← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 577/2007, 29 Μαΐου, 2009

ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 577/2007, 29 Μαΐου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 577/2007 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγοντα και ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD Εναγόμενης ---------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2009 Για τον ενάγοντα: κ. Α. Χαβιαράς στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Χριστοδούλου Για την εναγόμενη: Δρ. Α. Ποιητής στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Γ. Λουκαίδης Απόφαση ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον της εναγομένης: (α) Δήλωση και/ ή απόφαση του δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση και ο κανόνας του δικαστηρίου ημερ. 12.04.2006 στην αγωγή 2158/2003 Ε.Δ. Λάρνακας, (β) διαταγή και/ ή απόφαση του δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η εναγόμενη να επιστρέψει στον ενάγοντα με νόμιμο τόκο όλα τα ποσά που ο ενάγοντας της κατέβαλε σύμφωνα με την απόφαση και τον κανόνα του δικαστηρίου ημερ. 12.04.2006 στην αγωγή 2158/2003 Ε.Δ. Λάρνακας, (γ) δήλωση και/ ή απόφαση του δικαστηρίου ότι στο εξής ο ενάγοντας θα καταβάλλει ενοίκιο για το ξενοδοχείο Κάστρο στον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και (δ) έξοδα. Όπως εξηγεί ο ενάγοντας στις λεπτομέρειες της εκθέσεως απαιτήσεως του, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στις 23.11.1994 αποφάσισε ότι το ξενοδοχείο Κάστρο είναι Τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου (Ν.139/1991). Στην αγωγή 610/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας σε σχέση με τα κτήματα με αρ. εγγραφής J186, J 187 και J188 στη Λάρνακα, η εναγόμενη παραδέχθηκε ότι όλα τα δικαιώματα της επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας της, έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Ν. 139/1991 και εμποδίζεται από του να ισχυρισθεί άλλως πως. Η εναγόμενη εταιρεία το 2003 καταχώρησε στο Ε.Δ. Λάρνακας την αγωγή αρ. 2158/2003 εναντίον του εδώ ενάγοντος που κατά πάντα τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ενοικιαστής του ξενοδοχείου ¨Κάστρο¨ και αξίωνε μεταξύ άλλων έξωση του από το ξενοδοχείο, ληξιπρόθεσμα ενοίκια και αποζημιώσεις. Παρά την πιο πάνω θέση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, την 12.04.2006 η αγωγή 2158/2003 κατέληξε σε εκ συμφώνου απόφαση με βάση την οποία ο εδώ ενάγοντας διατάχθηκε να πληρώσει στην εδώ εναγόμενη ποσό Λ.Κ. 45.000,00 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 12.04.2006 και να εκκενώσει το ξενοδοχείο Κάστρο. Περαιτέρω απορρίφθηκε η ανταπαίτηση του εδώ ενάγοντος. Ακόμα κατά την εκ συμφώνου απόφαση έγινε κανόνας του δικαστηρίου, συμφωνία των μερών που ρύθμιζε τον τρόπο αποπληρωμής του πιο πάνω ποσού και την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος έξωσης μέχρι τις 30.12.

  1. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πιο πάνω συμβιβασμός της αγωγής 2158/2003 και η συνακόλουθη εκ συμφώνου απόφαση είναι παράνομη κατά το ότι είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991 και ως εκ τούτου κανείς από τους εκεί διαδίκους δεν είχε το δικαίωμα ή την ικανότητα να προβεί στις εκεί δηλώσεις και /ή συμφωνίες. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ισχυρίζεται διευκρινιστικά ότι οι μέτοχοι της δεν ήσαν Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στην Κύπρο κατά το χρόνο της εισβολής και για τούτο δεν δεσμεύονταν από τον εν λόγω νόμο περί κηδεμονίας ή περί διαχείρισης της εγκαταληφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας. Υπό την επιφύλαξη των πιο πάνω η εναγόμενη εταιρεία ισχυρίζεται ότι είχαν κατά πάντα κρίσιμο χρόνο και έχουν την άδεια του Κηδεμόνα για οποιεσδήποτε πράξεις τις οποίες τέλεσαν με τον ενάγοντα. Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ειδικότερα τα όσα ισχυρίζεται, ότι δηλαδή ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, αποφάσισε ότι το ξενοδοχείο Κάστρο είναι Τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του Ν. 139/1991 και ότι στην αγωγή 610/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας σε σχέση με τα κτήματα J186, J187 και J188 στη Λάρνακα, η εναγόμενη εταιρεία παραδέχθηκε ότι όλα τα δικαιώματα της επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας της έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Ν.139/1991 και ότι εμποδίζεται από του να ισχυρισθεί άλλως πως. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει δεδομένου ότι ο ίδιος ο Κηδεμόνας δεν είναι μέρος στη διαδικασία. Αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι παρά την πιο πάνω θέση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ήγειραν αγωγή με την οποία αξίωναν ληξιπρόθεσμα ενοίκια και αποζημιώσεις για το πιο πάνω ξενοδοχείο και πέτυχαν εκ συμφώνου απόφαση για την πληρωμή καθυστερημένων ενοικίων και έξωση του και επιμένουν ότι οποιαδήποτε απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια εκείνης της αγωγής ήταν έγκυρη και νόμιμη. Τέλος, αρνούνται τα περί παράνομης απόφασης και αντίθεσης της στις πρόνοιες του νόμου και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. Η ΜΑΡTΥΡΙΑ: Ο ενάγοντας ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε για την πλευρά του. Στη γραπτή του δήλωση την οποία υιοθέτησε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α κατέγραψε τους ακόλουθους ισχυρισμούς τους οποίους μεταφέρω αυτούσιους: Η εναγόμενη εταιρεία είναι κυπριακή εταιρεία που ανήκει κατά πλειοψηφία σε τουρκοκύπριους μόνιμους κάτοικους Τουρκίας. Η εναγόμενη εταιρεία έχει ακίνητη περιουσία στην Επαρχία Λάρνακας μεταξύ της οποίας είναι και το ξενοδοχείο ¨ΚΑΣΤΡΟ¨ όπως επίσης και άλλα κτήματα. Είναι ο ενοικιαστής του Ξενοδοχείου ¨ΚΑΣΤΡΟ¨. Το 2003 η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε εναντίον του την αγωγή αριθμός 2158/2003 στο δικαστήριο Λάρνακας με την οποία αξίωνε, μεταξύ άλλων, έξωση του, ληξιπρόθεσμα ενοίκια και αποζημιώσεις. Ενώ εκκρεμούσε η πιο πάνω αγωγή κατά ή περί τις 23.11.1994 ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών αποφάσισε ότι το ξενοδοχείο ¨ΚΑΣΤΡΟ¨ είναι τουρκοκυπριακή περιουσία κατά την έννοια του Ν.139/1991 και του απέστειλε σχετική επιστολή αντίγραφο της οποίας παρουσίασε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Κατά την εξέλιξη της αγωγής 2158/2003 και μετά την επιστολή Τεκμήριο 1, ο τότε δικηγόρος του κ. Μ. Χ¨ Χριστοφής, απέστειλε στον Υπουργό Εσωτερικών επιστολή ημερομηνίας 18.07.2005 στην οποία του έδιδε πλήρη στοιχεία και τον καλούσε να παρέμβει στην διαδικασία της αγωγής. Παρουσίασε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  3. Μεσολάβησε υπενθύμιση εκ μέρους του δικηγόρου του με επιστολή με ημερομηνία 3.01.2006 αντίγραφο της οποίας παρουσίασε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  4. Ο Υπουργός Εσωτερικών απάντησε με επιστολή του με ημερομηνία 11.04.2006 καταλήγοντας ότι δεν ενδείκνυται να παρέμβει στην διαδικασία αφού το αν είναι ή όχι το ξενοδοχείο ¨ΚΑΣΤΡΟ¨ τουρκοκυπριακή περιουσία κατά την έννοια του Ν. 131/1991 ¨αποτελεί ήδη επίδικο θέμα στην αγωγή 2158/2003¨. Αντίγραφο της επιστολής αυτής σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Παρά το γεγονός ότι έγινε σαφές πως ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ανέμενε δικαστική κρίση του κατά πόσο είναι ή όχι το ξενοδοχείο τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του εν λόγω νόμου, στις 12.04.2006, με την προτροπή των εκατέρωθεν δικηγόρων η υπόθεση 2158/2003 συμβιβάστηκε με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης αντίγραφο της οποίας παρουσίασε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  6. Όπως συμβουλεύθηκε από τους νυν δικηγόρους του, το κατά πόσο το ξενοδοχείο ανήκει ή όχι στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δεν μπορεί ούτε και έπρεπε να κριθεί με συμφωνία των διαδίκων στην αγωγή 2158/2003 αλλά είναι θέμα που μόνο το δικαστήριο μπορούσε να κρίνει στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Επομένως μπορεί ανά πάσα στιγμή ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να απαιτήσει από αυτόν τα ενοίκια έστω και εάν τα καταβάλλει στην εναγόμενη εταιρεία. Αυτός ο φόβος του επιτάθηκε αφού μετά τη διευθέτηση της αγωγής 2158/2003 πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία στην αγωγή 610/2006 εναντίον της από άλλο τουρκοκύπριο σε σχέση με τα κτήματα με αριθμούς εγγραφής J186,J187 και J188 στη Λάρνακα πρόβαλε την υπεράσπιση ότι όλα τα δικαιώματα της ¨επί οποιασδήποτε ιδιοκτησίας έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα σύμφωνα με τον Νόμο 131/1991¨. Γι΄αυτούς τους λόγους εγείρει την παρούσα αγωγή θέλοντας να ξεκαθαρίσει το θέμα, αλλιώτικα κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να βρεθεί να πληρώνει ενοίκια δύο φορές. Μετά από απόρριψη σχετικής ένστασης επετράπη και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 6 η Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή 610/2006 την οποία καταχώρησε η εναγόμενη στην εν λόγω υπόθεση και όπου ως ενάγοντας φαίνεται κάποιος Nevzat Hussein. Στο περιεχόμενο και στη σημασία της θα αναφερθώ σε άλλο σημείο της απόφασης μου. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι σήμερα δεν καταβάλλει σε κανένα τα ενοίκια για το ξενοδοχείο ¨ ΚΑΣΤΡΟ¨ το οποίο εξακολουθεί να το κατέχει ούτε στους ιδιοκτήτες του, τους εναγόμενους, ούτε και στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Σταμάτησε να καταβάλλει ενοίκια εδώ και περίπου ένα χρόνο. Ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δεν του ζήτησε μετά το 2003 να καταβάλλει σε αυτόν τα ενοίκια και ούτε πλήρωσε ποτέ ενοίκια για το εν λόγω ξενοδοχείο στον Κηδεμόνα. Γνώριζε πάντοτε ότι η εναγόμενη εταιρεία ανήκε σε πρόσωπα τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι της Τουρκίας αλλά και της Αγγλίας. Το 1974 όμως, όπως ισχυρίστηκε, ζούσαν στην Λάρνακα και διέμεναν στο ξενοδοχείο Κάστρο χωρίς όμως να τους είχε δει εκεί τότε. Όπως εξήγησε είχαν φύγει από τη Κύπρο μετά το 1974 και ο πατέρας των σημερινών ιδιοκτητών, του έλεγε την ιστορία για το πώς διέφυγαν τις ημέρες του πολέμου του
  7. Γνώριζε ότι αυτοί ήταν Βρετανοί υπήκοοι. Δεν είχε υπογράψει μετά την έκδοση της απόφασης άλλο ενοικιαστήριο έγγραφο με τους ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου και παραδέχθηκε ότι το σημερινό του καθεστώς διέπεται από όσα συμφωνήθηκαν με την εν λόγω δικαστική απόφαση. Παραδέχθηκε ότι γνώριζε το περιεχόμενο τόσο της επιστολής ημερομηνίας 23.11.1994 όσο και αυτό της επιστολής ημερομηνίας 11.04.
  8. Εναντίον της τελευταίας δεν είχε κάμει οποιαδήποτε προσφυγή. Όταν είχε επιτευχθεί ο συμβιβασμός στην υπόθεση 2158/2003 στην οποία εκπροσωπείτο από δικηγόρους, γνώριζε ότι ο Taskent ζούσε πάντοτε στην Αγγλία και μάλιστα τον είχε επισκεφθεί και στο εκεί σπίτι του και αυτά τα είχε πει στους δικηγόρους του που τον εκπροσωπούσαν τότε. Δεν τους είχε δώσει τις επιστολές με ημερομηνία 23.11.1994 και 11.04.2006 τις οποίες όμως είχε ο κ. Μ. Χ¨ Χριστοφής στο φάκελο της υπόθεσης όπως διαπίστωσε μετά που του τον παρέδωσε ο εν λόγω δικηγόρος. Μετά τις 11.04.2006 δεν είχε πάρει οποιαδήποτε άλλη επιστολή από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Παραδέχθηκε ότι στην αγωγή 2158/2003 είχε ανταπαίτηση για το ποσό των Λ.Κ.70.000,00 για δαπάνες ή/ και αποζημιώσεις για ανέγερση επιπρόσθετων δωματίων και για επιπρόσθετο ποσό Λ.Κ.100.000,00 για απώλεια κερδών και/ ή αποζημιώσεις και ότι στον συμβιβασμό εκείνης της υπόθεσης είχαν ληφθεί υπόψη και οι δικές τους αξιώσεις. Τον όποιο όμως διακανονισμό της υπόθεσης εκείνης τον είχαν κάμει οι δικηγόροι του μαζί με τον κ. Ποιητή που εκπροσωπούσε και πάλι την άλλη πλευρά. Παραδέχθηκε ότι είχε καταρτήσει ενοικιαστήριο έγγραφο την 21.10.1994 μαζί με τους εναγόμενους για 8 χρόνια το οποίο δεν το είχε καταγγείλει ποτέ. Παρόλο ότι είχε πάρει την επιστολή ημερομηνίας 23.11.1994 (Τεκμήριο 1) και παρόλο ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο το είχε υπογράψει την 21.10.1994 δεν κατάγγειλε ή τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία αλλά συνέχισε να καταβάλλει στον Taskent τα ενοίκια για το ξενοδοχείο και ποτέ δεν υπέγραψε οποιαδήποτε άλλη συμπληρωματική συμφωνία. Εξακολούθησε να πληρώνει τα ενοίκια στους εναγόμενους και ποτέ δεν τους πληροφόρησε ότι δεν αναγνωρίζει αυτή τη συμφωνία τους επειδή το ξενοδοχείο ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Δεν απέστειλε επιστολή ποτέ στους εναγόμενους για να τους ενημερώνει για την επιστολή που έλαβε το Τεκμήριο
  9. Σε υποβολή ότι δεν το έκαμε γιατί γνώριζε ότι δεν υπάγονταν οι εναγόμενοι στις διατάξεις του νόμου για τον Κηδεμόνα απάντησε ότι δεν γνώριζε αυτό το πράγμα. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι ήταν ο πατέρας των σημερινών ιδιοκτητών της εναγόμενης εταιρείας που του έλεγε την ιστορία του πολέμου όταν βομβαρδίστηκε το ξενοδοχείο και τον τρόπο που διέφυγε με την οικογένεια του από την Κύπρο. Ο δικηγόρος Philip Rosen Blatt κατάθεσε ως Μ.Υ.
  10. Ασκεί όπως ανέφερε τη δικηγορία από το 1993 και το γραφείο όπου εργάζεται διατηρεί γραφεία στην Κωνσταντινούπολη, στο Κάιρο και στο Καζακστάν. Είναι δικηγόρος της οικογένειας Taskent, μετόχων της εναγόμενης. Παρουσίασε και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 7,8 και 9 τρία βρετανικά διαβατήρια του πατέρα Taskent. Το πρώτο έχει ημερομηνία έκδοσης του την 23.06.1947 και αναφερόταν με το όνομα Ιbrahim Yousouf και στο τρίτο διαβατήριο (Τεκμήριο 9) είχε προστεθεί και το επίθετο Taskent. Σε αυτά αναγράφεται ως χώρα διαμονής του Taskent η Αγγλία. Στο Τεκμήριο 9 αναφέρεται ότι ο Taskent είχε τρία παιδιά τους Alp, Nur και Sezai. Σε αυτό υπάρχουν διάφορες σφραγίδες εισόδου και εξόδου από την Κύπρο το 1974 για ό,τι ενδιαφέρει την υπόθεση. Ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τα τρία παιδιά του Taskent δηλαδή τους Alp, Nur και Sezai. Γνωρίζει επίσης ότι ο πατέρας τους έχει αποβιώσει. Παρών στο Δικαστήριο ήταν ο Alp. Γνώριζε ακόμα ότι ο πατέρας πριν αποβιώσει διέμενε στην Αγγλία. Κατείχε και παρουσίασε και σημειώθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια. Ως Τεκμήριο 10 πιστοποιητικό από την Royal Air Force (RAF) (βασιλική αεροπορία), το οποίο πιστοποιεί ότι είχε καταταγεί σε αυτή τη δύναμη στις 02.01.1941 από όπου και απολύθηκε με τιμές στις 29.11.
  11. Ως Τεκμήριο 11 την βρετανική ταυτότητα του Taskent που είχε εκδοθεί το
  12. Ως Τεκμήριο 12 επιστολή που απευθυνόταν σε αυτόν από την Πριγκίπισσα τότε Ελισάβετ με ημερομηνία 20.08.1947 στην οποία φαίνεται η διεύθυνση του στο Λονδίνο. Ως Τεκμήριο 13 την τελευταία του διαθήκη με ημερομηνία 24.03.1972 στην οποία δηλώνεται και η διεύθυνση του στο Λονδίνο και με την οποία κληροδοτούσε την περιουσία του στους τρεις γιους του και στη σύζυγο του. Ως Τεκμήριο 14 επιστολή ημερομηνίας 10.11.1973 από κάποια κυπριακή εταιρεία που απευθυνόταν προς την εταιρεία τους στη διεύθυνση τους στην Αγγλία. Ως τεκμήριο 15 συλλυπητήρια επιστολή με ημερομηνία 23.05.2003 από το Γενικό Προξενείο της Αγγλίας στη Κωνσταντινούπολη, η οποία απευθυνόταν στην οικογένεια Taskent στη διεύθυνση τους στην Κωνσταντινούπολη και η οποία κάμνει αναφορά στην υπηρεσία του Taskent στην βασιλική αεροπορία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Φωτοαντίγραφα πιστοποιητικών γεννήσεως των τριών γιων Taskent κατατέθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια για Αναγνώριση Α΄ μετά από σχετική ένσταση να κατατεθούν ως κανονικά τεκμήρια, όπως και παρέμειναν. Ανέφερε στη συνέχεια ότι είναι από το έτος 2003 δικηγόρος της οικογένειας. Από ότι γνώριζε ο πατέρας Taskent απεβίωσε εκείνο το έτος και τότε ζούσε ακόμα στο Λονδίνο ενώ οι τρεις γιοι του στην Κωνσταντινούπολη. Είχε γνωρίσει τους τρεις γιους οι οποίοι κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη περίπου το έτος 2001 με 2002 όταν ακόμα ο πατέρας τους εξακολουθούσε και διέμενε στο Λονδίνο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι είναι Αμερικανός και ότι η άδεια του να ασκεί τη δικηγορία είναι της Νέας Υόρκης την οποία απέκτησε στις 4.11.
  13. Ανέφερε ότι τα διαβατήρια και τα άλλα έγγραφα του Taskent τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια τα παρέλαβε την ημέρα που κατάθετε στο δικαστήριο από τον Alp Taskent. Δεν ήταν ο εκτελεστής της διαθήκης την οποία κατάθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήριο. Διευκρίνισε ότι το 2001-2002 δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα Taskent αλλά τα τρία παιδιά του και τη σύζυγο του που έμεναν στην Τουρκία. Ο πατέρας Taskent κατοικούσε τότε στο Λονδίνο. Η παρουσία του στο δικαστήριο δεν αποσκοπούσε απλώς στην κατάθεση των τεκμηρίων αλλά και να καταθέσει όσα γνώριζε ως δικηγόρος της οικογένειας για τις οικονομικές και άλλες υποθέσεις της στις οποίες ήταν αναμεμειγμένος όπως και της εναγόμενης εταιρείας η οποία σήμερα ανήκει στα τρία παιδιά του αποβιώσαντος Ibrahim Taskent. Επέμενε ότι ο πατέρας ζούσε στην Αγγλία μέχρι και τον θάνατο του παρόλο ότι είχε αποβιώσει στην Κωνσταντινούπολη όπου επέλεξε να περάσει το τελευταίο διάστημα της ζωής του καθώς δύο μήνες πριν πεθάνει, βαριά άρρωστος πλέον, είχε πάει εκεί για να βρίσκεται κοντά στα μέλη της οικογένειας του. Γνώριζε ότι όταν τα τρία παιδιά του Taskent κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην Κωνσταντινούπολη διέμεναν εκεί, ο πατέρας τους εξακολουθούσε να ζει στην Αγγλία ενώ η μητέρα τους για μεγάλα χρονικά διαστήματα παρέμενε στην Κωνσταντινούπολη και διέμενε με τα παιδιά της παρόλο ότι το σπίτι της εξακολουθούσε και ήταν στην Αγγλία. Υπολόγισε ότι ο μεγάλος γιος είχε πάει για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο
  14. Σύμφωνα με την αναγραφή σε κάποιο από τα διαβατήρια του Ibrahim Taskent αυτός είχε γεννηθεί στο χωριό Αγκλεισίδες της Κύπρου. Από πολύ νεαρή ηλικία μέχρι και που πέθανε ήταν κάτοικος της Αγγλίας και ποτέ δεν ήταν κάτοικος της Τουρκοκρατούμενης Βόρειας Κύπρου ή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι επισκέψεις του στη Κύπρο, όπως φαίνονται στα διαβατήρια που παρουσίασε, ήταν για διακοπές και πάντοτε για πολύ μικρά χρονικά διαστήματα. Σε υποβολή ότι ο σκοπός της παρουσίας του στο δικαστήριο ήταν απλώς για να καταθέσει τα έγγραφα - τεκμήρια για να αποφύγει να παρουσιαστεί ενώπιον του δικαστηρίου οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας, απάντησε ότι ως δικηγόρος της οικογένειας γνώριζε για την περιουσία της εταιρείας τους στη Κύπρο και τις συζητήσεις που γίνονταν με τον ενάγοντα σε σχέση με τα ενοίκια που όφειλε σε αυτούς και την εκδοθείσα απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση 2158/2003 με την οποία διατασσόταν και η έξωση του. Γνώριζε επίσης και για την μη συμμόρφωση του ενάγοντα με αυτή την απόφαση εφόσον δεν καταβάλλει πλέον τα ενοίκια. Γνώριζε ακόμα και τους ισχυρισμούς που προέβαλλε ο ενάγοντας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και τα έγγραφα που κατάθεσε αποδεικνύουν ότι ο πατέρας Taskent όπως και τα παιδιά του δεν ήταν ποτέ κάτοικοι της Κύπρου. Μετά την εκδοθείσα απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση παραδέχθηκε πως ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση έκαμε κάποιες πληρωμές αλλά στη συνέχεια σταμάτησε να πληρώνει τα ενοίκια όπως διαλάμβανε εκείνη η απόφαση αλλά δεν ήξερε εάν ο λόγος ήταν γιατί κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Παραδέχθηκε ότι δεν ήξερε από πότε ακριβώς σταμάτησε να καταβάλλει τα ενοίκια. Ο Alp Taskent κατάθεσε ως Μ.Υ.
  15. Ανάφερε ότι γεννήθηκε στην Αγγλία και είναι κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου τα στοιχεία του οποίου έγιναν αποδεκτά. Σύμφωνα με αυτά ο μάρτυρας ήταν κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου το οποίο εκδόθηκε στις 18.10.2004 με ημερομηνία γέννησης του την 15.11.1968 στο Λονδίνο και ότι είναι Βρετανός υπήκοος. Αναγνώρισε στα Τεκμήρια 7,8 και 9 τα διαβατήρια που κατείχε ο πατέρας του. Ο ίδιος κατοικούσε στο Λονδίνο μέχρι το 1989 που πήγε για σπουδές σε πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης όπου συνεχίζει να διαμένει μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν υπήρξε κάτοικος της Κύπρου ούτε και είχε κυπριακή υπηκοότητα. Ο πατέρας του από το 1968 που γεννήθηκε ο ίδιος ζούσε στο Λονδίνο. Η μητέρα του που είχε γεννηθεί στη Κωνσταντινούπολη μετακόμισε στην Αγγλία τη δεκαετία του 1950 και διέμενε έκτοτε στην Αγγλία. Όταν άρχισαν οι σπουδές των παιδιών της σε πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης τους επισκεπτόταν συχνά εκεί και διέμενε μαζί τους όπου και έμεινε μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους. Είναι δίδυμος αδελφός με τον Nur η ζωή του οποίου ήταν παρόμοια με τη δική του. Ο μικρότερος αδελφός τους Sezai είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη το 1994-1995 αφού είχε κάμει σπουδές πρώτα σε πανεπιστήμιο στην Αγγλία. Ποτέ κανένας από την οικογένεια τους δεν υπήρξε κάτοικος Κύπρου και είχαν όλοι βρετανικά διαβατήρια. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και διοίκηση επιχειρήσεων. Τον Μ.Υ. 1 τον είχε γνωρίσει περίπου τα έτη 2000-
  16. Θεώρησε πρέπων να καταθέσει όλα τα έγγραφα μέσω κάποιου δικηγόρου τιμώντας με αυτό τον τρόπο το όνομα του πατέρα του ο οποίος υπηρέτησε την πατρίδα του στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προς τούτο είχε τιμηθεί από τη Βασίλισσα της Αγγλίας για μια υπόθεση όπου ο ενάγων σταμάτησε τον τελευταίο χρόνο να καταβάλλει τα ενοίκια για την περιουσία τους. Δεν είχε σκοπό να μη καταθέσει και ο ίδιος, απλώς θέλησαν να καταθέσουν όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι είναι Βρετανοί πολίτες μέσω του δικηγόρου της οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη. Όταν το καλοκαίρι του 1974 είχε γίνει η εισβολή της Τουρκίας στη Κύπρο ο ίδιος ήταν πολύ μικρός, όμως θυμάται ότι βρισκόντουσαν στη Κύπρο για διακοπές και φυγαδεύτηκαν ως Βρετανοί πολίτες μέσω των Αγγλικών Βάσεων από την Αγγλική κυβέρνηση. Σε ερώτηση σε σχέση με το Τεκμήριο 1 εάν είχε αποταθεί το 1994 ο ίδιος ή ο πατέρας τους στον Έπαρχο για να πληροφορηθούν κατά πόσο το ξενοδοχείο τους το ¨Κάστρο¨ θεωρείται τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του νόμου ανάφερε ότι ο ίδιος τότε ήταν φοιτητής και δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε και γνωρίζει εάν το έκαμε ο πατέρας του. Σε σχέση με την αγωγή 610/2006 και τον δήθεν προβαλλόμενο στην υπεράσπιση της ισχυρισμό ότι οικόπεδα της εναγομένης εμπίπτουν στον έλεγχο του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και εάν προβλήθηκε αυτός ο ισχυρισμός μετά από δικές του οδηγίες, ανάφερε ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη ενώπιον του δικαστηρίου σε λίγες ημέρες και ο ίδιος ακόμα ευρίσκεται στη διαδικασία συλλογής πληροφοριών που αφορούν αυτή την υπόθεση και δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες της για την οποία αναζητεί την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Τέλος, σε υποβολή ότι προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς ανάλογα με το τι τον βολεύει κάθε φορά όπως ήταν οι ισχυρισμοί τους στην αγωγής 610/2006 ότι δηλαδή τρία οικόπεδα της εναγόμενης ανήκαν στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσίων, ενώ σε αυτή την αγωγή η θέση του είναι ότι το ξενοδοχείο δεν ανήκει στον Κηδεμόνα, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει να έχουν πει οπουδήποτε ότι η περιουσία τους ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και για την αλήθεια του περιεχομένου της βεβαίωση από τους λογιστές Π. Καλοπετρίδης & Σία (Λάρνακα) Λτδ στην οποία βεβαιώνεται ότι σε σχέση με την αγωγή 2158/2003 ο εναγόμενος έχει πληρώσει την παραμονή του στο ξενοδοχείο μέχρι την 31η Μαρτίου
  17. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν στις εκτενείς και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους τις θέσεις τους σχολιάζοντας τόσο τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση όσο και τη νομοθεσία που διέπει το ζήτημα και σχετική νομολογία. Όπου χρειαστεί, στη συνέχεια της απόφασης μου, θα κάμω αναφορά σε θέσεις που προβλήθηκαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στην ερμηνευτική διάταξη του Άρθρου 2 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος (Ν. 139/91), όπως τροποποιήθηκε, δίδεται ερμηνεία στις έννοιες ¨Τουρκοκυπριακή περιουσία¨ και ¨Τουρκοκύπριος¨ τις οποίες θεωρώ σημαντικές για την παρούσα απόφαση γι΄αυτό και τις καταγράφω: ¨Τουρκοκυπριακή περιουσία ¨περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία¨. ¨Τουρκοκύπριος¨ ¨σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ¨. Σημαντική επίσης είναι η αναφορά στον καθορισμό από το ίδιο το Σύνταγμα μας ποιοι αποτελούν την τουρκική κοινότητα της Κύπρου, όπου στο Άρθρο 2 παρ.

(2)καθορίζεται ότι: ¨Την τουρκική κοινότητα αποτελούσιν άπαντες οι πολίται της Δημοκρατίας, οίτινες είναι τουρκικής καταγωγής και έχουσιν ως μητρικήν γλώσσαν την τουρκικήν ή μετέχουσιν των τουρκικών πολιτιστικών παραδόσεων ή είναι μωαμεθανοί¨. Από το λεκτικό της πιο πάνω πρόνοιας είναι προφανές ότι για να είναι κάποιος τουρκοκύπριος θα πρέπει να ανήκει στην τουρκική κοινότητα της Κύπρου και επομένως θα πρέπει να είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Θα πρέπει να πω ότι ο ενάγοντας δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής ενώπιον του δικαστηρίου. Διέκρινα σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του ότι προσπάθησε να παραποιήσει την αλήθεια έχοντας την εντύπωση ότι με αυτό τον τρόπο θα βοηθούσε την υπόθεση του. Το πρώτο σημείο στο οποίο διέκρινα ανειλικρίνεια είναι όταν κατά την αντεξέταση του ρωτήθηκε αν γνώριζε ποια ήταν η μόνιμη διαμονή των ιδιοκτητών της εναγόμενης κατά το αμέσως πριν από την εισβολή της Τουρκίας χρονικό διάστημα, της οικογένειας δηλαδή Taskent. Ανάφερε αρχικά ότι διέμεναν στη Κύπρο και μάλιστα στο ξενοδοχείο ¨Κάστρο¨. Στη συνέχεια όμως αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι γνώριζε ότι η μόνιμη κατοικία της οικογένειας Taskent ήταν τότε στην Αγγλία όπου διέμενε και ο ίδιος και μάλιστα ομολόγησε ότι είχε επισκεφθεί και το σπίτι της οικογένειας εκεί. Είναι προφανές ότι σε αυτό το σημείο αν και ομολόγησε ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση κατά πόσο πράγματι διέμεναν στην Κύπρο το 1974, καθώς δεν τους είχε δει, προσπάθησε να παρουσιάσει κατά τέτοιο τρόπο την μαρτυρία του, έτσι που να συνέφερε στην υπόθεση του. Το άλλο σημείο είναι όταν είχε ρωτηθεί, επίσης κατά την αντεξέταση του, εάν την γνώση του αυτή περί της μόνιμης διαμονής της οικογένειας Taskent την είχε μεταφέρει στους δικηγόρους του οι οποίοι είχαν χειριστεί την αγωγή 2158/2003 και γνώριζαν αυτό το γεγονός όταν αποφάσισαν τον συμβιβασμό της. Ήταν εμφανής και εδώ η προσπάθεια του να ¨θολώσει τα νερά¨, ισχυριζόμενος ότι ήταν από μόνοι τους οι δικηγόροι του που χειρίστηκαν την υπόθεση εκείνη αφήνοντας υπονοούμενο ότι τάχα ο ίδιος δεν είχε υπόψη του τα τεκτενόμενα ή και ότι υπήρξε κάποιου είδους συμπαιγνία με την άλλη πλευρά. Όταν πάλι είχε ρωτηθεί σε σχέση με την επιστολή με ημερομηνία 23.11.1994 (Τεκμήριο 1) αν είχε ενημερώσει τους δικηγόρους του σχετικά με αυτή πριν δηλωθεί ο συμβιβασμός της υπόθεσης, ανέφερε ότι έλαβε γνώσει αυτής της επιστολής όταν του παρέδωσε ο δικηγόρος του το φάκελο του. Όμως κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια εφόσον η επιστολή εκείνη είχε ως παραλήπτη τον ίδιο, αντιλαμβάνομαι στην διεύθυνση του, οπότε δεν υπήρχε ενδεχόμενο να μην είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της όταν μάλιστα αυτή αφορούσε ένα τόσο καθοριστικό γεγονός που επηρέαζε τα οικονομικά του συμφέροντα που προέρχονταν από την ενοικίαση του εν λόγω ξενοδοχείου. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τόσο ο Μ.Υ. 1 όσο και ο Μ.Υ.2 προσήλθαν στο δικαστήριο και κατάθεσαν την αλήθεια των γεγονότων επί των οποίων βασίζεται η υπεράσπιση της εναγόμενης. Δεν διαβλέπω οτιδήποτε το μεμπτό στο γεγονός ότι αποφασίστηκε όπως τα έγγραφα που αποδεικνύουν την μόνιμη διαμονή των ιδιοκτητών της εναγόμενης να τα καταθέσει ο δικηγόρος της οικογένειας στην Τουρκία κ. Philip Rosen Blatt (Μ.Υ.1). Εξάλλου από μόνο του το γεγονός αυτό δεν μειώνει την αξία του αποδεικτικού αυτού υλικού ή το καθιστά επισφαλές. Ο Μ.Υ. 2 φανερά διακατεχόμενος από συγκίνηση αναφέρθηκε στον αποβιώσαντα πατέρα του και εξήγησε ποιος ήταν ο λόγος που επέλεξαν να καταθέσει αυτά τα έγγραφα ο πιο πάνω δικηγόρος, λόγος ο οποίος δεν υπέκρυπτε οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα πλην του απέραντου σεβασμού που έτρεφαν προς τον αποβιώσαντα πατέρα τους. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 δεν προσήλθε στο εδώλιο απλώς και μόνο για να καταθέσει το έγγραφο υλικό αλλά και για να καταθέσει την προσωπική του γνώση, ως δικηγόρος της οικογένειας Taskent, σε σχέση με τα μέλη της που είναι και οι ιδιοκτήτες της εναγόμενης και ειδικότερα τον τόπο μόνιμης διαμονής τους κατά καιρούς τουλάχιστον από όσα ο ίδιος προσωπικά γνώριζε ή είχε πληροφορηθεί. Το τελευταίο μέρος της αντεξέτασης του Μ.Υ.2 που αφορούσε το ζήτημα της προβολής διαφορετικών θέσεων αναφορικά με το επίμαχο θέμα, του κατά πόσο δηλαδή περιήλθε η περιουσία τους στην διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ή όχι, δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει των όσων στη συνέχεια της απόφασης μου θα αναφέρω γι΄αυτό το θέμα. Ούτως ή άλλως η απάντηση που έδωσε ήταν σαφής ότι δηλαδή ο ίδιος δεν είχε δώσει τέτοιες οδηγίες και ούτε ξέρει εάν είχαν δοθεί τέτοιες οδηγίες από οποιονδήποτε. Εξάλλου ήταν ζήτημα το οποίο θα τον απασχολούσε, όπως ανέφερε, τις επόμενες ημέρες ενόψει της επιθυμίας του να φανερωθεί η αλήθεια για όσα σχετίζονταν με την εν λόγω υπόθεση. Δέχομαι στην ολότητα της το περιεχόμενο της μαρτυρίας και των δύο αυτών μαρτύρων η οποία υποστηρίζεται σε όλα τα επιμέρους σημεία της από αδιαμφισβήτητο έγγραφο υλικό και σε κανένα σημείο της δεν έχει τρωθεί. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την μαρτυρία και τα οποία αποδέχομαι, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Το ξενοδοχείο με το όνομα ¨Κάστρο¨ που βρίσκεται στην Λάρνακα ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ιδιοκτησία της εταιρείας Island Beach Development Ltd της οποίας ιδιοκτήτες (μέτοχοι) κατά πλειοψηφία είναι σήμερα όπως και κατά τον επίδικο χρόνο οι Alp, Nur και ο Sezai Taskent, παιδιά του Ibrahim Yousouf Taskent. Ο τελευταίος είχε γεννηθεί στις Αγκλεισίδες της Κύπρου και ήταν τουρκικής καταγωγής. Γεννήθηκε στις 25.04.1919 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 10 είχε καταταγεί στην Royal Air Force (RAF) (βασιλική αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας) στις 2.01.1941 κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την αποστράτευση του εγκαταστάθηκε στην Αγγλία όπου και διέμενε μόνιμα μέχρι και τον θάνατο του το 2003 όπως προκύπτει εκτός από την αποδοχή της προφορικής μαρτυρίας των Μ.Υ. και κυρίως του Μ.Υ.2 και από τα Τεκμήρια 7,8,9,11,12,13 και
  1. Ο πιο πάνω απέκτησε την βρετανική υπηκοότητα και κατείχε βρετανικά διαβατήρια (Τεκμήρια 7,8 και 9) και αγγλική ταυτότητα (Τεκμήριο 11). Στην Αγγλία παντρεύτηκε Τουρκάλα της Κωνσταντινούπολης μαζί με την οποία απέκτησαν τρία αγόρια (τους πιο πάνω). Το καλοκαίρι του 1974 όταν είχε εκδηλωθεί η εισβολή της Τουρκίας στη Κύπρο η οικογένεια Taskent βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές σύμφωνα με τον Μ.Υ.2 και όπως διαπιστώνεται και από τις σφραγίδες επί του διαβατηρίου (Τεκμήριο 9) (είχαν έρθει στη Κύπρο στις 5.07.1974 και έφυγαν μέσω των Αγγλικών Βάσεων στις 22.07.1974). Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από τις σφραγίδες επί των διαβατηρίων του αποβιώσαντος Ibrahim Taskent επρόκειτο για ένα πολυταξιδεμένο άτομο με πολλές σύντομες επισκέψεις του και στη Κύπρο τόσο πριν από το 1974 όσο και κατά τη διάρκεια του όπως βέβαια και τα επόμενα χρόνια. Όταν τα παιδιά μεγάλωσαν αποφάσισαν να σπουδάσουν και σε πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης. Έτσι το 1989 είχαν μεταβεί τα δύο μεγαλύτερα εκεί και στη συνέχεια και το μικρότερο. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν η μητέρα τους επισκεπτόταν συχνά την Κωνσταντινούπολη όπου και διέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα μαζί τους και όπου τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα μετά τον θάνατο του Ibrahim ο οποίος εξακολουθούσε να ζει στην Αγγλία. Ο Ibrahim, άρρωστος πλέον, δύο μόλις μήνες πριν από το θάνατο του το 2003 μετέβη και αυτός στην Κωνσταντινούπολη για να βρίσκεται κοντά στα μέλη της οικογένειας του όπου και πέθανε. Τις μετοχές της εναγόμενης εταιρείας πάντοτε τις κατείχαν κατά πλειοψηφία και ήλεγχαν όπως και ελέγχουν και σήμερα είτε ο ίδιος ο Ibrahim Taskent που ήταν και ένας εκ των διευθυντών της μέχρι τις 16.05.2003 που παραιτήθηκε, είτε τα παιδιά του. Ο άλλος μέτοχος, όπως προκύπτει από έρευνα σε στοιχεία που καταχωρούνται με τις ετήσιες εκθέσεις (έντυπο Η.Ε. 32) στον Έφορο Εταιρειών και τηρούνται στο φάκελο της εταιρείας (συνημμένη στο Τεκμήριο 2) και ειδικότερα όπως φαίνεται στην τελευταία με ημερομηνία 12.11.2002 είναι κάποιος Brian Charles Grainger που είναι επίσης ο μοναδικός διευθυντής εκτός της οικογένεια Taskent. Η εναγόμενη είχε συνάψει με τον ενάγοντα συμφωνία ενοικίασης του πιο πάνω ξενοδοχείου την 1.12.1991 (συνημμένη στο Τεκμήριο 2) για δύο χρόνια. Ακολούθως στις 21.10.1994 είχε υπογραφτεί μια άλλη συμφωνία ενοικίασης για οκτώ χρόνια (επίσης συνημμένη στο Τεκμήριο 2). Λόγω ισχυριζόμενης μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της συμφωνίας αυτής το 2003 είχε εγερθεί η αγωγή 2158/2003 εκ μέρους της παρούσας εναγόμενης εναντίον του παρόντος ενάγοντος στην οποία είχε καταχωρηθεί ανταπαίτηση. Η πιο πάνω αγωγή είχε ως κατάληξη την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στις 12.04.2006 (Τεκμήριο 5) της οποίας επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή η ακύρωση και άρση των αποτελεσμάτων της. Η επίδικη περιουσία της εναγόμενης ουδέποτε εγκαταλείφθηκε από την ιδιοκτήτρια της εναγόμενη και ποτέ δεν περιήλθε στη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μετά την εφαρμογή του νόμου και πάντοτε κατεχόταν από την εναγόμενη η οποία την εκμεταλλευόταν χωρίς κανένα εμπόδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Ibrahim Yousouf Taskent, ο πατέρας των σημερινών μετόχων που ελέγχουν την εναγόμενη, όταν ανακηρύχθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία διέμενε ήδη μόνιμα στην Αγγλία και είχε Βρετανική υπηκοότητα τόσο ο ίδιος όσο και τα παιδιά του που απέκτησε μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 και οι οποίοι είναι οι βασικοί μέτοχοι σήμερα και ελέγχουν την εναγόμενη. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε μαρτυρία ή παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ότι όλοι οι πιο πάνω είχαν καθ΄οιονδήποτε χρόνο αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα ή κατοίκησαν μόνιμα στη Κύπρο είτε στις ελεγχόμενες υπό του κράτους περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε στις κατεχόμενες περιοχές της από τα κατοχικά Τουρκικά στρατεύματα. Η αναμφισβήτητη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα φανερώνει ότι οι πιο πάνω ήταν πάντοτε Βρετανοί υπήκοοι και πολίτες. Πέραν των πιο πάνω ο πατέρας Taskent δεν είχε ποτέ το δικαίωμα να αποκτήσει την κυπριακή υπηκοότητα εφόσον σύμφωνα με το δεύτερο τμήμα του Παραρτήματος Δ΄ της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, τα πρόσωπα που έγιναν πολίτες της Δημοκρατίας ή εκείνα που δικαιούνταν να γίνουν πολίτες της Δημοκρατίας κατά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου και των αποικιών, οι οποίοι, κατά τον χρόνο υπογραφής της συνθήκης εκείνης (16.02.1960), είχαν, μεταξύ άλλων, τη συνήθη διαμονή τους στη Κύπρο κατά την περίοδο των τελευταίων 5 ετών πριν την ημερομηνία της συνθήκης. Ο πατέρας Taskent σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, είχε μεταναστεύσει στην Αγγλία μετά την απόλυση του από την βρετανική αεροπορία το 1943 και έκτοτε ήταν μόνιμος κάτοικος της Αγγλίας, όπου και απέκτησε τη βρετανική υπηκοότητα, μέχρι και του θανάτου του έστω και εάν αυτός επήλθε στην Τουρκία όπου είχε πάει μόλις δύο μήνες πριν από το θάνατο του, άρρωστος πια, για να βρίσκεται μαζί με τα μέλη της οικογένειας του. Επομένως δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στη Κύπρο κατά τα τελευταία 5 χρόνια πριν τις 16.02.
  2. Έχοντας επομένως υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι ούτε ο πατέρας Taskent αλλά ούτε και τα παιδιά του μπορούν να θεωρηθούν ως τουρκοκύπριοι με την έννοια του νόμου, επειδή ποτέ δεν είχαν την κυπριακή υπηκοότητα αλλά ούτε και δικαιούνταν να έχουν ή να αποκτήσουν την κυπριακή υπηκοότητα, εφόσον ο πατέρας μετανάστευσε στην Αγγλία όταν ακόμα δεν υπήρχε η Κυπριακή Δημοκρατία και αυτός δεν ήταν κάτοικος Κύπρου κατά τα τελευταία 5 χρόνια πριν την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόσον μάλλον τα παιδιά του τα οποία γεννήθηκαν στην Αγγλία μετά την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και ποτέ δεν υπήρξαν κάτοικοι της Κύπρου ούτε και απέκτησαν ποτέ την κυπριακή υπηκοότητα. Καταλήγω ότι εφόσον ούτε ο πατέρας Taskent αλλά ούτε και τα παιδιά του, που υπήρξαν από κάποιο χρονικό διάστημα και εν ζωή του πατέρα τους μέτοχοι της εναγόμενης και είναι οι σημερινοί κύριοι μέτοχοι της εναγόμενης μπορούν να θεωρηθούν ως τουρκοκύπριοι κατά την έννοια του Άρθρου 2
(2)του Συντάγματος και του Άρθρου 2 του Ν. 139/1991, ούτε και η περιουσία τους εμπίπτει στην έννοια των τουρκοκυπριακών περιουσιών και επομένως δεν χρειάζεται η συγκατάθεση του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να διαχειρίζονται την συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία τους την οποία κατείχε η οικογένεια τους πριν από το 1974 και την κατέχουν αδιάλειπτα και εκμεταλλεύονται μέχρι και σήμερα ενοικιάζοντας την στον ενάγοντα τουλάχιστον από το
  1. Το γεγονός ότι η πλευρά του ενάγοντος υποστηρίζει ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία εμπίπτει στην έννοια της ¨Τουρκοκυπριακής περιουσίας¨, κατά την άποψη μου δεν προσδίδει στη διαφορά που καλείται το παρών δικαστήριο να επιλύσει χαρακτήρα δημοσίου δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια τα οποία δεν αφήνουν οποιανδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για μια ιδιωτική διαφορά εφόσον ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ουδέποτε μετά το 1974 έθεσε αυτή την περιουσία κάτω από την προστασία του και επομένως η επίλυση της δεν εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. Εξάλλου όπως προνοεί το προοίμιο του Ν. 139/1991 ο σκοπός του νόμου ήταν η προστασία περιουσιών κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι εξαναγκάσθηκαν να μετακινηθούν μαζικά στις κατεχόμενες από τα Τουρκικά στρατεύματα περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε τέτοια εγκατάλειψη της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας δεν έχει καταδειχθεί. Επομένως και όσα υποστηρίζονται από πλευράς του ενάγοντος περί του παράνομου ή της αντίθεσης του με το νόμο και περί έλλειψης εξουσίας για την συμβιβαστική επίλυση της αγωγής 2158/2003 της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση με την παρούσα δεν έχουν οποιοδήποτε έρεισμα. Η επιστολή του Έπαρχου Λάρνακας προς τον ενάγοντα ημερομηνίας 23.11.1994 (Τεκμήριο 1) κατά την άποψη μου δεν ενέχει ούτε και παρήγαγε οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα καθώς αυτή δεν απευθυνόταν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, που εν προκειμένω ήταν η εναγόμενη, της οποίας θίγονταν τα έννομα συμφέροντα, αλλά και την οποία είχε παραγνωρίσει παντελώς και ο ενάγοντας εφόσον δεν μερίμνησε να τερματίσει το συμβόλαιο που είχε υπογράψει με την εναγόμενη μόλις ένα μήνα προηγουμένως και το οποίο θα τον δέσμευε για τα επόμενα 8 χρόνια. Επομένως οποιεσδήποτε αιτιάσεις προβάλλονται περί πιθανού εξαναγκασμού του στην πληρωμή δύο φορές των ενοικίων που οφείλονται και που όπως είναι παραδεκτό δεν καταβάλλει από την 01.04.2007 (Τεκμήριο 16), δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι εκ των υστέρων σκέψεις με αδιευκρίνιστα πάντοτε κίνητρα και προθέσεις και σίγουρα όλα αυτά διασκεδάζονται και από το περιεχόμενο της επιστολής του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με ημερομηνία 11.04.2006 (Τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας δεν προσβλήθηκε και ασφαλώς λήφθηκε υπόψη όταν οι διάδικοι στην Αγωγή 2158/2003 αποφάσισαν να την συμβιβάσουν με αποδοχή εκ μέρους του σημερινού ενάγοντος απόφασης για καθυστερημένα ενοίκια και διατάγματος εξώσεως με καταληκτική ημερομηνία λήξεως της αναστολής εκτέλεσης του. Πριν ολοκληρώσω, θα ήθελα να κάμω ένα σχόλιο σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην έκθεση υπερασπίσεως της Αγωγής 610/2006 η οποία έγινε δεκτή ως τεκμήριο 6, μετά από σχετική ένσταση που υποβλήθηκε εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης. Το απόσπασμα της παραγράφου 1 που όπως υποστήριξε ο ενάγοντας στη δήλωση του στάθηκε και η αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής κρίνω ότι δεν θα έπρεπε να είχε απομονωθεί αλλά να διαβάζεται με τα υπόλοιπα διαλαμβανόμενα στην ίδια παράγραφο διότι υπάρχει φανερή παρανόηση του νοήματος της. Από προσεκτική ανάγνωση του περιεχομένου της παρ. 1 του πιο πάνω τεκμηρίου 6, διαπιστώνεται εύκολα ότι αυτό δεν συγκρούεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με όσα υποστηρίζει η εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου όπου η υπογράμμιση είναι δική μου: ¨Παρ. 1 - ¨Οι εναγόμενοι αγνοούν και αρνούνται την παράγραφο 1 της εκθέσεως απαιτήσεως. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με βάση τα όσα ισχυρίζεται ο ίδιος ο ενάγων, ο ενάγων δεν δικαιούται να εγγράψει επ΄ ονόματι του οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία διότι όλα τα δικαιώματα του επ΄ οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα σύμφωνα με τον Νόμο 139/1991¨. Αδυνατώ να αντιληφθώ ποια είναι εκείνη η παραδοχή η οποία γίνεται από την εναγόμενη σε αυτή την συγκεκριμένη παράγραφο της υπεράσπισης της ή και σε οποιαδήποτε άλλη, η οποία να έρχεται σε αντίθεση με θέση την οποία προβάλλει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και που όπως της προσήψε ο κ. Χαβιαράς, προβάλλει διαφορετικούς ισχυρισμούς κατά πως της συμφέρει. Ο ισχυρισμός της παρ. 10 της δήλωσης του ενάγοντος, κατά την άποψη μου, δεν συνάδει καθόλου με μια τέτοια αντίκριση του προβαλλόμενου ισχυρισμού στην παρ. 1 της έκθεσης υπερασπίσεως της αγωγής 610/
  2. Προσεκτική μελέτη της παραγράφου αυτής καταδεικνύει ότι είναι ο εκεί ενάγων που προβάλλει ότι όλα τα δικαιώματα του επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας του έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα σύμφωνα με τον Ν. 139/1991 και όχι το αντίθετο, ότι δηλαδή είναι η περιουσία της εναγόμενη που έχει υπαχθεί σε τέτοια προστασία. Τα πιο πάνω βέβαια η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση στη δική της υπεράσπιση (παρ. 4) τα είχε αρνηθεί, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4 της έκθεσης απαιτήσεως του ενάγοντος όπου και προβάλλονταν. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη και εφόσον δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα, δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ περαιτέρω με την αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας η οποία εισήχθη μετά από απόρριψη ένστασης από πλευράς της εναγόμενης, η οποία εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν έγινε αποδεκτή η εισαγωγή της θα μπορούσε να μη λαμβανόταν υπόψη, όπως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης κατά την τελική του αγόρευση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.