← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ¨URALMETPROM¨ ( INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM) για διάλυση της πιο πά

ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ¨URALMETPROM¨ ( INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM) για διάλυση της πιο πάνω εταιρείας BESUNO LIMITED, Αρ. Αίτησης: 91/2008, 24 Ιουλίου,2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A83 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ (Δικαιοδοσία Εκκαθάρισης Εταιρειών) Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 91/2008 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ BESUNO LIMITED ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ - ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ¨URALMETPROM¨ ( INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM) για διάλυση της πιο πάνω εταιρείας BESUNO LIMITED. Ημερομηνία: 24 Ιουλίου,2009 Για την Αιτήτρια: κ. Α. Κυπρίζογλου για Ρίκκος Ερωτοκρίτου & Σία Για την Κθ΄ής η Αίτηση: κ. Π. Κούρτελλος για Πατρίκιος Παύλου & Σία ------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση της η αιτήτρια ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ- ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ¨URALMETPROM¨ INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM) EFIMAR TRADING LIMITED που είναι Ρωσική εταιρεία ως πιστωτής επιδιώκει την έκδοση διατάγματος διάλυσης της καθ΄ής η αίτηση εταιρείας BESUNO LIMITED από τη Λάρνακα. Η αίτηση έχει ως νομικό υπόβαθρο τα Άρθρα 211(
  2. e)(
  3. f)και 212 (a),(b),(
  4. c)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς και ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκο δήλωση του κ. Πανίκου Ν. Ονουφρίου εξουσιοδοτημένου από την αιτήτρια. Η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία συστήθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο την 20.03.1997 με αριθμό Η.Ε. 84919. Το εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ής η αίτηση εταιρείας βρίσκεται στη Λάρνακα. Το μετοχικό της κεφάλαιο μέχρι την 31.12.2007 ήταν 1.000 λίρες Κύπρου διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας Λ.Κ.1.00 η κάθε μετοχή και από την 1.01.2008 σε Ευρώ 1.710, διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας Ευρώ 1,71σ. η κάθε μετοχή. Μεταξύ των κυριότερων σκοπών για τους οποίους ιδρύθηκε η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία σύμφωνα με ιδρυτικό της έγγραφο η επενδυτική δραστηριότητα. Την 3.02.2005 εκδόθηκε απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Εμπορικής Διαιτησίας του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην υπόθεση αρ. 57/2004 για το ποσό των Δολ. Η.Π.Α. 1.194,376,00 και των Δολ. Η.Π.Α. 24.561,00 ως έξοδα διαιτησίας, συνολικά Δολ. Η.Π.Α. 1.218,937,00, (πιστοποιημένο αντίγραφο απόφασης μεταφρασμένο στην Ελληνική καθώς και πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης στη Ρωσική γλώσσα επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια Α & Β αντίστοιχα). Η αιτήτρια ζήτησε επανειλημμένα παρά της καθ΄ής η αίτηση την πληρωμή των ρηθέντων ποσών αλλά παρέλειψε να το πράξει και έτσι την 30.06.2008 επέδωσε σε αυτή αφήνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της ιδιοχείρως, υπογεγραμμένη ζήτηση (demand under hand) (αντίγραφα της ειδοποίησης και βεβαίωσης δικαστικού επιδότη επισυνάφθηκαν και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια Γ & Δ αντίστοιχα) καλώντας την Εταιρεία όπως πληρώσει τα πιο πάνω ποσά. Η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία αντιδρώντας απέστειλε επιστολή ημερ. 11.07.2008 (Τεκμήριο Ε) εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει υποχρέωση πληρωμής, πλην όμως η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι λόγοι που προτάσσει είναι παντελώς ανυπόστατοι και συνεπώς αρνήθηκε να συμμορφωθεί, δηλαδή να πληρώσει τα απαιτούμενα ποσά. Από της επιδόσεως της πιο πάνω ειδοποίησης παρήλθαν πέραν των 21 ημερών αλλά η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία παρέλειψε και/ή αμέλησε (neglected) να πληρώσει τα ρηθέντα ποσά ή να τα εξασφαλίσει ή να συμβιβαστεί κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε την αιτήτρια, με αποτέλεσμα η πιο πάνω οφειλή της προς αυτήν να παραμένει απλήρωτη και ανικανοποίητη. Γι΄αυτούς τους λόγους προβάλλεται ότι η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της, είναι αφερέγγυος και ανίκανη να πληρώσει και η αιτήτρια εξαιτείται: (α) Όπως η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία διαλυθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, (β) διαζευκτικά όπως εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο το δικαστήριο θα έκρινε ορθό και δίκαιο, (γ) τα έξοδα και Φ.Π.Α. Ο κ. Πανίκος Ονουφρίου με την ένορκο δήλωση του υιοθετεί και επαναλαμβάνει ως αληθινά όλα τα πιο πάνω και αιτείται διάταγμα διάλυσης και εκκαθάρισης της καθ΄ ής η αίτηση εταιρείας. Η καθ΄ής η αίτηση εταιρεία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους στην ένσταση της: Η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη (Liquidated) και δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις των Άρθρων 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Η καθ΄ης η αίτηση εταιρεία δεν οφείλει κανένα ποσό στην αιτήτρια. Η ισχυριζόμενη διαιτητική απόφαση στην οποία βασίζεται η αιτήτρια δεν μπορεί να εγγραφεί και/ή να αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά ούτε να εκτελεστεί με βάση τις πρόνοιες της Διεθνούς Συμβάσεως της Νέας Υόρκης η οποία κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Νόμο 84/1979. Κανένα έννομο αποτέλεσμα δεν δημιούργησε ούτε μπορεί να δημιουργήσει στην Κύπρο η ισχυριζόμενη διαιτητική απόφαση στην οποία βασίζεται η αιτήτρια για να προωθήσει την αίτηση της. Η καταχώρηση και/ή προώθηση της αίτησης διάλυσης είναι ενοχλητική, καταχρηστική και καταπιεστική (Frivolous, vexatious and oppressive) και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (Abuse of courts process) γιατί: (α) η αίτηση διάλυσης καταχωρήθηκε από την αιτήτρια μετά που η αίτηση εγγραφής και αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης στην οποία η αιτήτρια στηρίζεται έχει απορριφθεί από τα κυπριακά δικαστήρια (Τεκμήριο 1), (β) η αιτήτρια επιδιώκει την εκτέλεση διαιτητικής απόφασης μέσω της διαδικασίας της αίτησης διάλυσης τη στιγμή που τα κυπριακά δικαστήρια έχουν απορρίψει την αίτηση της αιτήτριας για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της ισχυριζόμενης διαιτητικής απόφασης. Ο εξουσιοδοτημένος διευθυντής της καθ΄ής η αίτηση και προσωπικά γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης κ. Μάριος Πίττας με την ένορκο δήλωση του υποστηρίζει την ένσταση. Πέραν των πιο πάνω λόγων τους οποίους επαναλαμβάνει, υποστηρίζει ότι: (α) η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν δημιούργησε ούτε δημιουργεί κανένα έννομο αποτέλεσμα στη Κύπρο ούτε συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 212 του Κεφ. 113, (β) δεν μπορεί να δημιουργήσει νομικές υποχρεώσεις σε βάρος της καθ΄ής η αίτηση στην Κύπρο, (γ) δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση στήριξης αίτησης διάλυσης σύμφωνα με τα Άρθρα 211 και 212 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις χωρίς την παράθεση προφορικής μαρτυρίας. Οι εισηγήσεις τους υπήρξαν πολύ υποβοηθητικές προς το Δικαστήριο για την μελέτη της υπόθεσης και την κατάληξη μου για τις οποίες και τους ευχαριστώ. Προς υποστήριξη των θέσεων τους επανέλαβαν ο καθένας στους λόγους που προβάλλουν στα αντίστοιχα έγγραφα τους (αίτηση και ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως και στα συνημμένα σε αυτά τεκμήρια), στις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τις αιτήσεις αυτής της φύσης όπως και σε σχετική νομολογία. Όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ ειδικότερα στις θέσεις τους στη συνέχεια της απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ : Πιστωτής εταιρείας του οποίου το χρέος έχει καταστεί πληρωτέο και που δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή, δικαιούται ex debito justitiae να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας έστω και αν αυτή βρίσκεται κάτω από εκούσια εκκαθάριση. Αυτό ισχύει ακόμα και όπου η εταιρεία έχει υποβάλει έφεση ενάντια στην απόφαση δυνάμει της οποίας δημιουργήθηκε το χρέος ή αν η εταιρεία έχει άλλη απαίτηση εναντίον του πιστωτή η οποία είναι το αντικείμενο δικαστικής ή άλλης διαδικασίας (βλ. Γ. Κακογιάννη, Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο, έκδοση 2001, σελ. 164). Η αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική πάνω στο θέμα αφού οι σχετικές διατάξεις του Αγγλικού Companies Act. 1948 ταυτίζονται με αυτές του Κεφ. 113. Το Άρθρο 211 (ε) (στ) του Κεφ. 113 είναι πιστή μετάφραση του Άρθρου 222 (
  5. e)(
  6. f)του πιο πάνω αγγλικού νόμου. Η οφειλή προς τον πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αναμφισβήτητη (βλ. In re Loukos Manufactures Ltd αίτηση προνομιακών ενταλμάτων με ημερομηνία 30.11.1998 και Re Bryant Investment Co Ltd

(1974)2 All E.R. 672). Το δικαίωμα πιστωτή να ζητήσει την διάλυση της εταιρείας δίδεται από το άρθρο 211 (ε) του Κεφ.
  1. Σε αυτό ορίζεται ότι εταιρεία μπορεί να εκκαθαριστεί από το δικαστήριο αν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Ειδικά κριτήρια ανικανότητας καθορίζονται στο Άρθρο 212 όπου τεκμαίρετε, μεταξύ άλλων, αφερεγγυότητα στην περίπτωση που η εταιρεία παραλείψει να πληρώσει το χρέος της με την παρέλευση τριών εβδομάδων ή να το εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή μετά από την επίδοση ιδιόχειρης αξίωσης πληρωμής προς αυτή από τον πιστωτή (βλ. Άρθρο 212 (α) του Κεφ. 113). Η διαδικασία που ακολουθείται ρυθμίζεται από τα άρθρα 213 & 214 του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 213.1, η αίτηση υποβάλλεται με αναφορά (petition). Κατά την ακρόαση το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την αίτηση με ή χωρίς όρους, να εκδώσει συντηρητικό ή άλλο διάταγμα ή να απορρίψει την αίτηση (Άρθρο 214.1 του Κεφ. 113). Σύμφωνα με το Άρθρο 213
(1): ¨Αίτηση στο Δικαστήριο για εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, είτε από την εταιρεία είτε από οποιονδήποτε πιστωτή ή πιστωτές (περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτή ή πιστωτών), συνεισφορέα ή συνεισφορέων ή από όλους ή οποιουσδήποτε από τα μέρη εκείνα, μαζί ή ξεχωριστά.¨ Στην υπόθεση Pan - Aman Hotels Ltd v. Εφόρου Φ.Π.Α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1796 αφού τονίστηκε ότι το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει ¨άλλους τρεις¨ λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1800: ¨Κυρίως όμως, η πλάνη έγκειται στην προσφυγή στο άρθρο 211(ε). Εδώ η μόνη αναφορά που υπήρχε στην αίτηση ήταν ότι: ¨Η Εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της¨. Τούτο ασφαλώς δεν είναι επαρκές, εφ΄όσον θα έπρεπε να προσδιορίζετο για ποία από τις τρεις περιπτώσεις που προνοούνται στο άρθρο 212 επρόκειτο. Η ευπαίδευτη Πρόεδρος προφανώς θεώρησε ότι η αίτηση μπορεί να βασισθεί γενικά στο άρθρο 211(ε) και ότι ήταν προς τούτο επαρκές να καταδειχθεί ότι η Εφεσείουσα δεν επλήρωσε το εν λόγω χρέος της. Αν όμως επιδιώκεται να βασισθεί η αίτηση γενικά στην ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212(γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά σε αποτυχία της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της αλλά επιβάλλεται αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας, λαμβανομένων υπ΄ όψη όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών, στα πλαίσια στάθμισης της συνολικής φερεγγυότητας της. Ήταν λοιπόν λανθασμένο να θεωρηθεί ότι η αίτηση μπορούσε να εξετασθεί στα πλαίσια του άρθρου 211(ε) γενικά, ουσιαστικά δηλαδή στη βάση του άρθρου 212(γ), εφόσον ούτε επαρκής αναφορά εγίνετο στην αίτηση ούτε σχετική μαρτυρία εδόθη, όπως ήταν βέβαια και ακόλουθα λανθασμένο να αποφασισθεί η επιτυχία της αίτησης στη βάση αυτή με μόνο δεδομένο την αποτυχία πληρωμής του συγκεκριμένου χρέους¨. Προσεκτική μελέτη της πιο πάνω υπόθεσης που εκδόθηκε 11 και πλέον χρόνια μετά την υπόθεση GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 14 ο λόγος της οποίας επαναλήφθηκε στην M.Moulettaris Machin.Co.Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) σελ. 1649 στις οποίες με παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές, όπου κρίθηκε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις του άρθρου 212, το οποίο δεν περιορίζει την γενικότητα του άρθρου 211 (ε) και ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα διάλυσης αν πιστοποιήσει αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212, δεν καταδεικνύει κάποια διαφορά ως προς την προσέγγιση τους και τούτο γιατί στην GIP Constructions Ltd εκείνο το οποίο αποφασίστηκε είναι η αποδοχή της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αδυναμίας πληρωμής και κατά συνέπεια η απόδειξη της αφερεγγυότητας της εταιρείας. Και αυτό εφόσον όπως εξηγείται στην ίδια αυτή απόφαση: ¨Όλη η μαρτυρία που προσήχθη, έστω και αν δεν προσφέρεται για εμπέδωση των περιπτώσεων που εξειδικεύονται στα άρθρα 212 (α) και 212 (β), εντούτοις αποτελεί καλή μαρτυρία μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της εξέτασης του κατά πόσον η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212(α) και 212(β) είναι η εξής: Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία. Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία η σχετική με την εξέταση του κατά πόσο η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της, ως θέμα στη γενική του άποψη, είναι συντριπτική και εμπεδώνει αναντίλεκτα το ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Η ένορκος δήλωση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της εταιρείας επιβεβαιώνει κι΄αυτή το ίδιο γεγονός¨. Είναι η θέση της καθ΄ής η αίτηση σύμφωνα με τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Pan - Aman Hotels (πιο πάνω) ότι όταν ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεων της περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών στα πλαίσια στάθμισης της συνολικής φερεγγυότητας αυτής, το δικαστήριο δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα εκκαθάρισης με βάση το Άρθρο 211(ε) και 212 (γ) του Κεφ. 113 και επομένως η αίτηση θα πρέπει να εξετασθεί με μόνη βάση το Άρθρο 212(α), το οποίο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζει, δημιουργεί νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής των χρεών της από την Εταιρεία. Είναι γεγονός ότι πλην της εκπλήρωσης της προϋπόθεσης του Άρθρου 212(α) περί επίδοσης υπογεγραμμένης απαίτησης στην καθ΄ης ή αίτηση στις 30.06.2008 η οποία είναι παραδεκτή, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει την αφερεγγυότητα της καθ΄ής η αίτηση. Σε σχέση όμως με αυτή την προϋπόθεση παρατηρώ ότι η καθ΄ής η αίτηση με την επιστολή της με ημερομηνία 11.07.2008, εντός δηλαδή της προθεσμίας των 21 ημερών μετά την επίδοση σε αυτή της απαίτησης της αιτήτριας, αρνήθηκε να συμμορφωθεί προβάλλοντας ως κύριο λόγο ότι η διαιτητική απόφαση στην οποία βασιζόταν η αξίωση δεν μπορούσε να εκτελεστεί και/ ή εγγραφεί και/ή αναγνωριστεί στη Κυπριακή Δημοκρατία και επομένως δεν έχει δημιουργήσει κανένα έννομο αποτέλεσμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για να μπορούσε περαιτέρω η αίτηση να έχει επιτυχία στη βάση αυτή, δηλαδή της ανικανότητας ή αδυναμίας να πληρώσει τα χρέη της θα έπρεπε να αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους της αιτήτριας που να καταδεικνύει την αδυναμία αυτή της καθ΄ής η αίτηση η οποία προβάλλει ως λόγο για τον οποίο δεν πληρώνει, το γεγονός ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση δεν έχει δημιουργήσει κανένα έννομο αποτέλεσμα στη Κύπρο το οποίο να την υποχρεώνει να το κάμει και ότι, όπως αναφέρει στη παρ. Δ της επιστολής της με ημερομηνία 11.07.2008 (Τεκμήριο Ε στην αίτηση) η αιτήτρια θα μπορούσε να υποβάλει αίτηση για διάλυση της μόνο με την εγγραφή και αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης από τα κυπριακά δικαστήρια. Οι δύο άλλοι λόγοι που προβάλλονται, ότι δηλαδή η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη και ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην αιτήτρια θα πρέπει να αντικρισθούν κάτω από το φακό της βασικής της θέσης ότι η διαιτητική απόφαση δεν δημιούργησε κανένα έννομο αποτέλεσμα στην Κύπρο. Σε καμιά περίπτωση δεν έχει δηλώσει ανικανότητα ή αδυναμία πληρωμής των χρεών της. Επομένως δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου όχι μόνο ικανοποιητικό υπόβαθρο που να ικανοποιεί αυτή την βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί αίτημα για διάλυση της καθ΄ής η αίτηση αλλά κανένα στοιχείο περί της φερεγγυότητας της. Παραμένει προς απάντηση το επόμενο βασικό ερώτημα κατά πόσο δηλαδή μπορεί μια διεθνής διαιτητική απόφαση, η οποία δεν έχει εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο, να αποτελέσει βάση αίτησης διάλυσης εταιρείας με βάση το δικαιϊκό μας σύστημα. Για το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκαν διιστάμενες απόψεις από τις δύο πλευρές. Η πλευρά της Αιτήτριας αφού επισημαίνει ότι δεν αμφισβητείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης που εξέδωσε το Διεθνές Δικαστήριο Εμπορικής Διαιτησίας του Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ερμηνεύοντας την πρόνοια του Άρθρου 212(β)* υποστηρίζει κατ΄ουσία τα ακόλουθα: (α) Δεν υπάρχει καμιά περιοριστική πρόνοια στο άρθρο αυτό σχετικά με το κατά πόσον η απόφαση ή η εντολή ή το διάταγμα θα πρέπει να προέρχεται από Δικαστήριο της Κυπριακής * Άρθρο 212 Παρ.β: ¨Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας , επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη¨. Δημοκρατίας, το οποίο έχει εκδώσει δικαστική απόφαση ή εγγράψει ή εκτελέσει ή αναγνωρίσει ημεδαπή ή αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, (β) ότι πρόκειται περί εκκαθαρισμένης απαίτησης, (γ) ότι ο εποπτικός έλεγχος που ασκούν τα κυπριακά δικαστήρια σύμφωνα με την νομολογία μας για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων επικεντρώνεται μόνο στην ουσία της εν λόγω διαιτητικής απόφασης η οποία ουσία δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και στην οποία αποφασίστηκε πως η καθ΄ής η αίτησης εταιρεία οφείλει συγκεκριμένο εκκαθαρισμένο χρηματικό ποσό στην αιτήτρια που δεν το κατέβαλε ποτέ και είναι αυτός ο λόγος που η αιτήτρια ακολούθησε αυτή τη δικαστική διαδικασία (βλ. Αίτηση αρ. 74/95 Αναφορικά με τη Beogradska Banka D.D. ημερ. 28.07.1995 1
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 737), (δ) εισηγείται ότι στις πρόνοιες του Κεφ. 10 περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου και συγκεκριμένα στο Άρθρο 4 γίνεται ρητή πρόνοια πως είναι δυνητική και όχι υποχρεωτική η ακολουθία της ανάλογης δικαστικής διαδικασίας για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, πριν επιχειρήσει ο εξ αποφάσεως πιστωτής να ασκήσει οιαδήποτε νόμιμα του δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω υπόθεση εναντίον του εξ αποφάσεως χρεώστη. Η πλευρά της καθ΄ής η αίτηση επί του ίδιου αυτού ουσιώδους ζητήματος εισηγήθηκε μεταξύ άλλων με παραπομπή σε διαφωτιστική και βοηθητική απόφαση, όπως την χαρακτήρισε και όπως πράγματι είναι, δικαστηρίου της Ινδίας, χώρας της Κοινοπολιτείας και ως εκ τούτου χώρας του Κοινοδικαίου (Common Law Country) της Vinayak Oil and Fats Private Ltd v. Andre (Cayman Islands) Trading Co Ltd (Αυθεντία ¨6¨) ότι: (α) Με τον κυρωτικό Νόμο 84/1979 η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε την Σύμβαση της Νέας Υόρκης η οποία αποτελεί την πιο σημαντική διεθνή συμφωνία αναφορικά με την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση διεθνών διαιτητικών αποφάσεων. Σκοπός της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι να ρυθμίσει και κατ΄ επέκταση να εναρμονίσει την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων σε χώρες που έχουν κυρώσει τη σύμβαση όπως δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση είναι η Κύπρος και η Ρωσία όπου εκδόθηκε η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση, (β) με βάση το ισχύον νομικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας οι αλλοδαπές διαιτητικές αποφάσεις εγγράφονται, αναγνωρίζονται και εκτελούνται στην Κύπρο αποκλειστικά και περιοριστικά μόνο με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και όχι και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και/ή μηχανισμό και (γ) με απόφαση του με ημερ. 28.11.2006 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε την αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια και με την οποία ζητούσε την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στη Κυπριακή Δημοκρατία με βάση τις πρόνοιες της σύμβασης της Νέας Υόρκης, γιατί όπως αποφασίστηκε δεν εκπληρώνονταν οι προϋποθέσεις που θέτει επιτακτικά η εν λόγω Σύμβαση και ως εκ τούτου η προσπάθεια έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αποσκοπεί μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης εταιρειών να αναγνωρισθεί στην ουσία και να διαταχθεί η εκτέλεση διαιτητικής απόφασης παρακάμπτοντας την κανονική οδό αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων όπως προβλέπεται στην πιο πάνω διεθνή σύμβαση. Ουσιαστικά η αιτήτρια επιδιώκει όπως το δικαστήριο διαπλάσει νομολογιακά μια νέα οδό διείσδυσης στην ημεδαπή έννομη τάξη διαιτητικής απόφασης προσδίδοντας εκτελεστότητα σε αυτή όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό στα πλαίσια του ορθού δικονομικού μηχανισμού που προβλέπεται από την ίδια την διεθνή σύμβαση και το αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που την έχει κυρώσει. Στην υπόθεση Beogradska (πιο πάνω) στις σελ. 751 και 752 αναφέρονται τα ακόλουθα: ¨ Η αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερθείσας αλλοδαπής εμπορικής διαιτητικής απόφασης επιδιώχθηκε με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/769), του οποίου οι πρόνοιες σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου. Το άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντος Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνεται επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας¨. Τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας ανέφερε περί του εποπτικού δικαστικού ελέγχου της διαιτητικής απόφασης, όπως εξάλλου αναφέρεται στην ίδια πιο πάνω απόφαση Beogradska στη σελ. 756, με όλο τον σεβασμό δεν έχουν να κάμουν με την ουσία του ζητήματος που εξετάζεται, η οποία δεν είναι άλλη από το κατά πόσο δηλαδή η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της αιτήτριας μπορεί να εκτελεστεί στη Κύπρο χωρίς προηγουμένως να εγγραφεί σύμφωνα με τη δικονομική πρακτική που ακολουθείται με βάση τους Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν έχουν θεσπιστεί κάποιοι ειδικοί κανονισμοί που να αφορούν τέτοιες διαδικασίες. Ούτε και καθ΄οινοδήποτε τρόπο προκύπτει από το λεκτικό του Άρθρου 4 του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου (Κεφ.10) εάν ήθελε εκληφθεί ότι εφαρμόζεται, η ερμηνεία που προσέδωσε σε αυτό ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση με βάση τον περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων Ν. 84/1979για την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης στη Κύπρο και η αίτηση της αυτή, για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση που εκδόθηκε την 28.11.2006 (βλέπε Τεκμήριο 1 στην ένσταση), απορρίφθηκε και η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη. Η ιδιότητα της αιτήτριας ως πιστωτή της καθ΄ής η αίτηση ερείδεται στην πιο πάνω διαιτητική απόφαση. Χωρίς την αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στη Κύπρο δεν υπάρχει δυνατότητα εκτέλεσης της και επ΄αυτού γίνεται πρόνοια τον ίδιο τον νόμο που κύρωσε την Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Νόμο (Ν. 84/1979)ο οποίος καθορίζει τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για ένα τέτοιο διάβημα. Τέτοια προσπάθεια προηγήθηκε χωρίς όμως επιτυχή για την αιτήτρια κατάληξη. Αυτό το γεγονός δεν παρέχει, κατά την άποψη μου, τη δυνατότητα στην αιτήτρια, παρακάμπτοντας αυτή την οδό, να επανέρχεται επικαλούμενη την πρόνοια του Άρθρου 212 (β) του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και να ισχυρίζεται ότι αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε απόφαση ή εντολή ή διάταγμα που θα πρέπει να προέρχεται από Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο έχει εκδώσει δικαστική απόφαση ή εγγράψει ή εκτελέσει ή αναγνωρίσει ημεδαπή ή αλλοδαπή διαιτητική απόφαση και άρα θα μπορούσε αλλοδαπή απόφαση είτε δικαστηρίου είτε διαιτητικού δικαστηρίου ή οργάνου να εκτελεστεί στη Κύπρο χωρίς να προηγηθεί αναγνώριση και εγγραφή της. Και όταν στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται η φράση ¨αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου .¨ δεν θα πρέπει να παραμένει αμφιβολία ότι εννοείται Δικαστηρίου που έχει καθιδρυθεί με βάση τις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως θα συμφωνήσω με τις θέσεις της πλευράς της καθ΄ής η αίτηση και τα διαλαμβανόμενα στην αυθεντία στην οποία με παρέπεμψε (Vinayak Oil and Fats Private Ltd πιο πάνω), ότι χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία εγγραφής και αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης έτσι ώστε αυτή να παράγει έννομα αποτελέσματα στη Κύπρο δεν μπορούν να ληφθούν δικαστικά μέτρα εκτέλεσης με βάση αυτή την απόφαση. Ενόψει αυτής της κατάληξης μου εξετάζοντας τις πιο πάνω βασικές πτυχές της υπόθεσης δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσουν περαιτέρω οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης εφόσον η όποια συζήτηση επ΄αυτών καθίσταται πλέον ακαδημαϊκή. Δεν θα με απασχολήσει επίσης και ένα άλλο ζήτημα το οποίο δεν έχει απασχολήσει και δεν έχει σχολιαστεί από καμιά πλευρά και αφορά την μη έκδοση οδηγιών για δημοσίευση της αίτησης όταν αυτή ορίστηκε αρχικά για ακρόαση και στη συνέχεια στις αναβολές για τον ίδιο σκοπό που δόθηκαν, η οποία διατάσσεται ως ζήτημα πρακτικής προς εξυπηρέτηση των σκοπών της διαδικασίας που αποσκοπεί αφενός στην ενημέρωση του κοινού ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να ρυθμίσουν ανάλογα τις δοσοληψίες τους με την καθ΄ής η αίτηση και αφετέρου για να λάβουν γνώση οι πιστωτές ή συνεισφορείς της. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης μου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) ....... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.