← Κύπρος

Angela Christine France άλλως Angela Parouti ν. Stayfan Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 262/09, 6 Μαΐου, 2009

Angela Christine France άλλως Angela Parouti ν. Stayfan Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 262/09, 6 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 262/09 Μεταξύ: Angela Christine France άλλως Angela Parouti Ενάγουσας Και

  1. Stayfan Estates Ltd
  2. Αντωνάκη Θεοφάνους Εναγομένων _________________ Ημερομηνία: 6 Μαΐου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Ο κ. Μ. Πελεκάνος (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Καπελάκης). Για τους Εναγόμενους- Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Ν. Νικολάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας 3.2.2009 Η εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι στις 18.6.2003 συμφώνησε γραπτώς με τους εναγόμενους όπως οι τελευταίοι ανεγείρουν σε τεμάχιο ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 (τεμάχιο 428, Φ.Σχ.41/18, Πύλα) μια κατοικία και την πωλήσουν στην ενάγουσα. Το τίμημα καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.98.000 εκ του οποίου η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε Λ.Κ.32.
  3. Ο χρόνος παράδοσης της κατοικίας ορίστηκε στις 30.6.
  4. Η συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Μέχρι όμως τις 15.4.2005 η κατοικία δεν είχε περατωθεί. Την ημέρα εκείνη τα μέρη υπέγραψαν νέα συμφωνία την οποία ονόμασαν "Έντυπο Αποδοχής" (Τεκμήριο Ε). Με τη συμφωνία αυτή ως χρόνος περάτωσης καθορίστηκε η 15.3.
  5. Δυνάμει της αρχικής συμφωνίας ο χρόνος καθορίστηκε ως ουσιώδης όρος και η ενάγουσα διά του δικηγόρου της επέδωσε στους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 5.11.2008 δίδοντας περιθώριο 7 ημερών για διευθέτηση και προειδοποιώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε σε τερματισμό. Όντως στις 21.1.2009 η ενάγουσα με άλλη επιστολή του δικηγόρου της τερμάτισε την συμφωνία και στις 3.2.2009 καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Τώρα ζητά ενδιάμεσο συντηρητικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η διάθεση ή η επιβάρυνση τόσο του εν λόγω τεμαχίου όσο και ενός άλλου τεμαχίου ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 (τεμάχιο 192, Φ.Σχ. 41/03). Οι εναγόμενοι εγείρουν με την ένσταση τους διάφορα ζητήματα: Λέγουν ότι είχε προηγηθεί της επίδικης σύμβασης μια άλλη σύμβαση μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας αφενός και της ενάγουσας με τον τότε σύζυγό της αφετέρου. Το δε ποσό των Λ.Κ.32.000 είχε καταβληθεί από τον πρώην σύζυγο, ο οποίος και το διεκδικεί. Ακολούθως, η ενάγουσα και ο σύζυγος της χώρισαν οπότε η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία να προχωρήσουν στη σύναψη μιας νέας συμφωνίας όπου να αναφέρεται ως μοναδική αγοράστρια η ενάγουσα. Όμως ο πρώην σύζυγος της ενάγουσας επικοινώνησε με τους εναγόμενους για να τους δηλώσει ότι επιμένει στην προηγούμενη συμφωνία και ότι αν η εταιρεία προχωρήσει στην ανέγερση της κατοικίας με μοναδική αγοράστρια την ενάγουσα τότε ο ίδιος θα στρεφόταν με δικαστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας. Γι΄ αυτό και οι εργασίες, μετά από παρέμβαση του τέως συζύγου της ενάγουσας, παγοποιήθηκαν εξαιτίας της διαφοράς που υπήρχε μεταξύ του ιδίου και της ενάγουσας. Είναι, περαιτέρω, η θέση των εναγομένων ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε την επίδικη συμφωνία όχι προσωπικά αλλά ως διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Λέγουν περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση σε βαθμό που να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και να μην δικαιολογείται η απόδοση "κατεπείγουσας θεραπείας". Τέλος, αναφέρουν ότι εντός του ιδίου τεμαχίου (τεμ. 428) έχουν ανεγερθεί συνολικά τέσσερις κατοικίες εκ των οποίων οι δύο ήδη κατοικούνται, οπότε η έκδοση του διατάγματος θα επηρεάσει τους άλλους ιδιοκτήτες. Από την άλλη, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι το ακίνητο επιβαρύνεται με memo και υποθήκη που εκ των πραγμάτων τους εμποδίζουν να μεταβιβάσουν την περιουσία και έτσι η έκδοση του διατάγματος είναι αχρείαστη και περιττή. Αγορεύοντας ο κ. Πελεκάνος εισηγήθηκε ότι οι θέσεις των εναγομένων ως προς τα γεγονότα συγκρούονται με τα έγγραφα. Τόσο στο Τεκμήριο Α όσο και στο Τεκμήριο Ε, είπε, ο εναγόμενος 2 εμφανίζεται υπό την προσωπική του ιδιότητα και ουδέποτε τέθηκε ο ισχυρισμός που σήμερα προβάλλεται. Ατεκμηρίωτη, εισηγήθηκε, είναι και η θέση ότι προϋπήρξε σύμβαση με αγοραστές την αιτήτρια και τον πρώην σύζυγό της εφόσον δεν παρουσιάστηκε τέτοια σύμβαση. Ούτε, συμπληρώνω, αντεξετάστηκε η ενάγουσα για να της τεθούν αυτοί οι ισχυρισμοί. Για το θέμα του χρόνου ο κ. Πελεκάνος ανέφερε ότι δεν ζητείται "κατεπείγουσα θεραπεία" εφόσον η αίτηση δεν έγινε μονομερώς αλλά δια κλήσεως. Εισηγήθηκε δε ότι η ενάγουσα προσπάθησε να διατηρήσει όσο το δυνατό τη σύμβαση μέχρι που ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας φανερό ότι δεν θα επρόκειτο οι εναγόμενοι να την τηρήσουν. Υπέδειξε δε ότι η ενάγουσα δεν κατοικεί στην Κύπρο, αναφερόμενος προφανώς στις πρακτικές δυσκολίες της. Για το γεγονός ότι τα κτήματα είναι ήδη επιβαρυμένα εισηγήθηκε ότι τούτο δεν αποτελεί λόγο που να καθιστά το διάταγμα αχρείαστο, αλλά το αντίθετο. Ήταν γενικά η θέση του ότι από τα οικονομικά δεδομένα των εναγομένων προκύπτει με ασφάλεια ότι αν δεν δοθεί το διάταγμα είναι πολύ πιθανόν να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση. Για το θέμα των άλλων αγοραστών ο κ. Πελεκάνος δέχθηκε όπως εάν εκδοθεί το διάταγμα να είναι υπό τον περιορισμό ή όρο ότι εάν ο εναγόμενος 2 εξασφαλίσει χωριστούς τίτλους και απελευθερώσει τα κτήματα και είναι σε θέση να μεταβιβάσει τις κατοικίες στους άλλους αγοραστές τότε να απελευθερωθούν από το διάταγμα οι συγκεκριμένες κατοικίες. Ο κ. Νικολάου επανέφερε, παρά ταύτα, το ζήτημα στην αγόρευση του δηλώνοντας ότι "δεν γνωρίζει αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο με δήλωση του δικηγόρου και να δεσμεύεται η πελάτιδα του". Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ v. "Nikolay Markin"

(1995)1 Α.Α.Δ. 112 σε περίπτωση που ζητείται συντηρητικό διάταγμα ο τρίτος που έχει στην κατοχή του το αντικείμενο ή έχει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτό μπορεί να εμφανιστεί στην ακρόαση και να ακουστεί σε σχέση με τη φύλαξη του αντικειμένου. Εν προκειμένω, οι άλλοι αγοραστές αν θα έπρεπε να ακουστούν, δεν έχουν ακουστεί. Οποιοδήποτε όμως πρόβλημα επιλύεται με τον περιορισμό που δέχθηκε ο κ. Πελεκάνος που ασφαλώς δεσμεύει την πελάτιδα του εφόσον θα τεθεί ως περιορισμός στο διάταγμα, εάν τελικά εκδοθεί. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως διαδικασίες είναι ευρύτατη και ασκείται με τέτοιο τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να είναι δίκαιο και πρακτικό. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει την έκδοση διατάγματος με συγκεκριμένους περιορισμούς ή όρους ανάλογα με την περίπτωση. Περαιτέρω, ο κ. Νικολάου αναφέρθηκε στο θέμα της καθυστέρησης λέγοντας ότι "ζήτημα κατεπείγοντος δεν υπάρχει" και υπέδειξε ότι ενώ η απαίτηση δημιουργήθηκε από τις 15.3.2006, η αίτηση καταχωρίστηκε στις 3.2.2009. Χαρακτήρισε την καθυστέρηση αυτή μοιραία για την υπόθεση. Είπε ακόμα ο κ. Νικολάου ότι η ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό ισχυρίζεται ότι πλήρωσε, το πλήρωσε για την ανέγερση της κατοικίας, η εταιρεία είναι που ανέλαβε την ανέγερση και άρα από την εταιρεία θα έπρεπε να ζητά θεραπεία. Όμως αυτή η εισήγηση δεν συνάδει με τα συμφωνηθέντα. Αμφισβήτησε περαιτέρω ότι η προκαταβολή δόθηκε από την ενάγουσα, η οποία δεν παρουσίασε σχετική απόδειξη και επανέλαβε τη θέση των εναγομένων ότι δόθηκε από τον πρώην σύζυγό της. Εφόσον η απαίτηση αφορά σε επιστροφή του ποσού αυτού η ενάγουσα θα έπρεπε να στοιχειοθετήσει το δικαίωμά της και να παρουσιάσει τη σχετική απόδειξη, κάτι που δεν έπραξε. Άρα δεν απέδειξε συζητήσιμη και εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κατέληξε ο κ. Νικολάου. Για να επιτύχει η αιτήτρια θα πρέπει κατ' αρχάς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60όπως έχουν επεξηγηθεί στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557: (α) «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. (β) Η «πιθανότητα επιτυχίας» υποδηλώνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το σύνηθες μέτρο απόδειξης, το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αρκεί να καταδειχθεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. (γ) Η τρίτη προϋπόθεση (δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα) σχετίζεται πρωτίστως με το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι δεν θέτουν θέμα συζητήσιμης ή μη υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων της ενάγουσας. Δεν έχει γίνει καμιά αναφορά σε ανεπάρκεια της έκθεσης απαίτησης που να επηρεάζει την παρούσα αίτησή της. Εκείνο που εγείρουν είναι ζήτημα πιθανότητας επιτυχίας μέσα από την παράλειψη της ενάγουσας, όπως ισχυρίζονται, να παρουσιάσει την εν λόγω απόδειξη. Όμως η ενάγουσα έχει παρουσιάσει το Τεκμήριο Ε στο οποίο με σαφήνεια οι εναγόμενοι αναγνωρίζουν και συμφωνούν ότι είναι η ενάγουσα που κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.32.000. Από το ίδιο έγγραφο, όπως και από το Τεκμήριο Α, φαίνεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος 2 υπογράφει επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από την εναγόμενη εταιρεία. Άλλωστε, εκείνος είναι ο ιδιοκτήτης της γης. Αντίθετα, οι εναγόμενοι είναι που δεν παρουσίασαν την κατ΄ ισχυρισμό τους αρχική συμφωνία. Η δε θέση τους περί παγοποίησης των εργασιών λόγω των διαφορών της ενάγουσας με τον πρώην σύζυγό της δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που παρουσίασε η ενάγουσα, τα οποία και δεν έχουν αμφισβητηθεί, ούτε προβλήθηκε προηγουμένως όταν η ενάγουσα διά του δικηγόρου της προέβαινε σε οχλήσεις. Ούτε υποβλήθηκε στην ενάγουσα με αντεξέταση. Τα οριστικά συμπεράσματα βέβαια δεν είναι του παρόντος, αλλά αυτά αναφέρονται για να καταδειχθεί ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν αντικρούονται με τέτοιο τρόπο και τέτοια στοιχεία ώστε να μπορούσε να γίνει δεκτή η εισήγηση ότι δεν αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, η υπόθεση Larticon Co. V. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, στην οποία παρέπεμψε ο κ. Πελεκάνος, είναι όντως χρήσιμη διότι κατ΄ αρχήν υποδεικνύει γενικά ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για την πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση και ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση. Κατά δεύτερο λόγο αναφέρεται ειδικότερα σε περίπτωση κατά την οποία το κτήμα ήταν βεβαρημένο με υποθήκη για ποσό ενός εκατομμυρίου λιρών. Τούτο, δεν ήταν λόγος να θεωρηθεί το διάταγμα αχρείαστο, αλλ΄ αντίθετα ελήφθη υπόψη ότι το παραμένον υπόλοιπο της αξίας της ακίνητης περιουσίας δεν παρείχε τα εχέγγυα ικανοποίησης μιας πιθανής δικαστικής απόφασης και κάτω απ΄ αυτές τις περιστάσεις κρίθηκε ότι αποδείχθηκε η τρίτη προϋπόθεση. Εν προκειμένω, τα τεμάχια του εναγόμενου 2, για την αξία των οποίων η ενάγουσα παρουσίασε εκτιμήσεις, βαρύνονται με memo και υποθήκες για πολλές δεκάδες χιλιάδες ευρώ (πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο Η) ενώ η εναγόμενη εταιρεία, όπως αναφέρει η ενάγουσα, δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία και δεν έχει υποβάλει οποιαδήποτε ετήσια έκθεση ή λογαριασμούς. Ούτε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας τέθηκε θέμα ότι οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε απ΄ αυτούς είναι σε θέση να καταβάλουν αποζημιώσεις, παρά την κατάσταση που αποκαλύπτεται μέσα από την έρευνα στο Κτηματολόγιο. Ως εκ των άνω, θεωρώ ότι συντρέχουν οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Σ΄ αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι του διατάγματος αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της δυσχέρειας ή ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Εν προκειμένω, όπως εξηγείται περαιτέρω στην ίδια απόφαση, υπεισέρχεται ο παράγοντας της διατήρησης του status quo ante που αποτελεί και την συνήθη έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος σε αντιδιαστολή προς την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (Κοσμά v. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Εν προκειμένω οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι η έκδοση του διατάγματος είναι αχρείαστη και περιττή, όπως οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τα πράγματα, "καθότι το ακίνητο επιβαρύνεται με memo και υποθήκη και ως εκ τούτου τα εμπράγματα βάρη, εκ των πραγμάτων, εμποδίζουν να το αποξενώσουν". Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Πελεκάνος αυτό που προκύπτει από την ύπαρξη των εμπραγμάτων βαρών είναι ακριβώς ότι ο εναγόμενος 2 δεν αναμένεται να επηρεαστεί από την έκδοση τυχόν διατάγματος εφόσον ούτως ή άλλως δεν έχει δυνατότητα ή ευχέρεια να τα αποξενώσει υπό τέτοιες περιστάσεις και σε τέτοιο χρόνο ώστε να επηρεάζεται από ένα διάταγμα εκκρεμούσης της αγωγής. Αντίθετα, ενόψει της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων ένα τέτοιο διάταγμα μπορεί τελικά να φανεί απαραίτητο για την ενάγουσα και για τους σκοπούς ευόδωσης της δικαστικής διαδικασίας εάν καταλήξει σε απόφαση υπέρ της. Στα ίδια πλαίσια εξετάζεται και ο παράγοντας της καθυστέρησης. Τα διατάγματα αποτελούσαν, πριν την ενοποίηση των δύο κλάδων της αγγλικής δικαιοσύνης, θεραπείες του δικαίου της επιείκειας (Γιάβρη v. Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125). Αρχή της επιείκειας είναι ότι «το δίκαιο βοηθά όσους γρηγορούν και όχι όσους υπνώττουν» ("vingilantibus, non dormientibus, jura subvenient"). Γενικώς ομιλούντες, η ανεξήγητη καθυστέρηση μπορεί να δημιουργήσει ανυπέρβλητο κώλυμα στο να εκδοθεί ένα διάταγμα (G.W.Ry v. Oxford, etc, Ry
(1853)3 De G.M. & G. 341). ΄Ομως η σύγχρονη αντίληψη όπως επεξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, είναι πως η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το «ισοζύγιο της ευχέρειας». Από την άλλη, υπό τις περιστάσεις μιας υπόθεσης, μπορεί «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα», όπως εξηγείται περαιτέρω στην BACARDI. ΄Ακαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα στάθμισης των δεδομένων. ΄Ενας παράγοντας είναι το κατά πόσον έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί μια κατάσταση πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο για τον εναγόμενο να ανατραπεί, εξηγείται και πάλι στην BACARDI. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων από τη νομολογία παρατίθενται στο σύγγραμμα Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 35 ως ακολούθως: «Delay will accordingly be fatal to a claim for equitable relief if it is evidence of an agreement by the plaintiff to abandon or release his right[1], or if it has resulted in the destruction or loss of evidence by which the claim might have been rebutted[2], or if the claim is to a business (for the plaintiff should not be allowed to wait and see if it prospers[3]), or if the plaintiff has so acted as to induce the defendant to alter his position on the reasonable faith that the claim has been released or abandoned[4]». Στην συνέχεια, αμέσως μετά, με αναφορά στις υποθέσεις Re Eustace [1921] 1 Ch. 561; Weld v. Petre [1929] 1 Ch. 33; Rochefoucauld v. Boustead [1897] 1 Ch. 19; Lazard Bros & Co. Ltd v. Fairfield Properties Co. (Mayfair) Ltd. The Times, October 13, 1977, αναφέρονται τα ακόλουθα: «But apart from such circumstances delay will be immaterial». Εν προκειμένω, το ζήτημα δεν έχει να κάμει με το ζήτημα του "κατεπείγοντος" που έχει νόημα ως δικαιοδοτική προϋπόθεση όταν ζητείται θεραπεία μονομερώς. Εκεί τα πράγματα είναι διαφορετικά και πιο αυστηρά. Γενικά όμως το ζήτημα της καθυστέρησης είναι, ως άνω, πάντοτε σχετικό όταν ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Εν προκειμένω, διαπιστώνεται η προσπάθεια όντως της ενάγουσας να περισώσει τη συμφωνία της. Ειδικότερα όμως μετά την παρέλευση άπρακτης της τελευταίας προθεσμίας υπάρχει καθυστέρηση που δεν δικαιολογείται επαρκώς με την αναφορά του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας ότι αυτή κατοικεί στο εξωτερικό. Όμως οι εναγόμενοι, ως άνω, επικαλούνται την καθυστέρηση χωρίς οτιδήποτε άλλο. Δεν ισχυρίζονται ότι ως εκ της καθυστέρησης δημιουργήθηκε τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να ήταν άδικο να αποδοθεί τώρα πλέον ενδιάμεση θεραπεία. Υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο εναγόμενος 2, με τα κτήματά του να είναι ήδη βεβαρημένα για δεκάδες χιλιάδες ευρώ, δεν φαίνεται να επηρεάζεται πρακτικά από την καθυστερημένη απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας, δεν θα δοθεί καθοριστική σημασία στον παράγοντα καθυστέρηση, αλλά, ενόψει των ορατών κινδύνων ως εκ της οικονομικής κατάστασης των εναγομένων, θα κατισχύσει η ανάγκη να διαφυλαχθεί το τυχόν αποτέλεσμα της διαδικασίας υπέρ της ενάγουσας. Ως εκ των άνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο 2 να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει και ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την παρακάτω περιουσία: (α) Κτήμα υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/8722 Φ/ΣΧ 41/18, Τεμάχιο 428, το όλο μερίδιο το οποίο είναι χωράφι στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας. (β) Κτήμα υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/6948, Φ/ΣΧ 41/03, Τεμάχιο 192, το όλο μερίδιο το οποίο είναι χωράφι με κατοικία στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας. Νοείται ότι το παραπάνω διάταγμα εκδίδεται υπό τον περιορισμό ή όρο ότι εάν ο εναγόμενος 2 εξασφαλίσει χωριστούς τίτλους για τις κατοικίες που αναφέρονται ως κατοικίες Αρ. 3 και Αρ. 4 στο Τεκμήριο Η στην παρούσα αίτηση και εάν απελευθερωθούν οι κατοικίες αυτές και ο εναγόμενος 2 είναι σε θέση κατά τ΄ άλλα να τις μεταβιβάσει, τότε οι συγκεκριμένες κατοικίες μπορούν να μεταβιβαστούν χωρίς τούτο να εμποδίζεται από το παρόν διάταγμα. Έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και / ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Blake v. Gale
(1886)31 Ch.D. 571; and see Hepworth v. Pickles [1900] 1 Ch. 108 [2] Reimers v. Druce
(1857)23 Beav. 145; Bourne v. Swan & Edgar Ltd [1903] 1 Ch. 211 at 219, 220. [3] Re Jarvis [1958] 1 W.L.R. 815 [4] Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch. D. 145; Bultin-Sanders v. Bultin
(1985)15 Fam. Law 126. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.