Ελενίτσα Νικολαϊδου κ.α. ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου κ.α., Aρ. Αγωγής: 1000/05., 26 Μαίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ., Aρ. Αγωγής: 1000/
- Μεταξύ:
- Ελενίτσα Νικολαϊδου,
- Παντελάκης Νικολαϊδης,
- Κώστας Νικολαϊδης,
- Γεωργία Νικολαϊδου Εναγόντων, και ·
- Ανδρέας Κωνσταντίνου,
- Ανδρούλλα Νικολάου (Κωνσταντίνου) Εναγομένων. Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 19/3/08 Μεταξύ:
- Ελενίτσα Νικολαϊδου,
- Παντελάκης Νικολαϊδης,
- Κώστας Νικολαϊδης,
- Γεωργία Νικολαϊδου Εναγόντων, και
- Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας του Ανδρέα Κωνσταντίνου,
- Ανδρούλλα Νικολάου (Κωνσταντίνου) Εναγομένων. 26 Μαίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Α.Ζαχαρίου. Για τους εναγόμενους: Ο κ. Α.Κουμής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους το ποσό των Λ.Κ.56.646 «ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως αξία πωληθέντων και παραδοθέντων μετοχών και ή δυνάμει των αρχών περί Αδικαιολογήτου Πλουτισμού και ή δυνάμει συμφωνίας .», πλέον τόκο 8%, ετησίως, επί του ποσού των Λ.Κ.50.000 από 1.1.05 μέχρι εξοφλήσεως. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την 31.3.97 οι διάδικοι συνήψαν συμφωνία μεταξύ τους, για την πώληση των μετοχών της εταιρείας 'Κώστας Νικολαϊδης και Υιός Λτδ.', που αργότερα μετονομάσθηκε σε 'Α.Α.Μarina Trading Ltd.' Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες που ήσαν οι μοναδικοί μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας συμφώνησαν όπως πωλήσουν στους εναγομένους τις μετοχές τους, έναντι του ποσού των Λ.Κ.160.
- Κατά την υπογραφή της συμφωνίας οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.110.000 και οι ενάγοντες μεταβίβασαν σε αυτούς, τα 110/160 των μετοχών που κατείχαν. Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.50.000, συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί σε τέσσερις δόσεις. Το ποσό των Λ.Κ.8.000 θα καταβάλλετο μέχρι 1.6.1997, το ποσό των Λ.Κ.10.000 μέχρι 30.9.97, το ποσό των Λ.Κ.25.000 μέχρι 31.12.97 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.7.000 μέχρι 31.3.
- Ηταν ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι το εκάστοτε υπόλοιπο θα επιβαρυνόταν με τόκο 8% ετησίως. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό των Λ.Κ.50.000 δεν έχει καταβληθεί μέχρι σήμερα και ότι οι υπόλοιπες μετοχές, ήτοι ποσοστό 50/160 δεν έχουν μεταβιβαστεί στο όνομα των εναγομένων. Οι ενάγοντες δεν απέστειλαν στους εναγομένους επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι οι μετοχές καμία αξία έχουν σήμερα. Το ποσό των Λ.Κ.56.646 που αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους περιλαμβάνει το ποσό των Λ.Κ.50.000 και τους συμφωνηθέντες τόκους μέχρι την 31.12.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν ο ενάγοντας, Κώστας Νικολαϊδης και ο εναγόμενος, Ανδρέας Κωνσταντίνου. Η μαρτυρία και των δύο αυτών προσώπων ήταν σύντομη. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι επανειλημμένα κάλεσε προφορικά τον εναγόμενο, Ανδρέα Κωνσταντίνου να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.50.000, όταν ο τελευταίος τον επισκεπτόταν στο γραφείο του. Ο εναγόμενος υποσχόταν ότι θα έπαιρνε χρήματα από την τράπεζα του και θα εξοφλούσε, παρά ταύτα όμως δεν κατέβαλε οποιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους του, μέχρι σήμερα. Οι εκκλήσεις του ενάγοντα συνεχίστηκαν μέχρι το
- Ο εναγόμενος, Ανδρέας Κωνσταντίνου, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις. Ισχυρίσθηκε ότι από το 2000 που ο ενάγοντας «σταμάτησε να είναι λογιστής του» τον είδε ακόμη μια φορά. Ο εναγόμενος απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι στους ενάγοντες προέβαλλε ως δικαιολογία, για την παράλειψη του να καταβάλει το επίδικο χρέος, οικονομική αδυναμία, παραδέχθηκε όμως ότι έχει εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας ήταν πιστεύω ειλικρινής όταν κατέθετε στο Δικαστήριο, απαντούσε με φυσικό και θετικό τρόπο και δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι οχλούσε επανειλημμένα τον εναγόμενο 1, μέχρι το 2000, για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.50.
- Σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο εναγόμενος συχνά απέφευγε να απαντήσει ευθέως, μιλούσε με πάθος και η μαρτυρία του κάθε άλλο παρά πειστική ήταν. Απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον όχλησαν για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.50.000, όπως επίσης απορρίπτω και τον ισχυρισμό του ότι η οικονομική κατάσταση του ήταν καλή, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι ο ενάγοντας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, επανειλημμένα ζήτησε από τον εναγόμενο όπως καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Οι εναγόμενοι, στην υπεράσπιση τους, προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς τους οποίους κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον καθένα ξεχωριστά. Η αγωγή, σύμφωνα με τους εναγόμενους, είναι πρόωρη και δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές στους εναγόμενους και/ή «δεν τους εκάλεσαν ποτέ να τους τις μεταβιβάσουν». Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν το χρόνο πληρωμής του ποσού ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Οι συμβατικές σχέσεις των δύο μερών διέπονται από τους όρους της γραπτής συμφωνίας, τεκμήριο
- Στην παράγραφο 8(γ) και (δ) της συμφωνίας διαβάζουμε τα πιο κάτω: «
- (γ) Η εξόφληση του υπόλοιπου ποσού των ΛΚ 50.000 (Πενήντα Χιλιάδων Λιρών Κύπρου) θα γίνει σύμφωνα με τις πιο κάτω ημερομηνίες ή και νωρίτερα:- ΛΚ 8.000 μέχρι την 1 Ιουλίου, 1997 ΛΚ 10.000 μέχρι την 30 Αυγούστου, 1997 ΛΚ 25.000 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου, 1997 ΛΚ 7.000 μέχρι την 31 Μαρτίου, 1998 ΛΚ 50.000 ===== Το εκάστοτε υπόλοιπο θα επιβαρύνεται με τόκο 8% για κάθε έτος. (δ) Συμφωνείται ρητά μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι οι Πωλητές υποχρεούνται να μεταβιβάσουν σταδιακά στο όνομα των Αγοραστών όλες τις υπόλοιπες μετοχές αξίας ΛΚ 50.000 που θα πληρωθούν εντός ενός έτους ή και νωρίτερα. Με κάθε πληρωμή που θα γίνει στους Πωλητές θα μεταβιβάζονται ανάλογες μετοχές.» Από το περιεχόμενο του πιο πάνω κειμένου προκύπτει ότι η ημερομηνία καταβολής των τεσσάρων δόσεων ήταν καθορισμένη από τη συμφωνία και ότι αυτή προηγείτο χρονικά της μεταβίβασης των μετοχών. Οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση όπως καταβάλουν τα συμφωνηθέντα ποσά, στις καθορισμένες ημερομηνίες. Η υποχρέωση των εναγόντων για μεταβίβαση των μετοχών εδημιουργείτο μετά την καταβολή των συμφωνηθέντων ποσών και όχι προηγουμένως. Ο χρόνος σε μια σύμβαση θεωρείται ουσιώδης στις περιπτώσεις που οι συμβαλλόμενοι έχουν σαφώς διατυπώσει στη συμφωνία ότι ο χρόνος είναι ουσιώδης ή όπου οι συνθήκες ή η φύση της συμφωνίας υποδηλούν ότι ο χρόνος θα τηρηθεί επακριβώς ή σε περίπτωση που ο χρόνος δεν τηρηθεί, η άλλη πλευρά καταστήσει το χρόνο ουσιώδη θέτοντας εύλογη προθεσμία για συμμόρφωση[1]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες καμία υποχρέωση είχαν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη καθότι αυτό προβλεπόταν από τη συμφωνία. Στην παράγραφο 7 της συμφωνίας, τεκμήριο 1, ρητά αναφέρεται ότι «. όλοι οι όροι της συμφωνίας είναι ουσιώδεις.» Η συμφωνία, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση των εναγομένων «.. κατέστη άνευ ανταλλάγματος και ή ανταλλάγματος το οποίο απέτυχε». Προφανώς, οι εναγόμενοι στηρίζουν τον πιο πάνω ισχυρισμό στο γεγονός ότι οι επίδικες μετοχές καμία αξία έχουν σήμερα. Η σημερινή αξία των μετοχών δεν αποτελεί παράγοντα που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο κρίσιμος χρόνος δεν είναι ο χρόνος εκδίκασης της αγωγής αλλά ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας. Η αντιπαροχή για μια υπόσχεση δίδεται ως αντάλλαγμα για την υπόσχεση. Η αντιπαροχή και η υπόσχεση αποτελούν στην ουσία μια συναλλαγή και συνεπώς ο ουσιώδης χρόνος είναι ο χρόνος που δίδεται η υπόσχεση και συνάπτεται η συμφωνία και όχι ο χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης. Οι ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με την υπεράσπιση, καμία ζημία έχουν υποστεί και δεν δικαιούνται σε αποζημιώσεις καθότι η συμφωνία δεν έχει τερματιστεί ενώ οι ίδιοι καμία προσπάθεια έκαναν για περιορισμό των ζημιών τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, τόνισε ότι το επίδικο ποσό δεν το διεκδικεί ως αποζημιώσεις, που προέκυψαν από τον τερματισμό της συμφωνίας, αλλά ως ποσό το οποίο οφείλεται δυνάμει της συμφωνίας. Οι ενάγοντες δεν αξιώνουν τερματισμό της συμφωνίας αλλά εφαρμογή των όρων αυτής. Η αξίωση για καταβολή ενός συμφωνηθέντος ποσού διαφέρει από την αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας. Η πρώτη περίπτωση αφορά αξίωση για καταβολή συγκεκριμένου ποσού το οποίο έχει καθορισθεί δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των μερών και είναι πληρωτέο ως αντάλλαγμα εκτέλεσης συγκεκριμένης υποχρέωσης ή όταν επισυμβεί συγκεκριμένο γεγονός, ενώ οι αποζημιώσεις μπορούν να επιδικασθούν εναντίον προσώπου που παραβίασε την αρχική συμβατική υποχρέωση του, με τρόπο άλλο από την παράλειψη του να καταβάλει το συγκεκριμένο χρέος. Η σημασία της διαφοροποίησης έγκειται στο γεγονός ότι οι κανόνες που ισχύουν σε σχέση με τις αποζημιώσεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που η αξίωση αφορά ανάκτηση κάποιου ποσού. Στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω[2]: «. The relevance of this distinction is that rules on damages do not apply to a claim for a debt, e.g. the plaintiff who claims payment of a debt need not prove anything more than his performance or the occurrence of the event or condition; There is no need for him to prove any actual loss suffered by him as a result of the defendant's failure to pay.". Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Βουλής των Λόρδων Hyundai Heavy Industries Co Ltd. v. Papadopoulos and others[3] στην οποία γίνεται ανάλυση της σχετικής νομολογίας. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που το τίμημα συμφωνήθηκε να εξοφληθεί με δόσεις, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορούσε να εγερθεί αξίωση για καταβολή των δόσεων αυτών, νοουμένου ότι επήλθε η ημερομηνία πληρωμής τους. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω, στη σελίδα 34: «Hudson on Building Contracts (10th Edn. 1970, p.255) under the heading 'Express terms for payment by instalments' states: 'Where the contractor has become entitled to an instalment payment, he will not normally forfeit his right to such payment by a subsequent abandonment or repudiation of the contract, but will be entitled to sue for any unpaid instalment if he has satisfied the conditions for it to become due, subject, of course, to the employer's right to counterclaim for damages for breach of contract. In Taylor v. Laid (
(1856)25 LJ Ex 329) the plaintiff undertook to serve as a commander of a vessel at pay of £50 per month but wrongfully abandoned the contract after eight months having been paid for seven only. The court held that the plaintiff was entitled to recover £50 for the eighth month, Pollock C.B. saying "There a cause of action as each month accrues which once vested is not subsequently lost or divested by the plaintiff΄s desertion or abandonment of his contract." Hudson then cites the following passage from Salmond and Winfield on Contract
(1927), p.286: 'Every obligation which has accrued due between the parties before the rescission of the contract, and which so creates a then existing cause of action, remains unaffected by the rescission and can still be enforced. It makes no difference in this respect whether such accrued obligation and existing cause of action is one in favour of the party rescinding the contract or is one in favour of the other party' .............................. In Brooks v. Beirnstein [1909] 1 KB 98 a hirer of furniture at a monthly rent was in arrear with the rent and the owners of the furniture retook possession of it as they were entitled to do under the contract. They then sued for the arrears of rent. Bigham J said that the agreement for hire in conferring the right to retake possession on a breach by the hirer did not take away any other rights which the law gave to the owners, among which rights was that of suing for the monthly rent which had already accrued. He went on to say (at 102): 'If it could be said that by taking away the goods the owners had deprived the hirer of all consideration of the rent, then I could understand that the accrued cause of action would be gone.'» Σχετική επί του θέματος είναι και η Κυπριακή απόφαση Νίκος Λίλης ν. Παρασκευούλα Ξενή[4]. Στην υπόθεση αυτή ο εφεσείοντας συμφώνησε με την εφεσίβλητη, μεταξύ άλλων, όπως μεταβιβάσει στο όνομα της αριθμό μετοχών συγκεκριμένης εταιρείας. Η εφεσίβλητη εξουσιοδότησε τον εφεσείοντα να προβεί σε πώληση των μετοχών μέχρι 31.12.02, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον τιμή 50 σεντ για κάθε μια, σε διαφορετική περίπτωση ο εφεσείοντας είχε υποχρέωση να καταβάλει στην εφεσίβλητη το ποσό των Λ.Κ.40.
- Ο εφεσείοντας αθέτησε τη συμφωνία και η εφεσίβλητη κατεχώρησε αγωγή εναντίον του αξιώνοντας το ποσό των Λ.Κ.40.
- Ο εφεσείοντας αμφισβήτησε την πιο πάνω αξίωση και ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσίβλητη δεν εδικαιούτο το πιο πάνω ποσό αλλά έπρεπε να αποδείξει το ύψος των ζημιών της, ισχυρισμός που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στη σελ. 5 της απόφασης διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Είναι φανερό από τη διατύπωση της παραγράφου 3 της συμφωνίας ότι ο εφεσείων είχε εν προκειμένω, αναλάβει την καταβολή προς την εφεσίβλητη των £40.000, που θα εξασφάλιζε από τη διάθεση των μετοχών. Δεν πρόκειται για επιδίκαση αποζημιώσεων, αλλά για επιστροφή του ποσού το οποίο ο εφεσείων όφειλε προς την εφεσίβλητη. Η αξία των μετοχών κατά την 31.12.2002, είναι άνευ σημασίας. Ο εφεσείων είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει προς την εφεσίβλητη £40.
- Γι΄ αυτό και θα αγόραζε τις μετοχές, ανεξαρτήτως της αξίας τους, έναντι του πιο πάνω ποσού.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αγορεύοντας προς υποστήριξη των θέσεων του, επικαλέσθηκε την απόφαση Metaxas Loizides Syrimis and Co κ.α. v. L.k. Globalsoft Com. Limited[5]. Σε εκείνη την υπόθεση, η εφεσίβλητη εταιρεία είχε συμφωνήσει να αγοράσει από τους εφεσείοντες αριθμό ειδικών μετατρέψιμων πλήρως πληρωθέντων μετοχών. Σύμφωνα με όρο της συμφωνίας, οι πιο πάνω μετοχές θα ήταν αυτόματα μετατρέψιμες σε συνήθεις μετοχές της εφεσίβλητης εταιρείας, τη 15.12.
- Σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετοχών της εφεσίβλητης εταιρείας αποφασίσθηκε ότι μόνο των 25% των ειδικά μετατρέψιμων μετοχών κάθε μέλους θα μετατραπόταν αυτόματα σε συνήθεις, ενώ το υπόλοιπο θα ονομαζόταν πλέον σε μετοχές κατηγορίας «Α» και «Β». Ηταν η θέση των εφεσειόντων, ότι η εφεσίβλητη δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα γιατί δεν έδωσε το αντάλλαγμα που όφειλε και ειδικότερα ότι όλες οι αγορασθείσες μετοχές θα ήταν μετατρέψιμες σε συνήθεις μετοχές τη 15.12.
- Το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εφεσείοντες δεν υπέστησαν ζημία, δεν ζημιώθηκαν κατά προσμετρήσιμο τρόπο. Οι εφεσείοντες συνέχισαν να κατέχουν τις πιο πάνω μετοχές, οι οποίες είχαν εν τω μεταξύ μετατραπεί σε συνήθεις και θα μπορούσαν στο μέλλον να τις πωλήσουν «. πραγματοποιώντας ακόμη περισσότερο κέρδος επιπρόσθετα των αποζημιώσεων που θα λάμβαναν». Η πιο πάνω υπόθεση δεν αφορά συμφωνία για καταβολή συγκεκριμένου ποσού εντός καθορισμένης προθεσμίας, όπως η υπό εξέταση υπόθεση. Η απόφαση Metaxas Loizides Syrimis and Co κ.α. (ανωτέρω) στηρίζεται στα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα και δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες μπορούσαν να αξιώσουν την καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων κατά τη τελευταία ημερομηνία πληρωμής τους και μετέπειτα. Υπενθυμίζω ότι η τελευταία ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας δόσης ήταν η 31.3.
- Την ημερομηνία εκείνη ολόκληρο το ποσό των ΛΚ50.000 ήταν καταβλητέο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι μετοχές δεν είχαν μεταβιβασθεί. Η υποχρέωση για μεταβίβαση των μετοχών εδημιουργείτο μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού. Τέλος οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες 3 και 4 δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής για το λόγο ότι δεν είναι ιδιοκτήτες μετοχών της εταιρείας Α.Α.Μarina Trading ltd. O ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται από το πιστοποιητικό που κατατέθηκε εκ συμφώνου, τεκμήριο
- Σύμφωνα με το πιο πάνω πιστοποιητικό, μέτοχοι της εταιρείας Κώστας ι. Νικολαϊδης και Υιός Λίμιτεδ που αργότερα μετονομάσθηκε σε Α.Α.Marina Trading Ltd., ήταν οι τέσσερις ενάγοντες και ως εκ τούτου ούτε ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αγωγή των εναγόντων εναντίον των εναγομένων πρέπει να πετύχει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των Λ.Κ.56.646 που αντιστοιχεί σε €96.785,44 πλέον τόκο 8% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.50.000 από 1.1.05 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Βλέπετε Paraskevas v. Landas
(1988)1 A.A.D. 285 [2] Chitty on Contracts, General Principles, 17η έκδοση παρα.21-031. [3]
(1980)1 Αll E.R.
- [4] Πολιτική Εφεση 46/2007, ημερομηνίας 27.2.
- [5] Πολιτική Εφεση 250/2005, ημερ. 19.1.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο