ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ν. ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2552/06, 30 Ιουνίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2552/06 Μεταξύ: ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ενάγοντος και ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενου __________ Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Αντ. Ιντιάνος Για τον εναγόμενο: κ. Χριστοδουλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ: Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 ως αποζημίωση λόγω παράβασης μερικώς προφορικής και μερικώς γραπτής συμφωνίας πωλήσεως που έγινε στις 15.05.2003 και /ή ως χρέος και/ ή ως ποσό με το οποίο ο εναγόμενος άδικα πλούτισε και/ ή δυνάμει λογαριασμού και/ ή παραδεδεγμένου και/ ή συμπεφωνημένου λογαριασμού και/ ή άλλως πως. Επιπλέον αξιώνει νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού και τα έξοδα της αγωγής. Στις λεπτομέρειες της εκθέσεως απαιτήσεως αναφέρει ότι επαγγέλλεται τον ισιωτή - πογιατζή αυτοκινήτων στη Λάρνακα ενώ ο εναγόμενος είναι πωλητής αυτοκινήτων στο Τσέρι. Ισχυρίζεται ότι στις 15.05.03 μετά από προφορική συμφωνία που έγινε στη Λάρνακα ο ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει, παραδώσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA PRADO LAND CRUISER (στο εξής PRADO) και ο εναγόμενος συμφώνησε να αγοράσει από τον ενάγοντα το αναφερόμενο αυτοκίνητο στη συμπεφωνημένη τιμή των Λ.Κ.12.000,
- Ήταν περαιτέρω η συμφωνία τους όπως ο εναγόμενος προς πληρωμή του πιο πάνω τιμήματος θα έδιδε στον ενάγοντα δύο αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής VJ 648 και VL 85 στη συμπεφωνημένη τιμή των Λ.Κ.8.000,00 και θα πλήρωνε το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ. 4.000,00 σε μετρητά. Προς τούτο ο ενάγοντας εξέδωσε το τιμολόγιο αρ.
- Ο ενάγοντας πράγματι παρέδωσε το αυτοκίνητο PRADO ενώ ο εναγόμενος του έδωσε μόνο Λ.Κ.2.000,00 σε μετρητά ενώ έκτοτε παρά τις οχλήσεις του δεν του έδωσε τα δύο πιο πάνω αυτοκίνητα ούτε και το υπόλοιπο των μετρητών που συμφωνήθηκαν δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 με αποτέλεσμα να παραμένει το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα των Λ.Κ.10.000,0 το οποίο και αξιώνει. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος πρόβαλε προδικαστική ένσταση για την κατά τόπο αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου την οποία αργότερα, στο στάδιο των αγορεύσεων, με δήλωση του δικηγόρου του εγκατέλειψε και έτσι δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω αυτό το ζήτημα και η μαρτυρία που αφορούσε το ζήτημα αυτό. Πέραν της γενικής άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντος ισχυρίζεται τα ακόλουθα σε σχέση με την συμφωνία τους: Η συμφωνία είχε γίνει στη μάντρα αυτοκινήτων του στο Τσέρι Λευκωσίας. Το αυτοκίνητο PRADO δεν ήταν ιδιοκτησίας του εναγόμενου αλλά κάποιας τρίτης ξένης εταιρείας και επίσης συνιδιοκτησίας κάποιας εμπορικής τράπεζας στην οποία ήταν χρηματοδοτημένο και δεσμευμένο ως ασφάλεια για την εξόφληση της χρηματοδότησης. Δυνάμει του τιμολογίου αρ. 426 το οποίο εξέδωσε ο ενάγοντας αυτός είχε υποχρέωση να παραδώσει στον εναγόμενο το PRADO εντός 20 ημερών πράγμα το οποίο δεν έπραξε και δεν του παρέδωσε το πιο πάνω όχημα. Ο εναγόμενος πέραν των πιο πάνω σε σχέση με το τι επακολούθησε της συμφωνίας του με τον ενάγοντα ισχυρίζεται ότι είχε διαπιστώσει ότι το εν λόγω όχημα δεν ανήκε στον ενάγοντα και ότι αυτό είχε επιβάρυνση ή και ήταν συνιδιόκτητο λόγω ενοικιαγοράς. Ούτως ή άλλως με μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων συμφώνησαν όπως τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής VJ 648 και VL 85 θα παρέμεναν στην κατοχή του εναγόμενου, ο οποίος θα προσπαθούσε να τα πωλήσει εκ μέρους του ενάγοντα μετά την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ήτοι μετά την παράδοση σε αυτόν του οχήματος PRADO πράγμα που δεν έκαμε ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος είχε δώσει στον ενάγοντα πράγματι το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 και όχι το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 όπως ισχυρίζεται. Επειδή ο ενάγοντας προσπάθησε να ξεγελάσει τον εναγόμενο και να του αποσπάσει χρήματα ή εμπορεύματα με ψευδείς παραστάσεις ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία του ενάγοντος στην αστυνομία οπότε ο ενάγοντας αναγκάστηκε να του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 που είχε καταβληθεί ως προκαταβολή με επιταγή η οποία αρχικά κατατέθηκε και επιστράφηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων αλλά στη συνέχεια του κατέβαλε το ποσό αυτό σε μετρητά. Με αυτό τον τρόπο όπως ήταν η συμφωνία τους όλες οι μεταξύ τους διαφορές θα διευθετούνταν. Συνεπεία αυτής της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος είναι ο εναγόμενος που υπέστη ζημιά από απώλεια κέρδους που θα πραγματοποιούσε από την πώληση του αυτοκινήτου PRADO. Στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας και ειδικότερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί χρηματοδότησης του PRADO ισχυρίζεται ότι αυτό ήταν γραμμένο επ΄ονόματι του και στην Ελληνική Τράπεζα αφού είχε συμπληρωθεί η Φόρμα C72 την οποία υπέγραψε ο εισαγωγέας του αυτοκινήτου και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι γραμμένο ως ανωτέρω και εξακολουθεί να το οφείλει στη τράπεζα. Επιμένει ότι το όχημα αυτό παραδόθηκε στον εναγόμενο ο οποίος από τότε το έχει στη κατοχή του και /ή το όχημα βρίσκεται στην κατοχή τρίτου προσώπου στο οποίο παρέδωσε το όχημα ο εναγόμενος ενώ αυτό εξακολουθεί να είναι γραμμένο πάνω του. Σε απάντηση και πάλι ισχυρισμού της υπεράσπισης, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν του παρέδωσε τα δύο οχήματα όπως είχε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας τους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι μετά που του παρέδωσε το όχημα PRADΟ, o εναγόμενος τον παρακάλεσε να κρατήσει τα δύο οχήματα για να τα πωλήσει εκ μέρους του πράγμα που αποδέχθηκε ο ενάγοντας με την προϋπόθεση ότι εάν εντός 2 μηνών δεν τα πωλούσε θα του τα παρέδιδε. Ο ενάγοντας ουδέποτε πήρε τα δύο οχήματα αλλά ούτε και γνωρίζει αν ο εναγόμενος τα πώλησε και ούτε λεφτά πήρε αν πράγματι τα πώλησε. Τέλος, σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ. 2.150,00 το οποίο ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι του έδωσε, προβάλλει ότι ήταν πράγματι Λ.Κ.2.000,00 που του είχε δώσει. Την επιταγή των Λ.Κ.2.150,00 την έδωσε μετά που ο εναγόμενος του ζήτησε ως ασφάλεια ότι θα του παρέδιδε το όχημα PRADO και μόλις του το παρέδωσε ο εναγόμενος του επέστρεψε την επιταγή αλλά όχι προς διευθέτηση της διαφοράς τους. Η μαρτυρία του ενάγοντος: Ο ενάγοντας κατάθεσε ο ίδιος και υποστήριξε την εκδοχή του. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο επαγγελλόταν τον πογιατζή - ισιωτή αυτοκινήτων και είχε γνωρίσει τον εναγόμενο ο οποίος είχε μάντρα πώλησης αυτοκινήτων στο Τσέρι μέσω κάποιου Σάββα Παύλου. Είχαν συμφωνήσει αρχικά προφορικά και στη συνέχεια η συμφωνία τους έγινε γραπτή με την έκδοση τιμολογίου να πωλήσει στον εναγόμενο ένα αυτοκίνητο PRADO για το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 και έναντι του τιμήματος του θα έπαιρνε δύο αυτοκίνητα και Λ.Κ.4.000,00 μετρητά. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 το εν λόγω τιμολόγιο όπου φαινόταν και η υπογραφή του αγοραστή εναγόμενου. Είχε δει τα δύο αυτοκίνητα τα οποία είχαν συμφωνήσει την αξία τους για Λ.Κ.8.000,
- Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος είχε μεταβεί σε κάποιο μηχανικό Σοφούλλης Χαραλάμπους. Στο γκαράς του οποίου βρισκόταν τότε το αυτοκίνητο για επισκευή λόγω του ότι ήταν χτυπημένο και στη παρουσία του το είχε παραλάβει. Παραδέχθηκε ότι το όχημα δεν παραδόθηκε όπως διαλάμβανε η συμφωνία τους σε είκοσι μέρες καθώς αναμένονταν κάποιο εξαρτήματα από την αντιπροσωπεία της TOYOTA τα οποία λόγω της καθυστέρησης που σημειώθηκε προμηθεύτηκε τελικά τα αυθεντικά τους, όπως είπε, από κάποιο κατάστημα Πανίκκος & Μάριος στη Λάρνακα. Τελικά το όχημα το είχε παραδώσει σε 50 με 60 περίπου ημέρες και όχι σε 20 ημέρες. Υπέθεσε ότι για να το παραλάβει ο εναγόμενος θα πρέπει να ήταν ευχαριστημένος με αυτό αν και παρέμεναν ένα - δυο ασήμαντα πράγματα προς επιδιόρθωση χωρίς αυτός στη συνέχεια να το πάρει πίσω για να γίνουν αυτές οι επιδιορθώσεις. Δεν προχώρησε στην εγγραφή του αυτοκινήτου εκδίδοντας άδεια κυκλοφορίας μέχρι το τέλος του 2003 καθώς έπρεπε να συμπληρωθεί το έντυπο C72 και ο εναγόμενος δεν το έκαμε. Για το ζήτημα των δύο αυτοκινήτων που όφειλε να του παραδώσει ο εναγόμενος, ανέφερε ότι είχαν συνάψει συμφωνία να τα κρατήσει κοντά του και να τα πωλήσει και να του έδιδε τα χρήματα, θυμόταν ότι είχαν υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο όμως δεν το είχε πλέον. Σε σχέση με την πληρωμή σε μετρητά ανέφερε ότι του είχε δώσει έναντι το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 και ο ίδιος του έβγαλε μια επιταγή δική του για το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 για την περίπτωση που δεν θα ήταν ευχαριστημένος με το αυτοκίνητο και ¨χαλάσει¨ η συμφωνία τους. Δεν γνώριζε τι απέγιναν τα δύο αυτοκίνητα που θα έπρεπε να του παραδώσει ο εναγόμενος. Παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος του είχε δώσει ακόμα το ποσό των Λ.Κ.100,00 - Λ.Κ.150,00 που αφορούσε τη ρυμούλκηση του οχήματος το οποίο όμως δεν είχε να κάμει με τη συμφωνία τους. Σε ερώτηση τι του χρωστά ο εναγόμενος απάντησε ότι του χρωστούσε Λ.Κ.8.000,00 για την αξία των δύο αυτοκινήτων και Λ.Κ.2.000,00 για τα μετρητά. Το τιμολόγιο (Τεκμήριο 1) είχε βγει στη παρουσία του Σάββα Παύλου στο κατάστημα του. Ο ίδιος είχε μεταβεί στη μάντρα αυτοκινήτων του εναγόμενου στο Τσέρι όπου παρέλαβε το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 το οποίο δεν θυμάται εάν ήταν με επιταγή ή σε μετρητά. Σε σχέση με την ιδιοκτησία του εν λόγω αυτοκινήτου ανέφερε ότι πράγματι αυτό ανήκε σε μια εταιρεία από την οποία το αγόρασε και ήταν χρηματοδότηση σε Τράπεζα η οποία μάλιστα στη συνέχεια μετά από έκδοση δικαστικής απόφασης και διατάγματος παραδόσεως του εναντίον του, καταχώρησε και αίτηση παρακοής διατάγματος του δικαστηρίου. Εξήγησε ότι επειδή ο ίδιος είναι δηλωμένος αντιπρόσωπος πωλητής αυτοκινήτων η πρακτική που ακολουθεί όταν κάνει τέτοιες πράξεις είναι να μη μεταβιβάζει το αυτοκίνητο στο όνομα του για να μη χάνει με αυτό τον τρόπο από την αξία του. Ανέφερε περαιτέρω ότι η σκέψη ήταν να αντάλλασσε τα δύο αυτοκίνητα που συμφώνησε με τον εναγόμενο και να αντικαθιστούσε το PRADΟ από την χρηματοδότηση του στην Ελληνική Τράπεζα με αυτά. Ανέφερε ότι ακόμα εκκρεμούσε εναντίον του αίτηση παρακοής διατάγματος του δικαστηρίου γιατί δεν παρέδιδε το αυτοκίνητο PRADA όπως και ένα άλλο αυτοκίνητο το οποίο είναι στο ίδιο συμβόλαιο με την τράπεζα και ότι σίγουρα εάν το είχε στην κατοχή του θα το παρέδιδε στην τράπεζα. Δεν γνώριζε εάν του έγινε καταγγελία στην αστυνομία από τον εναγόμενο, εκείνο το οποίο συνέβηκε είναι ότι του είχε δώσει επιταγή Λ.Κ.2.150,00 ως ασφάλεια εάν δεν ήθελε τελικά το αυτοκίνητο και χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει πήγε και κατάθεσε την επιταγή στην τράπεζα και αυτή επεστράφη και γι΄αυτό του δημιουργήθηκε πρόβλημα με την εγγραφή του ονόματος του στο ΚΑΠ. Ήταν αυτός ο λόγος που του κατέβαλε αυτό το ποσό σε μετρητά και του έδωσε πίσω την επιταγή με έγγραφο ότι δεν είχε παράπονο μετά από συνεννόηση του με την Κεντρική Τράπεζα. Η διαφορά του με τον εναγόμενο με αυτό τον τρόπο δεν διευθετήθηκε καθώς ο εναγόμενος δεν του επέστρεψε πίσω το αυτοκίνητο του. Το αυτοκίνητο PRADA έτυχε να το δει σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης έξω από τον Ιππόδρομο στη Λευκωσία και αυτό το αυτοκίνητο εξακολουθεί αν είναι γραμμένο πάνω του. Τα δύο άλλα αυτοκίνητα για τα οποία είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο δεν τα έχει ξαναδεί και δεν ξέρει τι απέγιναν, όταν είχε πάει στη μάντρα του εναγόμενου δεν τα είδε εκεί. Το αυτοκίνητο PRADA το είχε δει στο γκαράζ του σπιτιού του εναγόμενου όταν μαζί του βρισκόταν κάποιος Σοφούλλης Χαραλάμπους. Για τον λόγο ότι δεν πληρώθηκε μέχρι σήμερα οποιονδήποτε ποσό αξιώνει όπως η απαίτηση του. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο PRADA που είχε δει στον χώρο στάθμευσης έξω από τον Ιππόδρομο δεν ήξερε εάν είχε αριθμούς εγγραφής. Σίγουρα δεν είχε πινακίδα με την ένδειξη ¨ΔΟΚΙΜΗ¨. Παραδέχθηκε ότι στη Κύπρο υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα της ίδιας μάρκας και του ίδιου χρώματος. Αναγνώρισε όμως το συγκεκριμένο αυτοκίνητο λόγω της ιδιότητας του ως βαφέας αυτοκινήτων. Το είχε αναγνωρίσει από τα σημεία επιδιόρθωσης του τα οποία γνώριζε ο ίδιος. Η χρέωση για ρυμούλκηση των Λ.Κ.150,00 αφορούσε μετακινήσεις του αυτοκινήτου από το γκαράζ του μηχανικού στον ηλεκτρολόγο κ.λ.π. Ο εναγόμενος του είχε ζητήσει να του βγάλει απόδειξη γι΄αυτό το ποσό όταν του έδωσε τις Λ.Κ.150,
- Είχαν συμφωνήσει ότι τα έξοδα της ρυμούλκησης θα τα επιβαρυνόταν ο εναγόμενος και ο ίδιος τα έξοδα της μπογιάς κ.λπ. Σε υποβολή ότι έχει αλλάξει θέση με όσα υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι λέγει τα ίδια και ότι η επιταγή που έδωσε στον εναγόμενο για Λ.Κ.2.000,00 και στη συνέχεια Λ.Κ.150,00 αφορούσε εξασφάλιση του εναγόμενου με τους τόκους του για δύο μήνες που αυτός περίμενε για να παραλάβει το αυτοκίνητο. Σε νέα υποβολή ότι δεν έλεγε την αλήθεια καθώς ο εναγόμενος του είχε δώσει αρχικά το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 και στη συνέχεια σε άλλο στάδιο το ποσό των Λ.Κ.150,00 το οποίο χρειάστηκε για εξαρτήματα, ανέφερε ότι ήταν ο εναγόμενος που του ζήτησε απόδειξη για λογιστικούς σκοπούς όπως του είχε πει και ότι στη συνέχεια θα τα έβρισκαν μεταξύ τους. Ισχυρίστηκε ότι είχε παραδώσει το PRADA άγραφο και χωρίς άδεια κυκλοφορίας καθώς ο εναγόμενος του είχε πει ότι είχε πελάτη και ότι αυτά τα ζητήματα θα τα τακτοποιούσαν αργότερα. Είχε κάμει με την τράπεζα του συνεννόηση για το ζήτημα της ανταλλαγής του οχήματος PRADA με τα δύο αυτοκίνητα και μάταια ανέμεναν τον εναγόμενο να πάει να υπογράψει λέγοντας του ότι θα το έκαμνε αργότερα. Επέμενε ότι το όχημα PRADA το είχε παραδώσει στον εναγόμενο στη παρουσία του Σοφούλλη Χαραλάμπους. Αρνήθηκε υποβολή ότι προσπάθησε να εξαπατήσει τον εναγόμενο παίρνοντας του τα χρήματα του λέγοντας ότι δεν θα το έκανε για Λ.Κ.2.000,00 για να χάσει Λ.Κ.12.000,
- Στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 το έντυπο 72 Α Αρ. 9929199 που αφορούσε το αυτοκίνητο PRADA το οποίο παρουσιάζει τα στοιχεία του εν λόγω αυτοκινήτου κατά την εισαγωγή του ως μεταχειρισμένου αυτοκινήτου και ότι αυτό ανήκε σε κάποια εταιρεία από τη Λεμεσό. Σε υποβολή ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ξένης ιδιοκτησίας όταν συμφώνησε να το πωλήσει στον εναγόμενο και επιπλέον ότι αυτό ήταν χρηματοδοτημένο πέραν της πραγματικής του αξίας και ότι δεν το παρέδωσε ποτέ στον εναγόμενο ανέφερε ότι ήταν δική του η χρηματοδότηση στην Ελληνική Τράπεζα, δεν ήταν πέραν της αξίας του γιατί το συμβόλαιο χρηματοδότησης αφορούσε δύο αυτοκίνητα και όχι μόνο το επίδικο και ότι παράδωσε το αυτοκίνητο στον εναγόμενο και προς τούτο επικαλέστηκε τον κοινό τους φίλο τον Σάββα Παύλου που τους είχε φέρει σε επαφή και ο οποίος θα ερχόταν στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Σε υποβολή ότι ο μοναδικός λόγος που είχε εκδώσει την επιταγή των Λ.Κ.2.150,00 στον εναγόμενο ήταν μετά από την καταγγελία του εναγόμενου ότι του απόσπασε χρήματα με ψευδείς παραστάσεις και ότι ήταν μετά από προσπάθειες κάποιου αστυνομικού που πείστηκε να δώσει την επιταγή για να μη προχωρήσει η καταγγελία, ανέφερε ότι δεν παραδεχόταν κάτι τέτοιο και προκάλεσε να κληθεί η αστυνομία γι΄αυτό τον ισχυρισμό καθώς ο ίδιος ούτε κάν κατάθεση δεν έδωσε γι΄αυτό το ζήτημα. Αναγνώρισε το τιμολόγιο του με ημερομηνία 29.08.2003 με το οποίο παρείχε εξουσιοδότηση πώλησης στον εναγόμενο των δύο αυτοκινήτων που αναφέρονται στο τεκμήριο
- Αρνήθηκε υποβολές ότι είχε δώσει αυτή την εξουσιοδότηση όπως και την επιταγή με σκοπό να εξουδετερωθούν τα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο 1 και να λυθούν όλες οι μεταξύ τους διαφορές. Αρνήθηκε τη θέση του εναγόμενου ότι ο λόγος που πλήρωσε σε μετρητά την επιταγή ήταν για να του υπογράψει ο εναγόμενος έγγραφο ότι δεν είχε παράπονο για να αφαιρεθεί έτσι το όνομα του από τον κατάλογο ΚΑΠ. Ο λόγος που καθυστέρησε να κινηθεί δικαστικά και το έκαμε μόλις τον Οκτώβριο του 2006 και όχι από το 2003 ήταν ότι είχε μιλήσει στο τηλέφωνο με τον εναγόμενο και διαπίστωσαν ότι είχαν και οι δύο οικονομικά προβλήματα. Παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 6 η κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου από τον Μάιο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2006 ο οποίος ήταν πάντοτε πιστωτικός και στον οποίο φαινόταν η κατάθεση της επιταγής των Λ.Κ.2.150,00 που ο ενάγοντας έδωσε στον εναγόμενο. Παραδέχθηκε ότι ο εναγόμενος μεσολάβησε πρόσφατα να τον βοηθήσει να εξασφαλίσει κάποιο δάνειο. Στην επανεξέταση του επέμεινε ότι είχε δει το αυτοκίνητο PRADA στο χώρο στάθμευσης έξω από τον Ιππόδρομο στη Λευκωσία και ανέφερε ότι δεν έφερε αριθμούς εγγραφής. Ο ίδιος το είχε αγοράσει το εν λόγω αυτοκίνητο από κάποιο Παξιόλα στη Λάρνακα. Επανέλαβε ότι δεν ενημερώθηκε από οποιονδήποτε αστυνομικό ότι είχε καταγγελθεί από τον εναγόμενο για οποιοδήποτε αδίκημα. Η μαρτυρία του εναγόμενου: Προς υποστήριξη της δικής του εκδοχής κατάθεσε ο εναγόμενος. Ανάφερε ότι απασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων στο Τσέρι. Ο ενάγοντας του πρότεινε να του πωλήσει ένα αυτοκίνητο PRADA και ο ίδιος θα του έδιδε δύο άλλα αυτοκίνητα και Λ.Κ.4.000,00 σε μετρητά με το που θα του παρέδιδε το αυτοκίνητο PRADA με τις άδειες του και γραμμένο στο όνομα του. Προς τούτο του είχε δώσει Λ.Κ.2.000,00 ως προκαταβολή αλλά ο ενάγοντας δεν του παρέδωσε το αυτοκίνητο. Του είχε δώσει ακόμα το ποσό των Λ.Κ.150,00 για κάποια εξαρτήματα. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1,2,3, και 5 και ανέφερε τη θέση και τη δική του εξήγηση γι΄αυτά. Ο ενάγοντας του υποσχόταν συνεχώς ότι θα ετοίμαζε το εν λόγω αυτοκίνητο και συνεχώς ανέβαλλε την παράδοση του, χωρίς τελικά να του το παραδώσει. Όταν κατάλαβε ότι δεν θα του το παρέδιδε συμφώνησαν να του δώσει τα χρήματα της προκαταβολής πίσω και να ¨ξηλώσουν¨ την πράξη. Τότε ο ενάγοντας του πήρε μια επιταγή για Λ.Κ.2.150,00 όσα δηλαδή του χρωστούσε και έτσι ¨ξήλωσαν ¨την πράξη. Λόγω του ότι η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στη συνέχεια ο ενάγοντας του την εξαργύρωσε σε μετρητά και του έδωσε πίσω την επιταγή του. Στο τεκμήριο 6 που είναι η κατάσταση λογαριασμού του φαίνονται οι δύο πράξεις της κατάθεσης της εν λόγω επιταγής και της επιστροφής της ως απλήρωτης. Τα δύο αυτοκίνητα που φαίνονται στο Τεκμήριο 1 τα είχε πωλήσει μετά από πολύ καιρό αφότου είχε ¨ξηλωθεί¨ η πράξη που είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα. Ποτέ δεν είχε παραλάβει το αυτοκίνητο PRADA. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι γνωρίζει κάποιο Σάββα Παύλου από την Δρομολαξιά ο οποίος ήταν φίλος του και οδηγούσε ανυψωτικό μηχάνημα και είχε την έδρα του την μάντρα των αυτοκινήτων του στο Τσέρι. Την ίδια ημέρα που υπέγραψε το Τεκμήριο 1 είχε δώσει τις Λ.Κ.2.000,00 στον ενάγοντα και αργότερα το ποσό των Λ.Κ.150,00 που αφορούσε εξαρτήματα καθώς ήταν χτυπημένο το αυτοκίνητο και ήθελε κάποια έξοδα για εξαρτήματα. Επανέλαβε την εκδοχή του σε σχέση με τα δύο αυτοκίνητα που είχε αναλάβει με συμφωνία με τον ενάγοντα να τα πωλήσει εκ μέρους του. Διαφώνησε ότι στη συμφωνία τους καθοριζόταν η τιμή των δύο αυτοκινήτων σε Λ.Κ.8.000,00 και ότι το τελικό τίμημα ήταν Λ.Κ.12.000,00 λέγοντας ότι αυτή διαλάμβανε Λ.Κ.4.000,00 σε μετρητά και τα δύο αυτοκίνητα και προς τούτο του είχε δώσει το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 ως προκαταβολή. Σε σχέση με την μεταγενέστερη συμφωνία που έκαμαν για τα δύο αυτοκίνητα δικαιολόγησε το γεγονός ότι αυτή είχε γίνει τον Αύγουστο του 2003 και αφότου είχε ξηλωθεί η πράξη γιατί του παρείχε πίστωση χρόνου επιδεικνύοντας υπομονή για να μπορέσει και ο ενάγοντας να του παραδώσει το αυτοκίνητο που είχαν συμφωνήσει. Αρνήθηκε υποβολή ότι είχε παραλάβει το αυτοκίνητο αυτό από το γκαράζ του Σοφούλλη Χαραλάμπους στη Δρομολαξιά. Παραδέχθηκε ότι είχε πάει σ΄αυτό το γκαράς για να δει το αυτοκίνητο και την κατάσταση του αλλά όχι για να το παραλάβει. Δεν είχε δει ποτέ αυτό το αυτοκίνητο να κυκλοφορεί, δεν πηγαίνει στον Ιππόδρομο στη Λευκωσία και εφόσον δεν είχε πάρει αυτό το αυτοκίνητο σίγουρα δεν θα μπορούσε να το είχε δώσει σε κάποιο τρίτο άτομο το οποίο το κυκλοφορούσε. Παραδέχθηκε ότι ο ενάγοντας του ζητούσε το υπόλοιπο που είχαν συμφωνήσει αλλά εφόσον ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν στη δική του υποχρέωση δεν του έδιδε άλλα χρήματα. Είχε κάμει παράπονο στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λάρνακας ότι τον ξεγέλασε ο ενάγοντας καθώς δεν του παρέδιδε το αυτοκίνητο και όταν ανακάλυψε ότι αυτό ανήκε σε τράπεζα. Αρνήθηκε υποβολή ότι το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 της επιταγής που του έδωσε ο ενάγοντας ήταν για ασφάλεια έναντι της προκαταβολής που του είχε δώσει μέχρι να του παραδώσει το αυτοκίνητο και ότι δεν είχε διευθετηθεί αυτή η διαφορά τους με την πληρωμή αυτής της επιταγής. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και πως οι ίδιοι την αντιλήφθηκαν σχολιάζοντας συγκεκριμένα σημεία της. Ο καθένας εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνει πιστευτός και να γίνει αποδεκτή η εκδοχή που ανέπτυξε ο δικός του πελάτης σε σχέση με τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης. Το όλο ζήτημα, όπως τέθηκε, έγκειται στην αξιοπιστία του κάθε ενός από τους διαδίκους και ανάλογα με την αξιολόγηση που θα τύχει η μαρτυρία τους θα πρέπει να είναι και η απόφαση του δικαστηρίου. Επισημάνθηκε από την πλευρά του εναγόμενου ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία είτε αυτός χρωστά στον ενάγοντα Λ.Κ.12.000,00 και όχι Λ.Κ.10.000,00 που αξιώνει ο ενάγοντας είτε δεν θα πρέπει να του χρωστάει κανένα ποσό. Επεσήμανε τον χρόνο που άφησε ο ενάγοντας να παρέλθει άπρακτος και χωρίς καμιά διεκδίκηση από τον εναγόμενο πριν λάβει μέτρα εναντίον του ως στοιχείο το οποίο θα πρέπει να προσμετρήσει εναντίον της αξιοπιστίας του. Τέλος, εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα σε συσχετισμό με τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν δεν υποστηρίζουν την εκδοχή του ενάγοντα. Αφού η συναλλαγή με τον ενάγοντα δεν τελεσφόρησε και αυτή ακυρώθηκε ο εναγόμενος διέθεσε όπως είχε δικαίωμα τα δύο αυτοκίνητα προς όφελος του χωρίς να υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη απέναντι στον ενάγοντα. Το αυτοκίνητο ποτέ δεν γράφτηκε επ΄ονόματι του εναγόμενου καθώς αυτό ποτέ δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του ενάγοντα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα και τον εναγόμενο να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σε σχέση με την αντίκριση μαρτυρίας ειδικά όπου εξετάζονται δύο διαμετρικά αντίθετες εκδοχές βλέπε τα όσα λέχθηκαν στην Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2009. Στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. σελ. 407, σε σχέση με τις αντιφάσεις ή την έλλειψη αντιφάσεων από μια μαρτυρία λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Η έλλειψη αντίφασης στη μαρτυρία μιας πλευράς, και αν ακόμα εκλαμβανόταν ως δεδομένη δεν αρκεί για να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας κρίνεται σε πολύ ευρύτερο πλαίσιο και με αναφορά σε οτιδήποτε σχετικό, περιλαμβάνει δε και την ίδια την υποκειμενική αντίληψη φιλαλήθειας των μαρτύρων εκ μέρους του εκδικάζοντος δικαστή¨. Λαμβάνω υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και τις παραδοχές τους σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Λαμβάνω υπόψη μου περαιτέρω, τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανέλυσαν τόσο την μαρτυρία δίδοντας τη δική τους ερμηνεία σε αυτή όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Θα αναφερθώ στη συνέχεια σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας τα οποία θα με οδηγήσουν σε ευρήματα επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και στην κατάληξη μου. Επισημαίνω κατ΄αρχή τη διάσταση που υπάρχει σε σχέση με το ποσό που αξιώνεται εκ μέρους του ενάγοντος στην έκθεση απαιτήσεως του με όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του. Αξιώνεται το ποσό των Λ.Κ.10.000,00 ενώ σύμφωνα με ισχυρισμό του ενάγοντος η συμφωνία τους ήταν για Λ.Κ.12.000,
- Εφόσον η θέση του ενάγοντος ήταν ότι παρέδωσε το PRADA στον εναγόμενο και δεν έλαβε έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος οποιοδήποτε ποσό θα έπρεπε λογικά να αξιωνόταν το ποσό των Λ.Κ.12.000,00 που ισχυρίζεται ότι συμφώνησαν, εάν δεχθούμε ότι η συμφωνηθείσα αξία των δύο οχημάτων ήταν Λ.Κ.8.000,00 που ο εναγόμενος δεν δέχθηκε ότι ήταν αυτή. Προβάλλεται επίσης στην έκθεση απαιτήσεως (παρ. 4 και 5) ότι ο εναγόμενος κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των Λ.Κ.2.000,
- Όμως, όπως ο ίδιος ανέφερε, αναγκάστηκε να του επιστρέψει το ποσό αυτό με επιταγή όπως και επιπρόσθετα το ποσό των Λ.Κ.150,00 που του έδωσε αργότερα. Επομένως διακρίνω σοβαρή διάσταση μεταξύ δικογραφημένων ισχυρισμών και της μαρτυρίας του ενάγοντος. Το ίδιο συμβαίνει και με τον ισχυρισμό της παραγράφου 6 της απάντησης στην υπεράσπιση όπου αρνείται ότι ο εναγόμενος του έδωσε Λ.Κ.2.150,00 αλλά ότι του έδωσε μόνο Λ.Κ.2.000,00 γεγονός που διαψεύδεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, που είναι η απόδειξη για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.150,
- Κρίνω ότι είναι εκ των υστέρων σκέψη ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο ενάγοντας για πρώτη φορά στην απάντηση του στην υπεράσπιση και υποστήριξε και ενώπιον του δικαστηρίου, ότι τάχα το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 που δόθηκε με επιταγή στον εναγόμενο αποσκοπούσε σε εξασφάλιση (ασφάλεια) για την παράδοση του οχήματος PRADA στον εναγόμενο, εφόσον εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε όπως φρόντισε να το κάμει και με την αρχική συμφωνία να περιλάβει και αυτό το ζήτημα στη γραπτή τους συμφωνία έτσι που να μη παρέχεται οποιαδήποτε δυνατότητα στον εναγόμενο να ισχυριστεί διαφορετικά. Εξάλλου εάν η επιταγή αυτή είχε δοθεί την ημέρα που είχε συναφθεί η μεταξύ τους συμφωνία στις 15.05.2003 κατά την οποία πληρώθηκε και η προκαταβολή των Λ.Κ.2.000,00, κάτι που ασφαλώς δεν ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, διερωτώμαι γιατί δεν γράφτηκε είτε πάνω στη συμφωνία (Τεκμήριο 1) ή ακόμα και επί της απόδειξης (Τεκμήριο2). Εάν πάλι σε αυτό αποσκοπούσε η πληρωμή αυτού του ποσού των Λ.Κ.2.000,00 γιατί το επέστρεψε με επιταγή αργότερα στον εναγόμενο όταν αυτός δεν του πλήρωσε ούτε το υπόλοιπο των Λ.Κ.2.000,00 ούτε και του παρέδωσε τα δύο αυτοκίνητα που συμφωνήθηκαν. Η δικαιολογία που πρόβαλε ότι εξαναγκάσθηκε να ο κάμει για να αφαιρεθεί το όνομα του από το ΚΑΠ δεν μπορεί να έχει αντίκριση και βρίσκω ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη. Εάν από την άλλη η συμφωνηθείσα αξία των δύο αυτοκινήτων ήταν Λ.Κ.8.000,00 γιατί δεν γράφτηκε επί του τεκμηρίου 1 αλλά ούτε και αργότερα επί του τεκμηρίου 5 με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον εναγόμενο να του πωλήσει τα δύο αυτοκίνητα χωρίς όμως να καθορίζει έστω ένα ελάχιστο τίμημα. Επομένως και σε αυτό το επιμέρους ζήτημα της αξίας δηλαδή των δύο οχημάτων καταλήγω ότι η εκδοχή του ενάγοντα ο οποίος ισχυρίστηκε, όπως φαίνεται και επί του τεκμηρίου 1, ότι δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένη αξία για κάθε ένα από αυτά ή και για τα δύο μαζί είναι πιο πειστική. Για το ζήτημα της παράδοσης του οχήματος PRADA ο ενάγοντας ανέφερε ότι στη παρουσία του ο εναγόμενος το παρέλαβε από το γκαράζ του μηχανικού Σοφούλλη Χαραλάμπους στο χωριό Δρομολαξιά. Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να διερωτηθεί γιατί δεν κάλεσε αυτό το πρόσωπο να καταθέσει γι΄αυτό το γεγονός όπως και τον Σάββα Παύλου για τον οποίο είχε δηλώσει ότι θα τον έφερνε να μαρτυρήσει όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του. Η απλή επίκληση των πιο πάνω προσώπων δεν προσθέτει οτιδήποτε στη μαρτυρία του, αντίθετα την καθιστά τρωτή όταν μάλιστα δεν έδωσε οποιανδήποτε εξήγηση για την μη κλήτευση τους για να υποστηρίξουν τις θέσεις του όπως τους επικαλέστηκε. Ανέφερε ότι είχε δει το εν λόγω όχημα σταθμευμένο στο γκαράς της οικίας του εναγόμενου στη παρουσία μάλιστα κάποιου τρίτου προσώπου, του Σοφούλλη Χαραλάμπους. Εάν αυτό είχε συμβεί τότε γιατί δεν το φωτογράφησε το αυτοκίνητο και γιατί δεν προχώρησε με καταγγελία του εναγόμενου στην αστυνομία ότι κατακράτησε το όχημα για το οποίο αντιμετώπιζε υπόθεση παρακοής διατάγματος του Δικαστηρίου. Γιατί άφησε το ζήτημα σε εκκρεμότητα για τρία χρόνια; Πρόκειται για εύλογα ερωτήματα η μη απάντηση στα οποία καθιστά την μαρτυρία του επισφαλή. Τέλος, για τον ισχυρισμό ότι είδε το εν λόγω όχημα σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης του Ιππόδρομου στη Λευκωσία αυτό δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη ότι το είχε σταθμεύσει εκεί ο εναγόμενος, ο οποίος σημειώνω ότι αρνήθηκε ότι συχνάζει στον Ιππόδρομο, ή κάποιος στον οποίο το είχε δώσει ο εναγόμενος το εν λόγω αυτοκίνητο. Υπάρχει όμως και κάτι σημαντικό ως προς αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του ενάγοντος. Το εν λόγω αυτοκίνητο, και είναι γεγονός ότι μάσησε τα λόγια του όταν ρωτήθηκε κατά την κυρίως εξέταση του εάν δηλαδή έφερε πινακίδες εγγραφής, αναφέροντας αρχικά ότι δεν θυμόταν για να απαντήσει κατά την αντεξέταση του με σιγουριά ότι αυτό δεν έφερε πινακίδες εγγραφής. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα και ενώ εκκρεμούσε εναντίον του αίτηση παρακοής διατάγματος του δικαστηρίου για την παράδοση του, τότε γιατί δεν κάλεσε αμέσως την αστυνομία για να καταγγείλει την υπόθεση και να αναλάβει την εξεύρεση του προσώπου που στάθμευσε εκεί το εν λόγω όχημα και να το παραλάβει εφόσον είναι δικό του. Δεν έκαμε τίποτε με σκοπό να βρεθεί ο οδηγός του οχήματος που το στάθμευσε στον συγκεκριμένο χώρο, να φροντίσει να το παραλάβει και να συμμορφωθεί με διάταγμα του δικαστηρίου που τον διάτασσε να το παραδώσει στην τράπεζα στην οποία ήταν χρηματοδότηση και για το οποίο έφερε ευθύνη όπως ισχυρίστηκε. Για το ζήτημα της μεταβίβασης του οχήματος PRADA επ΄ ονόματι του εναγόμενου και πάλι επικαλέστηκε μαρτυρία από την τράπεζα ότι τάχα είχαν ετοιμαστεί τα έγγραφα για την ανταλλαγή του με τα δύο οχήματα που είχαν συμφωνήσει με τον εναγόμενο και ανέμεναν μάταια τον εναγόμενο να μεταβεί στην τράπεζα να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Βρίσκω και πάλι ενόψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να συνηγορεί σε αυτή τη θέση του όπως θα ήταν κάποια επιστολή, ότι και πάλι πρόκειται για ισχυρισμό που εφευρέθηκε εκ των υστέρων. Σε τέτοια πάλι περίπτωση πως στη συνέχεια υπέγραψε εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 5) στον εναγόμενο να του πωλήσει τα εν λόγω δύο οχήματα εφόσον πρόθεση του ήταν να τα χρησιμοποιήσει για να αντικατασταθεί το όχημα PRADA από τη μέχρι τότε χρηματοδότηση του. Γεγονός παραμένει ότι ποτέ το εν λόγω όχημα δεν μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι του εναγομένου εντός 20 ημερών από την αρχική συμφωνία της 15.05.2003 ούτε και αργότερα όπως ήταν η συμβατική του υποχρέωση. Ο χρόνος που άφησε να παρέλθει μέχρι που να αποφασίσει να κινηθεί με την έγερση της παρούσας αγωγής και χωρίς για τρία ολόκληρα χρόνια να υπάρξει οποιαδήποτε προειδοποίηση του εναγόμενου για την εκκρεμούσα υποχρέωση του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων επέδειξε τουλάχιστον επιπόλαιη στάση και αδιαφορία στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, στάση που συνηγορεί υπέρ της αποδοχής της θέσης του εναγόμενου ότι όλες οι μεταξύ τους διαφορές λύθηκαν με την πληρωμή και εξόφληση της επιταγής για το ποσό των Λ.Κ.2.150,00 το οποίο ο τελευταίος κατέβαλε στον ενάγοντα λόγω της μη ανταπόκρισης στην υποχρέωση που είχε ο ενάγοντας. Η στάση του ενάγοντα να αφήσει τόσο χρονικό διάστημα να παρέλθει άπρακτα κατά την άποψη μου παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου για την εντός εύλογου χρόνου διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων (Άρθρο 30 παρ. 2). Η δικαιολογία που έδωσε ότι τάχα είχαν και οι δύο οικονομικά προβλήματα σε αυτό το χρονικό διάστημα δεν ευσταθεί τουλάχιστον για την περίπτωση του εναγόμενου του οποίου ο τραπεζικός λογαριασμός που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 6 ήταν καθ΄όλο αυτό το χρονικό διάστημα δηλαδή μεταξύ Μαΐου 2003 και Αυγούστου 2006 πιστωτικός και δεν παρουσιάζεται τουλάχιστον μέσω αυτού του λογαριασμού κακή οικονομική κατάσταση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θα απορρίψω τη μαρτυρία του ενάγοντος ως μη πειστική, αντιφατική και αναξιόπιστη. Ο ίδιος ο ενάγοντας δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση παρόλο ότι παρουσιάστηκε κατ΄ επίφαση άνετος στο εδώλιο του μάρτυρα. Διέκρινα με τον τρόπο που μιλούσε έντονη νευρικότητα η οποία εκφραζόταν τόσο με τις κινήσεις του όσο και με τον χειμαρρώδη τρόπο με τον οποίο μιλούσε, έτσι που ανάγκασε το δικαστήριο να τον διακόψει πολλές φορές εφόσον ούτε καν η στενογράφος δεν προλάμβανε να καταγράψει τα όσα έλεγε. Εφεύρισκε συνεχώς τρόπους να υπεκφεύγει στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και ήταν εύκολο γι΄αυτόν να έχει πάντοτε μια απάντηση σε σχέση με τη συναλλαγή του με τον εναγόμενο οι οποίες όμως αντικριζόμενες στο σύνολο τους δεν δείχνουν κάποια συνοχή ή λογική συνέπεια. Από την άλλη η μαρτυρία του εναγόμενου ήταν φυσική, είχε συνοχή και πειστικότητα. Μου προκάλεσε καλή εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας με τον συγκροτημένο και νηφάλιο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και την εκδοχή του θα αποδεχθώ στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Οι διάδικοι ασχολούνταν κατά τον επίδικο χρόνο επαγγελματικά με δραστηριότητες που είχαν σχέση τα αυτοκίνητα, ο ενάγοντας ως πογιατζής - ισιωτής και ο εναγόμενος ως μεταπωλητής αυτοκινήτων. Την 15.05.2003 συμφώνησαν όπως ο ενάγοντας πωλήσει στον εναγόμενο ένα αυτοκίνητο μάρκας TOYOTA PRADO LAND CRUISER το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ήταν χτυπημένο και χρειαζόταν ακόμα επιδιορθώσεις. Το όχημα αυτό ο ενάγοντας θα ήταν υπόχρεος να το παραδώσει σε 20 ημέρες εγγεγραμμένο επ΄ονόματι του εναγόμενου με άδεια κυκλοφορίας μέχρι το τέλος του
- Έναντι του τιμήματος ο εναγόμενος θα ήταν υπόχρεος να του παραδώσει δύο αυτοκίνητα που έφεραν αριθμούς εγγραφής VJ 648 και VL 85 και επιπρόσθετα το ποσό των Λ.Κ. 4.000,00 σε μετρητά. Η πιο πάνω συμφωνία έλαβε γραπτή μορφή εφόσον καταγράφτηκε στο τιμολόγιο του ενάγοντος με αριθμό 426 (Τεκμήριο 1). Ο εναγόμενος πράγματι την ίδια ημέρα έδωσε στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 έναντι της πιο πάνω συμφωνίας και προς τούτο ο ενάγοντας εξέδωσε την απόδειξη με αρ. 260 (Τεκμήριο 2). Αργότερα, όπως διαπιστώνεται από τον αριθμό της νέας απόδειξης, αρ. 269, που του εξέδωσε, ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα ακόμα ένα ποσό Λ.Κ.150,00 έναντι της πιο πάνω συμφωνίας στον ενάγοντα με το οποίο θα αγοράζονταν εξαρτήματα που απαιτούνταν για την επιδιόρθωση του οχήματος PRADA (Τεκμήριο 3). Η προθεσμία που τάχθηκε με τη συμφωνία των 20 ημερών δεν τηρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος. Παρασχέθηκε περαιτέρω χρόνος σε αυτόν για να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις χωρίς όμως αποτέλεσμα και χωρίς ποτέ το εν λόγω όχημα να παραδοθεί στον εναγόμενο. Στα πλαίσια των προσπαθειών που γίνονταν προς διευθέτηση της μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίας, συμφωνήθηκε την 29.08.2003 (Τεκμήριο 5) όπως τα δύο αυτοκίνητα τα οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να παρέδιδε στον εναγόμενο με βάση την αρχική τους συμφωνία να τα πωλήσει ο εναγόμενος για λογαριασμό του ενάγοντα. Περί τον Σεπτέμβριο του 2003 και εφόσον δεν υπήρχε συμμόρφωση του ενάγοντα με τα συμφωνηθέντα και αφού ο εναγόμενος ανακάλυψε ότι το όχημα PRADA δεν ήταν ιδιοκτησίας του ενάγοντος αλλά αυτό ανήκε σε κάποια εταιρεία από τη Λεμεσό και ήταν χρηματοδότηση σε τράπεζα, ο εναγόμενος αναγκάστηκε να καταγγείλει τον ενάγοντα στην αστυνομία με την κατηγορία της απόσπασης του ποσού των Λ.Κ.2.150,00 με ψευδείς παραστάσεις. Ο ενάγοντας μετά από παρότρυνση αστυνομικού εξέδωσε στο όνομα του εναγόμενου επιταγή για το πιο πάνω ποσό και συμφώνησαν με τον εναγόμενο όπως η πιο πάνω περιγραφόμενη συμφωνία τους δεν θα είχε πλέον οποιανδήποτε έννομη συνέπεια. Παρόλο ότι αρχικά η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε, στη συνέχεια το αντίτιμο της καταβλήθηκε σε μετρητά στον εναγόμενο και έτσι η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία λύθηκε. Παρήλθαν τρία και πλέον χρόνια χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε όχληση εκ μέρους του ενάγοντα προς τον εναγόμενο για οποιανδήποτε εκκρεμότητα παρέμενε συνεπεία της προαναφερθείσας συμφωνίας μέχρι που αποφάσισε να εγείρει την παρούσα αγωγή. Το όχημα PRADA ποτέ δεν μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι του εναγόμενου όπως διαλάμβανε η συμφωνία ούτε και παραδόθηκε στον εναγόμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Μετά τα όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου τα οποία με οδήγησαν στα ευρήματα τα οποία παρέθεσα πιο πάνω, είναι προφανές ότι ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται στις αστικές υποθέσεις δηλαδή αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτο η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο