ΣΟΝΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ, Αγωγής: 1104/04, 30 Απριλίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Αρ, Αγωγής: 1104/04 ΣΟΝΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστές της Περιουσίας του Αποβιώσαντα ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ενάγοντες και ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενος και ΠΑΥΛΟΣ Χ " ΓΕΩΡΓΙΟΥ Τριτοδιάδικος ______________________________________________________ Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2009. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ν. Δαμιανού για Χάρη Μ. Κυριακίδη. Για Εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου και Σία. Για Τριτοδιάδικο: κ. Γ. Γεωργίου για Λ. Παπαφιλίππου και Σία ______________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα Αγωγή αφορά σε απαίτηση για Αποζημιώσεις συνεπεία θανατηφόρου αυτοκινητικού δυστυχήματος. Το εν λόγω δυστύχημα επεσυνέβη στις 24/5/03 λίγο πριν από τις 5:25 π.μ. στον Αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Κοφίνου παρά την Είσοδο από Αλεθρικό, ενώ ο θανών Χαράλαμπος Αθανασίου οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής CAM982, τύπου Toyota Land Cruiser. Στο πιο πάνω σημείο του δρόμου, υπό συνθήκες που είναι αμφισβητούμενες, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του με αποτέλεσμα να προσκρούσει επανειλημμένα επί των κιγκλιδωμάτων και να τραυματιστεί θανάσιμα. Στο ίδιο σημείο, λίγο προηγουμένως είχε προηγηθεί σύγκρουση μεταξύ του Σαλούν του Εναγομένου και του Βυτιοφόρου του Τριτοδιαδίκου. Τόσο το θέμα των Αποζημιώσεων (πλην των Τόκων), όσο και άλλα θέματα έχουν γίνει Παραδεκτά, αφήνοντας βασικά προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης. ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και κατ΄ επέκταση το θάνατο του Χαράλαμπου Αθανασίου φέρει ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι οδηγώντας αμελώς, προσέκρουσε επί του προπορευόμενου Βυτιοφόρου του Τριτοδιαδίκου με αποτέλεσμα το όχημά του να πλαγιολισθήσει και να χάσει τον έλεγχό του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το όχημα του Εναγομένου αποτελούσε εμπόδιο και / ή οχληρία και / ή κίνδυνο στο δρόμο και ο Αποβιώσας ο οποίος οδηγούσε εκείνη τη στιγμή στο ίδιο σημείο του δρόμου κρατώντας τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, στην προσπάθεια του να αποφύγει σύγκρουση επέπεσε στο διαχωριστικό του δρόμου με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του με τις τραγικές για τον ίδιο συνέπειες. ΘΕΣΕΙΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο Εναγόμενος, αρνούμενος οποιαδήποτε ευθύνη για το δυστύχημα, επιρρίπτει την ευθύνη τόσο στον Αποβιώσαντα, όσο και στον Τριτοδιάδικο οδηγό του Βυτιοφόρου, για τον οποίο ισχυρίζεται ότι, επιχειρώντας να εισέλθει αντικανονικά από τη λωρίδα επιτάχυνσης στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου, ανέκοψε την πορεία του Εναγομένου, ο οποίος, στην αγωνία της στιγμής φρέναρε και κινήθηκε αριστερότερα του δρόμου κτυπώντας στο πίσω μέρος του Βυτιοφόρου του Τριτοδιαδίκου. Σαν αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, το όχημα του Εναγομένου ακινητοποιήθηκε εκτός του Αυτοκινητόδρομου, ενώ το Βυτιοφόρο παρέμεινε ακινητοποιημένο στην αριστερή του λωρίδα. Για τον Αποβιώσαντα ισχυρίζεται ότι υπήρξε αμελής αφού οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του, ενώ η πρόσκρουση του στο διαχωριστικό του δρόμου και τα υπόλοιπα επακόλουθα είναι ασύνδετα με το προηγηθέν δυστύχημα αφού έγιναν μετά παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος. ΘΕΣΕΙΣ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΥ Ο Τριτοδιάδικος, υιοθετώντας τις θέσεις του Ενάγοντα ως προς την αμέλεια του Εναγομένου, δεν παραλείπει να επιρρίψει ευθύνες και στον Ενάγοντα για τον οποίο υιοθετεί ό,τι αναφέρει ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα είτε δηλώθηκαν ως Παραδεκτά από όλες τις πλευρές, είτε δεν αμφισβητήθηκαν μετά που προσάχθηκε γι΄ αυτά αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία: 1. Οι Ενάγοντες είναι οι Διαχειριστές της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Χαράλαμπου Αθανασίου, τέως από τη Λάρνακα, σύμφωνα με Διάταγμα Διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 27/11/03 στην Αίτηση Διαχείρισης 241/03 (Παραγρ. 1, Ε/Α). 2. Οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα Αγωγή ως Διαχειριστές της Περιουσίας του Αποβιώσαντα προς όφελός της και/ή ως Αντιπρόσωποι των νόμιμων κληρονόμων του σύμφωνα με το Άρθρο 34 του Περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 και προς όφελος των Κληρονόμων και / ή των Εξαρτημένων του Αποβιώσαντα σύμφωνα με τα Άρθρα 57Α και 58 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Τα πρόσωπα προς όφελος των οποίων εγείρεται η παρούσα Αγωγή είναι τα ακόλουθα: (α) Σόνια Αθανασίου, σύζυγος του Αποβιώσαντα, γεννηθείσα στις 21/4/1955, ηλικίας 48 ετών περίπου κατά το επίδικο δυστύχημα, (β) Νικόλας Αθανασίου, υιός του Αποβιώσαντα, γεννηθείς στις 20/2/1986, ηλικίας 17 ετών περίπου κατά το επίδικο δυστύχημα, (γ) Βαλεντίνα Αθανασίου, θυγατέρα του Αποβιώσαντα, γεννηθείσα στις 29/11/1989, ηλικίας 13 ½ ετών περίπου κατά το επίδικο δυστύχημα. Τα πιο πάνω στοιχεία περιέχονται στην Παράγραφο 3 της Ε/Α η οποία έχει δηλωθεί ως Παραδεκτή, όπως παραδεκτόν είναι το γεγονός ότι αμφότερα τα τέκνα του Αποβιώσαντα είχαν ενηλικιωθεί κατά την ημέρα έναρξης της Ακρόασης της παρούσας Αγωγής. 3. Τα ποσά που δικαιούνται οι Ενάγοντες επί πλήρους ευθύνης έχουν συμφωνηθεί και δηλωθεί και είναι τα ακόλουθα: (α) €17.085,90 σ. (£10.000) - Απώλεια (Bereavement) (β) €1.708,59 σ. (£1.000) - Έξοδα Κηδείας (γ) €51.257,69 σ. (£30.000) - Αποζημιώσεις προς όφελος Εξαρτημένων. €70.052,18σ (£41.000) - Σύνολο (Αναφορικά με το θέμα των Τόκων, αυτό έχει αφεθεί όπως αποφασιστεί από το Δικαστήριο) 4. Στις 24 Μαΐου, 2003, λίγο πριν από τις 5:25 π.μ., ο Αποβιώσας Χαράλαμπος Αθανασίου οδηγούσε το όχημα Toyota 4WD με αρ. εγγραφής CAM982 περιουσία της Αρχής Λιμένων Κύπρου επί του Αυτοκινητόδρομου Λάρνακας - Κοφίνου στο ύψος της Εισόδου Αλεθρικού, με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Λεμεσό. 5. Στο ίδιο ύψος του Αυτοκινητόδρομου, λίγη ώρα προηγουμένως είχε επισυμβεί σύγκρουση μεταξύ του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΧΡ705, τύπου Honda Integra το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο και του Βυτιοφόρου με αρ. εγγραφής ΗΧΥ583 τύπου Scania 340 το οποίο οδηγείτο από τον Τριτοδιάδικο. 6. Συγκεκριμένα, υπό συνθήκες που αμφισβητούνται, ιδιαίτερα ως προς το ποίος από τους δύο οδηγούς φέρει την ευθύνη, το όχημα του Εναγομένου κτύπησε στο πίσω μέρος του Βυτιοφόρου του Τριτοδιαδίκου ενώ αυτό βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου. Πριν από τη σύγκρουση, το εν λόγω όχημα άφησε ίχνη τροχοπέδησης 16.60 μ., ενώ μετά τη σύγκρουση άφησε ίχνη πλαγιολίσθησης μήκους 35.80 μ. με τα αριστερά ελαστικά του και 39.20 μ. με τα δεξιά ελαστικά του. Ακολούθως, με πορεία λοξώς προς τα αριστερά, ακινητοποιήθηκε κάθετα πάνω στο επιστρωμένο έρεισμα του Αυτοκινητόδρομου με το μπροστινό του μέρος να βλέπει προς το διαχωριστικό προστατευτικό τσιμεντένιο κιγκλίδωμα. 7. Το Βυτιοφόρο, αφού μετά τη σύγκρουση προχώρησε για κάποια απόσταση, μετέπειτα άφησε ίχνη τροχοπέδησης μήκους 28.40 μ. και ακινητοποιήθηκε σε ευθεία γραμμή μεταξύ της λωρίδας επιτάχυνσης της Εισόδου και της αριστερής λωρίδας του Αυτοκινητόδρομου. 8. Λίγο αργότερα, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής μαρτυρία αν είναι λίγα δευτερόλεπτα ή ελάχιστα λεπτά, ο Αποβιώσας περνούσε με το όχημά του από το ίδιο σημείο και στο ύψος που βρισκόταν το ακινητοποιημένο Βυτιοφόρο αλλά στη δεξιά λωρίδα, παρεξέκλινε της πορείας του πλαγιολισθαίνοντας, κτύπησε στο δεξιό διαχωριστικό και προστατευτικό τσιμεντένιο κιγκλίδωμα και αφού ακολούθησε διαγώνια πορεία προς τα αριστερά, εξήλθε του δρόμου και επέπεσε επί του αριστερού μεταλλικού προστατευτικού κιγκλιδώματος, ακινητοποιήθηκε σε λίγα μέτρα πιο κάτω έχοντας ως τελική θέση εντός του επιστρωμένου ερείσματος και εφαπτόμενος του πιο πάνω μεταλλικού κιγκλιδώματος. 9. Ο Αποβιώσας βρέθηκε λίγα μέτρα πιο πίσω από την τελική θέση του οχήματος του πεσμένος σε λίμνη αίματος. Δεν δόθηκε μαρτυρία ή εξήγηση για το πώς βρέθηκε στο σημείο εκείνο, αλλά αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της παρούσας υπόθεσης. 10. Όλες οι πιο πάνω μετρήσεις εμπεριέχονται στο Σχεδιάγραμμα επί Κλίμακας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και λήφθηκαν επί της σκηνής από τον ΜΕ3 - Αστ, 2008, Ηλία Παπαλλή, Εξεταστή, ο οποίος ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα, μεταφέρθηκαν δε επακριβώς στο Τεκμ. 3 από τον ΜΕ2 Αστ. 1260 Μιχάλη Μιχαήλ, επίσης εξεταστή ο οποίος και το ετοίμασε ο ίδιος λόγω της πείρας και ειδίκευσης που έχει στη διερεύνηση θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων. 11. Ο Αποβιώσας, ηλικίας 53 ετών, απεβίωσε από πολλαπλά τραύματα τα οποία και προκλήθηκαν από το επίδικο δυστύχημα (Μεταθανάτια Ιατροδικαστική Εξέταση, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9), κατά δε το χρόνο του δυστυχήματος δεν τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. 12. Κατά την εξέταση του δυστυχήματος, διαπιστώθηκε ότι τα τρία οχήματα έφεραν τις πιο κάτω ζημιές. Αυτές αναφέρονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, (Γραπτή Κατάθεση ΜΕ3, Αστ. 2008 Ηλία Παπαλλή) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 (Γραπτή Κατάθεση Αστ. 4607 Ανδρέα Φάντη ημερ. 16/6/03), καθώς και στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 (Κατάθεση Δημήτρη Αθανασίου, του Μηχανουργείου Αστυνομίας. Διαφωτιστικές επίσης είναι και οι Φωτογραφίες (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). (Α) Όχημα Αποβιώσαντα, CAM982, Toyota 4WD (
- i)Το όχημα ήταν κτυπημένο μπροστά και αριστερά, (
- ii)σπασμένος μπροστινός υαλοθώρακας, μπροστινός προφυλακτήρας, αριστερό μπροστινό φτερό και τροχός, πόρτα συνοδηγού και γδαρσίματα σε όλη την αριστερή πλευρά, (iii) το σύστημα πέδησης και το χειρόφρενο ήταν καλά και σε λειτουργήσιμη κατάσταση, (
- iv)το σύστημα διεύθυνσης, παρά το κτύπημα μπροστά αριστερά στον τροχό και ανάρτησης, υπάκουε στις εντολές του τιμονιού, (
- v)και τα 4 ελαστικά ήταν καινούργια, τα δύο δεξιά φουσκωμένα και τα δύο αριστερά ξεφούσκωτα από τη σύγκρουση. (Β) Όχημα Εναγομένου, ΕΧΡ705, Honda Integra (
- i)Το όχημα ήταν κτυπημένο μπροστά "μούτρα", (
- ii)το σύστημα πέδησης και το χειρόφρενο λειτουργούσαν κανονικά, (iii) το σύστημα διεύθυνσης λειτουργούσε κανονικά, (
- iv)και τα τέσσερα ελαστικά του ήταν φουσκωμένα, αλλά όλα ήταν εντελώς φθαρμένα. (Γ) Όχημα Τ/Δ, ΗΧΥ583, Scania 340. (
- i)Το όχημα ήταν κτυπημένο πίσω αριστερά, (
- ii)τα συστήματα πέδησης και διεύθυνσης και χειρόφρενα λειτουργούσαν κανονικά, (iii) και τα δέκα ελαστικά του ήταν καλά και φουσκωμένα, (
- iv)το σύστημα πέδησης (φρένα, χειρόφρενο, αερόφρενα, κομπρεσόρος αέρα), λειτουργούσε κανονικά, (
- v)τα μεγάλα φώτα, μικρά φώτα (μπροστινά, πλευρικά, πισινά) και τα φώτα κατεύθυνσης, λειτουργούσαν κανονικά, (
- vi)τα φώτα του συστήματος πέδησης είχαν δύο λάμπες καμένες, αλλά από τον τρόπο που ήταν κομμένη η αντίσταση της μιας από αυτές (πάνω αριστερά), φαίνεται ότι κόπηκε από το δυστύχημα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Μόνο η πλευρά των Εναγόντων προσεκόμισε μαρτυρία με τρεις Μάρτυρες των οποίων η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα, ως ΜΕ1 κατέθεσε η Φωτεινή Λάρκου, Πρωτοκολλητής, Υπεύθυνη του Ποινικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας της οποίας η μαρτυρία περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμ. 1 - 9. Για τα Τεκμ. 3, 5, 6, 7 και 9 έχει γίνει σχετική αναφορά πιο πάνω. Ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 κατατέθηκε η Γραπτή Κατάθεση ημερ. 24/5/03 του Τ/Δ, Παύλου Χ" Γεωργίου, ενώ ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, η Γραπτή Κατάθεση ημερ. 7/6/03 του Εναγομένου Ανδρέα Κωνσταντίνου. Υπήρξε αμφισβήτηση για το σκοπό και τη βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί στα δύο αυτά Τεκμήρια και σχετική αναφορά θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα Απόφαση. Ως ΜΕ 2 και 3 κατέθεσαν οι Αστυνομικοί Εξεταστές του δυστυχήματος Αστ. 1260 Μιχάλης Μιχαήλ και Αστ. 2008 Ηλίας Παπαλλής. Οι δύο αυτοί Μάρτυρες εξέτασαν το δυστύχημα, έδωσαν τις Γραπτές Καταθέσεις, Τεκμ. 2 και 4 τις οποίες υιοθέτησαν, αλλά δεν εξέφρασαν γνώμη για τον τρόπο που αυτό επεσυνέβη. Απλώς κατέθεσαν για τα ευρήματά τους στη σκηνή και περιέγραψαν το Σχεδιάγραμμα επί Κλίμακας Τεκμ. 3. Όσον αφορά στις συνθήκες του δρόμου, οι Μάρτυρες ανέφεραν ότι το οδόστρωμα ήταν στεγνό, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα ήταν απεριόριστη, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 100 χαω. Ο αυτοκινητόδρομος στο σημείο εκείνο παρουσιάζει, σύμφωνα με την πορεία των οχημάτων, πολύ ελαφρά κατωφέρεια. Δεδομένου ότι το δυστύχημα είχε επισυμβεί λίγο πριν από τις 5:25 π.μ., ώρα που λήφθηκε η πληροφορία γι΄ αυτό, στις 24/5/03, οι Μάρτυρες προσπάθησαν να προσδιορίσουν τις συνθήκες φωτισμού. Χωρίς να μπορούν να πουν με ακρίβεια, ανέφεραν ότι στις 5:35 π.μ. που κατέφθασε στη σκηνή ο ΜΕ3, είχε μόλις ξημερώσει. Γνωρίζει ότι την ίδια μέρα στις 5:20 π.μ. ο ήλιος δεν είχε ακόμη ανατείλει, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς τις συνθήκες φωτισμού. ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει τις ιδιαιτερότητες της αφού κανένας από τα άτομα που βίωσαν το συμβάν δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ο μεν Αποβιώσας ήταν μόνος στο αυτοκίνητο, το ίδιο και ο Τ/Δ, ενώ στο αυτοκίνητο του Εναγομένου υπήρχαν εκτός από τον οδηγό και ένας συνοδηγός. Τόσον η πλευρά του Εναγομένου όσο και αυτή του Τ/Δ επέλεξαν να μην προσκομίσουν οιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Δεδομένου ότι το βάρος απόδειξης το φέρει η πλευρά των Εναγόντων, με τα πιο πάνω δεδομένα το έργο της κατέστη πολύ δύσκολο και στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην πραγματική μαρτυρία. Έχουν εγερθεί πολλά θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα σχολιάσει ένα προς ένα αφού, ενόψει των κενών στη μαρτυρία, έχουν καταστεί σημαντικά για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Βαρύτητα στις Γραπτές Καταθέσεις του Εναγομένου (Τεκμ. 8) και Τ/Δ (Τεκμ. 1). Οι δύο πιο πάνω διάδικοι έδωσαν Γραπτές Καταθέσεις στην Αστυνομία αναφορικά με τις συνθήκες του συμβάντος οι οποίες είναι μεν εξ ακοής μαρτυρία αλλά έγιναν αποδεκτές με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ο Εναγόμενος αναφέρει σχετικά στο Τεκμ. 8: "Όπως επηένναμε Λεμεσό, στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας προς Λεμεσό, ξαφνικά είδα μπροστά μου, στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ένα βυτιοφόρο. Νομίζω ότι το βυτιοφόρο εμπήκε στον αυτοκινητόδρομο που την έξοδο αριστερά. Πάτησα αμέσως στόπερ για να αποφύγω σύγκρουση μαζί του, και έστριψα το τιμόνι μου αριστερά για να τον αποφύγω. Δεν κατάφερα τελικά να το αποφύγω με αποτέλεσμα να χτυπήσω με το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου μου, στο πισινό αριστερό μέρος του βυτιοφόρου. Το αυτοκίνητο μου εσταμάτησε αριστερά, έξω που τον δρόμο. Τόσο εγώ όσο και ο φίλος μου εχτυπήσαμε πάνω στο μπροστινό γυαλί με το κεφάλι, αφού δεν είχαμε ζώνη. Εμείναμε μες το αυτοκίνητο και αιμορραγούσαμε. Μετά από δύο λεπτά περίπου είδα ένα αυτοκίνητο pajero να κατευθύνεται προς Λεμεσό. Οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα και απ΄ ότι θυμάμαι βρισκόταν στην μέση του δρόμου. Μόλις μας επλησίασε, και αφού με επέρασε εμένα, είδα το αυτοκίνητο να χτυπά στο δεξιό κυγκλίδωμα του δρόμου, να πάει αριστερά, να ξαναχτυπά πάνω στο άλλο κυγκλίδωμα και να σταματά. Εγώ δεν μπορούσα να κινηθώ καθόλου. Έμεινα μες το αυτοκίνητο που ώσπου ήρθε η Αστυνομία και το ασθενοφόρο και μας μετέφεραν στο Νοσοκομείο Λάρνακας.... Πιστεύω ότι αιτία του δυστυχήματος ήταν το βυτιοφόρο, που μου έκοψε τον δρόμο. Η ταχύτητα μου ήταν περίπου 110 χιλιόμετρα περίπου. Εγώ την ώρα που είδα το βυτιοφόρο ήταν ίσιο μες τον δρόμο και έκαμα κίνηση να τον αποφύγω που τα αριστερά. Το είδα σε απόσταση 50 μέτρα περίπου μπροστά μου" Ο Τ/Δ, ο οποίος αναφέρει ότι διαμένει στη Λάρνακα, αναφέρει σχετικά στο Τεκμ. 1: "Σήμερα το πρωί και γύρω στις 0500 περίπου, ξεκίνησα από το σπίτι μου, με το βυτιοφόρο μου, για να πάω στην Καλαβασό να καθαρίσω ένα βόθρο. Έπιασα τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας - Κοφίνου και οδηγούσα το αυτοκίνητο μου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Κινούμουν με ταχύτητα 80 χιλιόμετρα περίπου την ώρα αφού δεν μπορώ να πάω περισσότερο λόγω του κόφτη που είναι ρυθμισμένος στα 80-85 χιλιόμετρα. Όπως επροχωρούσα κανονικά και ενώ μόλις είχα περάσει την αερογέφυρα του Αλεθρικού, ξαφνικά άκουσα έναν δυνάμενο θόρυβο στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου και υπολόγισα ότι μου έσπασε λάστιχο. Αμέσως κοίταξα το καθρεφτάκι μου και είδα πίσω μου ένα αυτοκίνητο χτυπημένο χρώματος κόκκινο και εκατάλαβα ότι μου χτύπησε από πίσω. Την ίδια στιγμή, από το καθρεφτάκι μου επίσης, και πριν να κατεβώ που το αυτοκίνητο μου, είδα ένα αυτοκίνητο να πηγαίνει ζιγκ-ζαγκ στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Επέρασε που δίπλα μου με μεγάλη ταχύτητα, χτύπησε στο δεξιό προστατευτικό κυγκλίδωμα, μετά στο αριστερό και μετά το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε λίγο πιο κάτω. Έτρεξα πρώτα στο πισινό αυτοκίνητο, το κόκκινο και είδα ότι μέσα ήταν δύο άντρες νεαροί 20-22 χρονών περίπου. Είδα ότι είχαν χτυπήματα αλλά ήταν εντάξει. Αμέσως ξεκίνησα να πάω προς το άλλο αυτοκίνητο και ταυτόχρονα ειδοποίησα και την Αστυνομία δηλαδή το 199. Όπως προχωρούσα και πριν φτάσω στο αυτοκίνητο, που είδα ότι ήταν ΤΟΥΟΤΑ, είδα χαμέ, στο παγκέττο του δρόμου, μπρούμυτα έναν άντρα ο οποίος αιμορραγούσε. Δεν κινείτο καθόλου και εφαίνετουν νεκρός. Το ανέφερα στην Αστυνομία και τους είπα να ειδοποιήσουν και ασθενοφόρο." Ο κ. Δαμιανού, εκ μέρους των Εναγόντων, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την εκδοχή του Τ/Δ αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Αυτό εξάλλου ήταν και η θέση του από την αρχή όταν είχε ζητήσει όπως το Τεκμ. 1 γίνει δεκτό ως Τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου του, θέση η οποία προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς του Εναγομένου. Ο τρόπος που αξιολογείται εξ ακοής μαρτυρία εμπεριέχεται στο Άρθρο 27, του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: "27.
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δε διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε." Τονίζεται ότι από πλευράς Εναγόντων, πλην μίας σύντομης δήλωσης κατά την Τελική τους Αγόρευση ότι δεν μπορούσαν να φέρουν ως Μάρτυρα τους τον Τ/Δ δεν δόθηκε άλλη δικαιολογία για την παράλειψη αυτή. Φαίνεται να θεωρούσαν ως δεδομένο το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να προσκομίσουν ως Μάρτυρα άλλο διάδικο του οποίου τα συμφέροντα πιθανό να συγκρούονται με τα δικά τους. Όμως η κ. Ερωτοκρίτου, στηριζόμενη στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 692, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό. Όντως στην υπόθεση αυτή, ο Χ" Χαμπής, Δ (σελ. 698) ανέφερε ότι "δεν υπάρχει κανόνας που να αποκλείει την κλήτευση και κατάθεση διαδίκου ως μάρτυρα για τον αντίδικο του". Σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός ότι τέτοια κλήτευση και διαδικασία επηρεάζει τα συνταγματικά ή άλλα δικαιώματα οποιουδήποτε, τότε αυτό θα πρέπει να εγερθεί στο κατάλληλο στάδιο. Επομένως, θεωρώ ότι η πλευρά των Εναγόντων, επιδιώκοντας την κατάθεση του Τεκμ. 1 για την αλήθεια του περιεχομένου του, όφειλε να δώσει τουλάχιστον κάποια εξήγηση για τη μη προσαγωγή του ιδίου του ατόμου που την έδωσε ως Μάρτυρα και να πείσει το Δικαστήριο, στο βαθμό που απαιτείται, ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό αυτός να κλητευθεί ως Μάρτυρας. Το κενό αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει ως μοναδική κατάληξη να μην μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμ. 1 αφού δεν πληρείται μία σημαντική προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 27 του Κεφ. 9. Διαφορετικά είναι τα πράγματα αναφορικά με την Κατάθεση του Εναγομένου (Τεκμ. 8). Ο κ. Δαμιανού ζήτησε όπως αυτή κατατεθεί, όχι για την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά για παραδοχές και δηλώσεις εναντίον συμφέροντος του Εναγομένου. Είναι γεγονός ότι από το Τεκμ. 8 εμφαίνονται δύο τέτοιες παραδοχές: (α) ότι ο Εναγόμενος κτύπησε στο πίσω μέρος του Βυτιοφόρου ενώ και τα δύο οχήματα βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, (β) ότι η ταχύτητα του πριν από τη σύγκρουση ήταν περίπου 110 χ.α.ω. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του Εναγομένου όπως και αυτοί του Τ/Δ δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν αξιολογούνται. Σε ενάντια περίπτωση το Δικαστήριο θα λάμβανε αντίθετους ισχυρισμούς και θα τους αξιολογούσε προβαίνοντας σε ευρήματα με βάση τις Γραπτές Καταθέσεις και χωρίς να έχει ακούσει τους ίδιους τους Μάρτυρες να δίνουν τη δική τους εκδοχή κάτι που δεν είναι ορθό στο ισχύον νομικό μας σύστημα. Ευθύνη Εναγομένου Η πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα το Σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 3) το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά, δεικνύει ότι το όχημα του Εναγομένου προσέκρουσε στο Βυτιοφόρο του Τ/Δ ενώ το δεύτερο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου. Εξάλλου το γεγονός αυτό το παραδέχεται και ο ίδιος ο Εναγόμενος στην Κατάθεσή του (Τεκμ. 8). Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την παραδοχή του Εναγομένου ότι υπερέβηκε έστω και λίγο το όριο ταχύτητας ("110 περίπου χ.α.ω.", αντί 100 χ.α.ω. που ήταν το επιτρεπτό), αποτελούν ενδείξεις αμέλειας εφόσον φαίνεται ότι ο Εναγόμενος, ούτε τη δέουσα παρατηρητικότητα ασκούσε, αλλ΄ ούτε και οδηγούσε με ταχύτητα που να του επιτρέπει να αποφύγει ενδεχόμενο ή, στην παρούσα περίπτωση, πραγματικό κίνδυνο. Στην υπόθεση Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1373, ο Κραμβής, Δ. ανέφερε (σελ. 1376): "Βασικές παράμετροι του καθήκοντος επιμέλειας που βαρύνει τον οδηγό οχήματος που ακολουθεί άλλο προπορευόμενο όχημα είναι η τήρηση απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο, λογικό όριο ταχύτητας και άσκηση της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας.". Στην παρούσα περίπτωση, ευρίσκω ότι ο Εναγόμενος έχει παραβεί το καθήκον του αυτό. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στην Κατάθεσή του (Τεκμ. 8) ο Εναγόμενος δίδει κάποιες εξηγήσεις για το πώς επεσυνέβη αυτή η σύγκρουση και για το ποίος κατά τη γνώμη του ευθύνεται αλλά, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως εξ ακοής μαρτυρία που δεν μπορεί να της αποδοθεί βαρύτητα, ενώ σε κάποιο βαθμό αποτελούν και την έκφραση γνώμης. Εξάλλου ούτε και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του Τ/Δ δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τους ίδιους λόγους. Όμως, αφής στιγμής τα δεδομένα είναι αυτά που αναφέρονται πιο πάνω, τυχόν ανατροπή τους θα επιτυγχάνετο με τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου. Η μαρτυρία που παραμένει στο Δικαστήριο από τα Τεκμ. 3 και 8, είναι ότι ο Εναγόμενος οδηγώντας με υπέρβαση ταχύτητας, παρόλον ότι έλαβε αποτρεπτικά μέτρα με την εφαρμογή των φρένων του, δεν κατόρθωσε να σταματήσει έγκαιρα και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του Βυτιοφόρου του Τ/Δ στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου. Μάλιστα το Βυτιοφόρο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν καθαρά στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου αφού είναι παραδεκτό ότι κτυπήθηκε στο πίσω αριστερό του μέρος γεγονός που σημαίνει ότι το μέρος αυτό βρισκόταν καθαρά στην αριστερή λωρίδα και κατ΄ επέκταση και όλο το υπόλοιπο όχημα. Αξία Πραγματικής Μαρτυρίας: Θεωρώ ότι τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι απόλυτα επιτρεπτά αφού εξάχθηκαν από την παραδεκτή πραγματική μαρτυρία και τις παραδοχές του Εναγομένου. Η αξία της πραγματικής μαρτυρίας έχει επεξηγηθεί σε αριθμό Αποφάσεων. Έχει διευκρινιστεί ότι αυτή είναι η ίδια σε ποινικές και πολιτικές υποθέσεις. Βλ. Knell v. P.
(1994)2 AAΔ 51, Πικής, Δ. όπως ήταν τότε στην σελ. 57. Στη Charalambous and Another v. Kaifas
(1986)1 ΑΑΔ 278, ο Πικής, Δ. ανέφερε στη σελ. 283: "Real evidence may guide as to the ascertainment of the facts surrounding a collision. Real evidence does not of itself tell how an accident happened, but provides excellent material for testing the credibility and accuracy of conflicting testimony with regard to the circumstances of an accident". Η πιο πάνω θέση αντικατοπτρίζει με σαφήνεια τη θέση της Νομολογίας για την αξία της πραγματικής μαρτυρίας και επαναλήφθηκε σε αριθμό Αποφάσεων. Βλ. μεταξύ άλλων Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 ΑΑΔ 746, 749, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου Ανδρέα Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Κωνσταντίνου ν. Χριστοφή
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 634, Ιωαννίδου κ.α. (Διαχειριστές) ν. Singh κ.α.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1805, Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 ΑΑΔ 213. Από τις νομικές αρχές που πηγάζουν από τη Νομολογία, είναι ξεκάθαρο ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να είναι υποβοηθητική για το Δικαστήριο, σε δύο θέματα: (α) για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διϊστάμενων εκδοχών, (β) για τη διακρίβωση περιστατικών ενός δυστυχήματος. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο χρησιμοποίησε την πραγματική μαρτυρία για περιορισμένο σκοπό που αφορά το (β), πιο πάνω, δηλαδή τη διακρίβωση κάποιων από τα περιστατικά του δυστυχήματος όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω. Σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιείται για να διακριβωθούν όλες οι συνθήκες του επίδικου δυστυχήματος. Ευθύνη Τ/Δ Έχοντας αποφανθεί ότι ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για τη σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το Βυτιοφόρο του Τ/Δ, προχωρώ στο να εξετάσω τυχόν ευθύνη του Τ/Δ. Θεωρώ ότι στον Τ/Δ δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη αφού η τελική θέση του Βυτιοφόρου του βρίσκεται ακριβώς στο τέλος των ιχνών τροχοπέδησης του. Δηλαδή ακινητοποίησε το όχημα του μόλις αντιλήφθηκε το δυστύχημα όπως ήταν και το θέσμιο καθήκον του με βάση τον Κανονισμό 61
(1)(α) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984. Επομένως οι ενέργειες του Τ/Δ ήταν οι ενδεδειγμένες υπό τις περιστάσεις, ενώ ούτε για τη σύγκρουση με το όχημα του Εναγομένου μπορεί να του αποδοθεί ευθύνη αφού κτυπήθηκε από πίσω, ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία για ενδείξεις αμέλειας εκ μέρους του. Η εκδοχή του Εναγομένου ότι ο Τ/Δ εισήλθε αντικανονικά από τη λωρίδα επιτάχυνσης στην αριστερή λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου δεν υποστηρίχθηκε από αποδεκτή μαρτυρία. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι με βάση τον Κανονισμό 61
(1)(β) των πιο πάνω Κανονισμών, ο Τ/Δ είχε καθήκον "να πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η πρόκληση άλλων δυστυχημάτων λόγω της παρουσίας των ενεχομένων στο δυστύχημα οχημάτων". Όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι είχε το χρόνο να λάβει τέτοια μέτρα και δεν το έπραξε. Παρόλον ότι στο Τεκμ. 1 και 8 υπάρχουν εκδοχές για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο συγκρούσεων, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι σχετικοί ισχυρισμοί παραβλέπονται. Κατά συνέπεια, αυτό το κενό σημαίνει ότι ούτε στο σημείο αυτό μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον Τ/Δ. Ευθύνη Αποβιώσαντα Επομένως με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι την ευθύνη για την κατάσταση με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπος ο Αποβιώσας, τη φέρει ο Εναγόμενος. Ποία όμως ακριβώς ήταν αυτή η κατάσταση; Ο Εναγόμενος προκάλεσε σύγκρουση του οχήματός του με το Βυτιοφόρο του Τ/Δ μετά την οποία τα 2 οχήματα κατέληξαν στις ακόλουθες τελικές θέσεις οι οποίες και εμφαίνονται τόσο στο Σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 3), όσο και στις Φωτογραφίες (Τεκμ. 5): (α) το Σαλούν όχημα του Εναγομένου βρισκόταν ακινητοποιημένο κάθετα πάνω στο επιστρωμένο έρεισμα του Αυτοκινητόδρομου με το μπροστινό του μέρος να βλέπει προς το διαχωριστικό προστατευτικό τσιμεντένιο κιγκλίδωμα, καταλαμβάνοντας ολόκληρο το επιστρωμένο έρεισμα και μικρό μέρος της λωρίδας επιτάχυνσης, (β) το Βυτιοφόρο του Τ/Δ, ένα ογκώδες όχημα πλάτους 2,5 μ., μήκους 8,5 μ. και μεγάλου ύψους όπως φαίνεται από τις Φωτογραφίες (Τεκμ.5), ήταν ακινητοποιημένο καταλαμβάνοντας μέρος της λωρίδας επιτάχυνσης και περισσότερο από το ήμισυ της αριστερής λωρίδας Αυτοκινητόδρομου. Αυτή την κατάσταση είδε μπροστά του ο Αποβιώσας και άρχισε να παρεκκλίνει της πορείας του περίπου όταν περνούσε δίπλα από το Βυτιοφόρο. Ο Εναγόμενος λόγω της δικής του αμέλειας προκάλεσε κίνδυνο και εμπόδια στο δρόμο τα οποία είχε να αντιμετωπίσει ο Αποβιώσας και υπήρχε η αντικειμενική πιθανότητα να του προκληθεί κάποια σύγχυση. Αυτό μπορεί να γίνει πιο καλά κατανοητό από τη Φωτογραφία 9 του Τεκμ. 5 που, παρόλο που λήφθηκε σε συνθήκες πλήρους φωτισμού, δεικνύει τι είδε μπροστά του ο Αποβιώσας. Προχωρώ τώρα στο να εξετάσω κάποιους από τους παράγοντες που κατ΄ ισχυρισμό επηρεάζουν το θέμα της ευθύνης.
- Ταχύτητα Αποβιώσαντα: Δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία για την ταχύτητα του Αποβιώσαντα. Κάποιες αναφορές στις Καταθέσεις των Τ/Δ και Εναγομένου (Τεκμ. 1 και 8) ότι αντιλήφθηκαν το όχημα του Αποβιώσαντα να περνά δίπλα τους με μεγάλη ταχύτητα δεν λαμβάνονται υπόψη αφού και έκφραση γνώμης αποτελούν και έχει αποφασιστεί πιο πάνω ότι δεν θα τους δοθεί βαρύτητα. Εξάλλου ο όρος "μεγάλη ταχύτητα" όπως χρησιμοποιείται εκτός του ότι ενέχει το υποκειμενικό στοιχείο είναι και ασαφής και δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την ακριβή του ταχύτητα. Εξάλλου δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι ο δρόμος είναι Αυτοκινητόδρομος με όριο Ταχύτητας 100 χ.α.ω.
- Ορατότητα - Συνθήκες Φωτισμού: Είναι παραδεκτό ότι ο Αυτοκινητόδρομος έχει πολύ μεγάλη ορατότητα, "απεριόριστη" όπως λέχθηκε, σύμφωνα με την πορεία των οχημάτων, αυτό όμως φυσικά ισχύει σε ιδανικές συνθήκες φωτισμού. Το δυστύχημα έγινε στις 24/5/03 λίγο πριν από τις 5:25 π.μ.. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για τις συνθήκες φωτισμού εκείνη τη στιγμή κάτι που θα ήταν σημαντικό στην εξέταση του κατά πόσο το οπτικό πεδίο του Αποβιώσαντα ήταν αυτό που του παρείχαν τα φώτα του, ή εάν υπήρχε αρκετό φως της ημέρας που να καθιστούσε ορατή την πιο πάνω σκηνή από μεγάλη απόσταση. Το πώς αντιμετωπίζεται το θέμα αυτό επεξηγήθηκε στην Σιαλαμπή ν. Παναγή, Π.Ε. 359/05, ημερ. 25/1/08, όπου το ατύχημα είχε γίνει βράδυ στον Αυτοκινητόδρομο Λ/κας - Παραλιμνίου. Το όχημα της Εφεσίβλητης προσέκρουσε στο όχημα του Εφεσείοντα το οποίο ήταν ακινητοποιημένο στη δεξιά λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, διαχωρίζοντας ατυχήματα που συμβαίνουν νύχτα και χωρίς οποιοδήποτε φωτισμό από αυτά που συμβαίνουν με το φως της ημέρας, επικύρωσε την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα είχε ο οδηγός του ακινητοποιημένου οχήματος. Ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε σχετικά στη σελ. 5: "Σύμφωνα με τη νομολογία, η στάθμευση ή η παραμονή οχήματος χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε σκοτεινό δρόμο, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για αμέλεια. Αυτό είναι απόρροια του καθήκοντος κάθε οδηγού προς άλλους χρήστες του δρόμου, να καθιστούν τα οχήματα τους ορατά κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τη χρήση φώτων ή άλλων μέσων. (Βλ. Henley v. Cameron
(1949)118 LJR989 (CA) και Pavlou v. Lazarou
(1982)1 CLR 850). Όμως, όπως υποδείχθηκε στην αγγλική υπόθεση Rouse v. Squires
(1973)2 All E.R. 903, όπου διαπιστώνεται ότι υπάρχει καλή ορατότητα και ευκαιρία για τον επερχόμενο οδηγό να δει και να εκτιμήσει το εμπόδιο που ορθώνεται μπροστά του και να πάρει μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης, τότε η παρεμπόδιση ενδεχομένως να μη συνιστά κίνδυνο. Σ΄ αυτή την περίπτωση, δημιουργείται κενό στην αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας που προκάλεσε την παρεμπόδιση στο δρόμο και της μεταγενέστερης που προκάλεσε το δυστύχημα και τις συνέπειές του." Στην εν λόγω υπόθεση διαχωρίστηκε η Τσολάκης (Διαχειριστής) ν. Ανδρέου κ.α.
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 129 αφού σ΄ αυτήν το δυστύχημα είχε επισυμβεί με το φως της ημέρας (2:00 μ.μ.). Στην υπόθεση αυτή η Αγωγή είχε απορριφθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο λόγω μη απόδειξης αμέλειας αλλά κατ΄ Έφεση η ευθύνη διαμοιράστηκε εξίσου μεταξύ του ακινητοποιημένου στη δεξιά πλευρά του Αυτοκινητόδρομου οχήματος και αυτού που επέπεσε σ΄ αυτό. Υπήρχε μαρτυρία ότι το όχημα που επέπεσε στο σταθμευμένο οδηγείτο με ταχύτητα 130-140 χ.α.ω. αλλά και ότι είχε μπροστά του άλλο προπορευόμενο όχημα. Σχετική με σύγκρουση με ακινητοποιημένο όχημα στον Αυτοκινητόδρομο είναι και η υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Αποστολίδη κ.α., Π.Ε. 17/07, ημερ. 18/12/08, στην οποία το δυστύχημα έγινε νύχτα και η ευθύνη κατανεμήθηκε εξίσου μεταξύ του ακινητοποιημένου στη δεξιά λωρίδα του Αυτοκινητόδρομου οχήματος και του οχήματος που επέπεσε σ΄ αυτό. Φυσικά η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων και ιδιαιτεροτήτων. Επανερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ειδικά στο θέμα φωτισμού, δεν δόθηκε λεπτομερής μαρτυρία ούτε για τις συνθήκες φωτισμού κατά την ώρα του δυστυχήματος αλλά ούτε καν για την ακριβή ώρα του δυστυχήματος. Τα δεδομένα που υπάρχουν στο Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα: (α) το δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο Αποβιώσας είχε επισυμβεί λίγο πριν από τις 5:25 π.μ. αφού εκείνη ακριβώς την ώρα ειδοποιείτο η Αστυνομία, (β) σύμφωνα με το ΜΕ3 - Εξεταστή, εκείνη τη μέρα στις 5:20 π.μ. δεν είχε ακόμη ανατείλει ο ήλιος, ενώ στις 5:35 π.μ. που κατέφθασε στη σκηνή, είχε μόλις ξημερώσει. Το βάρος απόδειξης ότι το δυστύχημα επεσυνέβη εν ώρα σκότους είναι στους ώμους των Εναγόντων οι οποίοι ελλείψει μαρτυρίας δεν το απέσεισαν. Από την άλλη όμως έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται ότι κατά τη στιγμή του δυστυχήματος μόλις είχε ξημερώσει, άρα δεν υπήρχε άπλετο φως της ημέρας που να παρέχει απρόσκοπτη ορατότητα. 3. Απόφραξη Πορείας Αποβιώσαντα: Η κ. Ερωτοκρίτου ισχυρίστηκε, και υιοθετώ την εισήγηση αυτή, ότι δεν αποδείχθηκε ποία λωρίδα κρατούσε ο Αποβιώσας πριν από το δυστύχημα. Επικαλέστηκε προς τούτο και ασάφεια στην Παράγρ. 5, της Ε/Α. Το μόνο που φαίνεται από το Σχεδιάγραμμα (Τεκμ. 3) είναι ότι όταν το όχημα του άρχισε να παρεκκλίνει, βρισκόταν ήδη στη δεξιά λωρίδα. Η συντρέχουσα αμέλεια του Αποβιώσαντα θα ήταν λιγότερη εάν αποδεικνύετο ότι τα εμπόδια και κίνδυνοι του απόφρασσαν την ελεύθερη πορεία του. Επομένως, το κενό αυτό επενεργεί υπέρ του Εναγομένου. 4. Χρονική και Αιτιώδης Συνάφεια μεταξύ των δύο συγκρούσεων: Η χρονική συνάφεια των δύο συγκρούσεων είναι ακόμη μία δυσκολία που αντιμετώπισαν οι Ενάγοντες λόγω της έλλειψης μαρτυρίας. Τα δεδομένα θα ήταν διαφορετικά εάν η πρώτη σύγκρουση επεσυνέβαινε μπροστά στα μάτια του Αποβιώσαντα και σε μικρή απόσταση από αυτόν και ίσως θα ήταν δικαιολογημένος στο να πανικοβληθεί και να παρεκκλίνει της πορείας του με τα τραγικά γι΄ αυτόν αποτελέσματα. Όμως η πιο πάνω θέση λόγω της ανεπάρκειας της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί, πλην όμως στην Τσολάκη
(2007), πιο πάνω, η επίδικη σύγκρουση είχε γίνει "λίγα λεπτά" μετά την πρώτη και παρόλα αυτά αποδόθηκε ευθύνη. Και στην παρούσα περίπτωση εξάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι οι δύο συγκρούσεις επεσυνέβηκαν το πολύ με λίγα λεπτά διαφορά. Εφόσον δε η σκηνή είχε ως περιγράφεται πιο πάνω και με τις συνθήκες φωτισμού που αναφέρονται, βρίσκω ότι η πάροδος κάποιου χρονικού διαστήματος δεν επηρέασε στο βαθμό που εισηγείται ο Εναγόμενος. Αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια, έχω εξετάσει τη θέση του Εναγομένου ότι τα δύο δυστυχήματα είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Η θέση αυτή προβάλλεται και πάλι λόγω της έλλειψης μαρτυρίας, αλλά το επίπεδο απόδειξης είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και εφόσον η παρέκκλιση του Αποβιώσαντα αρχίζει στο ύψος του Βυτιοφόρου, δηλαδή εκεί όπου υπήρχε ο πιο ψηλός κίνδυνος και τα μεγαλύτερα εμπόδια, θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο συγκρούσεων και ότι ο Αποβιώσας έχασε τον έλεγχο του οχήματος του λόγω ακριβώς της κατάστασης με την οποία βρέθηκε αντιμέτωπος. 5. Καταμερισμός ευθύνης: Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για το θάνατο του Αποβιώσαντα αλλά και ο Αποβιώσας έχει σημαντικό ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Αφού συνυπολόγισα όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταμερίζω την ευθύνη σε ποσοστό 30% στον Εναγόμενο και σε 70% στον Αποβιώσαντα. Ο Τ/Δ απαλλάσσεται οιασδήποτε ευθύνης. ΤΟΚΟΙ Ενώ τα ποσά των Αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης έχουν πλήρως συμφωνηθεί το θέμα των Τόκων έχει αφεθεί όπως αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η Νομολογία δεικνύει ότι το από πότε θα επιδικαστούν τόκοι ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο λαμβάνει υπόψη του κάποιους παράγοντες όπως για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η Αγωγή. Βλ. Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1246. Στην υπόθεση αυτή ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης Ε/Α λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο ετών στην καταχώριση της Ε/Α κρίθηκε ως δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα (Φιλίππου κ.α. ν. Τσολάκη
(2006)1(Β)Α.Α.Δ. 1188). Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 528 όπου ο τόκος επιδικάστηκε από τη μέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, Ευαγγέλου ν. Δημητρίου Π.Ε. 304/06, 29/2/08 και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε στις 24/5/03, το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε στις 7/4/04 και η Ε/Α στις 24/1/
- Στην πορεία λήφθηκαν και διαδικαστικά διαβήματα όπως η προσεπίκληση του Τ/Δ, ενώ η Ακρόαση άρχισε στις 13/12/
- Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια θεωρώ ορθό και δίκαιο να επιδικάσω Νόμιμον Τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Ε/Α (24/1/05) αφού η μόνη περίοδος αδράνειας φαίνεται να ήταν πριν την πιο πάνω ημερομηνία ενώ μεταγενέστερα η υπόθεση φαίνεται να προχωρούσε. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ Με βάση όλα τα πιο πάνω οι Ενάγοντες - Διαχειριστές δικαιούνται στο 30% των ποσών που έχουν συμφωνηθεί επί πλήρους ευθύνης. Ως εκ τούτου εκδίδεται Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και σε βάρος του Εναγομένου για €21.015,65σ. με Νόμιμον Τόκο από 24/1/05 μέχρι εξοφλήσεως. Η Απαίτηση του Εναγομένου εναντίον του Τ/Δ απορρίπτεται. Τόσον τα Έξοδα των Εναγόντων όσο και αυτά του Τ/Δ επιδικάζονται σε βάρος του Εναγομένου. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χάρης Ι. Πογιατζής, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο