμφιβολία ότι το σημείο αυτό βρίσκεται εντός της οδού Βουλιαγμένης. Όπως προκύπτει από το σχέδιο του (τεκμήριο 1) το σημείο συγκρούσεως Χ βρίσκεται μπροστά από την μισοσβησμένη γραμμή του αλτ (Δ) καθώς και από την νοητή διακεκομμένη γραμμή η οποία εκτείνεται από την άκρια του αριστερού πεζοδρομίου της οδού Βούλλας. Επιπλέον έχοντας κατά νου τις αδιαμφισβήτητες μετρήσεις του, ειδικώτερον το πλάτος του σταθμευμένου αυτοκινήτου (1,50μ.), την απόσταση μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του σημείου συγκρούσεως Χ (4,70μ.) καθώς επίσης το πλάτος της οδού Βουλιαγμένης (6,80μ.) κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το σημείο συγκρούσεως θα πρέπει να απέχει περί τα 6,20μ. (1,50μ. + 4,70μ.) από την αριστερή άκρια της ασφάλτου της οδού Βουλιαγμένης σε σχέση με την πορεία της εναγομένης. Φυσικά θα πρέπει να τονίσω ότι δεν θα μπορούσα να ήμουν ακριβής στον καθορισμό της ως άνω απόστασης για το λόγο ότι δεν γνωρίζω την απόσταση του σταθμευμένου αυτοκινήτου μέχρι το πεζοδρόμιο της αριστερής άκριας της ασφάλτου σε σχέση με την πορεία της εναγομένης. Θα πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι η ίδια η ενάγουσα στη μαρτυρία της τοποθέτησε το σημείο συγκρούσεως Χ πολύ πιο μπροστά από τη συμβολή της οδού Βούλλας με την οδό Βουλιαγμένης. Από τα ευρήματα του δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία εντόπισε επί της ασφάλτου (Α1) αφέθηκαν από τα ελαστικά του αυτοκινήτου της ενάγουσας. Δεν έχω ικανοποιηθεί για την ορθότητα του τρόπου με τον οποίο κατέληξε στο ως άνω εύρημα του. Έχοντας αποδεχθεί την ορθότητα της πραγματικής μαρτυρίας, όπως την περιέγραψε στο δικαστήριο ο εξεταστής του δυστυχήματος, θεωρώ ότι μπορώ να την χρησιμοποιήσω ως γνώμονα για την κρίση μου επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας των ενεχόμενων στο δυστύχημα προσώπων (βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1 ΑΑΔ 1388 και Πανίκος Παντελή ν. Νικόλα Χριστοφή και άλλου
(2000)1 ΑΑΔ 634). Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία συνιστά αμετακίνητο οδηγό του οδικού δυστυχήματος που ιχνηλατεί τα περιστατικά του και γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακριβείας της προφορικής μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες που το περιβάλλουν (Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1ΑΑΔ 1243). Η ενάγουσα άφησε αρνητική εντύπωση στο δικαστήριο. Η εκδοχή της βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία. Δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση της ότι το σημείο συγκρούσεως μεταξύ των δύο οχημάτων βρίσκεται πριν τη γραμμή του αλτ, εντός της οδού Βούλλας. Όπως επεξηγήθηκε από τον εξεταστή του δυστυχήματος (ΜΕ2) στο σημείο που του υποδείχθηκε από την ενάγουσα δεν υπήρχε οτιδήποτε επί της ασφάλτου, από το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί εύρημα ότι στο σημείο εκείνο επεσυνέβη η σύγκρουση. Συνακόλουθα της απόρριψης της ως άνω θέσης της απορρίπτω και τη θέση της ότι η σύγκρουση επεσυνέβη καθ' ον χρόνο το αυτοκίνητο της ήταν ακινητοποιημένο πριν από την γραμμή του αλτ της οδού Βούλλας. Αντίθετα, όπως προκύπτει από την πραγματική μαρτυρία και ειδικά από το σημείο συγκρούσεως (Χ) η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της οδού Βουλιαγμένης, γεγονός που υποδηλώνει ότι το αυτοκίνητο της πέρασε τη γραμμή του αλτ και εισήλθε εντός της οδού Βουλιαγμένης. Η θέση της αναφορικά με το σημείο του δρόμου στο οποίο ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της χαρακτηρίζεται από αντιφατικότητα. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι σταμάτησε στο σημείο του αλτ σε κατοπινό στάδιο ισχυρίστηκε ότι προχώρησε πιο μπροστά από το σημείο του αλτ για να έχει ορατότητα στον κύριο δρόμο επειδή την εμπόδιζαν τα κυπαρίσσια. Επιπλέον δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ούτε τη θέση της ότι από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της κινήθηκε πιο μπροστά. Από τη στιγμή που το κτύπημα του αυτοκινήτου της εναγομένης ήταν στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της, όπως αποκάλυψαν και οι ζημιές στα δύο οχήματα, ως θέμα κοινής λογικής θα ανέμενα ότι το αυτοκίνητο της θα κινείτο προς τα πίσω και όχι πιο μπροστά. Είμαι της άποψης ότι η ως άνω θέση προβλήθηκε εσκεμμένα, με σκοπό να δικαιολογήσει την κατάληξη του οχήματος της επί του αριστερού πεζοδρομίου. Οι ΜΕ6, ΜΕ7 και ΜΕ8 δεν πρόσφεραν οτιδήποτε θετικό στην υπόθεση της ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες της σύγκρουσης. Κανένας από αυτούς δεν είχε δει τη σύγκρουση. Επιπλέον οι ΜΕ7 και ΜΕ8 δεν μπορούν να κριθούν ως αξιόπιστοι για το λόγο ότι υπάρχουν ουσιώδης αντιφάσεις στην μεταξύ τους μαρτυρία. Για παράδειγμα ενώ ο ΜΕ7 ισχυρίστηκε ότι έβγαλε την ενάγουσα από το αυτοκίνητό της μαζί με τον ΜΕ8, ο τελευταίος ανέφερε ότι κατέφθασε στη σκηνή όταν ο ΜΕ7 είχε ήδη βγάλει την ενάγουσα από το αυτοκίνητο και τον βοήθησε να βγάλουν από το αυτοκίνητο το μωρό της. Επίσης ενώ ο ΜΕ8 ισχυρίστηκε ότι ήταν παρόντες στη σκηνή με τον ΜΕ7 όταν έφθασε η αστυνομία, ο ΜΕ7 στη δική του μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι δεν βρίσκονταν στη σκηνή κατά την άφιξη της αστυνομίας. Όμως ούτε και η θέση του ΜΕ7 ότι πριν τη σύγκρουση το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της ενάγουσας ήταν ελάχιστα μέσα από την γραμμή της οδού Βούλλας θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Από τη στιγμή που δεν είχε προλάβει να δει τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων διερωτώμαι πως μπορούσε να γνωρίζει τη θέση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο της ενάγουσας πριν τη σύγκρουση. Ως παντελώς ασαφής και ανακριβής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η θέση του ΜΕ7 ότι τα αυτοκίνητα των δύο οδηγών δεν ακολουθούντο από άλλο αυτοκίνητο πριν τη σύγκρουση. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί σε μια τέτοια παρατήρηση. Η μαρτυρία του ΜΕ6 βρίθει από ανακρίβειες και αμφιταλαντεύσεις. Ενώ αρχικά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο μέρος του αυτοκινήτου της ενάγουσας να είχε εισέλθει την οδό Βουλιαγμένης, σε μεταγενέστερο σημείο ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν το αυτοκίνητο της ενάγουσας ήταν μέσα στην οδό Βουλιαγμένης κατά τη στιγμή της σύγκρουσης, ισχυριζόμενος ότι θυμόταν μόνο σε αδρές γραμμές τις θέσεις των δύο οχημάτων. Επίσης ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο της εναγομένης δεν ακολουθείτο από άλλο αυτοκίνητο, σε μεταγενέστερο στάδιο ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν το αυτοκίνητο της ΜΥ1 ακολουθούσε το αυτοκίνητο της εναγομένης αμέσως πριν τη σύγκρουση. Για τους λόγους που επεξηγώ λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω τη μαρτυρία των ΜΕ6, ΜΕ7 και ΜΕ8. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της πλευράς της ενάγουσας τόσο η εναγόμενη όσο και η μάρτυρας της (ΜΥ1) άφησαν θετική εντύπωση στο δικαστήριο. Κρίνονται και οι δύο ως αξιόπιστες. Η θέση τους ότι η σύγκρουση επεσυνέβη εντός της οδού Βουλιαγμένης συνάδει απόλυτα με την πραγματική μαρτυρία. Ειδικώτερον όσον αφορά την ΜΥ1 αποδέχομαι ανεπιφύλακτα τη θέση της ότι πριν από τη σύγκρουση ακολουθούσε το αυτοκίνητο της εναγομένης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας είχε υποβάλει στην εναγομένη κατά την αντεξέτασή της ότι η σύγκρουση με το αυτοκίνητο της ενάγουσας επεσυνέβη στην προσπάθεια της να εισέλθει στην οδό Βούλλας. Ας σημειωθεί ότι και η ενάγουσα στην μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη προσπάθησε να εισέλθει στην οδό Βούλλας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης της ενάγουσας και κατ' επέκταση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. Ωστόσο από τη μαρτυρία τους, ειδικά δε από τη μαρτυρία της εναγόμενης δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ότι η εναγόμενη, πλησιάζοντας το σταθμευμένο αυτοκίνητο είχε κινηθεί περί το 1μ. δεξιότερα. Αφενός μεν η απόσταση μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του σημείου συγκρούσεως (Χ) η οποία, σύμφωνα με τον εξεταστή του δυστυχήματος ήταν 4,70μ. αφετέρου δε η αποδεκτή θέση της ίδιας της εναγομένης ότι στο σημείο συγκρούσεως (Χ) βρισκόταν το δεξιό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της, το πλάτος του οποίου ήταν 1,50μ. καταδεικνύουν, χωρίς περιθώριο αμφιβολίας ότι είχε κινηθεί περί τα 3μ. και πλέον δεξιότερα του σταθμευμένου αυτοκινήτου. Η μαρτυρία της πρωτοκολλητού του επαρχιακού Δικαστηρίου (ΜΕ1) ήταν τυπικής φύσεως και την αποδέχομαι στο σύνολό της. Εξάλλου θα πρέπει να τονίσω ότι υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η ενάγουσα οδηγώντας το αυτοκίνητο της επί της οδού Βούλλας εισήλθε στην οδό Βουλιαγμένης με αριστερή κατεύθυνση, χωρίς να σταματήσει στο αλτ της οδού Βούλλας. Εισερχόμενη στην οδό Βουλιαγμένης συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο της εναγομένης, το οποίο οδηγείτο από την αντίθετη κατεύθυνση, στο σημείο Χ επί του σχεδιαγράμματος. Το πλάτος της οδού Βουλιαγμένης στο σημείο συγκρούσεως είναι 6.80μ. Το σημείο συγκρούσεως Χ απέχει τουλάχιστον 6.20μ. από την αριστερή άκρη της ασφάλτου σε σχέση με την πορεία της εναγόμενης. Βρίσκω και αποδέχομαι ότι το σημείο συγκρούσεως Χ βρίσκεται στην δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία της εναγόμενης. Η εναγόμενη είχε κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει το σταθμευμένο αυτοκίνητο, το οποίο την εμπόδιζε να συνεχίσει ευθεία πορεία. Το σταθμευμένο αυτοκίνητο βρισκόταν στην οδό Βουλιαγμένης, απέναντι περίπου από το αλτ της οδού Βούλλας. Το μήκος του ως άνω αυτοκινήτου ήταν 5 μέτρα. Αμέσως μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της ενάγουσας κατέληξε επί του αριστερού πεζοδρομίου της οδού Βούλλας με την οδό Βουλιαγμένης, σε σχέση με την πορεία της ενάγουσας, στο σημείο Α2 επί του σχεδιαγράμματος. Από το κτύπημα, το αυτοκίνητο της εναγόμενης κινήθηκε προς τα πίσω και κατέληξε στο σημείο Β1 επί του σχεδιαγράμματος. Από τη σύγκρουση υπέστησαν ζημιές και τα 2 ενεχόμενα αυτοκίνητα. Το αυτοκίνητο της ενάγουσας υπέστη ζημιές στο μπροστινό του μέρος και έσπασε επίσης το πίσω αριστερό ελαστικό του. Το αυτοκίνητο της εναγόμενης υπέστη ζημιές στο μπροστινό δεξιό του μέρος. Συμφώνως των ευρημάτων μου η εναγόμενη είχε κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει το σταθμευμένο αυτοκίνητο, το οποίο εμπόδιζε την ευθεία πορεία της. Όμως παρέλειψε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της κοντά στο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Το δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε σε προγενέστερο σημείο της απόφασής του απέρριψε την θέση της ότι οδήγησε το αυτοκίνητο της περί το 1μ. από το σταθμευμένο αυτοκίνητο. Η ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία, σε συνδυασμό με την αποδεκτή θέση της ίδιας ότι στο σημείο συγκρούσεως Χ βρισκόταν το δεξί μέρος του αυτοκινήτου της, η οποία συνάδει απόλυτα με το μέρος που βρίσκονται οι ζημιές στο αυτοκίνητό της, επιμαρτυρεί ότι είχε καταλάβει την αντίθετη πλευρά του δρόμου, σε απόσταση πέραν των 3μ. από το σταθμευμένο αυτοκίνητο. Καμιά επεξήγηση δεν έχει δώσει στο δικαστήριο γιατί άφησε ανεκμετάλλευτο τόσο μεγάλο μέρος του δρόμου, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να οδηγήσει το αυτοκίνητό της πολύ πιο κοντά στο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Είμαι της άποψης ότι δεν ήταν αναγκαίο να καταλάβει την αντίθετη πλευρά του δρόμου, ή τουλάχιστον τόσο μεγάλο μέρος της αντίθετης πλευράς του δρόμου. Συμφώνως των αδιαμφισβήτητων μετρήσεων του εξεταστή του δυστυχήματος, το πλάτος τόσο του δικού της αυτοκινήτου όσο και του σταθμευμένου αυτοκινήτου ήταν 1.50μ. Φυσικά, όπως έχω ήδη αναφέρει, ενώπιον μου δεν υπάρχει μαρτυρία για την απόσταση που χώριζε το σταθμευμένο αυτοκίνητο μέχρι την άκρια του πεζοδρομίου. Όμως τα 4.70μ. που χώριζαν το σταθμευμένο αυτοκίνητο μέχρι το σημείο συγκρούσεως Χ επιμαρτυρούν ότι η εναγόμενη θα μπορούσε να είχε οδηγήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο της προς το κέντρο του δρόμου ή ακόμα να έχει καταλάβει πολύ μικρό μέρος της αντίθετης κατεύθυνσης, κοντά στο κέντρο του δρόμου. Στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, στη σελίδα 380 αναφέρεται ότι: "Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει." Στην υπό εξέταση υπόθεση η αμέλεια της εναγόμενης εστιάζεται στο ότι οδήγησε ολόκληρο το αυτοκίνητο της εντός της αντίθετης πλευράς του δρόμου, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να οδηγήσει το αυτοκίνητό της κοντά στο σταθμευμένο αυτοκίνητο, προς το κέντρο του δρόμου, ή τουλάχιστον καταλαμβάνοντας μικρό μόνο μέρος της αντίθετης πλευράς του δρόμου. Τονίζω επίσης ότι η εναγόμενη είχε καταλάβει την δεξιά πλευρά του δρόμου παρά το ότι πλησίαζε την πάροδο της οδού Βούλλας. Ήταν λοιπόν ορατό το ενδεχόμενο να βρισκόταν αντιμέτωπη με αυτοκίνητα τα οποία δυνατόν να επιχειρούσαν να εισέλθουν στην οδό Βουλιαγμένης από την οδό Βούλλας. Η παράλειψη της εναγομένης να οδηγήσει το αυτοκίνητο της πλησίον του σταθμευμένου αυτοκινήτου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση της σύγκρουσης με το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Όμως και η ενάγουσα δεν είναι άμοιρη ευθυνών στην πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Η αμέλεια της εστιάζεται στο ότι εισήλθε σε δρόμο προτεραιότητας χωρίς να σταματήσει στο αλτ της οδού Βούλλας και ειδικώτερον χωρίς να βεβαιωθεί πρώτα ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Με την ως άνω ενέργεια της αγνόησε τους λογικά προβλεπτούς κινδύνους τόσο για την δική της ασφάλεια, όσο και για την ασφάλεια των άλλων οδηγών. Επιπλέον με την ως άνω ενέργεια της εξέθεσε τον εαυτό της στον κίνδυνο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο εμπόδιζε την ορατότητα της προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η εναγόμενη. Σύμφωνα με την μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος η ορατότητα από το αλτ της οδού Βούλλας προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η εναγόμενη ήταν 50μ. Η απότομη είσοδος της ενάγουσας στην οδό Βουλιαγμένης, χωρίς να σταματήσει στο αλτ της οδού Βούλλας δεν άφησε στην εναγόμενη περιθώρια για να αντιδράσει, εις τρόπο ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Όσον αφορά τον καταμερισμό της ευθύνης έχω αντλήσει καθοδήγηση από την υπόθεση Μιλτιάδη Μιλτιάδους ν. Άριστου Χατζηστεφάνου
(2000)1 ΑΑΔ 1776, η οποία αφορά παρόμοια γεγονότα με αυτά της υπό εξέταση υπόθεσης. Στην υπόθεση αυτή η σύζυγος του εφεσίβλητου οδηγούσε το αυτοκίνητο του συζύγου της επί της οδού Ροτσίδη, η οποία είναι πάροδος της οδού Ετεοκλέους, όπου οδηγούσε το αυτοκίνητο του ο εφεσείοντας. Η σύζυγος του εφεσίβλητου εισήλθε στο κύριο δρόμο, χωρίς να ελέγξει πρώτα την τροχαία κίνηση εντός του κυρίου δρόμου, παρά το ότι είχε ορατότητα πέρα των 200μ. προς αριστερά της, όπου ερχόταν το αυτοκίνητο του εφεσείοντα. Εισερχόμενη η σύζυγος του εφεσίβλητου στον κύριο δρόμο με αριστερή κατεύθυνση, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εφεσείοντα, το οποίο οδηγείτο στην δεξιά πλευρά του δρόμου, παρά το ότι πλησίαζε σε πάροδο και παρά το ότι του παρεχόταν η δυνατότητα να οδηγήσει το αυτοκίνητο του αριστερότερα. Το εφετείο καταμέρισε την ευθύνη κατά ποσοστό 75% στην σύζυγο του εφεσίβλητου, η οποία εξήλθε από την πάροδο και κατά ποσοστό 25% στην εφεσείοντα, ο οποίος οδηγούσε μεν επί του κυρίου δρόμου, αλλά στην αντίθετη πλευρά. Στην υπό εξέταση υπόθεση είμαι της άποψης ότι την μεγαλύτερη ευθύνη για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης φέρει η ενάγουσα για τον λόγο ότι εισήλθε σε κύριο δρόμο χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση και χωρίς να βεβαιωθεί πρώτα ότι ήταν ασφαλές να το πράξει, εις τρόπο ώστε να μην εκθέσει σε κίνδυνο τους οδηγούς, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Έχοντας κατά νου την αυθεντία την οποία αναφέρω πιο πάνω καθορίζω την αμέλεια της σε ποσοστό 75%. Η εναγόμενη θα επωμιστεί το 25% της ευθύνης για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Οι σωματικές βλάβες των εναγουσών Προς απόδειξη των σωματικών βλαβών των εναγουσών έδωσε μαρτυρία ο ορθοπεδικός χειρουργός Σέργης Σεγίου (ΜΕ5) και κατατέθηκαν εκ συμφώνου δύο ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία εκδόθηκαν από το γενικό νοσοκομείο Λάρνακος (βλ. τα τεκμήρια 10 και 11). Επίσης κατατέθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό του ορθοπεδικού Ανδρέα Αντωνιάδη, ο οποίος εξέτασε την ενάγουσα για λογαριασμό της υπεράσπισης (βλ. το τεκμήριο 15). Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι και η ενάγουσα στη μαρτυρία της έκαμε αναφορά στις σωματικές βλάβες τόσο της ίδιας όσο και της κόρης της. Παρουσίασε ακόμα ως μάρτυρα τον φωτογράφο Κύπρο Κυπριανού (ΜΕ3). Η ενάγουσα κατέθεσε ότι μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο ένοιωσε έντονη ζάλη, πονούσε τον αντίχειρα της και είχε γδαρσίματα στα χέρια, στο πιγούνι, στο μάγουλο και στο στήθος. Το μωρό της τραυματίστηκε στο αριστερό μάγουλο, στο μάτι και η μύτη του αιμορραγούσε. Στο νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε υπεβλήθη στις απαραίτητες εξετάσεις καθώς και σε ακτινογραφία θώρακα και αυχένα. Λόγω της έντονης ζάλης και του πονοκεφάλου της τοποθέτησαν αυχενικό κολάρο. Η κατάσταση του παιδιού της ως ευτύχημα ήταν εκτός κινδύνου. Κρατήθηκαν στις πρώτες βοήθειες του γενικού νοσοκομείου Λάρνακας για κάποιες ώρες και απολύθηκαν την ίδια μέρα μετά το μεσημέρι, αφού τους δόθηκε φαρμακευτική αγωγή. Της δόθηκε άδεια ασθενείας μέχρι τις 25/5/2003. Επειδή εξακολουθούσε να έχει ενοχλήσεις στον αυχένα, στη μέση και τον αντίχειρα μετά την ως άνω ημερομηνία αποφάσισε να επισκεφθεί ιδιώτη γιατρό. Στις 27/5/2003 επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον ορθοπεδικό Σέργιο Σεργίου. Ο κος Σεργίου της χορήγησε παυσίπονα και άρχισε να υποβάλλεται σε φυσιοθεραπεία για την μέση της. Επειδή ο πόνος στον αντίχειρα ήταν έντονος της έγινε ακινητοποίηση με νάρθηκα για 10 μέρες και εξακολουθούσε να έχει τον αυχενικό κολάρο για 15 περίπου μέρες. Το μωρό της δεν πήρε ιδιαίτερη φαρμακευτική αγωγή εκτός από παυσίπονα. Ένα περίπου μήνα μετά το δυστύχημα τα γδαρσίματα στο πρόσωπο του μωρού της άρχισαν να υποχωρούν. Εξακολουθεί να έχει προβλήματα με τον αυχένα και την μέση της κατά την αλλαγή των καιρικών συνθηκών, ιδιαίτερα όταν υπάρχει υγρασία, αλλά και μετά από κόπωση. Με τον αυχένα της αντιμετωπίζει πρόβλημα 2-3 φορές τον χρόνο. Το καλοκαίρι του 2007 την πονούσε ο σπόνδυλος της και αναγκάστηκε να κάμνει ενέσεις για να μπορεί να σηκώνεται από το κρεβάτι. Οι μώλωπες έχουν εξαφανιστεί. Ο ΜΕ3 διατηρεί κατάστημα φωτογραφήσεων στη Λάρνακα μαζί με τον πατέρα του. Στις 19/5/2003 φωτογράφησε την ενάγουσα και την κόρη της. Ο πατέρας του από τα αρνητικά εκτύπωσε τις φωτογραφίες (βλ. τα τεκμήρια 7Α και 7Β). Διευκρίνισε ότι η εκτύπωση των φωτογραφιών από τα αρνητικά μπορεί να γίνει από οιονδήποτε. Ο ΜΕ5 κατέθεσε ότι εξέτασε την ενάγουσα και την κόρη της και ετοίμασε ιατρικά πιστοποιητικά (βλ. τα τεκμήρια 12 και 13). Για τελευταία φορά εξέτασε την ενάγουσα 15 μέρες πριν την 22α/4/2008 ημερομηνία που έδωσε την κατάθεσή του στο δικαστήριο. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι η ενάγουσα αποθεραπεύτηκε πλήρως και δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε μετατραυματικό ή μόνιμο κατάλοιπο. Είναι όμως δυνατό να εμφανιστεί πόνος στον αυχένα και τη μέση μετά από κόπωση, υγρασία και αλλαγή του καιρού. Η διόγκωση που παρουσιάζεται στον αριστερό αντίχειρα της ενάγουσας δεν είναι μετατραυματικό κατάλοιπο. Πρόκειται για λιποματώδη διόγκωση. Πρωτίστως θα πρέπει κατά την άποψη μου να εξεταστεί η ιατρική μαρτυρία. Όπως είναι νομολογημένο η ιατρική μαρτυρία θεωρείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα, γι' αυτό και η εξέταση της διέπεται από τις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες τα δικαστήρια εξετάζουν τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων (βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 298). Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφέρω ότι η ειδικότητα του ΜΕ5 ως ορθοπεδικού χειρουργού υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποδέχομαι ότι ο ΜΕ5 έχει και τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και την πείρα που του προσδίδουν την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του έχω να αναφέρω ότι περιέγραψε στο δικαστήριο τα ευρήματα του με λεπτομέρεια, σαφήνεια και ακρίβεια, παρουσιάζοντας την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας και της επιβάτιδας στην πραγματική τους διάσταση χωρίς ίχνος υπερβολής. Αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τα ευρήματα του όπως αυτά περιγράφονται στα 2 ιατρικά του πιστοποιητικά (βλ. τα τεκμήρια 12 και 13). Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμίσω ότι συμφώνησε με τη γνώμη του γιατρού της υπεράσπισης, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα αποθεραπεύτηκε πλήρως και δεν έχει παραμείνει οποιοδήποτε κατάλοιπο. Παραδέχθηκε επίσης απερίφραστα ότι η διόγκωση που παρουσιάζει η ενάγουσα στον αριστερό αντίχειρα δεν είναι μετατραυματικό κατάλοιπο. Επιπλέον τονίζω ότι, όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, για την συγγραφή των πιστοποιητικών του βασίστηκε εν μέρει στα 2 πιστοποιητικά του γενικού νοσοκομείου Λάρνακος, τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου, προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους (βλ. τα τεκμήρια 10 και 11). Όσον αφορά τα ως άνω πιστοποιητικά, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι το περιεχόμενο τους είναι γενικά διατυπωμένο χωρίς να περιγράφουν με λεπτομέρεια και ακρίβεια τα ευρήματα του θεράποντα γιατρού και χωρίς καμιά πρόβλεψη για την εξέλιξη της μετατραυματικής κατάστασης των 2 ασθενών. Για τους ως άνω λόγους δεν θα μπορούσα να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στα ως άνω πιστοποιητικά, σε αντίθεση με τα πιστοποιητικά του ΜΕ5, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν το υπόβαθρο για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα σε σχέση με τραύματα που υπέστησαν οι ενάγουσες, την θεραπεία που ακολούθησαν καθώς και την εξέλιξη της μετατραυματικής τους κατάστασης. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της ενάγουσας που αφορά τις σωματικές της βλάβες έχω να παρατηρήσω ότι η ενάγουσα είχε την τάση να υπερβάλλει, διογκώνοντας τη σοβαρότητα της μετατραυματικής της κατάστασης, η οποία δεν δικαιολογείται από την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία. Αναφέρω ως παράδειγμα τη θέση της ότι κατά το καλοκαίρι του 2007 δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι και έκαμνε ενέσεις για να μπορεί να κινείται. Ομοίως, ούτε και η θέση της ότι η διόγκωση που έχει στον αντίχειρα οφείλεται στον τραυματισμό της από το δυστύχημα θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΕ
- Η μαρτυρία του ΜΕ3 υπήρξε αδιαμφισβήτητη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το περιεχόμενο των 2 φωτογραφιών τις οποίες κατέθεσε (βλ. τα τεκμήρια 7Α και 7Β). Αποδέχομαι ότι οι ως άνω φωτογραφίες απεικονίζουν πιστά την εξωτερική εμφάνιση των εναγουσών κατά τη μέρα του δυστυχήματος. Έχοντας κατά νου την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία καταλήγω σε εύρημα ότι η ενάγουσα συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη διάστρεμμα αυχένος και αντίχειρος, θλάση θώρακος και οσφύος, εγκεφαλική διάσειση, πολλαπλές εκχυμώσεις, θλάσεις και εκδορές στο πηγούνι, το λαιμό, στα χέρια, στα αντιβράχια και τους βραχίονες. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε επώδυνος περιορισμός όλων των κινήσεων του αυχένα και έντονος περιορισμός των κινήσεων της μέσης. Υπήρχε επίσης έντονο οίδημα και περιορισμός στο δεξιό αντίχειρα λόγω ισχυρής θλάσης και διαστρέμματος. Λόγω του έντονου πόνου στον αντίχειρα έγινε ακινητοποίηση του με μαλακό κολάρο για 15 περίπου μέρες και εδόθηκαν ισχυρά παυσίπονα και αντιφλογιστικά. Επίσης έγινε ακινητοποίηση του αντίχειρα με μεταλλικό νάρθηκα για 10 μέρες. Οι εκδορές και τα αιματώματα επουλώθηκαν σε διάστημα 20 ημερών μετά το δυστύχημα. Αρχικά δόθηκε στην ενάγουσα μια εβδομάδα αναρρωτική άδεια. Ακολούθως δόθηκε ακόμα μια εβδομάδα από τον ΜΕ
- Η ενάγουσα παρακολουθείτο από τον ΜΕ5 μέχρι τέλος Ιουλίου
- Κατ' εκείνο το διάστημα εξακολουθούσε να έχει πόνο στον αυχένα και στην μέση. Κατά την τελευταία εξέτασή της 14ης/10/2003 είχε αποθεραπευτεί κατά ένα μεγάλο ποσοστό εξακολουθούσε όμως να υπάρχει πόνος στις ακραίες κινήσει του αυχένα καθώς και έντονος πόνος στη μέση, ο οποίος επιτείνεται μετά από κόπωση, υγρασία και αλλαγή του καιρού. Εξακολουθούσε επίσης να έχει ζαλάδες, ημικρανίες και πονοκεφάλους όταν εργαζόταν για αρκετή ώρα, κάτω από δυνατά φώτα ή στον ήλιο. Τα τραύματα της ενάγουσας υποχώρησαν εντελώς και δεν έχει παραμείνει οποιοδήποτε μετατραυματικό κατάλοιπο. Ωστόσο είναι δυνατόν να εμφανιστεί πόνος στον αυχένα και τη μέση μετά από κόπωση, υγρασία ή κατά την αλλαγή του καιρού. Η επιβάτιδα, συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη εκχυμώσεις στην αριστερή ζυγωματική περιοχή και στην αριστερή πλευρά της μύτης καθώς και κάκωση κεφαλής. Κατά την εξέταση της 5ης/6/2003 τα ως άνω τραύματα είχαν υποχωρήσει. Θα προχωρήσω τώρα στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων, τις οποίες δικαιούνται οι ενάγουσες. Στην υπόθεση Παναγιώτη Παναγή v. Σάββα Κακόψιτου,
(2001)1 ΑΑΔ 839 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας (βλ. Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofis,
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή v. Θεοδώρου
(1992)2 ΑΑΔ 1303, Ηρακλέους v. Πήτρου,
(1994)1 ΑΑΔ 239, Αριστοδήμου v. Θωμά, Π.Ε. 9320 και Βρυωνίδη v. Σοφρωνίου, Π.Ε. 9479, ημερ. 23.09.97). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση (βλ. υπόθεση Παναγή πιο πάνω). Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος». Στην υπόθεση Γρηγόρης Κεζαρίδης v. Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 ΑΑΔ 1373 ο εφεσίβλητος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. ΟΙ πόνοι στον αυχένα και την κεφαλή συνεχίστηκαν για δεκατέσσερις μήνες και για όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο εφεσίβλητος ήταν αναγκασμένος να φορεί κολλάρο και να επισκέπτεται τον γιατρό του περίπου δύο φορές τον μήνα. Για κάποια περίοδο υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποσό ΛΚ6.000 το οποίο επιδικάστηκε πρωτόδικα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, παρατηρώντας όμως ότι το ποσό αυτό ήταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου. Στην υπόθεση Αρετούλλα Μερακλή και άλλος v. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1ΑΑΔ (Β) 1148 ο εφεσίβλητος από το δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη υπέστη θλάση του αυχένα (soft tissue injuries) και μωλώπισμα του δεξιού ώμου. Όμως λόγω προϋπαρχόντων εκφυλιστικών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων του αυχένα, επιδεινώθηκαν οι επώδυνες κακώσεις των μαλακών μορίων. Ο εφεσίβλητος είχε αποθεραπευτεί πλήρως από τις συνέπειες των τραυμάτων του δυστυχήματος, όχι όμως εντός της συνήθους περιόδου ίασης για θλάση του αυχένα, αλλά σε κάποιο επιπρόσθετο χρονικό διάστημα λόγω των εκφυλιστικών οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων που προϋπήρχαν. Πρωτόδικα επιδικάστηκε στον εφεσίβλητο ποσό ΛΚ3.500 ως γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς του από το δυστύχημα. Στην έφεση που ασκήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων σε ΛΚ1.
- Η υπόθεση Μερακλή (ανωτέρω) αποφασίστηκε πριν 12 σχεδόν χρόνια και οι τραυματισμοί που υπέστη ο εφεσίβλητος στην υπόθεση εκείνη ήταν περιορισμένης αλλά και ελαφρύτερης μορφής, από τους τραυματισμούς που υπέστη η ενάγουσα στην υπό εξέταση υπόθεση. Τονίζω ότι στην υπόθεση εκείνη ο εφεσίβλητος είχε υποστεί θλάση του αυχένα και μωλώπισμα του δεξιού ώμου, σε αντίθεση με τους τραυματισμούς που υπέστη η ενάγουσα, οι οποίοι αναμφίβολα είναι περισσότερο εκτεταμένοι. Αναμφιβόλως όμως οι τραυματισμοί της ενάγουσας δεν ήταν της σοβαρότητας των τραυματισμών του εφεσίβλητου στην υπόθεση Κεζαρίδης (ανωτέρω). Στην υπό εξέταση υπόθεση έχοντας κατά νου, αφενός μεν την φύση των τραυματισμών που υπέστη η ενάγουσα, οι οποίοι ως ευτύχημα δεν ήταν τόσο σοβαρής μορφής, την ταλαιπωρία που υπέστη, τον πόνο από τον οποίο υπέφερε, τον χρόνο ο οποίος χρειάστηκε για αποθεραπεία, ο οποίος ξεπέρασε τους 5 μήνες αλλά και το γεγονός ότι έχει αποθεραπευτεί πλήρως, αφετέρου δε τη συνεχή αυξητική τάση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, έτσι ώστε να συμβαδίζουν με τη σύγχρονη αντίληψη για τον ανθρώπινο πόνο, είμαι της άποψης ότι το ποσό των Λ.Κ.3.500 (€5.980,11) είναι δίκαιο και εύλογο να επιδικαστεί στην ενάγουσα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με την επιβάτιδα λαμβάνοντος υπόψη μου αφενός μεν την φύση των τραυματισμών της και ειδικά το ότι επρόκειτο για ελαφριάς και περιορισμένης μορφής τραυματισμούς, οι οποίοι αποθεραπεύτηκαν πλήρως σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφετέρου δε την βρεφική κατά το χρόνο του δυστυχήματος ηλικία της αλλά και τη συνεχή αυξητική τάση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων θεωρώ ότι το ποσό των Λ.Κ. 900 (€1.537,74) ως εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Όσον αφορά τον τόκο επί των γενικών αποζημιώσεων είμαι της άποψης ότι η ανεξήγητη καθυστέρηση των 2 και πλέον χρόνων στην καταχώρηση των αγωγών δικαιολογεί την επιδίκαση τόκου, όχι από της ημερομηνίας γενέσεως του αγώγιμου δικαιώματος αλλά του νόμιμου. Οι ενάγουσες δικαιούνται επίσης να εισπράξουν ως ειδικές αποζημιώσεις το κονδύλι για τα ιατρικά τους έξοδα, το οποίο δηλώθηκε ως κοινά παραδεκτό και ανέρχεται για με την ενάγουσα σε €205 για δε την επιβάτιδα σε €
- Για τα υπόλοιπα κονδύλια των ειδικών ζημιών (εκτός από τις ζημιές του αυτοκινήτου) δεν προσήχθη καμιά μαρτυρία προς τεκμηρίωση τους. Όσον αφορά τις 3 αποδείξεις-τεκμήρια 5, 5Α και 5Β οι οποίες κατατέθηκαν προς απόδειξη της δαπάνης για την αγορά φαρμάκων έχω να αναφέρω ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές για το λόγο ότι δεν συσχετίστηκαν με οποιαδήποτε ιατρική συνταγή του θεράποντα γιατρού, ή τουλάχιστον ότι πρόκειται για φάρμακα που αγοράστηκαν κατόπιν οδηγιών του ή ότι επρόκειτο για φάρμακα που σχετίζονταν με τα τραύματα που υπέστη η ενάγουσα από το δυστύχημα. Οι ζημιές του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα Προς απόδειξη των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα από την επίδικη σύγκρουση κλήθηκε ως μάρτυρας ο σύζυγός της ενάγουσας Μιχάλης Μιχαήλ (ΜΕ4). Κατέθεσε ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Το εν λόγω αυτοκίνητο αγοράστηκε για το ποσό των Λ.Κ.5.500 από την εταιρεία Λώρης Γρηγορίου Μότορς Λτδ με χρήματα τα οποία προήλθαν από τον κοινό λογαριασμό, τον οποίο διατηρούσαν με την σύζυγό του στη ΣΠΕ Καλού Χωρίου στην οποία εργάζεται η σύζυγος του (βλ. τα τεκμήρια 8Α και 8Β). Το αυτοκίνητο αγοράστηκε για να χρησιμοποιείται από τη σύζυγο του, συγκεκριμένα για να μεταβαίνει στην εργασία της. Από το δυστύχημα το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς, όπως του είχαν πει από την ασφαλιστική εταιρεία. Όμως αναγκάστηκε να το επιδιορθώσει επειδή δεν μπορούσε να αγοράσει άλλο αυτοκίνητο κατ' εκείνο το χρόνο. Η επιδιόρθωση του αυτοκινήτου έγινε στο γκαράζ του Μάριου Σατσιά και στοίχισε περί τις Λ.Κ.1500-
- Τα χρήματα που χρειάστηκαν για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου λήφθηκαν από τον κοινό τους λογαριασμό τον οποίο διατηρούσαν στην ΣΠΕ Καλού Χωρίου (βλ. τα τεκμήρια 9Α, 9Β, 9Γ, 9Δ και 9Ε). Η μαρτυρία του ΜΕ4 υπήρξε αδιαμφισβήτητη γι' αυτό γίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο. ΜΕ βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των αποδείξεων και τιμολογίων τα οποία κατατέθηκαν (βλ. τα τεκμήρια 9Α, 9Β, 9Γ, 9Δ, 9Ε) καταλήγω σε εύρημα ότι για την αποκατάσταση των ζημιών του ως άνω αυτοκινήτου πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.1.410 (€2.409,13). Ειδικώτερον πληρώθηκε για εξαρτήματα το ποσό των Λ.Κ.720 (βλ. τα τεκμήρια 9Α, 9Β, 9Γ και 9Δ) και για εργατικά το ποσό των Λ.Κ.690 (βλ. το τεκμήριο 9Ε). Το ως άνω ποσό πληρώθηκε με χρήματα τα οποία προήλθαν από τον κοινό λογαριασμό των δύο συζύγων, τον οποίο διατηρούσαν με την ΣΠΕ Καλού Χωρίου (βλ. την απόδειξη-τεκμήριο 9Δ). Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του υπό αναφορά αυτοκινήτου ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας (ΜΕ4). Στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Γιαπανή
(1969)1 ΑΑΔ 84 αναφέρθηκε ότι και ο οδηγός του αυτοκινήτου νομιμοποιείται υπό προϋποθέσεις να αξιώσει την δαπάνη για την αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου που οδηγούσε, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η ύπαρξη σχέσης παρακαταθήκης, με βάση τα άρθρα 106 και επόμενα του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η οποία απαραίτητα θα πρέπει να δικογραφείται. Στην ως άνω αναφερομένη υπόθεση το εφετείο ανέτρεψε το εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί η σχέση θεματοφύλακα-παρακαταθέτη μεταξύ της οδηγού του αυτοκινήτου και του συζύγου της, που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Ας σημειωθεί ότι στις έγγραφες προτάσεις των εναγόντων δεν γινόταν καμιά αναφορά σε σχέση παρακαταθήκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε όμως ότι η παράλειψη αυτή μπορούσε να θεραπευθεί με την υποβολή αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στην υπό εξέταση υπόθεση η θέση η οποία προωθήθηκε από την ενάγουσα ήταν ότι εδικαιούτο να αξιώσει την δαπάνη της επιδιόρθωσης των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο που οδηγούσε όχι ως θεματοφύλακας του αυτοκινήτου αλλά ως η ιδιοκτήτρια του (beneficiary owner) παρά το ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του συζύγου της. Ας σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο εδικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Θα πρέπει ακόμα να τονίσω ότι στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση παραδέχεται μεν ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου ήταν ο σύζυγός της, ισχυρίζεται όμως ότι η ίδια ήταν η ιδιοκτήτρια και η επικαρπούμενη τη χρήση του οχήματος και εδικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ανά πάσα στιγμή, αυτή δε υπέστη τη ζημιά της επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου και μέσω του συζύγου της πλήρωσε το κόστος της επιδιόρθωσης. Κάτω από τα δεδομένα τα οποία περιγράφω αμέσως πιο πάνω είμαι της άποψης ότι δεν μου παρέχεται περιθώριο για να καταλήξω σε εύρημα ότι είχε δημιουργηθεί σχέση παρακαταθήκης μεταξύ της ενάγουσας και του συζύγου της. Κατ' επέκταση δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 140 του Κεφ. 149 το οποίο προβλέπει για το δικαίωμα του θεματοφύλακα να λάβει δικαστικά μέτρα, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και ο παρακαταθέτης, εναντίον τρίτου προσώπου το οποίο προκαλεί βλάβη στα αγαθά που έχει στην κατοχή του. Θα ήθελα να προσθέσω ακόμα ότι ούτε και ο ισχυρισμός της ότι επιβαρύνθηκε η ίδια τη ζημιά της επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός για το λόγο ότι όπως αποκάλυψε η ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία τα χρήματα για την πληρωμή της δαπάνης επιδιόρθωσης των ζημιών του αυτοκινήτου λήφθηκαν από τον κοινό λογαριασμών των 2 συζύγων, στον οποίο κατέθετε τον μισθό του και ο σύζυγος της ενάγουσας (ΜΕ4). Για τον ίδιο λόγο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ούτε και ο ισχυρισμός της ότι είναι η ιδιοκτήτρια (beneficiary owner) του αυτοκινήτου, αφού όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το αυτοκίνητο αγοράστηκε από τον σύζυγο της ενάγουσας με χρήματα που λήφθηκαν από τον ως άνω κοινό τους λογαριασμό. Για τους λόγους που επεξήγησα πιο πάνω καταλήγω ότι η ως άνω αξίωση της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί. Κατάληξη μου είναι ότι η ενάγουσα και η επιβάτης δικαιούνται στην προς όφελος τους έκδοση απόφασης για τα ποσά των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, τα οποία περιγράφονται σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου, μειωμένα όμως κατά το ποσοστό ευθύνης της ενάγουσας. Κατ' επέκταση η μεν ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το συνολικό ποσό των €1.546,28 ήτοι €1.495,03 γενικές αποζημιώσεις και €51,25 ειδικές αποζημιώσεις, η δε επιβάτης σε απόφαση για €401,44 ήτοι €384,44 γενικές αποζημιώσεις και €17,00 ειδικές αποζημιώσεις. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδονται αποφάσεις υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης ως ακολούθως: (α) Στην αγωγή υπ' αριθμό 2248/05 για ποσό €1.546,28 πλέον νόμιμο τόκο. (β) Στην αγωγή υπ' αριθμό 2249/05 για ποσό €401,44 πλέον νόμιμο τόκο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων να κατατεθεί σε έντοκο λογαριασμό επ' ονόματι της ανήλικης με οποιοδήποτε τραπεζικό ή συνεργατικό ίδρυμα, η σχετική δε απόδειξη κατάθεσης να κατατεθεί στο φάκελο του δικαστηρίου εντός 1 μηνός από της είσπραξης του ποσού. (γ) Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο