Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένου ως διαχειριστού της περιουσίας της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου ν. Τάκης Χριστοδουλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 2161/2005, 14 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2161/2005 Μεταξύ: Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένου ως διαχειριστού της περιουσίας της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντα- Καθ΄ού η Αίτηση και
- Τάκης Χριστοδουλίδης
- Τάκης Χριστοδουλίδης ως διαχειριστής της περιουσίας του Μιχάλη Παπαδόπουλου
- Σπύρος Ανδρέα Μαλακούτα Εναγομένων - Αιτητών ---------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2009 Για τους εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: Δρ. Α. Ποιητής Για ενάγοντα - Καθ΄ού η αίτηση: κα Ραφαήλ για Γεωργιάδης & Μυλωνάς Ενδιάμεση απόφαση (σε προδικαστικό νομικό σημείο) Με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με την Διαταγή 2 Κανονισμός 1 των Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας ο ενάγοντας ως διαχειριστής της περιουσίας κάποιας Ελέγκως Κύπρου Χωματένου από τον Κόρνο, αξιώνει διάφορα διατάγματα τα οποία θα καταγράψω αυτούσια στη συνέχεια καθώς κρίνω ότι είναι απαραίτητο ενόψει της φύσης της αίτησης αλλά και για καλύτερη κατανόηση της απόφασης: Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει δικαίωμα υπό την προσωπική του ιδιότητα να ενεργεί ως διαχειριστής της περιουσίας του Μιχάλη Παπαδοπούλου τέως από τον Κόρνο, αποβιώσαντος, δυνάμει του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αίτηση Διαχείρισης 6/
- Β) Διάταγμα ακύρωσης των μεταβιβάσεων τριών κτημάτων με αριθμούς εγγραφής 4969 και 4970 που αφορούν το Τεμ. 76 του Φ/Σχ. 49/8 του χωριού Κόρνου και του κτήματος με αριθμό εγγραφής 5419 που αφορά το Τεμ. 164 του Φ/Σχ. 39/55 του χωριού Κόρνου, επ΄ονόματι του εναγομένου 3, που έγιναν με τις δηλώσεις μεταβίβασης ΠΛ 1996/97 και ΠΛ 3848/97, από το εναγόμενο 1, παράνομα και/ ή χωρίς νομική εξουσιοδότηση και/ ή κατά παράβαση συμφωνίας ημερ. 25.06.85 και/ ή άλλως πως. Γ) Διάταγμα ακύρωσης οιασδήποτε μεταβίβασης κτήματος η οποία έγινε από τους εναγομένους 1 και 2 μετά από τις πιο πάνω αναφερόμενες μεταβιβάσεις. Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διορίζον νέο διαχειριστή της περιουσίας του Μιχάλη Παπαδοπούλου σε αντικατάσταση του Επίσημου Παραλήπτη. Ε) Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, αποζημιώσεις εναντίον του εναγομένου 1 και 2 ή οιουδήποτε από αυτούς δια παράβαση συμφωνίας ημερ. 25/06/1985 και/ ή δια παράβαση του Νόμου περί Διαχειρίσεως Περιουσίας. ΣΤ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία του Δικαστηρίου ήθελε κρίνει εύλογη. Ζ) Δικηγορικά έξοδα, Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Το πιο πάνω κλητήριο συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που φέρει την ίδια ημερομηνία με αυτή του κλητηρίου και υπογράφεται από τον ενάγοντα σύμφωνα με την οποία δηλώνει ότι: Είναι ο διαχειριστής της προτιθέμενης εναγούσης στη υπό τον ως άνω τίτλο προς σφράγιση αγωγή. Προβαίνει στη παρούσα ένορκο δήλωση προς επιβεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου για σφράγιση, που επισυνάπτεται. Επιβεβαιώνει ότι είναι ο νόμιμος διαχειριστής της περιουσίας της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου που έχει πεθάνει, τέως από τον Κόρνο. Ο προτιθέμενος εναγόμενος Τάκης Χριστοδουλίδης, είναι ο ισχυριζόμενος διαχειριστής της περιουσίας του Μιχάλη Παπαδοπούλου, ο οποίος έχει πεθάνει, τέως από τον Κόρνο. Περαιτέρω δηλώνει ότι τα γεγονότα τα αναφερόμενα στο εν λόγω κλητήριο εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει είναι αληθινά και ορθά. Καταγράφω στη συνέχεια αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, επί της οποίας στηρίζεται και η παρούσα αίτηση για την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που προβλήθηκε σε αυτή: Οι εναγόμενοι 1 και 2 (εν τοις εφεξής οι εναγόμενοι), αγνοούν και αρνούνται την παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Εν πάση περιπτώσει εφόσον η αγωγή εγείρεται από τον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου θα έπρεπε να καταχωρηθεί ταυτόχρονα και διάταγμα διαχειρίσεως. Δεδομένου ότι δεν καταχωρήθηκε τέτοιο διάταγμα η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Επίσης δεδομένου ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον διαχειριστή περιουσίας του οποίου ζητεί την παύση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί ταυτόχρονα και ένορκος δήλωση, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω οποιαδήποτε τυχόν ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε δεν είναι σύμφωνα με τον Νόμο ή τους Κανονισμούς. Ως εκ τούτου και πάλι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί. Με αίτηση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 με ημερομηνία 22.11.2007, η οποία είναι και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης, αξιώνουν:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την προδικαστική εκδίκαση ως προδικαστικού σημείου της ενστάσεως που εγείρεται στη παράγραφο 1 της υπερασπίσεως, ήτοι, εάν η ένορκος δήλωση που καταχωρήθηκε αποτελεί ένορκο δήλωση στην έννοια των σχετικών κανονισμών.
- Απόφαση και διάταγμα απορρίπτουσα την αγωγή διότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που απαιτούν οι κανονισμοί, ήτοι να καταχωρηθεί η απαιτούμενη από τους κανονισμούς ένορκος δήλωση. Η αίτηση έχει ως νομική βάση την Δ.48, Θ. 1 - 4,8,9, Δ.27, Θ. 1-3,Δ.2,Θ.
- Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κ. Ζίκκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων στην οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από το φάκελο της διαδικασίας και από όσα της έχει αναφέρει ο Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής που γνωρίζει την υπόθεση, και έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκο δήλωση. Ισχυρίζεται ότι με την αγωγή καταχωρήθηκε μια ένορκος δήλωση που στη πραγματικότητα δεν είναι η απαιτούμενη ένορκος δήλωση που απαιτούν οι κανονισμοί δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα. Ως εκ τούτου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τούτο ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. Στην αίτηση αυτή είχε καταχωρηθεί ένσταση από τον ενάγοντα με την οποία αξιωνόταν η απόρριψη της και σε αυτήν επέμενε και μετά την τροποποίηση που επήλθε στη παράγραφο 1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. Ειδικότερα προβάλλεται ότι: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Δεν υφίσταται σοβαρή ή συζητήσιμη υπόθεση για να συζητηθεί προδικαστικά ή κεχωρισμένα το ζήτημα που εγείρεται στην παρούσα αίτηση, αφού πριν ή ταυτόχρονα μετά του κλητηρίου εντάλματος καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση η οποία συνάδει με τον νόμο. Το ζήτημα της παύσης του διαχειριστή είναι δευτερεύουσα απαίτηση και το κύριο μέρος της αγωγής αναφέρεται σε άλλα κτήματα μη έχοντα σχέση με το ως άνω ζήτημα. Η αγωγή δεν είναι probate action (κληρονομική αγωγή). Η τυχόν προκαταρτική εξέταση του ζητήματος της ενόρκου δηλώσεως συνεπάγεται αδικαιολόγητα έξοδα και σπατάλη χρόνου. Ο ισχυρισμός ότι δεν καταχωρίστηκε η απαιτούμενη ένορκη δήλωση είναι διάφορος εκείνου που υποστηρίζεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπερασπίσεως των εναγομένων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της κ. Μαρίας Ραφαήλ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος. Ενόψει της τροποποιημένης πλέον παραγράφου 1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 2,3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως δεν ενέχουν πλέον οποιαδήποτε σημασία και έτσι δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω. Στη παράγραφο 5 προβάλλεται ότι ο ισχυρισμός των αιτητών - εναγομένων 1 και 2 ότι δεν καταχωρίστηκε η απαιτούμενη από τους κανονισμούς ένορκη δήλωση είναι νομικά αβάσιμος καθώς θα έπρεπε να στηρίζεται στη Διάταξη 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, η οποία αφορά τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τα προβλεπόμενα από τους κανονισμούς. Σύμφωνα δε με τη παράγραφο 6 οι αιτητές θα έπρεπε να υπέβαλλαν αίτηση παραμερισμού της αγωγής λόγω της κατ΄ ισχυρισμό παρατυπίας της ενόρκου δηλώσεως, όπως αυτή επιβάλλεται από τη Διάταξη 64 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών. Στην παράγραφο 7 προβάλλεται ότι η αγωγή αφορά πρωτίστως την ακύρωση ορισμένων μεταβιβάσεων που διενήργησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 επ΄ονόματι του εναγομένου 3 και όχι το ζήτημα της παύσεως του διαχειριστή, το οποίο εξετάζεται δευτερευόντως για σκοπούς διαπίστωσης της εγκυρότητας των εν λόγω μεταβιβάσεων. Συνεπώς η αγωγή δεν αφορά κληρονομικό ζήτημα (probate action) και το προδικαστικό ζήτημα που εγείρεται δεν αποτελεί θέμα το οποίο πρέπει να συζητηθεί χωριστά για να αποφασιστεί η τύχη της αγωγής. Τέλος, στη παράγραφο 8 προβάλλεται ότι η τυχόν προκαταρτική εξέταση του ζητήματος που εγείρεται με τη παρούσα αίτηση θα επιφέρει αδικαιολόγητα έξοδα και σπατάλη χρόνου του δικαστηρίου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Ποιητής στην αγόρευση του εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει αμφιβολία από το λεκτικό των διαταγμάτων αλλά και από τη φύση τους, όπως αυτά αξιώνονται στην οπισθογράφηση της απαιτήσεως του κλητηρίου εντάλματος, ότι πρόκειται για μια κληρονομική αγωγή (probate action). Εισηγήθηκε ότι μια τέτοια αγωγή θα έπρεπε να συνοδεύεται από κατάλληλη ένορκο δήλωση στην οποία θα έπρεπε να εκτίθενται εκτός από το συμφέρον πάνω στο οποίο ερείδεται η απαίτηση και τα γεγονότα της. Είναι φανερό ότι δεν εκτέθηκαν στην οπισθογράφηση του κλητηρίου τα γεγονότα αλλά ούτε και στην ένορκο δήλωση η οποία παραπέμπει σε ανύπαρκτα βέβαια γεγονότα του κλητηρίου. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι η ορθή καθώς και η αγωγή είναι άνευ γεγονότων και δεν μπορεί να διορθωθεί με βάσει τις πρόνοιες της Διαταγής 64 εφόσον πρόκειται για εξ υπαρχής μη υπαρκτό διαδικαστικό μέτρο, και αυτό ελλείψει της κατάλληλης ενόρκου δηλώσεως η οποία να συνάδει με τους θεσμούς. Πέραν αυτού προχώρησαν τα δικόγραφα και δεν μπορεί να επιτραπεί η εκ των υστέρων διόρθωση τους και μάλιστα μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων όπου αποκαλύπτονται οι δικοί τους ισχυρισμοί. Η κ. Ραφαήλ στη δική της εισήγηση έκανε αναφορά στο ιστορικό της παρούσας αίτησης για να καταλήξει ότι όπως προκύπτει πλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι έχει καταχωρηθεί πράγματι ένορκος δήλωση μαζί με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος και επομένως παραμένει προς εξέταση κατ΄αρχή το κατά πόσο το δικαστήριο θα αποδεχθεί την προδικαστική εξέταση του ζητήματος και ακολούθως κατά πόσο αυτή η ένορκος δήλωση είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς. Εάν η κατάληξη του δικαστηρίου είναι ότι μπορεί σ΄αυτό το στάδιο να εξετάσει το νομικό σημείο που επικαλείται η πλευρά των αιτητών και καταλήξει ότι η ένορκος δήλωση δεν συνάδει με τους κανονισμούς, θα πρέπει τότε να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα διάσωσης της αγωγής με την ενεργοποίηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Θέση της πλευράς του ενάγοντος είναι εν πάση περιπτώσει ότι η ένορκος δήλωση που καταχωρήθηκε είναι ορθή, εφόσον ο Θ. 13 της Δ.2 δεν απαιτεί την αναφορά στην ένορκο δήλωση οποιωνδήποτε γεγονότων, αλλά αρκεί αυτή να βεβαιώνει την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος είτε αυτό είναι ειδικά είτε γενικά οπισθογραφημένο. Εάν δε το δικαστήριο ήθελε καταλήξει διαφορετικά, τότε θα πρέπει σύμφωνα με τη νέα Δ.64, όπως έχει ερμηνευθεί, μετά την τελευταία τροποποίηση της, να θεωρηθεί ως παρατυπία και να τη θεραπεύσει με την έκδοση σχετικού διατάγματος απαλλαγής από αυτή. Θα πρέπει τέλος να ληφθεί υπόψη ότι αν και οι αιτητές γνώριζαν για την παρατυπία, εντούτοις, δεν αιτήθηκαν τον παραμερισμό της διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου αλλά μετά που άφησαν την διαδικασία να προχωρήσει με άλλα διαβήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Η αίτηση μεταξύ άλλων στηρίζεται στην Διαταγή 27 Θ.Θ. 1 - 3 οι οποίοι προνοούν τα ακόλουθα: ¨
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient" "
- Ιf in the opinion of the court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just". ¨
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Σε μετάφραση: ¨
- Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο και οποιοδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό¨. "
- Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ΄αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ΄αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα στην Αγωγή που θα είναι δίκαιο¨. "
- Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη¨. Η Διαταγή 2 Θ. 13 επί του οποίας βασίζεται επίσης η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: " The sealing of the writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of plaintiffs, in verification of the indorsement on the writ". Σε μετάφραση: ¨Σε κληρονομικές αγωγές, της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος θα προηγείται καταχώρηση ένορκης δήλωσης του ενάγοντα ή ενός από τους ενάγοντες, η οποία να επιβεβαιώνει την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος¨. Η ένσταση για τη μη συμμόρφωση προς τον Θ. 13 της Δ.2 μπορεί να υποβληθεί είτε με την υπεράσπιση είτε και με χωριστή αίτηση, άσχετα αν δεν έχει προταθεί στην υπεράσπιση και δεν θεωρείται ότι ο εναγόμενος έχει παραιτηθεί από την ένσταση επειδή καταχώρησε εμφάνιση χωρίς επιφύλαξη (Osman, Hanife & Others v. Osman Mehmet
(1974)10 JSC 1035). Επομένως κρίνω ότι οι αιτιάσεις για το άκαιρο του αιτήματος, αν και έχουν συνδυαστεί με τα διαλαμβανόμενα στη Δ.64 Θ. 2*, δεν βρίσκουν έρεισμα στην νομολογία μας. Πέραν όμως αυτών μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και ακολούθως της τροποποιημένης Υπεράσπισης όπου προβλήθηκε και επαναλήφθηκε το νομικό αυτό σημείο, σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε παραίτηση της πλευράς των εναγομένων είτε με ρητό ή εξυπακουόμενο τρόπο. Το ζήτημα όμως όπως προβάλλεται θα πρέπει να εξεταστεί ως ¨νομικό σημείο¨ και αυτό σύμφωνα με τη νομολογία μας αποφασίζεται σε οποιοδήποτε στάδιο. Η μη εξέταση του επί της ουσίας του σε αυτό το στάδιο και άφεση του προς εξέταση στο τέλος της υπόθεσης, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί υπέρ των αιτητών θα συνεπαγόταν ταλαιπωρία των διαδίκων, αύξηση των εξόδων και χάσιμο πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Επομένως κρίνω ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για την εξέταση του αφού η αίτηση υποβλήθηκε μετά που διαπιστώθηκε ότι είχε καταχωρηθεί ένορκος δήλωσης, που όπως υποστήριξαν οι αιτητές στην αίτηση για τροποποίηση του δικογράφου τους αγνοούσαν προηγουμένως την ύπαρξη της, και ήταν αυτός ο λόγος που μόλις περιήλθε σε γνώση τους επέβαλε την εκ μέρους τους τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Σε κάθε περίπτωση υποβλήθηκε το υπό εξέταση νομικό σημείο ήδη στην Υπεράσπιση και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δηλαδή στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, δεν υπήρξε παραίτηση της πλευράς των εναγομένων από τα δικαιώματα τους και ως προς αυτό διακρίνεται από την Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου,
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 366 η οποία εν πάση περιπτώσει αφορούσε ζήτημα παρατυπίας και όχι εξέταση νομικού σημείου το οποίο άπτεται της ίδιας της εγκυρότητας της ενακτήριας κλήσης. Κρίνω επομένως ότι ορθά το αίτημα έγινε με βάσει τη Δ.27 των Θεσμών και όχι όπως είναι η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντος ότι θα έπρεπε να είχε βασιστεί επί ης Δ.64 Θ.
- *
- Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης όπως ακόμα υποστηρίχθηκαν και κατά την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ΄ού η Αίτηση χαρακτηρίζονται από αντιφατικότητα καθώς από τη μια υποστηρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν είναι κληρονομική (probate action), οπότε προς τι η ένορκος δήλωση που έχει καταχωρηθεί μαζί με το κλητήριο ένταλμα και από την άλλη ότι ακριβώς αυτή η ένορκος δήλωση υποστηρίζεται ότι συνάδει με τον τύπο που προβλέπεται από τους κανονισμούς καταχώρησης τέτοιων αγωγών, καθώς όπως υποστηρίχθηκε εκείνο που απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απλώς όπως η ένορκος δήλωση επιβεβαιώνει το κλητήριο και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται σε γεγονότα. Όμως τότε, γιατί και πάλι με την ίδια αυτή ένορκο δήλωση δηλώνεται η αλήθεια και η ορθότητα των ανύπαρκτων γεγονότων του κλητηρίου εντάλματος. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω και θα εξετάσω στη συνέχεια αν πράγματι οι θεραπείες που επιζητεί ο ενάγοντας με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του μπορούν να προσδώσουν στην αγωγή χαρακτήρα κληρονομικής αγωγής (probate action). Η αγωγή εγείρεται από διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος με ¨βασικό¨ θα μπορούσα να πω εναγόμενο, τον εναγόμενο 2, ο οποίος και πάλι έχει την ιδιότητα διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος. Σύμφωνα με τα αιτούμενα διατάγματα, αμφισβητείται η δυνατότητα του να ενεργεί ως διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος και επιζητείται μεταξύ άλλων η ακύρωση πράξεων που διενήργησε με αυτή του την ιδιότητα και διατάγματα παύσης και αντικατάστασης του με τον διορισμό άλλου διαχειριστή. Η έννοια της κληρονομικής αγωγής δίδεται στο Annual Practice του 1957 στη σελ. 255 : " Probate Actions -Includes actions and other matters relating to the grant or recall of probate or of letters of administration other than common form business". Περιλαμβάνει δηλαδή αγωγή και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την επικύρωση ή την ανάκληση διαθήκης ή με την εξουσιοδότηση προς διαχείριση (letters of administration) ή την ανάκληση της. Δεν παραμένει αμφιβολία εξετάζοντας τις θεραπείες τις οποίες επιζητά με την αγωγή του ο ενάγοντας ότι αυτή αφορά κληρονομική αγωγή με την πιο πάνω έννοια. Η πρόνοια της Δ.2, Θ. 13 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας (βλ. πιο πάνω) είναι επιτακτική. Η σφράγιση αγωγής σε υποθέσεις διαχείρισης πρέπει να συνοδεύεται σύμφωνα με την πιο πάνω Διαταγή 2 Θ. 13 (shall be preceded) από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή από ένα από τους ενάγοντες με την οποία να επιβεβαιώνεται η οπισθογράφηση της αγωγής. Η καταχώρηση της ενόρκου δηλώσεως που προβλέπεται στον κανονισμό αποτελεί αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση για την έγκυρη έναρξη της διαδικασίας και οι πρόνοιες του κανονισμού είναι επιτακτικές. Η μη συμμόρφωση με τον κανονισμό καθιστά εξαρχής άκυρη τη διαδικασία (βλ. Demetriou and Others v. Prodromou
(1983)1 C.L.R. 301). Στην ουσία αυτό που επιβεβαιώνεται με την ένορκο δήλωση είναι η αξίωση του ενάγοντα και δηλώνεται το ισχυριζόμενο συμφέρον του εναγόμενου (βλ. Annual Practice 1957 σελ. 47 ¨Affidavid"*). Όπως τονίστηκε στην πιο πάνω απόφαση Demetriou and Others, και στην Osman, Hanife & Others v. Osman Mehmet
(1974)10 JSC 1035, αν δεν υπάρξει συμμόρφωση προς τον θεσμό 13 της Δ.2, δηλαδή αν δεν προηγηθεί της σφράγισης του κλητηρίου ένορκος δήλωση, όλες οι διαδικασίες είναι αυτοδίκαια άκυρες και δεν θεραπεύονται με κανένα δικονομικό τρόπο. * Αffidavit - The affidavit, which must state the interest alleged by the defendant as well as verify the plaintiff's claim, should be taken with the writ to the Registrar, who will sign the certificate that sufficient affidavit has been field...,". Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 81 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε παραπομπή στην υπόθεση Demetriou and Others (πιο πάνω): ¨Με την προτεινόμενη τροποποίηση η εφεσείουσα επιδιώκει την επικύρωση διαθήκης και το διορισμό της ως διαχειρίστριας με τη διαθήκη προσαρτημένη. Η αξίωση αυτή δεν μπορεί να προωθηθεί αν δεν τηρηθούν οι ρητές πρόνοιες στον πιο πάνω κανονισμό¨ και στη συνέχεια ¨Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι.¨ Στη παρούσα περίπτωση η ένορκος δήλωση που επισυνάφθηκε στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε γεγονότα, στα γεγονότα του οποίου παραπέμπει, χωρίς όμως σε αυτή να αναφέρονται οποιαδήποτε τέτοια γεγονότα, δεν μπορεί κάτω από οποιανδήποτε οπτική γωνιά και αν αντικρισθεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα. Επομένως η παράλειψη παράθεσης γεγονότων στην ένορκο δήλωση, όπως επιβάλλεται να γίνεται, είναι καθοριστικό ζήτημα ως προς την τύχη της αγωγής την οποία επιβεβαιώνει καθώς πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε γεγονότα ή στο ισχυριζόμενο συμφέρον του ενάγοντος. Έγινε εισήγηση για εφαρμογή της Διαταγής 64 Θ.1 (1 & 2) όπως αυτή ισχύει σήμερα. Είναι όμως η άποψη μου και θα συμφωνήσω σε αυτό το σημείο με τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών, ότι η διαταγή αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στη παρούσα περίπτωση, εφόσον πρόκειται για ένα εξ υπαρχής άκυρο δικονομικό μέτρο το οποίο δεν μπορεί να διασωθεί με την επίκληση της διαταγής αυτής η οποία παρέχει τη δυνατότητα θεραπείας παρεκκλίσεων από θεσμικές διατάξεις σύμφωνα με τη νομολογία μας όπως αναπτύχθηκε μετά την τροποποίηση της το 1995. Στην υπόθεση Οικονομίδου v. Φ. Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1157, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο σε αίτηση για παραμερισμό απόφασης διαιτητών, δεν εξέτασε το περιεχόμενο δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων οι οποίες δεν επιδόθηκαν στους εφεσίβλητους, αποφασίστηκε ότι ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν εξετάσθηκαν οι ισχυρισμοί που προβάλλονταν σ΄αυτές αν και βρίσκονταν στα χέρια των εφεσίβλητων και σχολιάστηκαν από την πλευρά τους. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: ¨Είναι πράγματι αλήθεια ότι αφού οι ένορκες δηλώσεις βρίσκονταν στα χέρια των εφεσιβλήτων, έστω και παράτυπα, αυτοί ήταν σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο τους και μπορούσαν να τις σχολιάσουν ανάλογα, όπως πράγματι έκαναν κατά την διαδικασία. Όμως η Διαταγή 64, δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς οι οποίοι πρέπει να τηρούνται (βλ. Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 81,84). Όπως τονίζεται στην ίδια υπόθεση, η Διαταγή 64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές διαδικασίες βάσει της Διαταγής 64¨. Προκύπτει δε από τη νομολογία μας τόσο πριν από την τροποποίηση της Δ.64 το 1995 όσο και από τη μεταγενέστερη, ότι δεν παρέχεται δυνατότητα διάσωσης δικονομικού μέτρου το οποίο είναι εξ υπαρχής άκυρο. Εφόσον η ένορκος δήλωσης δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα όπως ανέφερα και πιο πάνω υπάρχει θεμελιακή παράβαση της Δ.2 Θ. 13 και ως εκ τούτου η ένορκος δήλωση που καταχωρήθηκε προς επιβεβαίωση του κλητηρίου εντάλματος, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της, δεν έχει καμιά νομική συνέπεια. Δεν αφορά η περίπτωση παρατυπία ως προς τον τύπο της αγωγής αλλά λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας λόγω ακριβώς της μη ύπαρξης κατ΄ ουσία της επιβαλλόμενης ένορκης δήλωσης (βλ. Ευστρατίου ή Χ¨Σάββα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 751 και Πετρίχου (πιο πάνω). Καταλήγω επομένως ότι η θεμελιακή αυτή παράβαση επιφέρει και ακυρότητα στην όλη διαδικασία. Έστω όμως εάν η κατάληξη μου ήταν διαφορετική και αποφάσιζα ότι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.64 και έτσι το ζήτημα κρινόταν ως παρέκκλιση από τους Θεσμούς και ως ζήτημα πλέον αντικανονικότητας θα μπορούσε να θεραπευθεί, τότε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου θα έπρεπε να λάμβανε πολύ σοβαρά υπόψη και την παράμετρο του δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς ενόψει της αποκάλυψης της υπεράσπισης της στο δικόγραφο της, οπότε και σε μια τέτοια περίπτωση και πάλι η κατάληξη μου θα ήταν αρνητική στη παροχή αυτής της δυνατότητας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων λόγω της ακυρότητας της δεν μπορεί να προχωρήσει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής όπως και της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ο ενάγοντας καταδικάζεται στα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο