ALJ GOLDSMITH CO LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, Αγωγή αρ. : 3780/05, 27 Μαΐου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 3780/05 Μεταξύ: A.L.J GOLDSMITH CO. LTD Ενάγοντες - και - ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ.Φρεναρίτης για Lica Law Partners Orphanides (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Μαυρομμάτης). Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Χρ. Σκορδής για Παπαχαλάμπους και Αγγελίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες αξιούν από τον εναγόμενο Οργανισμό (ο οποίος ενάγεται βάσει του Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμου, Αρ. 179/91) την επιστροφή του ποσού των ΛΚ50.84 σέντ, ήτοι σε Ευρώ €86.87, πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο καταβλήθηκε στον εναγόμενο Οργανισμό την 2.12.2004, για την σήμανση αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα που νομίμως εισήχθησαν σφραγισμένα και/ή σεσημασμένα από χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αξίωση των εναγόντων στηρίζεται, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, στο ότι το άρθρο 25 του Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμου Αρ. 179/91 (όπως αυτός έχει τροποποιηθεί) είναι σε αντίθεση με το άρθρο 30 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και τώρα άρθρο 28 της Ευρωπαϊκής Κοινότητας) και/ή το κοινοτικό κεκτημένο, εφόσον από την 01.05.04 η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι θέση των εναγόντων, όπως προβάλλεται, ότι από την 01.05.2004 (ημερομηνία ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση) καταργήθηκε ο τελωνειακός έλεγχος, καθώς επίσης και ο ποσοτικός περιορισμός στα προϊόντα που προέρχονται και/ή κυκλοφορούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αποτέλεσμα να υπάρχει ελευθερία στη διακίνηση προϊόντων. Ως εκ τούτου τα αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που εισάγονται στην Κύπρο, σεσημασμένα από χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε νέα σήμανση καθότι αυτό αντιτίθεται και/ή συγκρούεται με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή το Κοινοτικό Κεκτημένο. Οι ενάγοντες αξιώνουν επίσης από το Δικαστήριο τις εξής δηλώσεις: (α) Ότι το άρθρο 25 του Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμου, Αρ. 179/91, συγκρούεται και/ή είναι αντίθετο και/ή παραβιάζει το άρθρο 30 και νυν 28 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (β) Ότι το άρθρο 25 του προαναφερόμενου Νόμου Αρ. 179/91, δημιουργεί ποσοτικούς περιορισμούς και/ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος και/ή εμπόδια στην ελεύθερη διακίνηση πολύτιμων αντικειμένων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή καθιστά τις εισαγωγές δυσχερέστερες και/ή δαπανηρότερες. (γ) Ότι η εμπορία αντικειμένων και/ή τεχνουργημάτων από πολύτιμα μέταλλα που εισάγονται από άλλα κράτη-μέλη δεν μπορεί να απαγορεύεται στην περίπτωση κατά την οποία τα τεχνουργήματα και/ή τα αντικείμενα αυτά έχουν σφραγιστεί από ανεξάρτητο οργανισμό στο κράτος μέλος εξαγωγής. Ο εναγόμενος Οργανισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης του, αρνείται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εναγόντων. Μεταξύ άλλων είναι η θέση του (την οποία προβάλλει υπό μορφή προδικαστικής ένστασης) ότι "οι ενάγοντες δεν δύνανται να αξιώνουν το επίδικο ποσό εφόσον η νομιμότητα της κατ' ισχυρισμόν παράνομης πράξης, ήτοι δηλαδή της πληρωμής του εν λόγω ποσού, δεν έχει κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 46 του Συντάγματος. Συνεπώς δεν δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα και λανθασμένα εγείρεται η παρούσα διαδικασία (από τους ενάγοντες) υπό μορφή αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος καθότι έπρεπε να καταχωρηθεί υπό μορφή προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο". Ο εναγόμενος Οργανισμός ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 25 του Νόμου Αρ. 179/91, σε καμμία περίπτωση συγκρούεται και/ή παραβιάζει και/ή είναι αντίθετο με το άρθρο 28 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά για την σήμανση πολύτιμων μετάλλων, όπως λέει, δεν υπάρχει κοινοτική ρύθμιση και ως εκ τούτου σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δ.Ε.Κ η ύπαρξη διπλού ελέγχου και η εφαρμογή εθνικής ρύθμισης από τα κράτη μέλη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δικαιολογημένη. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κανένας από τους διαδίκους δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα (το κείμενο των οποίων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1) τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Από κοινού κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, τα ακόλουθα έγγραφα: Αντίγραφο της απόδειξης ημερομηνίας 1.12..2004, την οποίαν εξέδωσε ο εναγόμενος Οργανισμός για το ποσό των ΛΚ.50.84 (Τεκμήριο 2). Αντίγραφο επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων προς τον εναγόμενο Οργανισμό, ημερομηνίας 25.07.2005 (Τεκμήριο 3). Αντίγραφο επιστολής του εναγομένου Οργανισμού ημερομηνίας 04.08.2005 (Τεκμήριο 4) και Αντίγραφο επιστολής του δικηγόρου του εναγομένου Οργανισμού ημερομηνίας 05.08.2005 (Τεκμήριο 5). Βάσει των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου είναι τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με το κεφάλαιο 113. Οι Ενάγοντες μεταξύ άλλων διεξάγουν εργασίες εισαγωγής, πώλησης και διάθεσης αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα. Οι Εναγόμενοι είναι νομικό πρόσωπο το οποίο καθιδρύθηκε με βάση τον Περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμο του 1991. Την 2.12.2004 οι Ενάγοντες πλήρωσαν στους Εναγομένους ποσό ΛΚ.50.84 για την σήμανση αντικειμένων από πολύτιμα μέταλλα που αγοράσθηκαν και εισήχθησαν νομίμως σφραγισμένα και έτοιμα προϊόντα προς διάθεση και πώληση από την Ιταλία. Το ποσό των ΛΚ.50.84 εισπράχθηκε από τους Εναγομένους οι οποίοι εξέδωσαν και σχετική απόδειξη. Η διαδικασία αυτή ακολουθείτο για πολλά χρόνια και ειδικότερα από την ημερομηνία λειτουργίας των Εναγόντων αφού για να μπορέσουν να διαθέσουν αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα που εισάγονταν σφραγισμένα από το εξωτερικό έπρεπε να σφραγιστούν υποχρεωτικά και από τους Εναγομένους διαφορετικά η πώληση τέτοιων αντικειμένων ήταν παράνομη και κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Μετά την πιο πάνω πληρωμή οι Ενάγοντες και διάφοροι άλλοι συνάδελφοι τους ενημερώθηκαν από το Επιστημονικό Επιμελητήριο Λάρνακας (ΕΒΕΛ) πως μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν καταργηθεί όλοι οι εισαγωγικοί δασμοί και ταρίφες και έξοδα και πως θα μπορούσαν να προμηθεύονται πλέον από χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα χωρίς την καταβολή οιονδήποτε επιβαρύνσεων. Ως εκ τούτου οι Δικηγόροι των Εναγόντων την 25.7.2005 απέστειλαν σχετική επιστολή με την οποία ζήτησαν εκ μέρους των Εναγόντων όπως επιστραφούν τα ποσά τα οποία είχαν καταβάλει στους Εναγομένους για προϊόντα που σημάνθηκαν την 2.12.2004. Ειδικότερα οι Ενάγοντες ζήτησαν την επιστροφή του ποσού των ΛΚ.50.84 που ήταν η αξία σφράγισης των αντικειμένων που πληρώθηκε την 2.12.2004. Την 4.8.2005 οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ενημέρωσαν τους ενάγοντες πως η επιστολή ημερομηνίας 25.7.2005 λήφθηκε από αυτούς και πως θα ελάμβαναν απάντηση επί της ουσίας το συντομότερο. Την 5.8.2005 λήφθηκε επιστολή από τον Δικηγόρο των Εναγομένων στην οποία αναφέρετο πως η σφράγιση και η είσπραξη έγινε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και γενικά αρνούντο να επιστρέψουν τα λεφτά που είχαν πληρωθεί. Κατά τις τελικές αγορεύσεις ο δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε τα εξής: (α) Ότι η αγωγή στηρίζεται στο άρθρο 72 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αφού το ποσό των ΛΚ50.84 σέντ καταβλήθηκε συνεπεία πλάνης ως προς το νόμο για την σήμανση αντικειμένων και/ή πολύτιμων μετάλλων και/ή συνεπεία παραπλανητικής εφαρμογής του νόμου από τον εναγόμενο Οργανισμό. (β) Ότι η ενέργεια του εναγομένου Οργανισμού να χρεώσει τους ενάγοντες με το προαναφερόμενο ποσό, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά πρόκειται για διαφορά οικονομικής φύσης που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ως πράξη διαχείρισης και όχι εξουσίας και ως εκ τούτου η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146
(1)του Συντάγματος αλλά στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων. (γ) Ότι οι ενάγοντες δεν έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν το επίδικο ποσό εφόσον το κατέβαλαν ανεπιφύλακτα, ακριβώς επειδή το προαναφερόμενο ποσό καταβλήθηκε λόγω πλάνης. (δ) Ότι το άρθρο 25 του Νόμου Αρ. 179/91 είναι αντίθετο με το άρθρο 30 και νυν 28 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. Ο δικηγόρος των εναγόντων επικαλέστηκε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας και νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ) και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως εκδώσει απόφαση ως η αξίωση, με έξοδα σε βάρος του εναγομένου Οργανισμού. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του δικηγόρου του εναγομένου Οργανισμού. Εισηγήθηκε ότι η ενέργεια του τελευταίου να επιβάλει δασμό στα προϊόντα που εισήξαν οι ενάγοντες, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146
(1)του Συντάγματος. Εφόσον δεν έχει ακυρωθεί η εν λόγω πράξη, τόνισε, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο καθότι αυτό είναι αναρμόδιο. Επικαλέστηκε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Pavlos Ph. Varellas Trading Co Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Αρ. Υπόθεσης 335/2005, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, ημερομηνίας 16 Μαρτίου 2007) της οποίας τα γεγονότα, όπως ανέφερε, προσομοιάζουν με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι εάν η ενέργεια στην οποία προέβη ο εναγόμενος Οργανισμός (να σφραγίσει στις 2.12.2004 τα εισαγόμενα από τους ενάγοντες αντικείμενα αντί του ποσού των ΛΚ.50.84) αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δυνάμει του άρθρου 146/1 του Συντάγματος), το οποίο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης των υποθέσεων αυτής της φύσης, και έτσι δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση. Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική, αυτό θα σημάνει και το τέλος της υπόθεσης με την απόρριψη της αγωγής (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 225, Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 404, Philippa Estates Ltd κ.α ν. Σ.Α.Λ.Α
(2001)1 ΑΑΔ 1026. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 892, γίνεται ανάλυση των "πράξεων εξουσίας" και δίδεται απάντηση στο ερώτημα τι είναι εκτελεστή διοικητική πράξη. Στις σελίδες 892 εως 894 αναφέρονται τα εξής: «Η Αρχή Λιμένων είναι οργανισμός δημόσιου δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για τη λειτουργία και διαχείριση των λιμένων της Δημοκρατίας. Οι λιμένες συνιστούν σημεία ελέγχου εισόδου και εξόδου ατόμων και εμπορευμάτων στη Δημοκρατία. Η διαχείριση τους συνιστά σημαντική κρατική λειτουργία, συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους στο χώρο της επικράτειας της Πολιτείας (Βλ. Ports Authority v. Republic
(1983)3 C.L.R. 385, και Republic v. Cyprus Ports Authority
(1986)3 C.L.R 117). Το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών της Αρχής και ανάλογο ενδιαφέρον για την καλή λειτουργία της. Οι πράξεις της Αρχής Λιμένων, όπως και εκείνες κάθε δημόσιας αρχής ή οργάνου, που σχετίζονται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημόσιων σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτή, συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκπηγάζουν από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής. Πράξεις αυτής της κατηγορίας - πράξεις εξουσίας - ανάγονται και επενεργούν στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόστασή τους. Εφόσον είναι εκτελεστές, δηλαδή γενεσιουργοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπόκεινται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο της εγκυρότητάς τους. Η λειτουργία δημόσιας αρχής ή οργάνου δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο του δημόσιου δικαίου επεκτείνεται και στο ιδιωτικό δίκαιο οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πράξεις διαχείρισης. Έρεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης, αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία αρχής ή οργάνου, αλλά από τα περιουσιακά τους δικαιώματα βάσει του αστικού δικαίου. Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο. Στις πράξεις διαχείρισης εμπίπτουν και συμβάσεις αναφορικά με τη διάθεση και εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας δημόσιας αρχής. Η ισοτιμία των συμβαλλομένων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πράξεων διαχείρισης οποτεδήποτε παίρνουν τη μορφή «σύμβασης» άλλο είναι η αποβολή, εκ μέρους της Αρχής, του μανδύα της εξουσίας στον καταρτισμό τους. Πράξεις διαχείρισης διαστέλλονται από πράξεις εξουσίας, ανάλογα με το σκοπό για τον οποία εκδίδονται και τα συστατικά τους στοιχεία. Στην Κύπρο, έχει κατ΄ επανάληψη αναγνωριστεί ότι στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και κατ΄ ακολουθία στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, υπάγονται μόνο εκτελεστές πράξεις δημόσιων αρχών που επενεργούν στον τομέα του δημόσιου δικαίου (Βλ. μεταξύ άλλων, Αchilleas Hadjikyriakou v. Theologia Hadjiapostolou 3 R.S.C.C. 89, Savvas Yianni Valana v. Republic 3 R.S.C.C. 91). Εμπειρική υπήρξε η προσέγγιση στην ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων ως προς το πεδίο δικαίου, δημόσιο ή ιδιωτικό, στο οποίο επενεργούν. Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή την οποία λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξή τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δύο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342. O σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμησή τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα που έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του. Στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου εμπίπτουν όχι μόνο πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής ή οργάνου, αλλά και μονομερείς πράξεις κρατικής εξουσίας που έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση ή διακανονισμό δικαιωμάτων στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου (Βλ. The Greek Registar of Co-Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164). Γνώμονα για τη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των επηρεαζομένων, σ΄ αυτό το πεδίο λειτουργίας δημόσιας αρχής ή οργάνου, συνιστούν οι σχετικές αρχές του ιδιωτικού δικαίου και όχι η προώθηση οποιουδήποτε δημόσιου σκοπού τον οποίο η Αρχή είναι επιφορτισμένη να προάγει. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκουν, όπως έχει νομολογηθεί, αποφάσεις των κτηματολογικών αρχών, ρυθμιστικές δικαιωμάτων ακίνητης ιδιοκτησίας, καθώς και αποφάσεις άλλων αρχών που αφορούν συμβατικά ή περιουσιακά δικαιώματα σε κινητά (Βλ. μεταξύ άλλων, Savvas Yianni Valana v. Republic (ανωτέρω) (διόρθωση λάθους στα κτηματολογικά μητρώα), Αchilleas Hadjikyriakou v. Theologia Hadjiapostolou and Others (ανωτέρω) (επίλυση συνοριακής διαφοράς), Τheocharis Charalambides v. Republic, 4 R.S.C.C. 24 (καθορισμός ημερομηνίας για την καταναγκαστική πώληση περιουσίας), George Asproftas v. Republic
(1973)3 C.L.R. 366 (αίτηση για εγγραφή ακινήτου), Hellenic Bank v. Republic
(1986)3 C.L.R. 481 (εγγραφή υποθήκης βάσει του περί Εταιρειών Νόμου), Elias Petrou and Others v. The New Co-Operative Society of Karpashia 3 R.S.C.C. 58 (εγγραφή μελών στο μητρώο συνεργατικών), Photiades v. Republic
(1988)3 C.L.R. 2084 (ανανέωση συνεταιρισμού)». Σε συνέχεια των προαναφερομένων και σε σχέση με το ερώτημα του κατά πόσο μία πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, στην υπόθεση Shoham (Cyprus) Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 404 λέχθηκαν στις σελίδες 411-412 τα εξής: «Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια πράξη της διοίκησης εμπίπτει εντός της δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος δικαιοδοσίας πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης πράξης ή απόφασης. Αυτό το θέμα πρέπει να εξετάζεται επί της ουσίας και υπό τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η υπόσταση του Οργάνου το οποίο έλαβε την απόφαση καθώς και οι περιστάσεις λήψης της. Είναι δυνατό για το ίδιο Οργανισμό να ενεργεί είτε εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου ή εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με τη φύση της πράξης του. Αυτό που αποτελεί τον σημαντικό και αποφασιστικό παράγοντα είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει σαν πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή δημοσίου σκοπού αυτός ο σκοπός έχει θεωρηθεί σαν χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου (βλ. Greek Registrar of the Co-Operative Societies etc. v. Nicolaides
(1965)3 CLR 164, 170, 171 και Vakana v. Republic 3 R.S.C.C. 91). To ότι μια πράξη η οποία πρωτίστως επηρεάζει ιδιωτικά δικαιώματα μπορεί να ενταχθεί στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου λόγω κάποιου ιδιαίτερου συμφέροντος του κοινού στη σωστή εφαρμογή της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης έχει τονιστεί στην Republic v. M.D.M. Estate Development Ltd
(1982)3 CLR 642, 655 (απόφαση Ολομέλειας). Αυτό που είναι σχετικό για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι κατά πόσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη λειτουργία οι εφεσίβλητοι ενεργούσαν με την ιδιότητα «οργάνου», αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστή ή διοικητικήν λειτουργία», εντός της έννοιας του αρ. 146.1 του Συντάγματος (Βλ. Stamatiou v. The Electricity Authority of Cyprus, 3 R.S.C.C. 44, 45-46». Επίσης στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. σελίδα 225 και δη στις σελίδες 231 έως 233 γίνεται λόγος για τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί και ενταχθεί μια ενέργεια ως πράξη δημοσίου δικαίου. Στην υπόθεση Director of Customs v. Grecian Hotels Enterprises Ltd
(1985)3 C.L.R. 476 η ενέργεια του Τμήματος Τελωνείων να απαιτήσει πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.3.472 ως εισαγωγικό δασμό για μάρμαρα που εβρίσκοντο σε αποθήκη (bonded) που είχαν πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό σύμφωνα με διάταγμα του Ναυτοδικείου, θεωρήθηκε ως απόφαση εντός της σφαίρας του δημόσιου Δικαίου. Στην υπόθεση Westpark Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, Αναθ. Έφ. 759, ημερ. 18.04.89 η εκτίμηση και επιβολή τελών σύμφωνα με τον Περί Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Νόμο (Τέλη και δικαιώματα) από το Κτηματολόγιο θεωρήθηκε ότι συγκαταλέγεται στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Στην υπόθεση Pastilles (No.1) v. Republic
(1966)3 C.L.R. 589 διαφορά από σύμβαση παροχής νερού από το κράτος σε ιδιώτη θεωρήθηκε ότι εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Στην υπόθεση Δημήτρης Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1985)3 Α.Α.Δ 424 επόμενα, απόφαση πλειοψηφίας, αποφασίσθηκε, αφού γίνεται αναφορά σε τι συνίσταται η πράξη δημοσίου Δικαίου και σε τι ιδιωτικού δικαίου ενέργεια οργάνου δημόσιου Δικαίου, ότι η ενέργεια της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε υποστατικό του εφεσείοντος δεν αποτελεί δημόσια εξουσία αλλά εξουσία που παρέχεται από τη σύμβαση που υπογράφεται μεταξύ τους. Ο κανονισμός 19 που ενσωματώνεται στη σχετική συμφωνία δημιουργεί μονομερές συμβατικό δικαίωμα για διακοπή του ρεύματος, το οποίο η Αρχή μπορεί να ασκήσει χωρίς επηρεασμό άλλων θεραπειών που διαθέτει για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Πρωταρχικός σκοπός της διακοπής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, στην υπόθεση, από την Αρχή ήταν ο διακανονισμός και η προστασία των δικαιωμάτων της σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Η Αρχή δεν ενήργησε σαν διοικητικό όργανο, αλλά στην προσπάθεια της να διασφαλίσει τα συμβατικά της δικαιώματα, και η μεμονωμένη πράξη της δεν επηρέαζε οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εφεσείοντα. Στην προσφυγή Σταυρούλα Σπύρου ν. Υπουργού Εσωτερικών Αρ. 162/01 ημερομηνίας 14.07.03 αποφασίστηκε από τον Δικαστή Ηλιάδη, ότι η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Επιλογής & Κριτηρίων του Υπουργείου Εσωτερικών να ακυρώσει την έγκριση μεταστέγασης στην αιτήτρια και να ζητήσει την επιστροφή της καταβολής ύψους Λ.Κ.500, δεν εμπίπτει στη σφαίρα δημοσίου δικαίου καθ΄ ότι το θέμα αφορά τη συμβατική σχέση των δύο μερών και ανάγεται στη σφαίρα ιδιωτικού δικαίου. Η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά διάθεση κρατικής ακίνητης περιουσίας και δεν αντανακλά σκοπούς γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αλλά απευθύνεται σε μια ιδιώτη η οποία έχει παραβεί τις συμβατικές τις υποχρεώσεις. Στην προσφυγή Κυριακού Α. Παναγή ν. Κυπριακή Δημοκρατία Αρ. 1547/99 ο Δικαστής Νικήτας με αναφορά στην υπόθεση Charalambides v. Republic
(1982)3 C.L.R. 403 και Takes v. Republic
(1982)3 C.L.R. 680 στις οποίες είχε κριθεί ότι η απόρριψη εγγραφής χαλίτικης γης σε ιδιώτη ήταν πράξη διαχείριση κρατικής περιουσίας και σαν τέτοια δεν μπορούσε να υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο και αφού επεσήμανε την σημαντική διαφορά με την Charalambides και κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Holy Monastery of Kykos & Another v. Republic
(1988)3 C.L.R. 1240 στην οποία η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να μην παραχωρήσει δημόσιο δρόμο στον αιτητή κρίθηκε ότι εμπίπτει στην σφαίρα του δημόσιου δικαίου και προσβάλλεται με προσφυγή, κατέληξε ότι η παραχώρηση κρατικής γης ιδιαίτερα επειδή εμπλέκεται και προϋφιστάμενος δημόσιος δρόμος, αποτελεί έκφραση της δημόσιας διοικητικής δράσης που κινείται στα πλαίσια του δημόσιου δικαίου, γεννώντας διαφορά η επίλυση της οποίας ανήκει, κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος, στο Ανώτατο Δικαστήριο και όχι στη δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Στην προσφυγή Μαρίας Γεωργίου Γερασίμου ν. Γενικού Εισαγγελέα Αρ. 1007/97 ή αιτήτρια ζήτησε να της παραχωρηθεί μέρος του δημόσιου αδιέξοδου πεζόδρομου. Η αίτηση της απορρίφθηκε. Ο Δικαστής Παπαδόπουλος στην απόφαση του ανέφερε ότι το άρθρο 18 του ΚΕΦ. 224 και ο Κανονισμός 13 δεν θεσπίσθηκαν για να προστατεύσουν ιδιωτικά συμφέροντα αλλά θεσπίστηκαν για να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον. Ο Κυπριακός Οργανισμός Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα, καθιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με τον Νόμο Αρ. 179/91 (άρθρο 3). Σκοπός του Οργανισμού είναι η ανάπτυξη και η προαγωγή του θεσμού της σήμανσης αντικειμένων, ιδιαίτερα στις έξι περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 του Νόμου 179/91, μεταξύ των οποίων είναι η εξέταση, ο έλεγχος και η σήμανση των αντικειμένων μέσω εργαστηρίων ή άλλων διευκολύνσεων. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Οργανισμού είναι και η ευθύνη να προβαίνει σε όλες τις κατάλληλες ενέργειες ώστε να διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του Νόμου [Άρθρο 5
(1)]. Για την επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού, το Διοικητικό του Συμβούλιο, επιπρόσθετα με οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες που παρέχονται σ΄ αυτό από άλλες διατάξεις του Νόμου, έχει τις αρμοδιότητες που καταγράφονται και προνοούνται στο άρθρο 7
(1)(α) έως (ιγ) και στο άρθρο
- Από το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 179/91 όπως έχει τροποποιηθεί, συνάγεται ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου στον οποίο έχει εναποτεθεί κρατική ευθύνη και εξουσία για την εξασφάλιση σ' ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία ομοιόμορφης και ενιαίας αντιμετώπισης θεμάτων που σχετίζονται με αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα μέσα από την δημιουργία της έγκρισης εργαστηρίων, μητρώου κατασκευαστών και κοσμηματοπωλών, εξέτασης, ελέγχου, σήμανσης και σφράγισης αντικειμένων, έτσι ώστε το αγοραστικό και καταναλωτικό κοινό να τυγχάνει προστασίας. Καταδεικνύεται λοιπόν ότι το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών του Οργανισμού και ανάλογο ενδιαφέρον για την ορθή και καλή λειτουργία του. Σχετικά είναι τα άρθρα 19, 20, 21, 22, 24 και 25 του Νόμου 179/
- Οι πράξεις του εναγόμενου Οργανισμού όπως και κάθε άλλου δημόσιου οργάνου ή δημόσιας αρχής, που σχετίζονται με την προώθηση και εκπλήρωση των σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ' αυτόν συνιστούν πράξεις εξουσίας. Πράξεις αυτής της μορφής και φύσης, δηλαδή πράξεις εξουσίας, ανάγονται στο πεδίο δημοσίου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόσταση τους. Τέτοια πράξη ήταν και η ενέργεια του Οργανισμού, όταν στις 2.12.2004 προέβη στην σφράγιση των αντικειμένων και εξέδωσε το Τεκμήριο
- Η πράξη αυτή είναι εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπόκειται σε αναθεώρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα εξέτασης του θέματος, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΧΡΥΣΟΧΟΩΝ - ΑΡΓΥΡΟΧΟΩΝ V. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΗΜΑΝΣΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ, Υπόθ. Αρ. 926/2005, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23 Μαΐου 2008, ο Δικαστής Ερωτοκρίτου ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο της Εγκυκλίου συνιστά εκτελεστή πράξη, εφόσον δηλώνεται απερίφραστα η βούληση του οργάνου με την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα. Δεν συμφωνώ με τη συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι άμεσο έννομο αποτέλεσμα θα δημιουργείτο μόνο στην περίπτωση που ένα από τα μέλη των Αιτητών παρουσίαζε αντικείμενο προς σφράγιση, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του. Η απόφαση των Καθ΄ ων η Αίτηση για την σφράγιση αντικειμένων από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ανακοινώθηκε με την μέθοδο της Εγκυκλίου, παρήγαγε άμεσα έννομα αποτελέσματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν συμβουλευτικής φύσης. Δεν αναμενόταν οτιδήποτε άλλο. .............................. Όμως στην προκειμένη περίπτωση με την εγκύκλιο δεν γινόταν απλή ενημέρωση, αλλά στην ουσία ανακοινωνόταν εκτελεστή πράξη της διοίκησης να επιβάλει σφράγιση αντικειμένων που εισάγονταν από ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικράτειας (1929-1959) σελ. 240)». Εφαρμόζοντας τα όσα ελέχθησαν ανωτέρω στην υπό κρίση υπόθεση, συνάγεται ότι με την σφράγιση των αντικειμένων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 2, παρήχθησαν έννομα αποτελέσματα. Ως εκ τούτου η σφράγιση των εν λόγω αντικειμένων συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη. Η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι η «ενέργεια» του εναγόμενου Οργανισμού να επιβάλει τέλη στη προκειμένη περίπτωση δυνάμει Κανονισμών (σύμφωνα με το άρθρο 7(θ) του Νόμου Αρ. 179/91) δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν προκειμένω ο Οργανισμός, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου Αρ. 179/91, διατηρούσε την δυνατότητα μη σφράγισης των αντικειμένων του Τεκμηρίου 2, εφόσον έκρινε ότι τα αντικείμενα δεν ανταποκρίνονται ή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις του Νόμου για την σφράγιση τους. Σχετικό είναι και το άρθρο 18
(4)του εν λόγω Νόμου το οποίο αναφέρεται στην ευθύνη του Οργανισμού, έναντι πράξεων του «εργαστηρίου». Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι συμφώνως του προρρηθέντος Νόμου «εργαστήριο» σημαίνει αναλόγως της περίπτωσης είτε τον Διευθυντή, Προϊστάμενο, ή μέλος του προσωπικού, είτε τον τόπο που διεξάγονται εργασίες του Οργανισμού (άρθρο 2). Προ της επιβολής συγκεκριμένου ποσού ως τέλος σήμανσης (αναλόγως των αντικειμένων) προηγείται η πράξη της σήμανσης και σφράγισης, ως πράξη εξουσίας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του εναγόμενου Οργανισμού η οποία αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη που εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου η επιβολή τελών δεν αποτελεί ενέργεια που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου καθότι, επαναλαμβάνω, παρεμβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη. Η φύση και ο χαρακτήρας είναι που εντάσσει μια πράξη στην μία ή στην άλλη κατηγορία δηλαδή στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι διαφορετική από αυτές που εξετάστηκαν στις προσφυγές Γαβριηλίδης & Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας
(1996)4ΑΑΔ 1723, Παξιόλα ν. Δημοκρατίας
(1999)4 ΑΑΔ 334, Α.Ο.Ο.Μ. Γαλαξίας Παραγωγές ν. Δήμος Στροβόλου
(2006)4 ΑΑΔ, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 772, Καλαπολίκκης ν. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 818, Ελευθερίου ν. Δημοκρατίας
(2001)3 ΑΑΔ 880, Αγγελή ν. Δημοκρατίας Υπόθεση Αρ. 294/02, ημερομ. 23.05.03, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1991)3 ΑΑΔ 470, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Επιτροπεία του Υδατικού Έργου Πολεμιδιών και Γερμασόγειας κ.α. Αρ. Υποθ. 230/95, ημερ. 22/05/97 και Εκδοτικός Οίκος Δίας ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Αρ. Υπ. 1042/99, ημερ. 20/10/00, επειδή σ΄ αυτές δεν παρεμβλήθηκε εκτελεστή διοικητική πράξη. Τούτων λεχθέντων, κρίνω ότι η ενέργεια του εναγομένου Οργανισμού, όπως περιγράφεται ανωτέρω, αποτελεί διοικητική πράξη που εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και όχι του ιδιωτικού και ως εκ τούτου οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον του εναγομένου Οργανισμού συναρτώνται άμεσα με την αναθεώρηση της πιο πάνω διοικητικής πράξης που ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εφόσον η πράξη του Οργανισμού δεν έχει προσβληθεί με προσφυγή και ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της Αναθεωρητικής του Δικαιοδοσίας, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν οποιαδήποτε θεραπεία. Ενόψει της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου, δεν καθίσταται αναγκαίο να εξεταστούν τα άλλα θέματα που ηγέρθησαν. Δια ταύτα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου Οργανισμού και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο