ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LTD) ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3964/01, 11 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3964/01 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LTD) Ενάγουσας Και
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
- JONCH ESTATES LTD Εναγομένων __________________ Ημερομηνία: 11 Μαΐου, 2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους- Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Σώτος Σταυρινίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 24.3.2009 Με απόφαση του ημερ. 4.5.2007 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, υπό άλλη σύνθεση, απέρριψε αίτημα των εναγομένων για παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης προς παραμερισμό απόφασης που εξασφαλίστηκε στην απουσία των εναγομένων. Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις πρόνοιες της Δ.25, κ. 6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών[1] ζητούν όπως η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 4.5.2007 τροποποιηθεί υπό την έννοια της διόρθωσης γραμματικών λαθών (clerical mistakes) και τυχαίων διολισθήσεων (accidental slip). Είναι η θέση των εναγόντων, όπως διατυπώνεται μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Εύης Αποστόλου, υπαλλήλου των εναγόντων, που συνοδεύει την αίτηση ότι μεταξύ τους και των εναγομένων 1 και 3 εκκρεμούσε και η αγωγή 334/2001 η οποία είχε κοινή πορεία με την παρούσα αγωγή υπό την έννοια ότι αναβάλλονταν για τους ίδιους λόγους σε διάφορες ημερομηνίες, εκδόθηκε απόφαση στην απουσία των εναγομένων λόγω απόσυρσης των δικηγόρων τους λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα αιτήσεις για παράταση χρόνου, αιτήσεις που ακούστηκαν την ίδια ημέρα με σχεδόν πανομοιότυπες αγορεύσεις. Οι δύο αιτήσεις απερρίφθησαν στις 4.5.2007 με αποφάσεις που φαίνονται είναι επί λέξει οι ίδιες. (Τεκμήρια Β και Δ στην αίτηση). Ακολούθησαν εφέσεις κατά την ακρόαση των οποίων διεφάνη ότι η απόφαση στην παρούσα αγωγή έχει εκ παραδρομής δεδομένα και ημερομηνίες της αγωγής 334/
- Η εκδίκαση των εφέσεων αναβλήθηκε ώστε οι ενάγοντες να προχωρήσουν σε διαβήματα για τυχόν διόρθωση της απόφασης ώστε να συνάδει με τα πρακτικά. Είναι δε η θέση τους ότι είναι εμφανές πως πρόκειται για γραμματικό λάθος και τυχαία παράλειψη λόγω της κοινής πορείας και της κοινής εκδίκασης των δύο αιτήσεων. Οι εναγόμενοι έχουν ένσταση. Λέγουν κατ΄ αρχάς ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και δεν είναι ο φυσικός δικαστής της υπόθεσης διότι άλλος είναι ο δικαστής που εξέδωσε την επίδικη απόφαση και διότι η αγωγή βρίσκεται ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς η αίτηση "έχει φύγει της αρμοδιότητάς του". Ως προς το πρώτο σημείο υπάρχει αυθεντία περί του αντιθέτου. Η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.25, κ. 6 μπορεί να ασκηθεί και από άλλο μέρος του δικαστηρίου (Neophytou v. Leonidou
(1988)1 CLR 583). Το δεύτερο επιχείρημα δεν υποστηρίχθηκε με αναφορά στη νομολογία, ούτε κρίνεται βάσιμο. Άλλος λόγος ένστασης είναι ότι ο τίτλος της αίτησης είναι παράτυπος και λανθασμένος. Αγορεύοντας ο κ. Σταυρινίδης εξήγησε ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται στο ότι η αγωγή κινήθηκε από την ALPHA BANK LTD ενώ η παρούσα αίτηση φέρει ως ενάγοντες την ALPHA BANK CYPRUS LTD (πρώην ALPHA BANK LTD). Η κα Ζαχαρίου ανέφερε ότι πρόκειται για το νέο όνομα της εταιρείας για το οποίο δόθηκε ειδοποίηση (Πολ. Έφεση Αρ. 240/05, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Θεοδώρου, ημερ. 18.12.2006). Ο κ. Σταυρινίδης αμφισβήτησε ότι δόθηκε ειδοποίηση και εν πάση περιπτώσει ότι κοινοποιήθηκε τέτοια ειδοποίηση στους εναγόμενους. Ο φάκελος της αγωγής, μετά την έφεση, δεν βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Έχω ενώπιον μου ένα προσωρινό φάκελο με την παρούσα μόνο αίτηση. Έτσι, δεν μπορώ να ανατρέξω στο φάκελο για το ζήτημα της ειδοποίησης. Ούτε είναι ανάγκη να προκληθεί καθυστέρηση με την επαναφορά του φακέλου. Οι εναγόμενοι δεν εγείρουν ζήτημα ουσίας. Δεν ισχυρίζονται ότι η αίτηση υποβλήθηκε από άλλο πρόσωπο ή ότι δεν έχει αλλάξει το όνομα της ενάγουσας. Ό,τι εγείρουν είναι το παράτυπο του τίτλου. Αν όντως δεν δόθηκε δεόντως η ειδοποίηση πρόκειται για παρατυπία όχι όμως τέτοιας σημασίας ώστε να επηρεάζεται δυσμενώς η άλλη πλευρά (Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366). Αν υπάρχει παρατυπία μπορεί να διορθωθεί με την καταχώρηση ειδοποίησης για την τυπική αλλαγή εντός 3 ημερών. Άλλος λόγος ένστασης είναι ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής. Αγορεύοντας ο κ. Σταυρινίδης εξήγησε ότι ενώ η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, στη νομική της βάση δεν αναγράφεται η Δ.39 που διέπει τα των ενόρκων δηλώσεων. Η υποχρέωση δυνάμει της Δ.48, κ. 2 για καθορισμό του νομικού βάθρου με αναφορά στα άρθρα και τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, δεν θεωρώ ότι περιλαμβάνει και υποχρέωση αναφοράς στη Δ.39. Η Δ.39 είναι γενικής φύσεως και δεν περιλαμβάνεται κάθε φορά στο νομικό βάθρο της μιας ή της άλλης αίτησης που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σκοπός της υποχρέωσης που θέτει η Δ.48, κ. 2 είναι να δίδεται σαφής προειδοποίηση στην άλλη πλευρά για το αίτημα που θ΄ αντιμετωπίσει αλλά, όπως ελέχθη στην Χριστοφόρου v. Οικονομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 743 και να προσδιορίζονται με ακρίβεια τα πλαίσια της αίτησης "για να μπορεί το δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση". Η Δ.39 δεν έχει σχέση με τις ανάγκες και τους σκοπούς της Δ.48, κ. 2. Οι λόγοι ένστασης σε σχέση με τον τίτλο και τη νομική βάση της αίτησης τέθηκαν με γενικότητα στην ένσταση και είναι μέσα από τις εξηγήσεις κατά την αγόρευση που συγκεκριμενοποιήθηκαν. Άλλος λόγος όμως προβλήθηκε με ακόμα μεγαλύτερη γενικότητα, χωρίς κανένα προσδιορισμό, όπως έγινε με τη γενική έστω αναφορά σε παρατυπία του τίτλου ή σε ανεπάρκεια της νομικής βάσης. Αναφέρεται ότι η αίτηση είναι: "Νομικά παράτυπη και ή πραγματικά αβάσιμη και ή αστήρικτη και ή αντικανονική σύμφωνα με τους Νόμους και ή Δικαστικούς Κανονισμούς και ή τη Νομολογία και ή άλλως πώς". Κάτω από τους γενικούς αυτούς ισχυρισμούς περί παρατυπίας της αίτησης ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση έθεσε ή επεχείρησε να θίξει διάφορα θέματα ως λ.χ. σε σχέση με τον τύπο της αίτησης ή ακόμα και σε σχέση με τη μη ορθή σημείωση επί των τεκμηρίων. Χωρίς συγκεκριμενοποίηση τέθηκε ως λόγος ένστασης και ο ισχυρισμός ότι "οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα", κάτι που εν πάση περιπτώσει θα είχε σημασία σε μια μονομερή αίτηση. Σύμφωνα με τη Δ.48, κ. 4 στην ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύονται οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Η υποχρέωση αυτή είναι επιτακτική και υφίσταται τόσο έναντι του αντιδίκου, που έχει δικαίωμα να γνωρίζει με σαφήνεια τους λόγους ένστασης, όσο και έναντι του δικαστηρίου (Σοφοκλέους v. Ταβελούδη
(2002)1 ΑΑΔ 92). Έτσι, δεν θα ήταν ανάγκη να επεκταθώ στα διάφορα τυπικά θέματα που προβλήθηκαν, στην αγόρευση και μόνο, κατά παράβαση της Δ.48, κ.
- Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα ορθά έγινε με αίτηση στα πλαίσια της Δ.
- Όπως σημειώνεται στο Annual Practice 1958, σελ. 634 το αίτημα υποβάλλεται με αίτηση τύπου motion. Περιπλέον, η σημείωση επί των τεκμηρίων όντως δεν περιέχει τον τίτλο εν συντομία και την ημερομηνία όπως απαιτείται από τη Δ.39, κ.
- Η παράλειψη όμως αυτή είναι τέτοιας φύσης ώστε, εφόσον δεν προβλήθηκε έγκυρα και έγκαιρα, να έχει από τους ίδιους τους καθ΄ ων η αίτηση παραμεριστεί. Έτσι, αρκεί να εκδοθεί και εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία (Wunderlich, ανωτ. σελ. 381). Επί της ουσίας οι καθ΄ ων η αίτηση εγείρουν βασικά δύο θέματα. Πρώτον, ότι η κα Αποστόλου δεν είναι γνώστης των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και δεν έχει αποκαλύψει δεόντως την πηγή των πληροφοριών της. Η κα Αποστόλου όμως αναφέρεται τόσο σε γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά από το φάκελο της υπόθεσης που χειρίζεται προσωπικά στα πλαίσια των καθηκόντων της, όσο και σε πληροφορίες από τους συναδέλφους της και τους δικηγόρους των εναγόντων. Άλλωστε δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη της αγωγής 334/2001, η κοινή πορεία των δύο εν λόγω αιτήσεων και κυρίως ο ισχυρισμός ότι η απόφαση στην παρούσα αγωγή έχει εκ λάθους τα δεδομένα και τις ημερομηνίες της αγωγής 334/2001 και βρίσκεται σε διάσταση με τα πρακτικά της υπόθεσης. Έτσι, το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό το λάθος εμπίπτει στην έννοια του γραμματικού λάθους ή του λάθους που προκύπτει από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη της Δ.25, κ.
- Όπως παρατηρείται στην E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443: "τα λάθη ή παραλείψεις που καλύπτονται στη Δ.25 θ.6 έχουν αναφορά όχι στην ουσία αλλά στη διατύπωση της απόφασης και οι προβλεπόμενες διορθώσεις επιδιώκουν να την εναρμονίσουν με την πραγματική πρόθεση της. Όπως υπεδείχθη από το Δικαστή Πική (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 στη σελ. 1522, μετά από αναφορά και στην αντίστοιχη αγγλική νομολογία: "A clerical error in this context is one arising from failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention." Και στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 664 στη σελ. 668: "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στην διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση: των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη, πρόθεση." Η άποψη αυτή βεβαιώνεται και στην υπόθεση Sofocli ν. Leonidou
(1989)1 C.L.R. 581, στο επίπεδο Εφετείου, στην οποία ο Δικαστής. Πικής, δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου παρατήρησε τα ακόλουθα στη σελ. 587, αφού ανασκόπησε εκτενώς την αγγλική, και την κυπριακή νομολογία: " ... the caselaw is consistent in stressing that the powers, of the Court under r.6 of Ord. 25 are confined t& the conection of clerical mistakes and errors arising from accidental slips or omissions The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court." Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179 όπου και πάλι ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Εφετείου, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 184: "Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου." Αναδρομή στις υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στο Annual Practice
(1955)ως περιπτώσεις διόρθωσης δυνάμει της Ο.28 r.11 δείχνουν το εύρος αλλά και τα όρια της εν λόγω διαταγής στα πιο πάνω διαγραφέντα πλαίσια". Εν προκειμένω, οι σκοπούμενες διορθώσεις δεν αφορούν την ουσία της απόφασης, είτε από πλευράς του αποτελέσματος είτε από πλευράς των στοιχείων επί των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποτέλεσμα. Εκείνο που ζητείται να διορθωθεί είναι κατ΄ αρχή διάφορες ημερομηνίες σε σχέση με τη διαδικαστική πορεία της αγωγής και της αίτησης. Περαιτέρω, ζητείται να διαγραφούν ορισμένες αναφορές και να προστεθούν άλλες σε σχέση πάντα με το ιστορικό της διαδικασίας. Υπενθυμίζω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση περί διάστασης από τα πρακτικά, αλλ΄ ούτε και η θέση ότι με τις προτεινόμενες διορθώσεις "θα συνάδει η απόφαση με τα πρακτικά" (παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της κας Ε. Αποστόλου). Συνεπώς, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι οι διορθώσεις στο παρατεθέν ιστορικό της διαδικασίας σκοπό έχουν να αποτυπώσουν ορθά τα πρακτικά. Εξ αντικειμένου δε, είναι βέβαιο ότι η έκδηλη πρόθεση του δικαστηρίου ήταν να θέσει στην απόφαση το δικό της διαδικαστικό ιστορικό και όχι το αντίστοιχο της άλλης αγωγής. Η πρόθεση αυτή του δικαστηρίου καταγράφτηκε άλλωστε και ρητώς με την αναφορά ότι οι διαπιστώσεις του εκπηγάζουν από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής και τα τηρηθέντα πρακτικά. Αντί τούτου όμως, αναφέρθηκε στα πρακτικά της άλλης αγωγής. Οι διορθώσεις βέβαια που ζητούνται είναι εκτεταμένες. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν πρόκειται για περίπτωση διόρθωσης, αλλά για προσπάθεια αναδόμησης της απόφασης επί ουσιαστικών σημείων προς το συμφέρον των αιτητών. Για το ότι δεν πρόκειται περί της ουσίας, έχω ήδη αποφασίσει. Για το εκτεταμένο των διορθώσεων σημειώνονται τα εξής: Η νομολογία, χαρακτηριστικά δείγματα της οποίας παρατίθενται ως άνω στο Annual Practice, αναφέρεται συνήθως σε περιορισμένες μάλλον διορθώσεις ως λ.χ. διόρθωση ενός ποσού, μιας ημερομηνίας, ενός ονόματος ή μιας φράσης ή η προσθήκη ενός ποσού, μιας οδηγίας ή μιας διαταγής. Το κριτήριο όμως δεν είναι ποσοτικό. Εν προκειμένω, όσο εκτεταμένα και αν είναι τα σφάλματα, είναι φανερό ότι για κάποιο λόγο που προφανώς σχετίζεται με την κοινή πορεία της διαδικασίας, το δικαστήριο σε μια τυχαία διολίσθηση χρησιμοποίησε εκ λάθους στοιχεία από την άλλη αγωγή τα οποία δεν συσχετίζονται με την ουσία και το αποτέλεσμα. Ένα τελευταίο όμως επιχείρημα των καθ΄ ων η αίτηση είναι ότι θα επηρεαστούν δυσμενώς γιατί η έφεση τους βασίζεται "κατά ένα μέρος", όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, στα λάθη αυτά της απόφασης. Έχει αποφασιστεί ότι διόρθωση που θα προκαλέσει αδικία δεν είναι επιτρεπτή (Stewart v. Rhodes [1900] 1 Ch. 386, Annual Practice 1958, σελ. 634). Όμως εν προκειμένω οι εναγόμενοι δεν έχουν αποκτήσει από τα μη ουσιαστικά λάθη της απόφασης οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαίωμα. Εν πάση περιπτώσει, η διόρθωση της απόφασης δεν θα τους στερήσει τα δικαιώματα τους ή οποιαδήποτε ουσιαστικά επιχειρήματα στην έφεση, η οποία, ως άνω, στηρίζεται μόνο κατά ένα μέρος στα λάθη αυτά. Ως εκ των άνω, θα εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. Για τα έξοδα σημειώνονται τα ακόλουθα: Η πρώτη σκέψη είναι ν΄ ακολουθηθεί η πρακτική που ακολουθείται στις αιτήσεις τροποποίησης και τα έξοδα να επιβαρύνουν τους αιτητές παρά την επιτυχία της αίτησης τους. Από την άλλη, εν προκειμένω η διαδικασία δεν οφείλεται σε λόγους που αφορούν τους διαδίκους. Εν πάση περιπτώσει όμως θεωρώ ότι είναι δίκαιο τα έξοδα να βαρύνουν τους αιτητές, εφόσον πρόκειται για διόρθωση απόφασης που έχει εκδοθεί υπέρ τους. Λαμβάνεται επιπρόσθετα υπόψη το γεγονός ότι δεν εντόπισαν το πρόβλημα παρά σε καθυστερημένο στάδιο και στα πλαίσια της έφεσης. Ενώ τα λάθη είναι τέτοια που θα μπορούσαν να υποδειχθούν στο δικαστή ακόμα και κατά την εκφώνηση της απόφασης. Δίδεται διάταγμα για διόρθωση της απόφασης ως η αίτηση. Η διόρθωση να γίνει εντός 5 ημερών από της σύνταξης του παρόντος με μέριμνα των αιτητών και υπό τον έλεγχο του Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα να είναι υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δ. 25, κ. 6: Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο