← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. The Amazon Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2810/2006, 25 Ιουνίου 2009

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. The Amazon Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2810/2006, 25 Ιουνίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2810/2006 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -

  1. The Amazon Enterprises Ltd
  2. Amazon Holdings Ltd
  3. Κυπριακή Ριζερια «Δήμητρα» Λτδ
  4. Overseas Trading Ltd
  5. Δημήτριου Μ. Χαχολιάδη
  6. Μιχαλάκη Δ. Χαχολιάδη
  7. Ζήνωνα Δ. Πιερίδη Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 2/2/2009 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -
  8. The Amazon Enterprises Ltd
  9. Amazon Holdings Ltd
  10. Κυπριακή Ριζερια «Δήμητρα» Λτδ
  11. Overseas Trading Ltd
  12. Δημήτριου Μ. Χαχολιάδη
  13. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Μιχαλάκη Χαχολιάδη
  14. Ζήνωνα Πιερίδη Εναγομένων _________________ Αίτηση για πώληση ημερ. 21.4.2008 Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2009 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Καμία εμφάνιση (Αργότερα παρουσιάστηκε και έλαβε γνώση η κα Η. Ιωάννου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου). Για τον Επίσημο Παραλήπτη: Ο κ. Κ. Εμμανουήλ. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του καθ΄ ου η αίτηση (πρώην εναγόμενου 6). Μετά την απόφαση ζήτησαν με μονομερή αίτησή τους επιβαρυντικό διάταγμα, δυνάμει των προνοιών του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν. 31/1992)ως ακολούθως: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιβαρύνονται οι μετοχές τις οποίες κατέχει ο εναγόμενος 6 ως ακολούθως: 899.999 μετοχές της NISSAN CYPRUS LTD B. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση ρευστοποίηση και / ή διάθεση των ως άνω μετοχών και το οποίο να επεκτείνεται στην απαγόρευση πληρωμής και / ή καταβολής οποιουδήποτε μερίσματος και / ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις πιο πάνω μετοχές. Γ. Οιονδήποτε περαιτέρω και / ή άλλη διαταγή την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και / ή εύλογη." Στις 21.4.2008 εκδόθηκε διάταγμα ως ακολούθως: "... εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται επιβάρυνση δυνάμει του άρθρου 3 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992, Ν. 31/92, στις 899 999 μετοχές που κατέχει ο εναγόμενος 6 στην εταιρεία NISSAN CYPRUS LTD με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 5 του Νόμου συνέπειες, με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου
  15. Το διάταγμα να επιδοθεί στον εναγόμενο 6 μαζί με αντίγραφο των προνοιών του άρθρου 5 του Νόμου[1], αντίγραφο της αίτησης και αντίγραφο του παρόντος πρακτικού." Την ίδια ημέρα, οι πιστωτές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οπoία ζητείται η πώληση των εν λόγω μετοχών, ο διορισμός παραλήπτη και άλλες συναφείς οδηγίες. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε δια δικηγόρου ένσταση. Στο μεταξύ όμως, στις 12.1.2009 με αίτηση των πιστωτών για άλλο χρέος που προκύπτει από την αγωγή 2807/06, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και παραλήπτης διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Η παρούσα αίτηση τροποποιήθηκε ανάλογα. Ο Επίσημος Παραλήπτης δεν υιοθέτησε την προηγούμενη ένσταση και κατεχώρησε νέα. Οι αιτητές επέμειναν στην αίτηση τους παρά το ότι ο εκπρόσωπος του Επίσημου Παραλήπτη είχε δηλώσει πριν από την καταχώρηση της ένστασης του ότι πρόθεση του Επίσημου Παραλήπτη ήταν να πωλήσει την περιουσία λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες επιβαρύνσεις. Με την ένσταση ήταν η θέση του Επίσημου Παραλήπτη ότι οι εν λόγω μετοχές αποτελούν πλέον μέρος της πτωχευτικής περιουσίας και οι αιτητές δεν έχουν προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων πιστωτών. Στην τελική του αγόρευση ο κ. Εμμανουήλ για τον Επίσημο Παραλήπτη επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 44 του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ.
  16. Οι πρόνοιες αυτές ορίζουν ότι ο πιστωτής που εξέδωσε διάταγμα εκτέλεσης εναντίον εμπορευμάτων ή της ακίνητης περιουσίας χρεώστη ή κατέσχε σε χέρια τρίτου χρέος οφειλόμενο σε αυτόν, δεν δικαιούται να διατηρήσει το όφελος της εκτέλεσης ή της κατάσχεσης έναντι του διαχειριστή της πτώχευσης "εκτός αν συμπλήρωσε την εκτέλεση ή την κατάσχεση πριν από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής και πριν από την ειδοποίηση υποβολής της αίτησης πτώχευσης από ή εναντίον του χρεώστη, ή, της διάπραξης από τον χρεώστη πράξης πτώχευσης". Η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 44 του Κεφ. 5 αφορούν διαδικασίες εκτέλεσης και κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και δεν έχουν εφαρμογή σε σχέση με επιβαρυντικά διατάγματα όπως το υπό κρίση. Σ΄ αυτό έχει δίκαιο. Ρητά ορίζεται στο άρθρο 5

(3)του Ν. 31/92 ότι η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δε λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης, εκτός αν μαζί με την επιβάρυνση διατάσσεται και πώληση (άρθρο 6
(4)του Ν. 31/92), που δεν είναι εν προκειμένω η περίπτωση. Ούτε πρόκειται για κατάσχεση σε χέρια τρίτου. Ήταν η περαιτέρω εισήγηση της κας Κόκκινου ότι η επιβάρυνση προς όφελος των αιτητών είχε ως αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται δικαιωματικά στην πώληση των βεβαρημένων μετοχών, ώστε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση της απόφασης μετά το πρώτο στάδιο που ήταν η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος. Κατ΄ ουσία εισηγείται ότι το δικαίωμα των αιτητών δεν επηρεάζεται από το διάταγμα παραλαβής εξομοιώνοντας τους, έτσι, με "ασφαλισμένους πιστωτές" εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 5[2]. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 5, σύμφωνα με τις οποίες με την έκδοση διατάγματος παραλαβής ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη και οι πιστωτές, εκτός όπως ορίζεται, δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας. Εξαιρούνται οι "ασφαλισμένοι πιστωτές" που δικαιούνται να εκποιήσουν την ασφάλεια τους, παρά το διάταγμα παραλαβής (άρθρο 9
(2)του Κεφ. 5). Η παραπάνω εισήγηση της κας Κόκκινου δεν υποστηρίχθηκε από αυθεντία. Ούτε εξηγήθηκε περαιτέρω. Ας σημειωθεί δε, ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι στην αίτηση που οδήγησε στο διάταγμα παραλαβής, αίτηση που έγινε από τους παρόντες αιτητές, ήταν η θέση τους ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξασφάλιση εναντίον του χρεώστη (βλ. Απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 378/08, Τεκμήριο Α σε αίτηση των πιστωτών για συνέχιση της διαδικασίας και τροποποίηση μετά το διάταγμα παραλαβής, ημερ. 2.2.09). Για το θέμα αυτό ο κ. Εμμανουήλ απάντησε ότι το επιβαρυντικό διάταγμα δεν προσδίδει σ΄ αυτόν που το εξασφαλίζει την ιδιότητα του ασφαλισμένου πιστωτή. Παρέπεμψε στην έννοια του "ασφαλισμένου πιστωτή" κατά το άρθρο 2 του Κεφ. 5, στην ερμηνεία της λέξης "charge" στο Osborn´s Concise Law Dictionary 9th Edition, σελ. 77[3] και στο Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, παρ. 318, 319 για να εισηγηθεί ότι η έννοια της "επιβάρυνσης" στα πλαίσια του άρθρου 2 είναι περιορισμένη και δεν καλύπτει τα επιβαρυντικά διατάγματα του Ν. 31/92. Για το ζήτημα αυτό παραπέμπω στα ακόλουθα από την απόφαση σε παρόμοια αίτηση που το παρόν δικαστήριο εξέδωσε ενωρίτερα σήμερα, τα οποία βρίσκουν εφαρμογή και επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: "Όπως ελέχθη στην Ψάλτης v. Χ"Λοή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1454, το πρότυπο για τη δική μας νομοθεσία (Ν. 31/92)αποτέλεσε η αγγλική Charging Orders Act 1979 (βλ. Halsbury´s Statutes, 4η Έκδοση, Τόμος 22, σελ. 337). Προηγουμένως η αντίστοιχη εξουσία του High Court προβλεπόταν από το άρθρο 35 της Administration of Justice Act 1956 και η διαδικασία ρυθμιζόταν από τις πρόνοιες της RSC Ord 50. (Βλ. The Supreme Court Practice 1979). Με τη θέσπιση της Charging Orders Act του 1979 αναθεωρήθηκαν και οι πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού. Η διαδικασία προέβλεπε (και προβλέπει) για μονομερή έκδοση διατάγματος nisi το οποίο μπορούσε να γίνει απόλυτο, εκτός αν υπήρχε επαρκής λόγος για το αντίθετο[4]. Στην υπόθεση Burston Finance Ltd (in liquidation) v. Godfrey and others [1976] 2 All ER 976 (C.A) συζητήθηκε το κατά πόσο συνιστούσε τέτοιο επαρκή λόγο η έκδοση διατάγματος παραλαβής και η κήρυξη σε πτώχευση που μεσολάβησε μεταξύ του διατάγματος nisi και της ημερομηνίας που ζητήθηκε να γίνει απόλυτο. Ενώ στην υπόθεση Roberts Petroleum Ltd v. Bernard Kenny Ltd (In liquidation) [1983] 1 All ER 564 (H.L) τέθηκε το ίδιο ερώτημα σε σχέση με απόφαση εταιρείας, μετά την έκδοση του διατάγματος nisi, να τεθεί υπό εκούσια εκκαθάριση λόγω αφερεγγυότητας. Στην Κύπρο προβλέπεται η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μονομερώς, όπως προκύπτει από την πρόνοια ότι το δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη [άρθρο 3
(3)] και από την πρόνοια για εξουσία ακύρωσης ή διαφοροποίησης του επιβαρυντικού διατάγματος κατόπιν αίτησης του οφειλέτη [άρθρο 3
(4)]. Ακολουθεί η δια κλήσεως αίτηση για πώληση. Το δικαστήριο προτού εκδώσει την απόφασή του σε αίτηση για πώληση "οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεσή τους." [άρθρο 6
(3)] Έτσι, τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και εξισορρόπησης των συμφερόντων όσων δυνατό να επηρεάζονται. Η διαφορά από τη διαδικασία στην Αγγλία, για τους σκοπούς της παρούσας συζήτησης, είναι επουσιώδης. Δεν είναι τέτοια ώστε να μην βρίσκουν πεδίο εφαρμογής τα όσα στην Αγγλία αποφασίστηκαν, στα οποία και επανέρχομαι. Στην Burston Finance Ltd ο Megaw LJ κατέληξε ως εξής: "In the end, after hesitation, I have reached the conclusion that the trustee in bankruptcy has failed to show that it would be inequitable in the circumstances that the order should be made absolute. So sufficient cause is not shown and the charging order should stand. I reach that conclusion mainly because there was here, so far as the evidence goes, no understanding nor any indication of any attempt to reach an understanding among the creditors of the bankrupts, or among any of them, as to common forbearance from pressing individual remedies, in the interests of all. Nor is there any evidence that the plaintiffs exercised undue haste to obtain a preferred position for themselves as compared with the general body of creditors; nor that they took, or sought to take, unfair advantage of any knowledge which they had acquired of any other matter or circumstance which was unknown to the other creditors." Κατά παρόμοιο τρόπο ο Scarman LJ ανέφερε τα ακόλουθα: "... the mere fact of a receiving order, or even an adjudication of bankruptcy, subsequent to the order nisi, would not necessarily suffice [as sufficient cause for refusing to make the order absolute]: if, however, there were other circumstances, such as a scheme of arrangement, formal or informal, agreed or being negotiated amongst creditors, the court might well think it equitable to refuse to make the order absolute." Στην Roberts Petroleum αναφέρθηκε ότι σε τέτοιες υποθέσεις συγκρούονται δύο καλά θεμελιωμένες αρχές δικαίου. Αφενός είναι δεδομένο ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής δικαιούται, γενικά, να εφαρμόσει χρηματική απόφαση με όλα τα προβλεπόμενα μέσα εκτέλεσης. Σ΄ αυτό τον βοηθά, ως ενδιάμεση προστασία το επιβαρυντικό διάταγμα, μια από τις συνέπειες του οποίου είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας έναντι όλων των χρεών του οφειλέτη που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα ίδια περιουσιακά στοιχεία [άρθρο 5
(1)(α)]. Αφετέρου, είναι εξίσου δεδομένο ότι σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη όλοι οι μη ασφαλισμένοι πιστωτές του θα πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης και ο καθένας να λάβει ίσο μερίδιο από το διαθέσιμο υπόλοιπο. Το Εφετείο στη Roberts Petroleum είχε απορρίψει την εισήγηση ότι η αφερεγγυότητα της εταιρείας και η αναπόφευκτη εκκαθάρισή της αρκούσαν ώστε το δικαστήριο να μην καταστήσει το διάταγμα απόλυτο. Έκρινε ότι θα έπρεπε να υπάρχει ένας περαιτέρω παράγοντας, όπως θα ήταν ένα καλά προχωρημένο σχέδιο διευθέτησης μεταξύ του σώματος των πιστωτών το οποίο θα είχε εύλογη πιθανότητα επιτυχίας. ([1982] 1 All ER 685). Η απόφαση όμως του Εφετείου ανετράπη από το House of Lords όπου ο Lord Brightman κατέληξε ως εξής: "My Lords, I return to the point at issue, whether Bristow J correctly held that the liquidation of Kenny, that is to say the imposition on the assets of an insolvent company of the statutory scheme for the distribution of those assets among the unsecured creditors, was a 'sufficient cause' for not converting the order nisi into an order absolute. I think that he was correct, for the reasons which I have stated. I reach this conclusion without any regret. First, it may help to avert an unseemly scramble by creditors to achieve priority at the last moment. Second, it establishes a clear working rule, and avoids the uncertainties of an inquiry whether a scheme of arrangement 'has been set on foot and has a reasonable prospect of succeeding'. I would allow this appeal, discharge the order absolute which was made by the registrar and restored by the Court of Appeal, and also discharged the order nisi." Το αποτέλεσμα αυτό είναι διαφορετικό από την κατάληξη του Εφετείου στην Burston η οποία συζητήθηκε από το House of Lords στην Roberts Petroleum όπου λέχθησαν σχετικώς τα εξής: "No doubt there are differences between winding-up procedures and bankruptcy procedures, but I doubt whether it is possible to decide this case in favour of Kenny without disapproving Burston. Admittedly each case is a matter for individual judgment in the circumstances of that particular case, for the question is whether it appears to the court or to the judge that sufficient cause is shown against making the order absolute. There are no facts relied on by Kenny in the instant case except its insolvency plus intervening liquidation, and, if they are 'sufficient cause' in the instant case, similar circumstances ought to have been 'sufficient cause' in Burston." Παρατηρούμε ότι ενώ η αρχή της Burston δεν ανατράπηκε ρητώς, πάντως τέθηκε υπό αμφισβήτηση[5]. Η αμφισβήτηση όμως αυτή, λαμβάνοντας υπόψη και το αποτέλεσμα, συνιστά, όσο και αν τούτο δεν διατυπώθηκε ρητά, ανατροπή. Εν πάση περιπτώσει, το παρόν δικαστήριο έχει ενώπιον του την Roberts Petroleum ως κατ΄ εξοχήν πειστική αυθεντία, τόσο λόγω της προέλευσης της, όσο και λόγω της δικαιολογητικής της βάσης, όπως ανωτέρω εκτέθηκε. Το ότι επρόκειτο για περίπτωση απόφασης για διάλυση εταιρείας και όχι για διάταγμα παραλαβής, δεν έχει, για το σκοπό που τώρα συζητείται, σημασία. Θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί κατ΄ εφαρμογή της αρχής που καθιέρωσε η Roberts Petroleum. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι στην υπόθεση εκείνη το διάταγμα nisi περιελάμβανε και πρόνοια για διορισμό παραλήπτη προς εφαρμογή του διατάγματος, δηλαδή για πώληση και την είσπραξη του προϊόντος. Περιστάσεις που καθιστούσαν τον πιστωτή, όπως παρατηρεί ο Lord Brightman, ασφαλισμένο πιστωτή. Παρά ταύτα πριν ακόμα προχωρήσει σε εξέταση της νομολογίας είχε πει: "In the absence of persuasive authority to the contrary, and it will of course be necessary to consider the authorities, I would myself have thought that the court should exercise its discretion so that the asset falls within the statutory scheme. The purpose of the further consideration of the order nisi is to enable the court to review the position inter partes. At the date of the order nisi the court has made no irrevocable decision. If therefore the statutory scheme for dealing with the assets of the company has been irrevocably imposed on the company, by resolution or winding-up order, before the court has irrevocably determined to give the creditor the benefit of a charging order, I would have thought that the statutory scheme should prevail. ... ... ... ... ... I do not see why a creditor should gain an advantage merely because he has a revocable order for security at the time when the statutory scheme comes into existence." Εν προκειμένω, με το διάταγμα επιβαρύνθηκαν απλώς οι μετοχές και απαγορεύθηκε στον οφειλέτη να τις αποξενώσει όπως και η καταβολή σ΄ αυτόν μερίσματος. Επρόκειτο για μια ενδιάμεση προστασία μέχρι το δικαστήριο ν΄ αποφασίσει το ζήτημα της πώλησης. Σ΄ αυτό το στάδιο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα όλων των πιστωτών όπως εκφράζονται από τον παραλήπτη της περιουσίας, ο οποίος ζητά με την ένστασή του όπως "η πληρωμή των πιστωτών ... γίνει από τον Επίσημο Παραλήπτη όπως αυτή καθορίζεται από το Νόμο και τους Κανονισμούς". Θα ήταν άδικο, επειδή οι αιτητές εξασφάλισαν προσωρινή προστασία έναντι του οφειλέτη, όχι έναντι των άλλων πιστωτών, ν΄ αποκτήσει τώρα όφελος και προτεραιότητα έναντι των άλλων πιστωτών". Βέβαια, υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης με αποτέλεσμα να μεσολαβήσει το διάταγμα παραλαβής εννέα σχεδόν μήνες μετά την καταχώρηση της αίτησης. Η καθυστέρηση όμως αυτή δεν αφορά τους υπόλοιπους πιστωτές ώστε να πρέπει να ληφθεί υπόψη στην εξισορρόπηση των δικών τους συμφερόντων με εκείνα των αιτητών. Άλλωστε, ως άνω, είναι οι αιτητές που εκκρεμούσης της παρούσας αίτησης προκάλεσαν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη αρ. 6 και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην εν λόγω προηγηθείσα απόφαση έγινε η ακόλουθη διευθέτηση για τον τρόπο είσπραξης των εξόδων από τον Επίσημο Παραλήπτη που είναι δίκαιο, για σκοπούς ισότητας, να ακολουθηθεί και εν προκειμένω: Τα έξοδα αυτά ο Επίσημος Παραλήπτης να τα εισπράξει από τα ποσά που ο χρεώστης και τώρα η περιουσία του, οφείλει ως έξοδα στους ενάγοντες στα πλαίσια της παρούσας αγωγής με δικαίωμα να προχωρήσει με εκτέλεση για τυχόν υπόλοιπο. Νοείται ότι η διευθέτηση αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη ή μείωση αναλόγως των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ των εναγόντων στα πλαίσια της αγωγής. (Υπ.) ................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 5 συνέπειες έχουν ως ακολούθως: "(α)Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. (δ) Στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σχετικά με αυτές από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητες βάσει του εμπιστεύματος." [2] "ασφαλισμένος πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη. [3]
(1)In property law a charge is a form of security for the payment of a debt or performance of an obligation, consisting of the right of a creditor to receive payment out of some specific fund or out of the proceeds of the realisation of specific property. The fund or property is said to be charged with the debt thus payable out of it. The only property charges capable of subsisting at law are: (i) a rentcharge (g.v.); (ii) a charge by way of legal mortgage (g.v.); (iii) tithe (g.v.) rentcharge annuities or similar charge on land not created by an instrument (Law of Property Act 1925, s.l.
(2)). [4] RSC Ord 50, r 1
(6)On the further consideration of the matter the Court shall, unless it appears (whether on the representation of the judgment debtor or otherwise) that there is sufficient cause to the contrary, make the order absolute with or without modifications. [5] Όπως σημειώνει ο εκδότης των All England Reports με την Roberts Petroleum η "Burston Finance Ltd (in liq) v. Godfrey [1976] 2 All ER 976 doubted". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.