INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS AG ν. THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 1498/2006, 5.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1498/2006 Μεταξύ: INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS A.G. Εναγόντων - και -
- THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD
- Κυριακής Θόμπσον, άλλως Κυριακής Thompson Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 03.03.08 INTERNATIONAL MEDIA PARTNERS A.G. Εναγόντων - και -
- THOMPSON INTEGRATED COMMUNICATIONS LTD
- ΜΙΧΑΛΗ ΔΕΙΛΙΝΟΥ ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Κυριακής Θόμπσον Εναγομένων ______________ Ημερομηνία: 5.6.2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Η κα Εύρω Ελευθερίου για ν΄ ακούσει απόφαση για κ. Παπαθεοδώρου. Για τους Εναγόμενους- Καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Μιχάλης Παπαθανασίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι ζητούν με την παρούσα αίτηση γενική αποκάλυψη αλλά, προφανώς διαζευκτικά, και αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που αναφέρονται ή σχετίζονται με τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης. Είναι η θέση τους ότι τα έγγραφα αυτά είναι "σχετικά με τα επίδικα θέματα, χρήσιμα και αναγκαία για την εκδίκαση της υπόθεσης". Οι ενάγοντες έχουν ένσταση παραθέτοντας τους ακόλουθους λόγους: "
- Με την υπό αναφορά Αίτηση επιδιώκεται η εξαγωγή και εκμαίευση μαρτυρίας από τους Εναγομένους - Αιτητές της οποίας μαρτυρίας την προσκόμιση και παρουσίαση δικονομικά υπόχρεοι είναι οι Εναγόμενοι.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές χρησιμοποιούν τις διαδικασίες του Δικαστηρίου καταχρηστικά. Με την υπό αναφορά Αίτηση σκοπεύουν στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης και τον εκτροχιασμό της από την κανονική της πορεία.
- Η υπό αναφορά Αίτηση είναι κακόπιστη, επιπόλαιη και καταχρηστική και γίνεται σε αργό, καθυστερημένο και ακατάλληλο στάδιο της υπόθεσης και μάλιστα μετά την υπό των Αιτητών καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους.
- Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη.
- Οι Εναγόμενοι - Αιτητές εμποδίζονται δια της συμπεριφοράς τους ή δια συμβάσεων όπως προβάλουν ή και υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι εκτίθενται στην Αίτηση.
- Η υπόθεση αυτή λαμβανομένων υπ' όψη όλων των γεγονότων τα οποία την αποτελούν δεν είναι κατάλληλη για την απόδοση της αξιούμενης θεραπείας.
- Με την υπό αναφορά Αίτηση αξιείται θεραπεία η οποία είναι γενική και αόριστη και δεν καθορίζεται ποίων εγγράφων αξιείται η αποκάλυψη ή παρουσίαση.
- Η έκδοση του αξιούμενου διατάγματος δεν θα είναι δίκαιη για τους Ενάγοντες -καθ' ων η Αίτηση λόγω του ότι θα τους επιβάλει ή και εξαναγκάσει σε αόριστες πράξεις ή ενέργειες αδύνατες πέραν των δυνατοτήτων τους και ακαθόριστες και θα προκαλέσει ορατή δυνατότητα αντιμετώπισης τιμωρητικών μέτρων εναντίον τους ή δικονομικών εμποδίων συνεπεία αντικειμενικής αδυναμίας συμμόρφωσης με το τυχόν εκδοθεισόμενο διάταγμα.
- Η καταχώρηση της υπό αναφορά Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της διαδικασίας και την επιβάρυνση της με επιπλέον και αχρείαστα έξοδα.
- Με την Αίτηση σκοπεύεται η δικονομική ανατροπή του βάρους απόδειξης της υπόθεσης." Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε στην τελική αγόρευση του ότι η ένσταση είναι παράτυπη διότι για τα γεγονότα απλώς παραπέμπει γενικά στο "φάκελο της δικογραφίας", χωρίς να τα παραθέτει στο σώμα της ένστασης. Η παρατυπία αυτή, συνεχίζει η εισήγηση, δεν έχει θεραπευθεί με κατάλληλο διαδικαστικό διάβημα από τους εναγόμενους, ούτε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει θεραπευθεί. Όμως, στην ενδιάμεση αυτή αντιδικία δεν έχουν υπεισέλθει γεγονότα. Στην πραγματικότητα θα κριθεί επί των δικογράφων. Άρα και αν είναι ορθή η εισήγηση ότι τα γεγονότα που φαίνονται στο φάκελο θα πρέπει να παρατίθενται στο σώμα της ένστασης, δεν είναι αυτή η περίπτωση. Περαιτέρω, και αν επρόκειτο για παράλειψη δεν θα επρόκειτο υπό τις παραπάνω περιστάσεις για θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Άρα θα ήταν θεραπεύσιμη παρατυπία, όπως το δέχονται άλλωστε οι αιτητές. Για τους τρόπους θεραπείας μιας παρατυπίας σχετική είναι η Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 όπου εξηγείται ότι η ρητή ή η εξυπακουόμενη παραίτησης της άλλης πλευράς από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας και ειδικά η συζήτηση της ουσίας μπορεί να εκληφθούν ως παραίτηση ανάλογα με τη φύση της παρατυπίας και το κατά πόσο ο διάδικος που επικαλείται την παρατυπία υφίσταται εξ αυτής δυσμενή επηρεασμό. Εν προκειμένω, οι αιτητές έλαβαν μέρος στη διαδικασία και προχώρησαν επί της ουσίας χωρίς να επικαλούνται ή να διαπιστώνεται δυσμενής επηρεασμός. Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις αν υπήρχε παρατυπία θα είχε διορθωθεί και θα αρκούσε ένα τυπικό διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Οι εναγόμενοι με τη σειρά τους εισηγούνται ότι η αίτηση είναι άκυρη διότι γίνεται συλλήβδην αναφορά στη Δ.28, κ. 1 - 15 και, κατά τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους, "παράλειψη αναφοράς στο ακριβές - συγκεκριμένο άρθρο των θεσμών στο οποίο βασίζεται η αίτηση συνεπάγεται την ακυρότητα του μέτρου - ενδιάμεσης αίτησης". Η εισήγηση αυτή εγέρθηκε χωρίς έρεισμα. Όχι μόνο προχώρησαν με ένσταση επί της ουσίας χωρίς άλλο δικονομικό διάβημα, αλλά στην ένσταση τους δεν έχουν εγείρει το συγκεκριμένο θέμα. Εν πάση περιπτώσει, ασφαλώς δεν πρόκειται για ακυρότητα όπως εισηγούνται, αλλά ούτε και για παρατυπία. Η αναφορά στη Δ.28 επαρκεί για να προσδιοριστούν σε μια αίτηση για αποκάλυψη τα πλαίσια της αίτησης "για να μπορεί το δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση" κάτι που, όπως εξηγήθηκε στην Χριστοφόρου v. Οικονομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, αποτελεί το σκοπό της Δ.48, κ. 2 που επιβάλλει υποχρέωση για αναφορά στην αίτηση των συγκεκριμένων διαδικαστικών κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται. Επί της ουσίας: Οι δέκα λόγοι ένστασης τέθηκαν γενικόλογα. Θα αναμενόταν συγκεκριμένη υποστήριξη με την αγόρευση. Στην αγόρευση όμως αναφέρεται απλώς ότι "οι καθ΄ ων η αίτηση υιοθετούν και επαναλαμβάνουν όλους τους λόγους ένστασης τους με κατάληξη ότι ο Αιτητής χρησιμοποιεί τις δικαστικές διαδικασίες καταχρηστικά και άσκοπα". Ο μόνος λόγος που στην αγόρευση αναφέρεται συγκεκριμένα είναι ότι "η διαταγή 28 θ. 1 ... προνοεί με επιτακτικό τρόπο ότι είναι ανάγκη συγκεκριμενοποιήσεως των εγγράφων των οποίων αιτείται η αποκάλυψη". Η ανάγκη συγκεκριμενοποίησης δεν προνοείται επιτακτικά από τη Δ.28, κ. 1 αλλά προκύπτει από την KIPAGROTIKI LTD V. ΣΑΒΒΑ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1610 στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση. Εν προκειμένω, το δεύτερο σκέλος της αίτησης αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα ή σε συγκεκριμένες κατηγορίες εγγράφων όπως προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης. Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί σε ότι αφορά το δεύτερο σκέλος της αίτησης. Κατά τ΄ άλλα, η απλή υιοθέτηση των γενικόλογων λόγων ένστασης θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν συνιστά έγκυρη προώθηση. Παρά ταύτα θα εξετάσω τη βασική θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι επιδιώκεται η εκμαίευση μαρτυρίας και ότι η αποκάλυψη δεν θα είναι δίκαιη για τους ενάγοντες, αλλά αντίθετα θα είναι καταπιεστική. Η Δ.28, κ. 1 προβλέπει ως ακολούθως: "Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit; provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit." Όπως εξηγείται στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, 1629: "Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας (Βλ. Compagnie Financiere ν. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.Β.D. 55, Board ν. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431) Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.)." Περαιτέρω, στην Τηλλυρής ή Δημητριάδης v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ., 2271, 2274, ελέχθησαν τα ακόλουθα: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G. A. P. Navigation Ltd ν. Merzario Marrittima SRL.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O´Rourke ν. Darbishire [1920] Α.C. 581, Η.Ε., 630, Compagnie Financiere." Τέλος, στην Thorpe v. Chief Constable of the Greater Manchester Police [1989] 2 All ER 827 (EA) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η αποκάλυψη υλικού με μόνο σκοπό να χρησιμοποιηθεί για ν΄ αντεξεταστούν μάρτυρες σε σχέση με την αξιοπιστία τους. Θα ήταν καταπιεστικό να υποχρεωθεί ένας διάδικος να αποκαλύψει έγγραφο που θα μπορούσε να δώσει υλικό για αντεξέταση των μαρτύρων του με τον παραπάνω σκοπό. Εν προκειμένω, οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι ο ΚΟΤ ανέθεσε στους εναγόμενους 1 τη διαφήμιση του κυπριακού τουρισμού σε ευρωπαϊκές χώρες για τα έτη 2003 και
- Ακολούθως με γραπτή συμφωνία ημερ. 26.9.2003 οι εναγόμενοι συμφώνησαν να συνεργαστούν με τους ενάγοντες και με μια άλλη διαφημιστική επιχείρηση για τη διεκπεραίωση της εργασίας που ανέλαβαν από τον ΚΟΤ. Η συμφωνία, κατά την έκθεση απαίτησης, προέβλεπε "ότι η αμοιβή των τριών μερών θα αποτελείτο από τα καθαρά έσοδα που θα προέκυπταν από την προμήθεια την οποία θα τους πρόσφεραν οι ΕΚΔΟΤΕΣ" (δηλαδή διάφορα μέσα όπως εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί), εφόσον "η αμοιβή των εναγόντων προέρχεται - καταβάλλεται από διάφορες προμήθειες υπό τον τύπο έκπτωσης στις τιμές του τιμολογίου τους τις οποίες παραχωρούν οι ΕΚΔΟΤΕΣ τους οποίους αυτοί χρησιμοποιούν" και τους οποίους πληρώνουν οι ίδιοι, εισπράττοντας ακολούθως τα ποσά από τους πελάτες τους που είναι οι διαφημιζόμενοι. Εν προκειμένω δηλαδή, οι εναγόμενοι. Οι ενάγοντες επικαλούνται και άλλες δύο σχετικές συμφωνίες ημερ. 12.6.2004 και 14.7.2004 οι οποίες δεν υπεγράφησαν από τους εναγόμενους, αλλά αυτοί "συμφώνησαν πλήρως". Στη συνέχεια αναφέρουν ότι προέβησαν στην πληρωμή διαφόρων ποσών προς τους διάφορους εκδότες και ότι προέβησαν σε διάφορες άλλες αναγκαίες δαπάνες χρεώνοντας κάθε φορά τους εναγόμενους σε σχετικό λογαριασμό που διατηρούσαν αλλά και πιστώνοντας τους αναλόγως. Η συνεργασία τους σταμάτησε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2004 επειδή οι εναγόμενοι δεν πλήρωναν ή δεν πλήρωναν εμπρόθεσμα. Κατά το χρόνο εκείνο ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός για €214.842 ποσό που ζητούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Ζητούν περιπλέον €229.234,05 ως ειδικές αποζημιώσεις για τις οποίες δίδουν λεπτομέρειες των οποίων όμως τα ποσά συμποσούνται σε €127.484,
- Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι, έστω και διαζευκτικά μετά από γενικές αρνήσεις, δέχονται ότι είχαν σχετική συνεργασία με τους ενάγοντες, αλλά αρνούνται τις απαιτήσεις τους και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες είναι που διέρρηξαν τη συμφωνία, ότι δεν τους ενημέρωναν, ότι δεν τους απέστελλαν τα τιμολόγια των εκδοτών, ότι προέβαιναν σε υπερχρεώσεις και σε χρεώσεις ποσών που οι εναγόμενοι είχαν ήδη πληρώσει απευθείας σε εκδότες και ότι κατακρατούσαν και οικειοποιούνταν προμήθειες και YEB (Υear Εnd Βonus) που είχαν δικαίωμα να λάβουν οι εναγόμενοι
- Οι εναγόμενοι τώρα ζητούν αποκάλυψη των δύο κατ΄ ισχυρισμόν περαιτέρω συμφωνιών ημερ. 12.6.2004 και 14.7.2004, των τιμολογίων που εκδόθηκαν από τους εκδότες, των εγγράφων σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν άλλες δαπάνες, της κατάστασης λογαριασμού και των εγγράφων σε σχέση με τις ειδικές ζημίες. Όπως οι ενάγοντες έθεσαν τα πράγματα, εκείνοι είναι που ανέθεταν στους εκδότες την εργασία, προς εκείνους οι εκδότες εξέδιδαν τα τιμολόγια και άρα εκείνοι κατέχουν το υλικό για τις αμοιβές, τις προμήθειες και τις άλλες δαπάνες. Εκείνοι επίσης κατέχουν τα στοιχεία που επικαλούνται στα πλαίσια της απαίτησης τους για ειδικές ζημίες. Υπό αυτές τις περιστάσεις είναι δίκαιο να αποκαλυφθούν τα παραπάνω έγγραφα ώστε οι εναγόμενοι να προετοιμαστούν για την ακρόαση. Δεν πρόκειται για εκμαίευση ή "ψάρεμα" μαρτυρίας, αλλά για πληροφορίες σχετικές με τη διαφορά, η αποκάλυψη των οποίων κρίνεται αναγκαία για τη δίκαιη επίλυσή της και προς εξοικονόμηση εξόδων. Οι εναγόμενοι όμως ζητούν και αποκάλυψη της αλληλογραφίας μεταξύ των μερών. Το αίτημα αυτό είναι σε άλλα πλαίσια και δεν καλύπτεται από το παραπάνω σκεπτικό. Οι εναγόμενοι γνωρίζουν τη μεταξύ των μερών αλληλογραφία και δεν έχουν ανάγκη πληροφόρησης. Υπό το φως των ανωτέρω, δίδεται διάταγμα για αποκάλυψη ως η παράγραφος Β (α), (β), (γ), (δ) και (ε) της αίτησης και περαιτέρω διάταγμα δια του οποίου ο χρόνος εντός του οποίου οι ενάγοντες θα καταχωρήσουν την ένορκη δήλωσή τους για αποκάλυψη καθορίζεται σε 45 ημέρες από της επίδοσης του εν λόγω διατάγματος προς τους δικηγόρους τους. Έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα έξοδα να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ...................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο