← Κύπρος

Hudaverdi Mustafa Hudaverdi κ.α. ν. Τorgut Yashiar κ.α., Αρ. Αγ. 625/04, 15.6.2009

Hudaverdi Mustafa Hudaverdi κ.α. ν. Τorgut Yashiar κ.α., Αρ. Αγ. 625/04, 15.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 625/04 Μεταξύ:

  1. Hudaverdi Mustafa Hudaverdi
  2. Sevilay Altan alias Sevilay Hilmi Εναγόντων -και-
  3. Τorgut Yashiar
  4. Molivo Ltd
  5. Πέτρου Πέτρου κ.ά.[1] Εναγομένων __________________ Ημερομηνία: 15.6.2009 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Παπαπέτρου. Για τους Εναγόμενους 2 και 3: Ο κ. Γιαννάκης Ερωτοκρίτου. Εναγόμενος 1: απών. Εναγόμενος 3: παρών, προσωπικά και ως διευθυντής της εναγόμενης
  6. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες (που παρακάτω θα αναφέρονται ως ο Hudaverdi και η Sevilay, αντίστοιχα), ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες δύο κτημάτων στη γενέθλια γη τους (Σοφτάδες - Κιβισίλι), υπέγραψαν και έδωσαν γενικά και ειδικά πληρεξούσια στον εναγόμενο 1 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως ο Torgut) τα οποία περιελάμβαναν γενική εξουσία πώλησης της περιουσίας τους (τεκμήρια 1 και 7) και ειδικότερα εξουσία πώλησης των εν λόγω τεμαχίων (τεκμήρια 4, 5, 9 Α και 9 Β). Ο Torgut ενεργώντας επί τη βάσει των εν λόγω πληρεξουσίων πώλησε στις 13.11.2002 με γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 3) τα εν λόγω τεμάχια στην εναγόμενη 2, διευθυντής της οποίας είναι ο εναγόμενος 3 αντί ποσού Λ.Κ.1.150.
  7. Εισέπραξε ως προκαταβολή ποσό Λ.Κ.70.000 το οποίο κράτησε "ως προμήθεια του και για έξοδα δικηγόρου και κτηματομεσίτη", όπως ισχυρίστηκε ως μάρτυρας. Οι ενάγοντες είναι τουρκοκύπριοι. Κατά τα συμφωνηθέντα το υπόλοιπο θα ήταν πληρωτέο 90 ημέρες "μετά την εξασφάλιση της έγκρισης του Υπουργείου Εσωτερικών για τη μεταβίβαση από Τουρκοκύπριο σε Ελληνοκύπριο" και η μεταβίβαση θα γινόταν αμέσως μόλις εξασφαλιζόταν "η έγκριση του Υπουργείου Εσωτερικών και / ή οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής για μεταβίβαση από Τουρκοκύπριο σε Ελληνοκύπριο". Προκύπτει σαφώς ότι τα μέρη είχαν εξαρχής κατά νου ότι τα κτήματα ήταν "Τουρκοκυπριακή περιουσία" που είχε περιέλθει υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές διατάξεις) Νόμου του 1991, Νόμος 139/1991 που παρακάτω θα αναφέρεται ως ο Νόμος. Αυτό αποτέλεσε κοινό τόπο και κατά τη διαδικασία. Η αναφερομένη στη συμφωνία έγκριση τελικά δεν εξασφαλίστηκε. Ο κ. Γιώργος Θεοδώρου, διευθυντής της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσίων στο Υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε ως μάρτυρας, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η σχετική αίτηση της εναγόμενης εταιρείας απερρίφθη. Έτσι η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε. Τώρα οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Torgut απέσπασε τα πληρεξούσια με δόλο και ότι η συμφωνία καταρτίσθηκε δυνάμει δόλου ή και συνομωσίας μεταξύ των εναγομένων και ζητούν αναγνωριστικές δηλώσεις περί τούτου και διατάγματα ακύρωσης τόσο των πληρεξουσίων, όσο και της συμφωνίας. Παράλληλα επικαλούνται παρανομία και ειδικότερα παράβαση του Νόμου λέγοντας ότι και εξ αυτού του λόγου τα πληρεξούσια και η συμφωνία είναι άκυρα. Οι εναγόμενοι ζητούν ανταπαιτητικώς δήλωση ότι τα πληρεξούσια είναι έγκυρα και αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας. Οι ισχυρισμοί περί δόλου στην έκθεση απαίτησης έχουν τεθεί υπό την έννοια ότι οι ενάγοντες κατά ή περί τον Οκτώβριο 2002, ναι μεν υπέγραψαν στα αγγλικά πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία διόριζαν τον Torgut με δικαίωμα όπως, μεταξύ άλλων, πωλεί την περιουσία τους, ήταν όμως ρητή η συμφωνία τους και ρητές οι οδηγίες τους προς τον Torgut ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τα πληρεξούσια παρά μόνο κατόπιν συγκεκριμένων οδηγιών τους και ότι δεν θα πωλούσε περιουσία παρά μόνο αφού προηγουμένως εξασφάλιζε τη συγκατάθεση τους. Όμως η πρόθεση του Torgut, κατά τις "λεπτομέρειες δόλου", ήταν εξ αρχής να χρησιμοποιήσει τα πληρεξούσια χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων. Οι "λεπτομέρειες δόλου" έχουν ως ακολούθως: "Λεπτομέρειες δόλου ή και ψευδών παραστάσεων του 1ου εναγομένου: (α) Ανέφερε στον 1ον ενάγοντα[2] ότι με το πληρεξούσιο αυτό δεν θα προέβαινε σ' οποιαδήποτε πράξη παρά μόνο αφού προηγουμένως ο 1°ς ενάγων του παρείχε τη συγκατάθεση του. (β) Ενώ δεν είχε τέτοια πρόθεση υποσχέθηκε στον ενάγοντα ή και συμφώνησε μαζί του ότι το εν λόγω πληρεξούσιο θα έπρεπε να υπογραφεί ώστε να μπορεί να υπογράψει πωλητήριο με την πρώτη καλή ευκαιρία, ώστε, ευθύς ως εκείνος δώσει την συγκατάθεση του, να μή χρειασθεί εκείνη την ώρα πληρεξούσιο. (γ) Ενώ πρόθεση του ήταν να το χρησιμοποιήσει χωρίς τη συγκατάθεση του 1ου ενάγοντος ή και όπως ο ίδιος προέβη στις πιο πάνω δόλιες ή και ψευδείς παραστάσεις για να ξεγελάσει τον ενάγοντα. (δ) Ενώ ο εναγόμενος 1 γνώριζε ότι ο ενάγοντας 1 δεν ήταν γνώστης της αγγλικής γλώσσας, εντούτοις δόλια τον παρότρυνε ή και δόλια δεν του μετάφρασε το ακριβές περιεχόμενο του πληρεξουσίου , με αποτέλεσμα να αποσπάσει τη συγκατάθεση του με ψευδείς παραστάσεις. (ε) Ο Εναγόμενος 1 με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από τον ενάγοντα 1 πληρεξούσιο για πράξεις και αρμοδιότητες των οποίων σύμφωνα με τη περί τουρκοκυπριακών περιουσιών νομοθεσία μόνο ο κηδεμόνας κατέχει και ως εκ τούτου το πληρεξούσιο είναι άκυρο ή και παράνομο ή και σε αντίθεση με τη σχετική νομοθεσία. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο." Η "λεπτομέρεια δόλου" υπό (δ) δεν εναρμονίζεται με τη βασική, ως άνω, θέση ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν γενικές εξουσίες, περιλαμβανομένης εξουσίας για πώληση, με παράλληλες οδηγίες για τον τρόπο άσκησης τους. Ούτε η μαρτυρία των εναγόντων συνάδει με τη βασική αυτή θέση. Αμφότεροι ανέφεραν ότι δεν γνώριζαν, για τους λόγους που ισχυρίστηκαν, το περιεχόμενο των πληρεξουσίων, ότι μόνο σκοπό είχαν να εξουσιοδοτήσουν τον Torgut να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και να εξασφαλίσει τίτλους, όπως τους έλεγε ο Torgut και όχι να πωλήσει περιουσία. Η διάσταση αυτή τέθηκε κατά την ακρόαση στον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων ο οποίος δήλωσε πως η θέση τους είναι "ότι υπεγράφη ένα πληρεξούσιο γενικό και ότι υπήρξε ρητή συμφωνία ότι αυτό το πληρεξούσιο θα χρησιμοποιηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο κάτω από τις συγκεκριμένες οδηγίες που θα έδινε η ενάγουσα". Έτσι, δεν ζητήθηκε τροποποίηση. Το ζήτημα τέθηκε και κατά τις τελικές αγορεύσεις. Η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγόντων ήταν ότι η εν λόγω δικογραφική θέση απλώς διευκρινίζει για τί δόθηκε το πληρεξούσιο και πώς θα έπρεπε ο Torgut να το χρησιμοποιήσει και δεν υπάρχει αντίφαση. Με το δέοντα όμως σεβασμό, η δικογραφική θέση αναμφίβολα έχει την έννοια ότι οι ενάγοντες γνώριζαν το περιεχόμενο των πληρεξουσίων, άλλως δεν θα είχε νόημα η αναφορά στην περαιτέρω συμφωνία και τις περαιτέρω οδηγίες. Η υπόθεση έξω από τα πλαίσια των δικογράφων δεν μπορεί να εξεταστεί. (Ηρακλέους v. Χήρα

(1996)1 Α.Α.Δ. 1374). Εφόσον μάλιστα το πρόβλημα εντοπίστηκε χωρίς προσπάθεια διόρθωσης. Εν πάση περιπτώσει, θα εξετάσω τη σχετική μαρτυρία σε αδρές, σε σχέση με την εκτεταμένη μαρτυρία που ακούστηκε, γραμμές εφόσον περαιτέρω συζήτηση δεν είναι αναγκαία. Πρώτα όμως ας λεχθεί ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε πως καίρια σημασία έχει ότι μέσα από την υπεράσπιση υπάρχει παραδοχή του δόλου. Παραδοχή που προκύπτει, όπως είπε, από το γεγονός ότι στην υπεράσπιση περιέχεται άρνηση των "λεπτομερειών δόλου" υπό στοιχεία (α), (β), (γ) όχι όμως των υπό στοιχεία (δ) και (ε). Όμως η άρνηση της εκδοχής, εν γένει, των εναγόντων είναι σαφής. Η μη συγκεκριμένη αναφορά στις επί μέρους παραγράφους δεν μπορεί να εκληφθεί υπό τις περιστάσεις ως παραδοχή. Επανέρχομαι στη μαρτυρία. Ο λόγος, είπε η Sevilay, που αποτάθηκαν στον Torgut ήταν, αυτός που διαβιούσε στις ελεύθερες περιοχές, να διενεργήσει έρευνα για την περιουσία τους και να εξασφαλίσει τίτλο. Δεν μίλησαν για πώληση ούτε μεταξύ τους, δηλαδή με τον Hudaverdi, ούτε με τον Torgut. Η πρόσβαση των τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές εμποδιζόταν τότε απόλυτα από το κατοχικό καθεστώς. Έτσι κρυφά και άρον - άρον πέρασαν από την Πύλα, ήλθαν στη Λάρνακα και υπέγραψαν βιαστικά χωρίς να γνωρίζουν το περιεχόμενο και παραμένοντας λίγα μόνο λεπτά, όσο χρειαζόταν για να υπογράψουν, επέστρεψαν στα κατεχόμενα. Δεν αντιλαμβάνεται την αγγλική, ούτε και ο σύζυγός της, πρώην διευθυντής δημοτικού σχολείου, που τη συνόδευε. Ούτε να πωλήσουν ήθελαν ούτε και μπορούσαν ενόψει της σχετικής νομοθεσίας. Σκοπός τους ήταν η έρευνα και οι τίτλοι. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του Hudaverdi. Όμως κατά την αντεξέταση του φάνηκε ότι το καλοκαίρι του 2002 επισκέφθηκε με τον Torgut το Κιβισίλι και, όπως είπε, πέρασαν δίπλα και από το επίδικο κτήμα αλλά χωρίς να γίνει λόγος, ισχυρίστηκε, για πώληση που άλλωστε απαγορευόταν. Ενώ δε η αγωγή αναφέρεται σε πληρεξούσια που υπογράφτηκαν τον Οκτώβριο 2002, στην αντεξέταση του ο Hudaverdi βρέθηκε αντιμέτωπος με πληρεξούσιά του ημερ. 13.7.2002 (Τεκμήρια 9 Α και 9 Β) στα οποία περιλαμβάνεται ειδική εξουσιοδότηση προς τον Torgut για πώληση των επιδίκων τεμαχίων έναντι καθορισμένης τιμής. Ανέφερε ότι υπέγραψε και αυτά τα πληρεξούσια στη Λάρνακα. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε μιλήσει για το ζήτημα αυτό με τη Sevilay. Στη συνέχεια αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος είναι που αργότερα φρόντισε να υπογράψει πληρεξούσια και η συνιδιοκτήτρια Sevilay για να πωληθεί ολόκληρο το κτήμα και πρόσθεσε ασαφώς ότι "στο πρώτο πληρεξούσιο που έδωσα για search, για search και τίτλο ιδιοκτησίας". Ενόψει του ασαφούς αυτής της δήλωσης το δικαστήριο επέδειξε για σκοπούς διευκρίνισης στο μάρτυρα το Τεκμήριο 7 (δηλαδή το γενικό πληρεξούσιο ημερ. 30.10.2002) και τα εν λόγω Τεκμήρια 9 Α και 9 Β, για να διευκρινίσει τι εννοούσε με την αναφορά "σε πρώτο πληρεξούσιο". Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήξερε ποιο είναι το πρώτο και ποιο το δεύτερο και στη συνέχεια σε σχετική και πάλι ερώτηση απάντησε: "Α. Στο πρώτο πληρεξούσιο με έβαλαν και υπόγραψα τρία ή τέσσερα χαρτιά. Το ένα έγινε για τίτλο ιδιοκτησίας, για search και για διαχείριση, τρία χαρτιά εγώ υπόγραψα το πρώτο έγγραφο, το πρώτο έγγραφο ή το χαρτί υπόγραψα ως διαχείριση, δεν είχα τα γυαλιά μου, με τη βιασύνη υπόγραψα, οι υπογραφές είναι δικές μου αλλά το περιεχόμενο δεν το ξέρω, εγώ δεν έδωσα ως περιεχόμενο του εγγράψου εξουσία για πώληση." Στην επανεξέταση δε, για το ίδιο θέμα είπε τα εξής: "Α. Όπως είπα την πρώτη φορά εδώσαμε πληρεξούσιο για κοτσάνι, search και διαχείριση μετά μου είπαν μέσω της Sevilay όταν πήγε η Sevilay, που δεν διευκρίνισε πού πήγε η Sevilay, μετά μου είπαν ότι χρειάζετουν να αναπληρωθεί, συμπληρωθεί ακόμα κάτι και πήγαμε δεύτερη φορά." Όλα αυτά τα ασαφή δεν είναι καθόλου πειστικά. Καθόλου δεν εξηγούν τα πληρεξούσια ημερ. 23.7.
  1. Αντίθετα σαφή και συγκροτημένη εξήγηση δίδει η μαρτυρία του Torgut. Αυτός ανέφερε ότι βρέθηκαν με τον Hudaverdi στην Πύλα το καλοκαίρι του
  2. Ο Hudaverdi ενδιαφερόταν να πωληθεί η περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα του και ο Torgut του εξήγησε ότι θα έπρεπε να γίνει διαχείριση. Αλλά επειδή ανάμεσα στους τίτλους που του παρουσίασε ο Hudaverdi περιλαμβανόταν και ο επ΄ ονόματι του τίτλος της επίδικης περιουσίας, ο Torgut του πρότεινε ότι μπορούσαν να ξεκινήσουν από το κτήμα αυτό. Μετά από μια εβδομάδα συναντήθηκαν ξανά στην Πύλα και ο Torgut μετέφερε στον Hudaverdi και τη σύζυγο του τελευταίου στο Κιβισίλι και συγκεκριμένα στο κτήμα. Αργότερα συναντήθηκαν ακόμα μερικές φορές και άρχισαν να ψάχνουν πελάτες. Σ΄ αυτά τα πλαίσια είναι που ο Hudaverdi υπέγραψε τα πληρεξούσια Τεκμήρια 9 Α και 9 Β. Τότε είναι που ο Torgut ανέφερε ότι θα έπρεπε να δώσει τη συγκατάθεση της και η συνιδιοκτήτρια, πράγμα που έγινε. Η πιστοποιούσα υπάλληλος, ανέφερε ο Torgut, ρώτησε τους ενάγοντες αν γνωρίζουν, αν καταλαβαίνουν την αγγλική γλώσσα, τους έδειξε το κείμενο, τους ρώτησε αν το αντιλαμβάνονταν, απάντησαν καταφατικά και το υπέγραψαν. Αλλά η μαρτυρία των εναγόντων ελέγχεται και επί άλλων σημείων. Πώς συνάδει η αναφορά σε πιεστική, άρον - άρον υπογραφή, με την εικόνα που προέκυψε περί άλλων επισκέψεων του Hudaverdi και ειδικά με την περιήγηση στο Κιβισίλι; Γιατί δεν παρείχετο χρόνος πέραν των λίγων λεπτών για τις υπογραφές, αλλά παρείχετο για ταξίδι στο Κιβισίλι; Η λογική εξήγηση έχει να κάμει με την προσπάθεια των εναγόντων να πείσουν ότι υπέγραψαν υπό περιστάσεις που δεν είχαν χρόνο να γνωρίζουν τι υπέγραψαν και αναγκάστηκαν να στηριχθούν στο τι ο Torgut τους έλεγε. Ενώ δε ο Hudaverdi ισχυρίστηκε ότι δεν αντιλαμβανόταν την αγγλική, αντεξεταζόμενος από τον Torgut, ο οποίος παρουσιάστηκε στην ακρόαση χωρίς δικηγόρο, που ήταν συμμαθητής του, δέχθηκε ότι στο λύκειο "η αγγλική του γλώσσα ήταν καλή", όμως συμπλήρωσε ότι "όταν δεν χρησιμοποιείς μια γλώσσα μπορεί να την ξεχάσεις". Αν το πρόβλημα του όμως ήταν η γλώσσα γιατί να αναφέρει, ως άνω, σε άλλο σημείο ότι "δεν είχε τα γυαλιά του"; Βέβαια οι ενάγοντες προχώρησαν στο να παρουσιάσουν και μαρτυρία εκτιμητή για να καταδείξουν ότι η αγοραία αξία του κτήματος στις 13.11.2002 ήταν συμφώνως εμβαδού τίτλου Λ.Κ.2.001.900 και συμφώνως εμβαδού κτηματικού σχεδίου Λ.Κ.2.122.
  3. Τελικά ο εκτιμητής της άλλης πλευράς, ο οποίος ανέφερε χωρίς ουσιαστική διαφορά ότι η αξία κατ΄ εκείνο το χρόνο ήταν Λ.Κ.2.000.100, δεν αντεξετάστηκε. Δεν πρόκειται για ανεπάρκεια ανταλλάγματος τέτοια ώστε να μπορούσε να έχει καθοριστική σημασία για το ζήτημα της ελεύθερης ή μη συναίνεσης εν τη εννοία του άρθρου 25
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, συνεκτιμώντας μάλιστα αυτό τον παράγοντα με τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν. Άλλωστε έγινε σαφές ότι οι εκτιμητές δεν έλαβαν υπόψη τη δυσχέρεια που προκύπτει από την απαγόρευση μεταβίβασης και την ανάγκη συναίνεσης και μάλιστα σε βαθμό συνέργειας, του κηδεμόνα. Ως εκ των άνω, η ιστορία έγινε όπως ο Torgut την περιέγραψε και η εκδοχή περί δόλου και συνομωσίας απορρίπτεται. Άλλωστε, και αν ακόμα τα γεγονότα θα ήταν όπως οι ενάγοντες τα περιέγραψαν, θα έπρεπε να αποδείξουν ότι όταν υπέγραφαν ενήργησαν με τη δέουσα επιμέλεια (Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004). Αν αυτοί βιάζονταν ή έδειξαν τυφλή εμπιστοσύνη στον Torgut με αποτέλεσμα να υπογράψουν ένα έγγραφο χωρίς να γνωρίζουν το περιεχόμενο του, δεν αφορά τους τρίτους. Βέβαια, αν η σύμβαση είναι παράνομη ούτως ή άλλως είναι ανυπόστατη. Όμως θα έπρεπε να αποφασιστεί και το ζήτημα του δόλου, έτσι ώστε να είναι σαφής ο ρόλος και η συμμετοχή της κάθε πλευράς στο ζήτημα της παρανομίας, αν μη τι άλλο για σκοπούς εξόδων. Όπως αποφασίστηκε στην Korkut ή Eyian v. Γεωργίου, Πολ. Έφεση Αρ. 303/2006, ημερ. 11.9.2008 καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με "τουρκοκυπριακή περιουσία" εν τη εννοία του Νόμου, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. "Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών". Σύμβαση έξω από αυτό τα πλαίσια είναι παράνομη ως απαγορευμένη από το νόμο αλλά και αντίθετη με τη δημόσια πολιτική και κατά συνέπεια άκυρη. Εν προκειμένω, η σύμβαση δεν έγινε μέσω του Κηδεμόνα, έγινε χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα, αλλά και το αίτημα για εκ των υστέρων έγκριση απερρίφθη. Με τα πληρεξούσια δε, οι ενάγοντες έδωσαν εξουσία την οποία, στο βαθμό που αφορούσε δικαιοπραξίες σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία, δεν είχαν και δίδοντας την ενήργησαν κατά παράβαση του Νόμου ή προς καταστρατήγησή του. Επαναλαμβάνω ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα που συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του Νόμου επί της επίδικης περιουσίας, ούτε υπήρξε στο τέλος εισήγηση περί του αντιθέτου. Το επιχείρημα του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγομένων 2 και 3 ήταν ότι ενώ η απόφαση στην υπόθεση Korkut είναι δεσμευτική, είναι λανθασμένη διότι παραβιάζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως τούτο διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 8, όπως είπε, της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ("που παρακάτω θα αναφέρεται ως "η Σύμβαση"). Εισηγήθηκε ότι ενόψει τούτου το δικαστήριο έχει δύο επιλογές. Πρώτο να παραπέμψει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ερώτημα για την ερμηνεία του Άρθρου 8 της Σύμβασης και δεύτερο να διαφοροποιηθεί από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η δεύτερη αυτή εισήγηση αντίκειται στην αρχή περί δεσμευτικότητας των δικαστικών αποφάσεων (stare decisis) που όπως εξηγεί ο τότε Πρόεδρος των Δικαστηρίων Αμμοχώστου - Λάρνακας και μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γεώργιος Μ. Πικής, στη μελέτη του "Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο, οι Κανόνες της Επιείκειας και η Εφαρμογή τους στην Κύπρο", σελ. 50, οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους, τους εξής:- "(α) Την πίστη ότι η βεβαιότητα για το δίκαιο συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνικής αρμονίας, και (β) Στην κατοχύρωση της αρχής της ισότητας όλων των πολιτών έναντι του νόμου, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται στην ίδια θέση." Το παρόν δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παρεκκλίνει από αρχή δικαίου που το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε, ακόμα και στην περίπτωση απόφασης που εκδόθηκε per incuriam. "Η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος θα καθιστούσε ιεραρχικά κατώτερα δικαστήρια κριτές της ορθότητας αποφάσεων ανώτερων δικαστηρίων, κάτι που θα υπονόμευε την ιεραρχία των δικαστηρίων και θα αναστάτωνε τη βεβαιότητα ως προς το δίκαιο", Γ.Μ. Πικής, ανωτ. σελ.
  1. Ως προς το αίτημα για παραπομπή στο ΔΕΚ σημειώνονται τα ακόλουθα:- Σύμφωνα με το Άρθρο 234 (πρώην Άρθρο 177) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Επίσημη Εφημερίδα Αρ. C 325 της 24ης Δεκεμβρίου, 2002) το ΔΕΚ αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις, "α) επί της ερμηνείας της παρούσας Συνθήκης· β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ· γ) επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά". Έτσι, το Άρθρο 234 παρέχει μηχανισμό για την ερμηνεία του Κοινοτικού δικαίου με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας [βλ. C- 283/81, SRL CILFIT, Bulmer v. Bollinger [1974] 2 All ER 1226 (CA)]. Δεν εμπίπτουν σ΄ αυτά τα πλαίσια οι πρόνοιες της Σύμβασης. Ας σημειωθεί δε ότι το Άρθρο 8 της Σύμβασης στο οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 2 και 3 αφορά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Είναι το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 που αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας. Πέραν τούτου και αν ακόμα επρόκειτο για ζήτημα που αφορούσε διάταξη του Κοινοτικού Δικαίου δεν θα ήταν επιτρεπτή η παραπομπή υπό το πρόσχημα ερμηνείας ενώ ο σκοπός θα ήταν η αναθεώρηση δικαστικής απόφασης. Τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν υποχρέωση να αναθεωρούν και να ακυρώνουν τελεσίδικη δικαστική απόφαση που συνιστά παράβαση του Κοινοτικού δικαίου. Όπως αποφασίστηκε από το ΔΕΚ στην υπόθεση C-234/04 Kapferer: "
  2. In that regard, attention should be drawn to the importance, both for the Community legal order and national legal systems, of the principle of res judicata. In order to ensure both stability of the law and legal relations and the sound administration of justice, it is important that judicial decisions which have become definitive after all rights of appeal have been exhausted or after expiry of the time-limits provided for in that connection can no longer be called into question (Case C-224/01 Kobler [2003] ECR1-10239, paragraph 38).
  3. Therefore, Community law does not require a national court to disapply domestic rules of procedure conferring finality on a decision, even if to do so would enable it to remedy an infringement of Community law by the decision at issue (see, to that effect, Case C-126/97 Eco Swiss [1999] ECR1-3055, paragraphs 46 and 47). ........................................................................" Ως εκ των άνω, δεν τίθεται θέμα παραπομπής στο ΔΕΚ και αν ετίθετο θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ένσταση των εναγόντων εφόσον όπως στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger (ανωτ.) είχε αναφέρει ο Lord Denning «The English court should hesitate before making a reference against the wishes of one of the parties, seeing the expense and delay which it involves.». Επανέρχομαι έτσι στο ζήτημα της παρανομίας. Το Δικαστήριο, επί της αρχής ex turpi causa non oritur actio, έχει εξουσία και υποχρέωση να αρνηθεί θεραπεία στον ενάγοντα εκείνο που θέτει ως βάση της αγωγής του την παράνομη πράξη του. Η κλασική διατύπωση της αρχής έγινε από το Lord Mansfield στην υπόθεση Holman v. Johnson [1775-1802] All ER Rep 98, 99 ως ακολούθως: "No court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act. If, from the plaintiff´s own stating or otherwise, the cause of action appears to arise ex turpi causa, or the transgression of a positive law of this country, then the court says he has no right to be assisted." (Βλ. επίσης Tinsley v. Milligan [1993] 3 All ER 65) Εν προκειμένω, είναι οι ενάγοντες που επικαλούνται την παρανομία. Η αξίωση τους αυτή δεν είναι turpis causa, δηλαδή δεν πηγάζει από την παράνομη σύμβαση. Αντίθετα, ζητούν εξάλειψή της. Η διαπίστωση δε, της παρανομίας εμπεριέχει ή κατ΄ ανάγκη συνεπάγεται τόσο την αναγνώριση, όσο και τη διακήρυξη της ακυρότητας, ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος (Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 CLR 144). Κατά συνέπεια, θα εκδοθεί απόφαση και διάταγμα ότι η εξουσιοδότηση για οποιαδήποτε διάθεση ακίνητης περιουσίας δυνάμει των εν λόγω πληρεξουσίων και η συμφωνία ημερ. 13.11.2002 είναι εξ υπαρχής άκυρες. Όπως παρεπόμενα άκυρη είναι και θα διαταχθεί η διαγραφή της από τα κτηματολογικά μητρώα, η κατάθεση της σύμβασης στο Κτηματολόγιο. Η ανταπαίτηση στηριζόμενη σε παράνομη αιτία απορρίπτεται. Άλλωστε, η ανταπαίτηση θα ήταν αβάσιμη ανεξάρτητα από το θέμα της εξ υπαρχής παρανομίας ως προς τούτο: τα μέρη εξήρτησαν, ως άνω, τη μεταβίβαση αφενός και την εξόφληση αφετέρου, από την έγκριση της αρμόδιας αρχής. Επρόκειτο για σύμβαση υπό αίρεση (contingent contract) με προηγούμενο αναγκαίο όρο (condition precedent) την εν λόγω έγκριση. Ο όρος αυτός δεν εκπληρώθηκε και μετά την απόρριψη της σχετικής αίτησης κατέστη αδύνατος και άρα η συμφωνία άκυρη. (Βλέπε άρθρα 31, 32 και 36 του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149, Pollock & Mulla, Indian Contract And Specific Relief Acts, 10η Έκδοση, σελ. 372 - 373, Chitty on Contracts, General Principles, 26η Έκδοση, παρ. 796). Ως προς τα έξοδα: Οι διάδικοι συμμετείχαν στην παρανομία στον ίδιο βαθμό. Οι ενάγοντες εξουσιοδότησαν την παράνομη συμφωνία και οι άλλοι προχώρησαν στη σύναψή της. Τώρα οι ενάγοντες έχουν επιτύχει. Στην υπόθεση Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968 (βλ. και Τουμαζίδης v. Alam
(1998)1 Α.Α.Δ. 984) το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αποστερήσει τον επιτυχόντα διάδικο από τα έξοδα για να δείξει την αποδοκιμασία του για τη συμμετοχή του στην παράνομη συμφωνία. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως έκρινε ότι η αποδοκιμασία της διαγωγής του διαδίκου δεν συνιστά βάσιμο λόγο για την αποστέρηση των εξόδων του, που κατά τα άλλα θα δικαιολογούσε το αποτέλεσμα της αγωγής. Σε άλλη υπόθεση όμως, την Kallice Holdings Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1012 η συμμετοχή του διαδίκου στην παράνομη πράξη κρίθηκε ότι πρέπει ασφαλώς να αντανακλά στο θέμα των εξόδων "αφού, πλην της νομικής δικαίωσης της υπεράσπισης (σημ.: όπως ήταν εκεί η περίπτωση) οι Εφεσίβλητοι όντας μέτοχοι της παρανομίας, δεν έχουν δικαίωμα σε οτιδήποτε άλλο". Αυτή η θέση συνάδει με όσα επιγραμματικά είπε ο Mackinnon LJ στην υπόθεση Harry Parker Ltd v. Mason [1940] 4 All ER 199 (C.A.) ως ακολούθως: "The court drives both parties from its presence: procul este, profani![3] No judgment will be given, and no order made as to costs". Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων προκλήθηκε σε σχέση με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς των εναγόντων περί δόλου και συνομωσίας. Αυτό, κατά την Alam, συνιστά βάσιμο λόγο να αποστερηθούν οι ενάγοντες τα έξοδα, παρά το αποτέλεσμα και έτσι είναι δίκαιο να γίνει. Αν όμως ήταν ανάγκη να αποφασιστεί το ζήτημα επί του λόγου της παρανομίας θα έπρεπε να εφαρμοστεί είτε η αρχή της Alam είτε η αρχή της Kallice. Τότε θα επέλεγα την τελευταία τόσο ενόψει της δικαιολογητικής της βάσης που τέθηκε με αναφορά στα όσα, ως άνω, είπε ο Lord Mansfield στην Holman v. Johnson, όσο και λόγω της συνέχειας της σε σχέση με την αρχή που διατυπώθηκε στη Harry Parker Ltd v. Mason. Εξαίρεση θα αποτελέσει μέρος της δαπάνης για το μεταφραστή κ. Ιμπραήμ Αζίζ. Ο κ. Αζίζ είχε κληθεί από τους ενάγοντες για τους σκοπούς της δικής τους μαρτυρίας. Μετά το πέρας της υπόθεσης τους ο κ. Παπαπέτρου δήλωσε ότι δεν τον χρειάζεται. Ο εναγόμενος 1 δήλωσε ότι αντιλαμβάνεται την ελληνική αλλά προτίμησε να δώσει τη μαρτυρία του στην τουρκική. Οπότε χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες του κου Αζίζ με ειδική διαταγή ότι τα έξοδα του θα ήταν έξοδα δίκης. Εννοείται τα έξοδα από εκείνο το σημείο και πέρα. Για πρακτικούς λόγους, αναμένεται ότι οι ενάγοντες θα πληρώσουν τον κ. Αζίζ για το σύνολο των υπηρεσιών του και θα δικαιούνται να λάβουν την περαιτέρω, ως άνω, δαπάνη ως έξοδα από τους εναγόμενους. Ως εκ των άνω: (α) Αναγνωρίζεται η εξ υπαρχής ακυρότητα και διατάσσεται η ακύρωση των εξουσιοδοτήσεων για οποιαδήποτε διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγόντων δυνάμει των επιδίκων πληρεξουσίων εγγράφων. (β) Αναγνωρίζεται η εξ υπαρχής ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας και διατάσσεται η ακύρωση της και η διαγραφή της από τα κτηματολογικά μητρώα. (γ) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Έξοδα του μεταφραστή κ. Αζίζ όπως θα καθοριστούν από τον Πρωτοκολλητή για τις υπηρεσίες του από 29.4.2009, υπέρ των εναγόντων (για λογαριασμό του εν λόγω μεταφραστή) και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και / ή κεχωρισμένα. Καμιά άλλη διαταγή για έξοδα, είτε στην αγωγή είτε στην ανταπαίτηση. (Υπ.) .................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η αγωγή εναντίον των άλλων εναγομένων αποσύρθηκε. [2] Τα ίδια αναφέρονται και σε σχέση με την ενάγουσα 2. [3] Procul o procul este profani! (Βιργίλιος, Αινειάδα, βιβλίο VI, γραμμή 25 ξ), δηλαδή "εκάς, εκάς εστέ βέβηλοι". Τελετουργική φράση που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και ρωμαίοι ιερείς για να απομακρύνουν τους βέβηλους από τα μυστήρια. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.