← Κύπρος

Ανδρέα Ανδρέου ν. Γεώργιου Χριστοδούλου Ττοουλή, Αρ. Αγωγής: 718/09, 21 Απριλίου, 2009

Ανδρέα Ανδρέου ν. Γεώργιου Χριστοδούλου Ττοουλή, Αρ. Αγωγής: 718/09, 21 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 718/09 Μεταξύ: Ανδρέα Ανδρέου εκ Λεμεσού, Ενάγοντα και Γεώργιου Χριστοδούλου Ττοουλή εκ Λευκάρων, Εναγόμενου ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12.3.2009 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗ ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12.3.2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21 Απριλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: Ο κ. Χρ. Σ. Χριστοφόρου. Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Στ. Κ. Στυλιανού. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας (στο εξής Αιτητής) με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 Κ.6) ημερομηνίας 12.3.09 αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου (στο εξής Καθ΄ ου η αίτηση) το ποσό των €82.026,53 το οποίο αντιπροσωπεύει την συνεισφορά του στην ανέγερση και αποπεράτωση της οικίας, εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 35781, τεμάχιο 169, Φ/Σχ XLIX και του ακινήτου 37566, τεμάχιο 1170, Φ/Σχ. XLIX στην οδό Πετράκη Κυπριανού 11 στα Πάνω Λεύκαρα ιδιοκτησίας του Καθ΄ ου η αίτηση, όταν ήταν νυμφευμένος με την θυγατέρα του Καθ΄ ου η αίτηση. Την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή, δηλαδή στις 12.3.09, ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση, η οποία ορίστηκε την ίδια ημέρα, με την οποία αιτείτο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ΄ ου η αίτηση να εκποιήσει, πωλήσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει ή άλλως πως αποξενώσει και/ή επιβαρύνει την αναφερθείσα πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία μέχρι εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 12.3.09 το Δικαστήριο εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 20.3.
  2. Στις 20.3.09 εμφανίστηκε δικηγόρος για τον Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος έφερε ένσταση στην συνέχιση της ισχύς του διατάγματος και ως εκ τούτου ορίστηκε δι΄ ακρόαση στις 31.3.09 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τις 27.3.
  3. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 27.3.09 όμως στις 31.3.09 ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους του δικηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση και αφού δεν υπήρχε ούτε ένσταση εγκρίθηκε το αίτημα για αναβολή και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 7.4.09 ότε και ολοκληρώθηκε. Η ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 κ.1,2,3,4,5,6,7,8

(1)(SS)
(2)
(3)
(4), 9, 10, 11, 12, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης εκτίθεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση, ημερομηνίας 12.3.2009 και των επισυνημμένων μ΄ αυτή τεκμήρια. Τους ισχυρισμούς και περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο τους θέτει ενώπιον και υπόψη του, γι΄ αυτό και κατωτέρω θα καταγραφεί σε συντομία μόνο η ουσία των ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης χωρίς λεπτομέρειες, ούτως ώστε να καταστεί αντιληπτό το αντικείμενο της υπόθεσης. Ο Αιτητής μετήλθε σε αρραβώνα με την Ασήμω Χριστοδούλου, την θυγατέρα του Καθ΄ ου η αίτηση τον Ιανουάριο του 1995 και στις 13.7.96 τέλεσαν τον γάμο τους στον Ιερό ναό Τιμίου Σταυρού στα Λεύκαρα. Από τον γάμο τους απέκτησαν μια θυγατέρα που γεννήθηκε στις 4.1.
  1. Ο αναφερθείς γάμος λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 29.10.
  2. Κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ο Αιτητής επαγγέλετο τον οικοδόμο και κέρδιζε €256,29 σεντ εβδομαδιαίως. Ο Καθ΄ ου η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με την παρούσα αγωγή αλλά μέχρι και σήμερα είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των προαναφερθέντων ακινήτων. Μετά τον αρραβώνα του Αιτητή με την θυγατέρα του Καθ΄ ου η αίτηση, με προοπτική το γάμο και αφού του το ζήτησε ο Καθ΄ ου η αίτηση και η θυγατέρα του, άρχισε την ανέγερση μιας οικίας εντός των τεμαχίων αυτών, που προορίζετο για την συζυγική τους εστία. Η συνεισφορά του Αιτητή σε μετρητά, προσωπική εργασία και δωρεά προς αυτόν εργασίας του πατέρα του κατά την ανέγερση μέχρι και την αποπεράτωση ανήλθε στο συνολικό ποσό των €82.026,53 σεντ το οποίο καταγράφεται αναλυτικά στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσής του. Παρά τις οχλήσεις του προς τον Καθ΄ ου η αίτηση για καταβολή του πιο πάνω ποσού μέχρι σήμερα αρνείται να το πράξει. Το ποσό όμως αυτό το δικαιούται με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και για αιτία που απέτυχε. Λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και τη μονομερούς αίτησης πληροφορήθηκε από τον Καθ΄ ου η αίτηση ότι προτίθετο να μεταβιβάσει την αναφερθείσα οικία στην θυγατέρα του και ως εκ τούτου ήταν επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα υποστεί καμία ανεπανόρθωτη ζημιά ο Καθ΄ ου η αίτηση ή εν πάση περιπτώσει η ζημιά που πιθανόν να υποστεί θα είναι πολύ μικρότερη από τη ζημιά που θα υποστεί ο Αιτητής σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και θα είναι πολύ δύσκολο ως αδύνατο να απονεμηθεί μεταγενέστερα δικαιοσύνη. Η αγωγή του έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ.1,2 και 4, Δ.64 Κ.1 και 2, Δ.39 Κ.1-21, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: 1) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. 2) Ότι ο Ενάγων/Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ή και να αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά στο Δικαστήριο όλα ή και όλα τα σχετικά και ουσιώδη με την αίτηση γεγονότα ή και αποστέρησε το Δικαστήριο από την γνώση των ουσιωδών γεγονότων. 3) Ότι ο Ενάγων/Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ή και να αποκαλύψει στο Δικαστήριο πλήρως και ειλικρινά γεγονότα που να καταδεικνύουν ή και να δικαιολογούν το κατεπείγον του αιτήματος του. 4) Ότι ο Ενάγων/Αιτητής δεν έχει έλθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια («He who comes into equity must come with clean hands»). 5) Ότι, με βάση τα ισχυριζόμενα γεγονότα, δεν υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα/Αιτητή. 6) Ότι, και εάν ακόμα υπήρχε πιθανότητα ο Ενάγων/Αιτητής να δικαιούτο σε θεραπεία, γεγονός το οποίο απορρίπτεται από τον Εναγόμενο, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή και επειδή θα υπήρχε η δυνατότητα κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του Ενάγοντα με την επιδίκαση αποζημιώσεων, ο δίκαιος υπολογισμός των οποίων θα ήταν δυνατός. 7) Ότι ο Ενάγων/Αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα στην προώθηση της αίτησης του. 8) Ότι δεν πληρούνται και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και/ή των άρθρων 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. 9) Ότι η αμφισβητούμενη αίτηση και συνημμένη ένορκη δήλωση είναι ελαττωματικές ή και παράτυπες, επειδή δεν συνάδουν με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και νομικές διατάξεις και αρχές. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση με την οποία επισυνάπτονται έντεκα
(11)φωτοαντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας. Συνοπτικά και περιεκτικά περιέχονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση: Καταρχάς να αναφερθεί ότι παραδέχεται τις παραγράφους 1 - 5 και 7 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση και αρνείται τους ισχυρισμούς των υπολοίπων παραγράφων. Μετά τον αρραβώνα της θυγατέρας του με τον Αιτητή άρχισε την ανέγερση μιάς οικίας εντός των αναφερθέντων τεμαχίων με σκοπό να την παραχωρήσει στην θυγατέρα του όπως της υποσχέθηκε. Η οικία αποπερατώθηκε τον Ιούνιο του 1998 αποκλειστικά με δικά του χρήματα που προέρχοντο από οικονομίες και δάνεια καθώς και κάποιες εργασίες από τον ίδιο και μέλη της οικογένειάς του. Ο Αιτητής, που ασχολείτο και με άλλες εργασίες εκτός από οικοδομές, δεν είχε καμία ανάμειξη στην σταδιακή ανέγερση της οικοδομής εκτός ότι συνέβαλε μόνο, μαζί με μέλη της οικογένειάς του Καθ΄ ου η αίτηση, (α) στην απόρριψη αχρήστων υλικών από το χώρο της κατοικίας, (β) στο μπογιάτισμα της και (γ) στην εγκατάσταση μέρους της κεντρικής θέρμανσης. Το δάνειο που ο Αιτητής έλαβε από την ΣΠΕ Λευκάρων το 2005 δεν έχει καμία σχέση με την ανέγερση της οικίας αφού αυτή αποπερατώθηκε τον Ιούνιο του 1998 αλλά και γιατί τούτο το χρησιμοποίησε για προσωπικούς του σκοπούς. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά την διάρκεια συμβίωσης του Αιτητή με την θυγατέρα του Καθ΄ ου η αίτηση αγόρασε και άλλαξε έξι
(6)αυτοκίνητα. Αρνείται ότι ο Αιτητής συζήτησε μαζί του για δήθεν απαίτησή του για την οικία και αναφέρει ότι για πρώτη φορά ήγειρε στην θυγατέρα του το θέμα της εγκατάστασης του αναφερόμενου συστήματος το έτος 2007 όταν είχαν τις μεταξύ τους διαφορές. Για πέντε
(5)περίπου χρόνια πριν την διάσταση με την θυγατέρα του αλλά και μετά απ΄ αυτήν δεν είχε καμία επικοινωνία μαζί του. Αναληθής είναι και ο ισχυρισμός ότι λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης για έκδοση του επίδικου διατάγματος είχε μαζί του συνομιλία και τον πληροφόρησε ότι προτίθετο να μεταβιβάσει την οικία στη θυγατέρα του αφού τελευταία φορά που συνομίλησε μαζί του ήταν το Μεγάλο Σάββατο του 2007 που συμφιλιώθηκε με την θυγατέρα του και μαζί τους. Αναληθής είναι και ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν έχει άλλη αξιόλογη περιουσία, εκτός από την οικία, ο Καθ΄ ου η αίτηση αφού γνωρίζει ότι έχει καλή οικονομική κατάσταση αφού είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης εργαστηρίου αργυροχοίας εδώ και 45 χρόνια και η συνολική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του είναι πέραν των €500.000 . Ο Αιτητής δεν έχει καλή βάση αγωγής ή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επίσης δεν ευσταθεί ότι δεν θα ικανοποιηθεί σε περίπτωση απόφασης υπέρ του Αιτητή ή ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ή ότι δεν θα απονέμετο δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν ακυρωθεί το διάταγμα. Ακόμη ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων σχετικά με το κατεπείγον και όχι μόνο μ΄ αυτό. Τέλος υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Ως εκ των πιο πάνω το διάταγμα είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμο και πρέπει να ακυρωθεί. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος του Αιτητή με αναφορά στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση εισηγήθηκε ότι ακόμη και με βάση αυτή, παρ. 6 της ένορκης δήλωσης, κάποια συνεισφορά δεν αμφισβητείται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Το δάνειο έγινε το 1999 σύμφωνα με το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση του Αιτητή και όχι το 2005 που ισχυρίζεται ο Καθ΄ ου η αίτηση. Επομένως υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και ως εκ τούτου πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Επειδή δεν υπάρχει εκτίμηση για την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του Καθ΄ ου η αίτηση ούτε και αν εξόφλησε το δάνειο που έκανε και ούτε υπάρχει δέσμευση ότι δεν θα αποξενώσει αυτή, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή καταδεικνύεται ότι δεν είναι φερέγγυο άτομο και σε περίπτωση αποξένωσης της περιουσίας του, εάν ακυρωθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Τέλος ο Αιτητής αποκάλυψε όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και ως εκ τούτου το διάταγμα πρέπει να καταστεί απόλυτο. Ο συνήγορος του Καθ΄ ου η αίτηση στην δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι: (α) ο Αιτητής δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια και είπε ψέματα όταν ανέφερε στην ένορκη δήλωση του ότι λίγες ημέρες πριν την έκδοση του διατάγματος είχε μιλήσει με τον Καθ΄ ου η αίτηση που του είπε ότι θα μεταβίβαζε την οικία στη θυγατέρα το, αφού τούτο το γεγονός αντικρούεται από ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση, στην οποία αναφέρεται ότι περί τα δύο χρόνια τώρα, από το Μεγάλο Σάββατο του 2007, δεν μίλησε με τον Αιτητή. Αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε αδιαμφισβήτητος αφού δεν αντεξετάστηκε ο Καθ΄ ου η αίτηση. (β) Ένεκα τούτου επομένως καταρρέει και το κατ΄ επείγον στην έκδοση του διατάγματος. (γ) Εάν ήθελε να αποξενώσει την περιουσία του ο Καθ΄ ου η αίτηση θα το έπραττε στους δεκαεπτά
(17)περίπου μήνες από την ημέρα έκδοσης του διαζυγίου. (δ) Έχει οικονομική άνεση καθώς και ακίνητη ιδιοκτησία ως φαίνεται από τα επισυνημμένα αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ως εκ τούτου μπορεί να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εάν ήθελε εκδοθεί εναντίον του. (ε) Τέλος εισηγείται ότι με όσα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πληρείται καμία προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η μονομερής αίτηση έχει ως νομική βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ.1 έως 8
(1)
(55)
(2)
(3)
(4), 9, 10, 11 και 12 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που την υποστηρίζουν περιλαμβάνονται στη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα επισυναπτόμενα με αυτές τεκμήρια. Η ένσταση έχει ως νομικό θεμέλιο το αναφερθέν άρθρο 32 του Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 της Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6, τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Κ. 1, 2, και 4, την Δ.64 Κ.1 και 2 και Δ.39 Κ1-21, και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως υπόβαθρο γεγονότων αποτελεί η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τα επισυναπτόμενα μ΄ αυτή τεκμήρια. Είναι βασική αρχή του δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει όλους τους διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 9 εδάφιο
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σημειώνω εδώ ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγόμενου ή σε σχέση με την οποία ο εναγόμενος δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και βέβαια δεν αναφέρεται σε ακίνητη περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο πιο πλατιά εξουσία που δεν υποβάλλεται σε περιορισμούς αναφορικά με το ποιο μπορεί να είναι το αντικείμενο ή το περιεχόμενο του διατάγματος. Εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει, σε κάθε πολιτική διαδικασία οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό ή προστακτικό, αν αυτό κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο. Αυτή η γενική διατύπωση του άρθρου 32 έχει ερμηνευθεί με τρόπο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν εξαιρούνται από τα διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν δυνάμει του άρθρου 32, τα διατάγματα που προσδιορίζονται ρητά από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520). Συνεπώς, θα εξεταστεί, το εκδοθέν διάταγμα, στα πλαίσια του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Μια ακόμα σημείωση επί του προκειμένου που σχετίζεται με τη διατύπωση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Με τον όρο «απαγορευτικό διάταγμα» σκοπεύεται η απόδοση του όρου «injunction», με τον όρο «παρεμπίπτον» σκοπεύεται η απόδοση του όρου «interlocutory», με τον όρο «διηνεκές» σκοπεύεται η απόδοση του όρου «perpetual» και με τον όρο «προστακτικό» σκοπεύεται η απόδοση του όρου «mandatory». Για την επιτυχή κατάληξη της αίτησης δυνάμει του αναφερθέντος άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρεται σ΄ οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να πληρούνται οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (A) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. (Γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd & Another
(1982)1 C.L.R. 557) Τέλος, εάν πληρούνται οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα (Βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 132). Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που τέθηκαν απ΄ αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά στις εν λόγω υποθέσεις. (Βλ. Stavrinou v. Asproghenis
(1985)1 C.L.R. 341). Αρκούμαι να αναφέρω μερικές απ΄ αυτές όπως, για παράδειγμα, τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Αcropol Shipping Co. Ltd & others v. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585, Geo M. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 55, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χ¨Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Cyprus Sulphur and Copper Co. Ltd κ.α. v. Παραρλάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Πουργουρίδη κ. α. v. Μεζού κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, A.B.P. Holdings Ltd v. Ανδρέα Κυταλίδη κ.α. (Νο2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska A.D,. Πολιτική Έφεση 10042 ημερομηνίας 23.02.1999, Χριστοδούλου v. Antoniou, Πολιτική Έφεση 10244 ημερομηνίας 28.09.1999, Ahmaz Zein κ.α. v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας, Πολιτική Έφεση 104940 ημερομηνίας 27.04.2000, Αντωνία Παναγίδου κ.α. v. Μαρία Παναγίδου κ.κ., Πολιτική Έφεση 10207 ημερομηνίας 30.03.2001, Τσιαντη v. Hellenic Bank (Investments) Ltd, Πολιτική Έφεση 10914 ημερομηνίας 18.12.2001, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002 και SPIDERTRADE LTD v. Χ¨Γαβριήλ, Πολιτική Έφεση 15481, ημερομηνίας 10.02.2003. Από την υπόθεση Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό το Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ¨Βασίλη, Πολιτική Έφεση 7755, ημερομηνίας 13.04.1989). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται τέτοιου αιτήματος πρέπει να αποφεύγει να κρίνει την ουσία της αγωγής. Η προσέγγιση της μαρτυρίας έχει ως σκοπό μόνο τη διακρίβωση της ύπαρξης ή μη των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). (A) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (Βλ. Odysseos v. Pierís Estates Ltd & other
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.ά. v. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ Ή ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Η προϋπόθεση, όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδιστεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ του. Επίσης το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα, την αρχή ότι είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά ή ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής έτσι ώστε ν΄ αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Tόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και την υπόθεση Re Χ¨Κωνσταντή
(1988)1 Α.Α.Δ. 2187). Το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. Αίτηση για ένταλμα Certiorari Αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν΄ αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (No.2) v. Σαββίδης
(1979)1 A.A.Δ. 349, σελ. 367-371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 W.L.R. 1350, σελ. 1356-1357, που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 285-266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264-265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of USA v. Enans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, όπου στη σελίδα 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Στην απόφασή του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO. LIMITED κ.α., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30.05.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO. LIMITED κ.α. (ανωτέρω):- (σελ. 4). Στην Πολιτική ΄Εφεση 10808 Δήμος Πάφου v. Σοφοκλή Βοσκού, ημερ. 23.08.01 λέχθηκαν τα εξής: «Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ πάρτε, Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων το τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η πρώτη υπόθεση που κωδικοποίησε τις αρχές για τη χορήγηση διαταγμάτων mareva ήταν η Third Chandris Shipping Corporation v. Unimarine S.A.
(1979)1 Q.B. 645 (εφετειακή απόφαση). Η υποχρέωση αποκάλυψης ήταν η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε. Και εναπόκειτο στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.» Είναι χρήσιμη, στο σημείο αυτό, η αναφορά σε σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του Marks S.W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, στη σελ. 71 υπό τον τίτλο "Lack of full disclosure". «Υπό τις συνθήκες, η εισήγηση πως η μη αποκάλυψη της παραγράφου 26 της φορτωτικής δεν ήταν ουσιώδης είναι λανθασμένη. Χρειαζόταν, αν είχε ενημερωθεί το Δικαστήριο, όπως υπέμνησε ο δικηγόρος του πλοίου, να προσαχθεί από την ενάγουσα μαρτυρία, που θα φανέρωνε τους λόγους για τους οποίους θα μπορούσε να παραγκωνισθεί η συμφωνία των διαδίκων μερών για αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της ξένης χώρας. Η ύπαρξη της ρήτρας ήταν ουσιαστικός παράγων διαμόρφωσης της κρίσης του δικαστηρίου για έκδοση του εντάλματος. Η παρούσα είναι από τις χειρότερες περιπτώσεις απόκρυψης. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για ακύρωση της παρασχεθείσας θεραπείας. Ακυρώνω διά του παρόντος το ένταλμα σύλληψης και συνακόλουθα και την παρασχεθείσα εγγύηση. Με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας». Αυτό το οποίο διαπιστώνεται από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι νομολογημένο ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο διότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Τα ίδια ειπώθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. (Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka A.D. Πολιτική Έφεση 10042, ημερομηνίας 23.02.1999, απόφαση πλειοψηφίας T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159, ημερομηνίας 20.11.2002 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α., Πολιτική Έφεση 11156, ημερομηνίας 19.12.2002). Στην πρώτη (Biogradska Banka) ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδης στη σελίδα 12 διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της Έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της». Στην υπόθεση (T.A. Micrologic consultants Ltd) ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεών μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Στην υπόθεση (Parico Aluminium Design Ltd), ο έντιμος Δικαστής κ. Καλλής υιοθέτησε το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση T.A. Micrologic και παράπεμψε επίσης στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Nacantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653, όπου λέχθηκε ότι «. το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδώσει το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.». Σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων όμως επιτρέπεται όπως μια ένορκη δήλωση περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους. Συνήθως δε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση «ορκίζομαι να αναφέρω τα πιο κάτω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι ως αληθινά». (Βλ. Δ.39 κ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd, Πολιτική Έφεση 9984, ημερομηνίας 29.10.1999. Όταν εξετάζεται μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής στο στάδιο εκείνο πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται μονομερώς εξέτασή της, στην απουσία δηλαδή του αντιδίκου. Στην υπόθεση RESOLA (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598. «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφ΄ όσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση Δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση In Re Stavros Hotel Apartment Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και την υπόθεση In Re B.P. (Cyprus) Ltd 1 Α.Α.Δ. 861, 864 αναφέρθηκε ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σχετική είναι και η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 σελ. 1462. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε και επαναλήφθηκε στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και υπόθεση Κώστας Χ¨Γαβριήλ v. Λευκόνικο Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. ΕΞΕΤΑΣΘΕΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ
(1)Ο ΑΙΤΗΤΗΣ ΔΕΝ ΗΛΘΕ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΧΕΡΙΑ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και των επισυνημμένων μ΄ αυτές τεκμήρια που συνόδευαν την αίτηση και την ένσταση, αφού ούτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ζητήθηκε να καταχωρηθεί ούτε ζητήθηκε να αντεξεταστούν οι ενόρκως δηλούντες. Η εισήγηση ότι ο Αιτητής δεν ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια προωθήθηκε στη βάση των ισχυρισμών του Καθ΄ ου η αίτηση, που παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι, κατά την άποψη του συνηγόρου του, ότι ουδεμία συνάντηση είχε με τον Αιτητή λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του για μη αποξένωση της αναφερθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας, αφού από το Μεγάλο Σάββατο του 2007, δηλαδή δύο περίπου χρόνια τώρα, δεν έχουν συναντηθεί, στο γεγονός ότι η ακίνητη περιουσία που διαθέτει, ως φαίνεται και από τα έντεκα
(11)τεκμήρια που επισύναψε με την ένορκη δήλωσή του, είναι αξιόλογη περιουσία, που ως ισχυρισμός του μαζί με την αναφερθείσα ακίνητη ιδιοκτησία, ανέρχεται στις €500.000 και τέλος ότι διαθέτει επιχείρηση αργυροχοϊας για πολλά χρόνια, τα οποία γεγονότα δεν αποκάλυψε ο Αιτητής. Επομένως έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς του Αιτητή που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και αυτών του Καθ΄ ου η αίτηση που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, οι οποίοι δεν αντικρούσθηκαν και παρέμειναν χωρίς απάντηση και χωρίς αντεξέταση του Καθ΄ ου η αίτηση για να προβληθούν οι θέσεις και ισχυρισμοί του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι ο γενικός και ασαφής ισχυρισμός του Αιτητή, αφού δεν αναφέρει τις συνθήκες και λόγους που συναντήθηκαν, ότι λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής είχε συνομιλήσει με τον Καθ΄ου η Αίτηση και του ανέφερε ότι θα μεταβίβαζε την οικία στην θυγατέρα του, ήταν ένα μεγάλο ψέμα για να αιτιολογήσει από την μια το κατεπείγον και από την άλλη να παραπλανήσει το Δικαστήριο μη αποκαλύπτοντας την πραγματική αλήθεια. Επίσης απέκρυψε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση διαθέτει επιχείρηση αργυροχοϊας για σαράντα πέντε χρόνια, ένα γεγονός που σίγουρα γνώριζε ως πρώην γαμπρός του, όπως και ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση διαθέτει μεγάλης αξίας ακίνητη ιδιοκτησία ως καταδεικνύεται από τα αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας που επισυνάφθηκαν με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και σίγουρα γνώριζε, αλλά αν όχι, με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει. Ως εκ των πιο πάνω καταδεικνύεται ότι κατά την έκδοση του διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων. Επομένως το Δικαστήριο λέει στον Αιτητή δεν σας ακούω πλέον. Κατά συνέπεια το διάταγμα ακυρώνεται και μόνο γι΄ αυτό το λόγο. Παρόλο την πιο πάνω καταλυτική κατάληξη του Δικαστηρίου θα εξετάσω και τα άλλα θέματα που ηγέρθηκαν σε περίπτωση που το Δικαστήριο έσφαλε για την πιο πάνω κατάληξή του.
(2)ΤΟ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Όπως ήδη έχει αναφερθεί, όταν αμέσως πιο πάνω εξετάζετο το θέμα ότι ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι είχε συνομιλήσει με τον Καθ΄ ου η αίτηση λίγες ημέρες πριν την καταχώριση της αγωγής και της μονομερούς αίτησης αμφισβητήθηκε και αντικρούσθηκε από τον Καθ΄ ου η αίτηση ότι τέτοια συνομιλία δεν έγινε αφού εδώ και δύο χρόνια περίπου δεν συναντήθηκε με τον Αιτητή. Το βάρος ήταν στον Αιτητή να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι έγινε η συνομιλία με τον Καθ΄ ου η αίτηση και του ανέφερε ότι θα μεταβίβαζε την οικία στη θυγατέρα του. Τούτο όμως απέτυχε να το αποδείξει είτε προβάλλοντας σε μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που θα εδίδετο άδεια από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί, τις λεπτομέρειες, τι συνθήκες και τους λόγους που συνευρέθηκαν είτε μέσω της αντεξέτασης του Καθ΄ ου η αίτηση η προώθηση του δικού του ισχυρισμού και από την άλλη ο κλονισμός της αξιοπιστίας του Καθ΄ ου η αίτηση. Όμως ούτε το ένα έγινε ούτε το άλλο. Εκείνο το οποίο το Δικαστήριο διαπιστώνει, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι ότι η αναφορά του Αιτητή στην ένορκη δήλωσή του ότι συνομίλησε λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής με τον Καθ΄ ου η αίτηση, τέθηκε για να δύναται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο με την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 12.3.09, έτσι που να φαίνεται ότι ενέργησε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία που υποτίθεται ότι έλαβε γνώση για την προτιθέμενη αποξένωση της οικίας από τον Καθ΄ ου η αίτηση, και για κανένα άλλο λόγο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον. ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 (Α) ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Ως αιτία αγωγής προβάλλεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και/ή ότι το ποσό της αξίωσης δόθηκε για αιτία που έπαυσε να υφίσταται. Αν και το πόσο που αξιώνεται αμφισβητείται, και δεν υπεισέρχομαι βαθύτερα στα όσα προβάλλονται από τον Καθ΄ ου η αίτηση, παραδέχεται εντούτοις στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης του ότι ο Αιτητής συνέβαλε στην απόρριψη των αχρήστων υλικών από το χώρο της κατοικίας, στο μπογιάτισμα της και στην εγκατάσταση μέρους της κεντρικής θέρμανσης. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση είτε αυτό είναι του ύψους της διαφοράς που ισχυρίζεται ο Αιτητής είτε μικρής αξίας της διαφοράς που ισχυρίζεται ο Καθ΄ ου η αίτηση. (Β) ΟΡΑΤΗ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω κατά την εξέταση του θέματος κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, γίνεται φανερό ότι στην βάση αγωγής που αναφέρθηκε ανωτέρω υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται και στην εξέταση του θέματος για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού ο Καθ΄ ου η αίτηση παραδέχεται έστω και μικρής φύσεως συνεισφορά εκ μέρους του Αιτητή στην ανέγερση της οικίας. Επομένως πληρείται αυτή η προϋπόθεση. (Γ) ΔΥΣΚΟΛΟ ΄Η ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΑΠΟΝΕΜΗΘΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΣΤΑΔΙΟ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΚΔΟΘΕΙ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Τέτοια περίπτωση είναι όταν ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής κατέγραψε με ακρίβεια την συνεισφορά του στην ανέγερση της οικίας την οποία αξιώνει από τον Καθ΄ ου η Αίτηση. Ως εκ τούτου δεν είναι αυτή η περίπτωση μας. Μια άλλη περίπτωση είναι εκείνη όταν η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής περιουσίας, θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα η εκτέλεση της απόφασης που πιθανό να εκδοθεί υπέρ του. Δεν υπάρχει ο,τιδήποτε που συνηγορεί ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν θα μπορεί να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό που τυχόν αποφασίσει το Δικαστήριο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Απεναντίας ο Καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον του και είναι φερέγγυος στις συναλλαγές του. Επίσης ουδεμία χειροπιαστή πληροφορία υπάρχει ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση θα αποξενώσει το ακίνητο. Άλλωστε απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό ως παντελώς αναληθή. Από τα πιο πάνω καταδεικνύεται ότι η Τρίτη(Γ) προϋπόθεση δεν πληρείται. (Δ) ΕΥΛΟΓΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ Η προϋπόθεση αυτή εξετάζεται μόνο όταν πληρούνται και οι τρεις
(3)πιο πάνω προϋποθέσεις. Αφού η Τρίτη(γ) προϋπόθεση δεν πληρείται δεν τίθεται θέμα εξέτασης του εύλογου και δίκαιου της έκδοσης του διατάγματος.
(4)ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΟΥ ΚΕΦ. 6 Εξετάζοντας και τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος υπό το πρίσμα του άρθρου 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 σύμφωνα με το οποίο δεν εκδίδεται τέτοιο διάταγμα εκτός εάν (α) ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την αποξένωση σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης κρίνω με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και δεν χρειάζεται να επαναλάβω, ότι δεν πληρείται η δεύτερη (β) προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για έκδοση του διατάγματος. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι το διάταγμα δεν θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ. Κατά συνέπεια, το ΔΙΑΤΑΓΜΑ ημερομηνίας 12.3.2009 ακυρώνεται και παύει να ισχύει με έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.