Αναφορικά με τον Παναγιώτη Γεωργίου ν. ΑΙΤΗΣΗ δια έκδοση πτωχευτικής ειδοποιήσεως Κεφάλαιο 6 Κ.39 Υπό Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης 6/09, 14 Μαϊου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης 6/09 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Αναφορικά με τον Παναγιώτη Γεωργίου, από την Αραδίππου, Χρεώστη ΑΙΤΗΣΗ δια έκδοση πτωχευτικής ειδοποιήσεως Κεφάλαιο 6 Κ.39 Υπό Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Πιστωτή ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ (SET ASIDE) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.02.2009 ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ Ημερομηνία: 14 Μαϊου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Χρεώστη-Αιτητή: Ο κ. Καϊμακλιώτης, για κ. Ν. Νικολάου. Για τον Πιστωτή-Καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Ιωάννου, για κ. Α. Ανδρέου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 12.06.1997 εξέδωσε απόφαση στην αγωγή, αριθμός 1502/97 εναντίον, μεταξύ άλλων, και του χρεώστη-αιτητή, εναγόμενου 3 (στο εξής χρεώστης) για το ποσό των £7.150,08σεντ με τόκο 8% ετησίως από 14.04.1997 μέχρι εξοφλήσεως, καθώς και τόκο 9% από της λήξης των καθυστερημένων δόσεων μέχρι εξοφλήσεως, με έξοδα. Στις 5.01.2009 ο πιστωτής-καθ΄ ου η αίτηση (στο εξής πιστωτής) καταχώρισε δια του δικηγόρου του αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης συνοδευόμενη από ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του χρεώστη, οπισθογράφηση ειδοποίησης και αντίγραφο απόφασης. Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στο χρεώστη στις 2.02.
- Η ΑΙΤΗΣΗ Στις 5.02.2009 ο χρεώστης καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για παραμερισμό της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 3, 93
(3)και 102 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 16, 18, 38, 39, 43 και 188, στη Δ.48 Κ.1, 2, 4 και 9, στη Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του χρεώστη η οποία συνοδεύει την αίτηση. Σ΄ αυτήν αναφέρεται ότι (α) το ποσό το οποίο αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης είναι υπερβολικό, απαράδεκτο, αποτελεί προϊόν παράνομου χρέους το οποίο ο πιστωτής επιδιώκει να εισπράξει με την παρούσα διαδικασία και ως πιστεύει όλο το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα έχουν εξοφληθεί. (β) ο πιστωτής δεν προέβη σε οιονδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης και καταχώρισε την παρούσα αίτηση για εκβιασμό και άσκηση πίεσης εναντίον του (γ) η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι καταχρηστική και αποσκοπεί μόνο για εξαναγκασμό του για καταβολή άπαξ του ποσού που διεκδικεί ο πιστωτής (δ) με την αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης πέραν των πιο πάνω επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί, ήτοι για προσπορισμό οφέλους, ξένου προς το σκοπό που παρέχεται από το δικονομικό μέτρο πτώχευσης και ως εκ τούτου ως καταπιεστικό και καταχρηστικό μέτρο το Δικαστήριο πρέπει από τώρα να σταματήσει αυτή τη διαδικασία. (ε) η αίτηση είναι αβάσιμη, νομικά αστήρικτη, αδικαιολόγητη και δεν περιέχει ουσιαστικό λόγο τεκμηρίωσής της (στ) Η ειδοποίηση είναι πρόωρος, ενοχλητική, εκβιαστική και εκδικητική η οποία θα προκαλέσει σ΄ αυτόν μεγάλη ταλαιπωρία, βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του και στην οικογένειά του (ζ) Η αίτηση είναι παράτυπη, δεν αναφέρει τους κανονισμούς και το νόμο επί των οποίων βασίζεται και επίσης δεν εξαντλήθηκαν όλα τα μέσα εκτέλεσης που προβλέπει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ο πιστωτής καταχώρισε ένσταση στις 12.03.2009, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με την οποία επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού. Η ένσταση εδράζεται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, άρθρα 1-5, 40
(2), 87, 90 και 93, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς 2-9, 16-18, 27, 38-40, 42. 187 και 188, στη Δ.48 Κ.1-4, 7, 8 και 9, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
(1)Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη
(2)Οι λόγοι που προβάλλονται στην αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα
(3)Προκαλείται αδικία στον πιστωτή γιατί τρέχει η προθεσμία υποβολής πτώχευσης με κίνδυνο να λήξει
(4)Η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας
(5)Η ειδοποίηση πτώχευσης είναι νόμιμη, νομότυπη και ορθή
(6)Δεν στοιχειοθετούνται λόγοι παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης Ο ενόρκως δηλών, Αδάμος Κκαφάς, αναφέρει ότι είναι υπάλληλος του πιστωτή και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Τις πληροφορίες του τις πήρε από το φάκελο της υπόθεσης και τη δικηγόρο ΄Ελενα Ανδρέου που χειρίζεται την υπόθεση. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με την αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και περαιτέρω επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με πιο αναλυτικό τρόπο. Έτσι αναφέρει ότι το ποσό προέρχεται από δικαστική απόφαση η οποία είναι άμεσα εκτελεστή και κανένα δικονομικό μέτρο δεν έχει ληφθεί εναντίον της εγκυρότητάς της. Το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί και περί του λόγου το αληθές επισυνάπτεται ως τεκμήριο κατάσταση λογαριασμού. Η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και ο πιστωτής δεν είναι υποχρεωμένος να προβεί στη λήψη μέτρου εκτέλεσης εναντίον του χρεώστη πριν προβεί στην καταχώριση ειδοποίησης πτώχευσης. Ο πιστωτής δεν επιθυμεί την άσκηση πίεσης στο πρόσωπο του χρεώστη ούτε καταχράται της διαδικασίας η οποία σκοπό έχει την προστασία και διασφάλιση της περιουσίας αφερέγγυου χρεώστη προς όφελος των πιστωτών του, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού ο χρεώστης δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει το χρέος του και είναι αφερέγγυος. Σε καμιά περίπτωση δεν απειλεί ούτε εκβιάζει ούτε καταπιέζει τον χρεώστη ούτε επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί με την καταχώριση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αλλά επειδή υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί από την περιουσία του χρεώστη καθίσταται αναγκαία η προστασία του πιστωτή. Το χρέος δε το οποίο υπερβαίνει το ποσό των €854,30σεντ είναι απαιτητό και εκτελεστό. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος του χρεώστη στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι (α) καταχρηστική και καταπιεστική (β) πρόωρη γιατί ενώ εγίνοντο διαβουλεύσεις για διευθέτηση προέβησαν στο διαδικαστικό αυτό διάβημα και (γ) οι συνέπειες στο πρόσωπο του αιτητή από την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης θα είναι δυσανάλογες από τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η δικηγόρος του πιστωτή, από την άλλη, επανέλαβε ουσιαστικά τους λόγους ένστασης και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, με έμφαση ότι (α) η αίτηση για παραμερισμό δεν στοιχειοθετείται νομικά ενώ η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι νόμιμη και βάσιμη, (β) ο χρεώστης είναι αφερέγγυος και επιδιώκεται να προστατευθούν οι πιστωτές και (γ) δεν αποτελεί ούτε κατάχρηση ούτε καταπίεση η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στις πρόνοιες του άρθρου 3 εδάφιο 1(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, προβλέπεται ότι η μη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων, με ειδοποίηση πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης συνιστά πράξη πτώχευσης βάσει της οποίας μπορούν να ληφθούν μέτρα για την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του χρεώστη. Στο δε Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών αναγράφεται ότι πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να υποβάλει ένσταση στην ειδοποίηση πτώχευσης οφείλει να καταχωρίσει εντός τριών
(3)ημερών από την επίδοση σ΄ αυτόν της ειδοποίησης πτώχευσης, ένορκη δήλωση στην οποία θα εξειδικεύει κατά πόσο έχει εναντίον του εξ αποφάσεων πιστωτή ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος και την οποία δεν θα μπορούσε να προβάλει στην προγενέστερη διαδικασία μεταξύ των μερών. Δεν είναι όμως μόνο με βάση τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών που δύναται κάποιος χρεώστης να επιδιώξει ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 35 αναφέρεται ότι εάν καταχωρηθεί ένορκη δήλωση, που λαμβάνει τη μορφή αίτησης παραμερισμού με βάση τον Κανονισμό 40
(2)δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται λόγοι πέραν εκείνων που ρητά προβλέπονται, δηλαδή ισχυρισμό για συμψηφισμό, ανταξίωση ή ανταγωγή που δεν μπορούσε να εγερθεί στην προγενέστερη διαδικασία. Βλέπε επίσης την υπόθεση Λάρκος ν. Κατσαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694 την υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd.
(2006)1 A.A.Δ. 788 και την υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. ν. Δημητρίου, Πολ. ΄Εφεση 278/06 ημερ. 17.04.2008. Δύναται όμως ο χρεώστης να καταχωρίσει αίτηση (motion) για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης στην οποία μπορούν να προβληθούν άλλοι λόγοι από αυτούς που προβλέπονται στον Πτωχευτικό Κανονισμό 40
(2)σύμφωνα με τη νομολογία, Μερκής και Λουκά, ανωτέρω και σχετικές αναφορές σε συγγράμματα. Η αρχή αυτή καταγράφεται στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση στη σελίδα 38 όπου αναφέρονται τα εξής: Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αίτηση παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης σε λόγους άλλους από συμψηφισμό.» «Ο Χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση (με άλλα λόγια όχι με τη συνοπτική διαδικασία της ενόρκου δηλώσεως του κανονισμού Πτώχευσης 139) για παραμερισμό της ειδοποίησης πάνω σε άλλους λόγους π.χ. παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή (ή όπως νόμιμη προσφορά πληρωμής) του χρέους κλπ.» Γίνεται δε παραπομπή στην υπόθεση In Re a Debtor 30 L.L. 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 All E.R. 216, óπου η ειδοποίηση πτώχευσης παραμερίστηκε μετά από αίτηση δια το λόγο ότι η απóφαση είχε ικανοποιηθεί. Λέχθηκαν τα εξής: "There are a number of cases in which bankruptcy notices have quite plainly been set aside on motion on other grounds than those mentioned in rule 137." Στην υπόθεση In re Howes
(1982)2 Q.B. 628, In re H.B.
(1904)1 KEG B. 94 και In re Miller (1912 3 K.B.D. όπου σ΄ αυτή την τελευταία λέχθηκε: "One of those grounds painly must be satisfaction because if a judgment has been satisfied ... there is no judgment left on which to find the bankruptcy notice". Σχετική αναφορά για το τι εστί "motion" αναφέρεται στο Pocket Law Lexicon όπου αναφέρεται: «An application made to the Court by the parties of their counsel, in order to obtain some rule or order, either in the progress of a cause, or summarily, as in the case of a motion of a writ of habeas corpus ... As to notice of motion and procedure generally see R.S.C. Ord. L II". Επίσης αναφορά γίνεται στο Annual Practice 1959 στη σελίδα 1268 όπου υπό τον υπότιτλο "Practice-Originating notice of motion" καταγράφεται η διαδικασία η οποία είναι παρόμοια με τις δικές μας αιτήσεις. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 188 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών όπου δεν υπάρχει πρόνοια σχετικά με ένα θέμα που εγείρεται σε διαδικασίες πτωχεύσεων τότε εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν είναι αντίθετοι με τους Κανονισμούς Πτωχεύσεων. Παρόλον ότι δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση του κ. Καϊμακλιώτη όλοι οι λόγοι παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, παρά μόνο μερικοί, και μπορεί να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκαν, εντούτοις το Δικαστήριο θα τους εξετάσει όλους. (α) Ο ισχυρισμός ότι το ποσό που αναφέρεται στην ειδοποίηση πτώχευσης ότι οφείλεται από τον χρεώστη είναι υπερβολικό, απαράδεκτο και προϊόν παράνομου χρέους και ότι, ως πιστεύει, το χρέος έχει εξοφληθεί, αποτελεί ένα αόριστο, γενικό και ασαφή ισχυρισμό ο οποίος δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο. Ως φαίνεται το χρέος που οφείλει ο χρεώστης αποτελεί εξ αποφάσεως χρέος και η απόφαση είναι οριστική και τελεσίδικη αφού δεν έχει εφεσιβληθεί. Από την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση καταδεικνύεται ότι οφείλεται το ποσό των €13.271,53σεντ. Η κατάσταση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί με κανένα τρόπο. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. (β) Η θέση ότι δεν λήφθηκε άλλο μέτρο εκτέλεσης από τον πιστωτή δεν μπορεί να βρει έρεισμα καθότι τέτοια προϋπόθεση δεν προνοείται πουθενά στο Κεφ. 6 και στο Κεφ. 5 ή στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. ΄Ασχετα από αυτό έχουμε τη γνώμη ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ιδίου χρεώστη. Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» και θα ισοδυναμούσε με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με εκείνους τους χρεώστες εναντίον των οποίων δεν είχε επιδιωχθεί εκτέλεση της απόφασης.» Στην υπόθεση Χριστάκη Μιχαήλ κ.α., Αίτηση 54/98,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1320, 1325, ο πρώην Δικαστής Νικολάου με αναφορά στην Οικονομίδη, πιο πάνω, ανάφερε ότι η αίτηση πτώχευσης δεν συμπεριλαμβάνεται στις μεθόδους εκτέλεσης. Γι΄ αυτό η συνύπαρξη της δεν συνιστούσε κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας για την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και ούτε υπήρχε χώρος για συσχετισμό των δύο έτσι ώστε να αποκτά σημασία η αίτηση πτώχευσης στην άλλη διαδικασία. Ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτή η θέση. (γ) Ο ισχυρισμός ότι οι συνέπειες θα είναι δυσανάλογες από τυχόν πτώχευση του χρεώστη σε μεταγενέστερο στάδιο σε σχέση με την ωφέλεια που θα έχει ο πιστωτής δεν εξηγείται αλλά ούτε δικαιολογείται. Η επίκληση ότι θα προκληθεί σ΄ αυτόν μεγάλη ταλαιπωρία, βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία και στην οικογένειά του παραμένουν μετέωρες ενόψει απουσίας δικαιολόγησής τους. Οι ισχυρισμοί ότι θα επιφέρει καταπίεση, δυσφορία, οδύνη, εκνευρισμό και ενόχληση στον χρεώστη δεν βρίσκω με ποιο τρόπο τα πιο πάνω μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σημασία στη νομική αντίκρυση του θέματος αφού η οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου είναι δυνατό να προκαλέσει κάποια ή και όλα από τα πιο πάνω σε ένα διάδικο ως φυσική απόρροια της δικαστικής διαμάχης. Επομένως απορρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός. (δ) Ούτε και ο ισχυρισμός ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι πρόωρη δικαιολογείται με οιονδήποτε τρόπο. Η αναφορά του δικηγόρου του χρεώστη κατά την αγόρευσή του ότι τούτο σχετίζεται με το γεγονός ότι ενώ έκαναν διαβουλεύσεις καταχωρήθηκε η αίτηση έκδοσης ειδοποίησης πτώχευσης, δεν μπορεί να έχει καμιά βαρύτητα αφού η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία. Έπεται ότι δεν μπορεί να ευσταθίσει ούτε αυτή η θέση. (ε) Επίσης δεν μπορεί να ευσταθίσει ούτε η θέση ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αβάσιμη, νομικά αστήρικτη και ότι δεν αναφέρει τους νόμους και τους κανονισμούς. Εκτός του γεγονότος ότι στην αίτηση αναφέρεται ο Κανονισμός 39 του Κεφ. 6, η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν συνιστά ενδιάμεση αίτηση αλλά πρωτογενή διαδικασία προσδιοριστική των επίδικων θεμάτων που τίθενται προς εξέταση, όπως και η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής και δεν χρειάζεται η αναφορά στα άρθρα του περί Πτωχεύσεως Νόμου και Κανονισμών (Μ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.α.
(1996)1 Α.Α.Α.Δ. 165 και Τρύφωνος ν. Παγκυπριακής
(1993)1 Α.Α.Δ. 706). Τέλος, θα εξετάσω μαζί τους λόγους της ένσταση που αφορούν καταπίεση, εξαναγκασμό και κατάχρηση της διαδικασίας με τον ισχυρισμό ότι με την παρούσα πτωχευτική διαδικασία επιδιώκεται η είσπραξη των χρημάτων του από τον Πιστωτή και όχι η επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή της κατάχρησης διαδικασίας, έχει απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο σε αρκετές υποθέσεις και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν όλες εδώ. Είναι αρκετό να καταγραφούν αποσπάσματα από μερικές από αυτές. «Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)2 C.L.R. 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, όπως εξηγείται, στην τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκλησή της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται παραπομπή στην Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 ALL E.R. 566 (CA), όπου διακηρύχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην εξασφάλιση παρεμφερούς πλεονεκτήματος. (collateral advantage). (βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS
(1979)3 ALL E.R. 97 (CA)).» Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ., 133 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου» Εκτενής ανάλυση γίνεται στην υπόθεση Χαραλαμπίδη ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, η οποία όμως αφορούσε την παράλληλη διαδικασία της πολιτικής αγωγής και της ποινικής δίωξης για επιταγή. Εξ αρχής η αγγλική νομολογία αποδέχτηκε ότι η χρήση διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται, χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση διαδικασίας, για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου, μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Η απόφαση στην Grainger v. Hill
(1838)4 Bing NC 212, και ειδικά το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Tindal CJ, εκθέτει επιγραμματικά τη βάση του κανόνα: (σελ. 221). «to effect an object not within the scope of the process» Όπως διευκρινίζεται στην απόφαση του Scarman LJ, όπως ήταν τότε, στην Goldsmith v. Sperrings Ltd, ανωτέρω, μετά από παραπομπή στο πιο πάνω απόσπασμα από την Grainger v. Hill (σελ. 582). "In a phrase, the plaintiff΄s purpose has to be shown to be not that which the law by granting a remedy offers to fulfill, but one which the law does not recognize as a legitimate use of the remedy sough: see Re Majory» Η απόφαση Re Majory η οποία απαντάται κάτω από τον τίτλο Re A Debtor
(1955)2 ALL E.R. 65 (C.A.), ενέχει μεγάλη σπουδαιότητα για τα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα έφεση, διότι διευκρινίζει ότι ο κανόνας ο οποίος διατυπώθηκε σε διαδικασίες πτώχευσης - αποτελεί κατάχρηση ή χρήση ή απειλή χρήσης της διαδικασίας πτώχευσης για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο προορίζεται - δεν συνιστά ιδιαιτερότητα της διαδικασίας πτώχευσης, αλλά κανόνα καθολικής εφαρμογής, προς περιφρούρηση του κύρους των δικαστικών διαδικασιών, απαρέγκλιτα συνυφασμένου με τον σκοπό για τον οποίο παρέχεται. Διασαφηνίζεται στην απόφαση του Προέδρου του Εφετείου, Sir R. Evershed, M.R. (σελ. 78). «Τhe so-called "rule" in bankruptcy is in truth, no more than an application of a more general rule that court proceedings may not be used or threatened for the purpose of obtaining for the person so using or threatening them some collateral advantage to himself, and not for the purpose for which such proceedings are properly designed and exist: and a party so using or threatening proceedings will be liable to be held guilty of abusing the process of the court, and, therefore, disqualified from invoking the powers of the court by proceedings which he has abused» Στην ίδια απόφαση, Re A Debtor, γίνεται παραπομπή στην απόφαση του Jenkins, L.J. στη Re A Judgment Summons
(1953)1 ALL E.R. 424, ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης όπου τούτο θα αποτελούσε μέσο καταπιεστικό για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Πότε προκύπτει κατάχρηση, εξηγείται με τρόπο παραστατικό στην απόφαση του Lawrence, L.J., στη Re Shaw
(1928)Ch. 206, απόφαση στην οποία ανασκοπείται η προηγούμενη νομολογία επί του θέματος: (ibid, 211) «It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An Attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a petitioning creditor to an order, and, therefore, the fact that in the present case the debtor refused to pay the costs of the Sherboume Trust, Ltd, and that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treat a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose». Τέλος στην υπόθεση Re Sunderland 1911 2 Κ.Β. 658, στην οποία δεν έγινε δεκτή η εισήγηση για κατάχρηση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Again in the absence of fraud or extortion, the mere fact that the petitioning creditor desires to obtain not only a distribution of the debtor΄s assets among his creditors, but also a consequential advantage (e.g., to terminate a partnership with a debtor) will not constitute an abuse of process or "sufficient cause" for dismissing the petition:"such a desire and intention on the part of the petitioning creditor is simply a by-motive, which would not taint his procedure unless there were proof of positive fraud." O συνήγορος του χρεώστη παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699 για να θεμελιώσει νομολογιακά την εισήγηση του για κατάχρηση διαδικασίας. Η υπόθεση London είναι διαφορετική από την παρούσα γιατί σε εκείνη την υπόθεση μετά την έκδοση των δύο δικαστικών αποφάσεων καταχωρήθηκε αίτηση πληρωμής των εξ αποφάσεως χρεών με μηνιαίες δόσεις. Το Δικαστήριο διέταξε τον εναγόμενο (εφεσίβλητο) να πληρώνει Λ.Κ.100 μηνιαίως για κάθε μια από τις δύο αποφάσεις εναντίον του από την 01.02.
- Επειδή, φαίνεται, δεν ήταν συνεπής με τις δόσεις του, οι ενάγοντες (εφεσείοντες) καταχώρισαν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης με αρ. 1157/98 και 1155/98 εναντίον του. Οι ειδοποιήσεις αποσύρθηκαν στις 11.02.1999 αφού ο εφεσίβλητος συμφώνησε να πληρώνει Λ.Κ.300 μηνιαίως. Προφανώς επειδή και πάλι δεν πλήρωνε τις δόσεις του ο εφεσίβλητος, οι εφεσείοντες επέδωσαν σ΄ αυτό άλλες δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης με αρ. 76/01 και 77/
- Ο εφεσίβλητος με αίτημα στο Δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση της λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο τις ακύρωσε γι΄ αυτό το λόγο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, αποφάσισε ότι ήταν φανερό ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε δύο φορές εναντίον του εφεσίβλητου για να τον πιέσουν να πληρώσει τα εξ αποφάσεως χρέη του. Δεν εξηγήθηκε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί δεν προωθήθηκε η ορθή διαδικασία είσπραξης μετά που αμέλησε να πληρώσει τις δόσεις του. Αφού δε υπήρχε το σχετικό διάταγμα και δεν προωθήθηκε η είσπραξη των καθυστερημένων μηνιαίων δόσεων αιωρείτο το ερώτημα πως η κατάσταση του μεταβλήθηκε, μετά την καταχώρηση των πρώτων δύο ειδοποιήσεων πτώχευσης, ώστε να αναλάβει εκουσίως να πληρώνει Λ.Κ.300 το μήνα. Ήταν υπό το φως αυτών των γεγονότων που κρίθηκε ότι η πτωχευτική διαδικασία ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου και δεν απέβλεπε στην ορθή χρήση της που είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ΄ ισονομία όλων των πιστωτών. Στη συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση καταχωρήθηκε απ΄ ευθείας η ειδοποίηση πτώχευσης χωρίς να προηγηθεί οποιοδήποτε από τα παραπάνω γεγονότα ή να προηγηθούν μέτρα εκτέλεσης. Η, πριν από την καταχώριση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, λήψη μέτρων εκτέλεσης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν αποτελεί προϋπόθεση για καταχώριση αίτησης πτώχευσης, όπως ούτε η μη λήψη τους ανασταλτικό παράγοντα της. Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης όπως και πάλι αναφέρεται πιο πάνω. Επομένως δεν μπορεί να σκοπείται ο εξαναγκασμός και καταπίεση του χρεώστη αφού ο πιστωτής έχει τη δικονομική δυνατότητα να ενεργήσει μ΄ αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία δόλου, ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και η αίτηση έκδοσης ειδοποίησης πτώχευσης δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι ο χρεώστης απέτυχε να τεκμηριώσει την αίτησή του. Κατά συνέπεια η αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται. Η περίοδος συμμόρφωσης αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα είναι υπέρ του Πιστωτή και εναντίον του Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο