ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Αντώνη Χ. Αποστόλου κ.α., Αρ. Aγωγής: 2345/04, 23.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 2345/04 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων - και - Αντώνη Χ. Αποστόλου και άλλων Εναγομένων __________________ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.9.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κα Έλενα Ανδρέου. Για τους Εναγόμενους 1 και 3: Ο κ. Παπαμιχαήλ για κ. Βρυωνίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η εκδοχή των εναγόντων Είναι η εκδοχή των εναγόντων ότι:
- Κατόπιν αιτήματος (Τεκμήριο 22, ημερ. 8.6.2001 και Τεκμήριο 19, ημερ. 19.6.2001) του εναγόμενου 1 (που παρακάτω θα αναφέρεται και ως "ο εναγόμενος") και επιστολής των εναγόντων ημερ. 6.7.2001 (Τεκμήριο 1) την οποία ο εναγόμενος αποδέκτηκε, στις 16.7.2001, στη Λάρνακα, συνήψαν μεταξύ τους έγγραφη συμφωνία (Τεκμήριο 2) όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν ή συνεχίσουν να παρέχουν στον εναγόμενο τραπεζικές διευκολύνσεις, ήτοι δάνεια σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό ή / και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις για περίοδο και για ποσά κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων.
- Την ίδια ημέρα (16.7.2001) στα πλαίσια της παραπάνω συμφωνίας οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο έντοκο δάνειο εκ Λ.Κ.200.000 αποπληρωτέο με δόσεις. Το δάνειο παραχωρήθηκε με αντίστοιχη χρέωση του λογαριασμού δανείου του εναγόμενου με αρχικό αριθμό 0581-13-004426 (Τεκμήριο 3) που αργότερα έλαβε τον αριθμό 0584-22-026450 (Τεκμήριο 16).
- Οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε υπόλοιπο χωρίς προειδοποίηση.
- Προηγουμένως, στις 14.11.2000 η εναγόμενη 3 εγγυήθηκε εγγράφως κεχωρισμένα και / ή αλλυλέγγυα με τον εναγόμενο όλες τις υποχρεώσεις του τελευταίου προς τους ενάγοντες, υφιστάμενες τότε ή μελλοντικές, μέχρι του ποσού των Λ.Κ.60.000 πλέον τόκους κ.τ.λ. (Τεκμήριο 7).
- Εγγυητές των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1 ήταν και οι εναγόμενοι 2 και 3, ενώ επιπρόσθετες εξασφαλίσεις αποτελούσαν ενεχυριάσεις μετοχών από τους εναγόμενους 1, 3, 4 και
- Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες τερμάτισαν με επιστολές τους ημερ. 27.10.2003 (Τεκμήριο 15) τη λειτουργία του λογαριασμού και απαίτησαν εξόφληση του.
- Οι εναγόμενοι ουδέν επλήρωσαν εξού η παρούσα αγωγή.
- Εναντίον των εναγομένων 2, 4 και 5 εκδόθηκαν ερήμην αποφάσεις στις 6.10.
- Έτσι η παραμένουσα απαίτηση είναι εναντίον των εναγομένων 1 και
- Οι ενάγοντες ζητούν από τον εναγόμενο 1 το υπόλοιπο του δανείου και διάταγμα πώλησης των ενεχυριασθέντων μετοχών και από την εναγόμενη 3, ποσό σύμφωνα με την εγγύηση της και διάταγμα πώλησης των μετοχών που εκείνη ενεχυρίασε. Β. Η εκδοχή των εναγομένων 1 και 3
- Οι εναγόμενοι 1 και 3, χωρίς να αμφισβητούν τα έγγραφα, ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα δεν παραχωρήθηκε δάνειο στον εναγόμενο 1, ο οποίος ουδέποτε έλαβε το ποσό των Λ.Κ.200.000 από τους ενάγοντες. Επρόκειτο για εικονικό δάνειο που έγινε με πρωτοβουλία των εναγόντων και με σχέδιο του διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα κ. Κουφοπαύλου, αφενός για να εξυπηρετηθεί τρίτο πρόσωπο (Λευτέρης Μήλος) και αφετέρου για να διασφαλίσουν οι ενάγοντες άλλες απαιτήσεις που είχαν εναντίον της εταιρείας GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD. (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η "G.S.L.").
- Η εναγόμενη 3 αρνείται ότι είχε εγγυηθεί τον εναγόμενο όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται. Λέγει ότι η μόνη εγγύηση που είχε υπογράψει με πρωτοφειλέτη τον εναγόμενο αφορούσε το δάνειο 0584-18-0031423 για ποσό Λ.Κ.65.000, το οποίο εξοφλήθηκε στις 19.9.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται τον τερματισμό.
- Οι εναγόμενοι 1 και 3 αρνούνταν στην Υπεράσπιση τους και το υπόλοιπο, ισχυριζόμενοι ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν με παράνομους κ.τ.λ. τόκους και αυθαίρετα κ.τ.λ. δικαιώματα και έξοδα. Όμως αυτό το ζήτημα ξεπεράστηκε εφόσον στο στάδιο της ακρόασης έγινε κοινώς αποδεκτό το ποσό στο οποίο θα αφορά τυχόν απόφαση για τον εναγόμενο, ποσό στο οποίο οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτησή τους. Γ. Η μαρτυρία των εναγόντων Ο Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Ε.1), του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας, κατέθεσε τα σχετικά έγγραφα περιλαμβανομένης της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήρια 1 και 2), του εγγράφου ενεχυρίασης 60.000 μετοχών του εναγόμενου 1 , ημερ. 14.11.2000 (Τεκμήριο 9), του εγγράφου εγγύησης της εναγόμενης 3, ημερ. 14.11.2000 (Τεκμήριο 7) και του εγγράφου ενεχυρίασης 95.890 μετοχών της εναγόμενης 3, ημερ. 14.11.2000 (Τεκμήριο 10). Το Τεκμήριο 1 είναι, ως άνω, επιστολή της τράπεζας ημερ. 6.7.2001 με την οποία πληροφόρησε τον εναγόμενο ότι η αίτηση του αρ. 058155000102 ημερ. 19.6.2001 για δάνειο εγκρίθηκε με τις ακόλουθες εξασφαλίσεις: (α) Ενεχυρίαση από την εταιρεία Starstruck Ltd 230.000 μετοχών της εταιρείας GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD. Αυτή η ενεχυρίαση δεν έγινε. (β) Ενεχυρίαση από τον εναγόμενο 1 90.000 μετοχών της εταιρείας GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD. Αυτή η ενεχυρίαση δεν έγινε. (γ) Προσωπική εγγύηση του κου Διγενή Σολωμού (εναγόμενου 2) για Λ.Κ.250.000,
- Η εγγύηση αυτή δόθηκε στις 16.7.2001 (Τεκμήριο 5). (δ) Εγγύηση της εταιρείας Starstruck Ltd. Αυτή η εγγύηση δεν δόθηκε. (ε) Λοιπές κατεχόμενες εγγυήσεις / εξασφαλίσεις. Τελικά, αντί ενεχυρίαση 230.000 μετοχών από τη Starstruck και 90.000 μετοχών από τον εναγόμενο 1, έγινε ενεχυρίαση 95.890 μετοχών της G.S.L. από την εναγόμενη 4 Νίκη Αποστόλου, μητέρα του εναγόμενου (Τεκμήριο 11) και 230.000 μετοχών της G.S.L. από την εναγόμενη 5, Σωτήρα Βασιλείου (Τεκμήριο 13). Περιπλέον, θα ίσχυαν άλλες υφιστάμενες εξασφαλίσεις (Τεκμήριο 6, Τεκμήριο 7, Τεκμήριο 9, Τεκμήριο 10). Τέθηκαν επίσης όροι, μεταξύ άλλων, ότι το προϊόν του δανείου θα εχρησιμοποιείτο για τη συμμετοχή του εναγόμενου στο μετοχικό κεφάλαιο νέας υπό ίδρυση εταιρείας με κύρια δραστηριότητα την αξιοποίηση ακινήτων. Πριν την χορήγηση του δανείου θα έπρεπε να προσκομιστούν τα νομικά έγγραφα της νέας εταιρείας και τα στοιχεία που αφορούσαν τις δραστηριότητες της. Περαιτέρω, θα έπρεπε να τύχουν έγκρισης και να δοθούν οι εξασφαλίσεις. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε επίσης αντίγραφα επιστολών προς τους εναγόμενους ημερ. 27.10.2003 με τις οποίες απαίτησαν το χρεωστικό υπόλοιπο εντός 15 ημερών (Τεκμήριο 15). Αναφέρει δε, στην γραπτή του δήλωση (κυρίως εξέταση) ότι «οι επιστολές αυτές αποστάληκαν στον κάθε εναγόμενο ξεχωριστά με συνηθισμένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκαν από αυτούς και δεν επιστράφηκαν». Ο κ. Στυλιανού δεν είχε γνώση για τις περιστάσεις υπό τις οποίες είχε γίνει η συναλλαγή. Ανέλαβε την υπόθεση μετά τον τερματισμό. Από το φάκελο είναι που πληροφορήθηκε ότι την αξιολόγηση της αίτησης του εναγόμενου για δανειοδότηση την είχε κάμει ο τότε αρμόδιος υπεύθυνος για τέτοιες αιτήσεις, κ. Χριστάκης Χριστοφή (Μ.Ε.2). Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο εναγόμενος εκπλήρωσε τους ως άνω τεθέντες όρους, γνώριζε όμως ότι δεν προσκόμισε τις εν λόγω εξασφαλίσεις. Παρά ταύτα του δόθηκε το δάνειο με τις άλλες εξασφαλίσεις που αναφέρθηκαν. Αλλά κατά τ΄ άλλα, ως άνω, ο κ. Στυλιανού δεν είχε ουσιαστική γνώση για τα διατρέξαντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και ειδικά ως προς τις υποβολές ότι ουδέποτε στην πραγματικότητα είχε χορηγηθεί πραγματικό δάνειο στον εναγόμενο. Ο κ. Χριστάκης Χριστοφή (Μ.Ε.2) είχε, αντίθετα, γνώση, όντας τότε στον Τομέα Επιχειρήσεων. Ανέφερε ότι τον Ιούλιο 2001 ο εναγόμενος προσήλθε στα γραφεία τους και υπέβαλε προφορικό αίτημα για δάνειο Λ.Κ.200.000 με σκοπό να συμμετάσχει σε μια εταιρεία που θα αξιοποιούσε ένα κτήμα στην Πάφο. Μίλησε μαζί του και με τη συνάδελφο του Θέκλα Χαλουβά. Το δάνειο όμως το ενέκρινε ο γενικός διευθυντής κ. Γιώργος Χαραλάμπους μετά από εισηγήσεις του κου Χριστοφή (Τεκμήρια 19, 20, 21). Τις εξασφαλίσεις τις πρότεινε ο ίδιος ο εναγόμενος περιλαμβανομένης της ενεχυρίασης των 230.000 μετοχών της G.S.L. ιδιοκτησίας της Starstruck Ltd. Μετά όμως, είπε ο κ. Χριστοφή, ήθελε να μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές στη μητέρα και τη σύζυγό του και να τις ενεχυριάσουν αυτές, πράγμα που έγινε, είπε, παραπέμποντας στα εν λόγω Τεκμήρια 11 και
- Κατά την αντεξέταση, του υπεβλήθη ότι οι 230.000 μετοχές της Starstruck, την ύπαρξη της οποίας μάλιστα αμφισβήτησε με υποβολή του ο κ. Βρυωνίδης, δεν μεταβιβάστηκαν στη μητέρα και τη σύζυγό του αλλά ότι ανήκαν (κατά το εν λόγω Τεκμήριο 13) στη Βασιλείου Σωτήρα, πρώην εναγόμενη
- Ο κ. Χριστοφή είπε ότι απάντησε εξ όσων θυμόταν και μπορεί να έκαμε λάθος και πρόσθεσε ότι τις εξασφαλίσεις τις είχε προτείνει ο εναγόμενος. Μετά αυτός τους είπε ότι οι μετοχές (της Starstruck) είχαν μεταβιβαστεί σε άλλα πρόσωπα και προχώρησαν με ενεχυριάσεις από αυτά τα άλλα πρόσωπα. Πέραν της αλλαγής στις προνοούμενες εξασφαλίσεις, ο κ. Χριστοφή δέχθηκε πως το δάνειο χορηγήθηκε πριν ο εναγόμενος εκπληρώσει τους όρους που ως άνω ετέθησαν (παρουσίαση εγγράφων νέας εταιρείας). Ισχυρίστηκε δε, ότι αυτό έγινε διότι ο εναγόμενος τους πίεζε για το δάνειο και έλεγε ότι η εταιρεία είναι υπό σύσταση και ότι θα προσκόμιζε τα έγγραφα μόλις τα είχε. Η τράπεζα δέχθηκε γιατί ο εναγόμενος ήταν καλός πελάτης και έδωσαν πίστη στα λεγόμενα του. Ο κ. Χριστοφή αρνήθηκε την υποβολή ότι ο εναγόμενος κλήθηκε απλώς να υπογράψει τα έγγραφα ευρισκόμενος σε διακοπές από την Αγγλία στον Πρωταρά και αναγνώρισε τις υπογραφές των μαρτύρων στα σχετικά έγγραφα ως υπογραφές συναδέλφων του στα κεντρικά γραφεία στη Λάρνακα. Αρνήθηκε επίσης τα πάντα περί εικονικότητας του δανείου. Μία από τις μάρτυρες των υπογραφών ήταν η κα Έλενα Οδυσσέως (Μ.Ε.3) που εργαζόταν τότε στον Τομέα Μεγάλων Επιχειρήσεων στα κεντρικά γραφεία. Τα καθήκοντά της ήταν η ετοιμασία των εγγράφων για χρηματοδότηση και η διευθέτηση της υπογραφής τους. Ανεγνώρισε την υπογραφή της ως μάρτυρα στην επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 2). Η δεύτερη υπογραφή, είπε, είναι της συναδέλφου της κας Θέκλας Χαλουβά. Αρνήθηκε ότι τα έγγραφα δεν υπογράφτηκαν ενώπιον της, αλλά στα γραφεία της Τράπεζας στο Παραλίμνι. Δεν θυμόταν, 8 χρόνια μετά, ότι ο εναγόμενος υπέγραψε ενώπιον της, όμως βεβαίωσε ότι από τη στιγμή που υπέγραψε ως μάρτυρας, σημαίνει ότι υπέγραψε ενώπιον της. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι προσήλθε στο δικαστήριο με οδηγίες από τους προϊσταμένους της να πει ψέματα για το ζήτημα αυτό. Αν ο πελάτης, εξήγησε, δεν βολεύεται να έλθει στη Λάρνακα αλλά σε άλλο κατάστημα, τα έγγραφα, που ούτως ή άλλως προτυπώνονται στο κατάστημα της πριν ειδοποιηθεί ο πελάτης, απλώς στέλλονται στο άλλο κατάστημα όπου υπογράφει ο πελάτης και επιμαρτυρούν υπάλληλοι από εκείνο το κατάστημα. Κατά τ΄ άλλα δεν ήταν σε θέση να απαντήσει επί των υποβολών ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έκαμε αίτηση για δάνειο. Αυτά, είπε, είναι ζήτημα του τραπεζίτη, του συμβούλου δηλαδή του πελάτη ο οποίος ετοιμάζει την αίτηση με τις οδηγίες του πελάτη. Η κα Θέκλα Χαλουβά (Μ.Ε.4) κατέθεσε γραπτή δήλωση (κυρίως εξέταση). Εργαζόταν τότε στον Τομέα Μεγάλων Επιχειρήσεων στα κεντρικά γραφεία της Λάρνακας. Εκτελούσε καθήκοντα τραπεζίτη και χειριζόταν τόσο λογαριασμούς πελατών, όσο και αιτήσεις για παροχή δανείων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων. Ο προϊστάμενος της ο κ. Χριστάκης Χριστοφή της είχε αναθέσει το αίτημα του εναγόμενου για παροχή δανείου Λ.Κ.200.
- Τέθηκε τότε υπόψη της μια επιστολή - αίτημα του εναγόμενου ημερ. 8.6.2001 προς την ενάγουσα Τράπεζα (προσοχή Μιχάλη Κουφοπαύλου) με την οποία ο εναγόμενος και ο Διγενής Σολωμού ζητούσαν το εν λόγω δάνειο με πρωτοφειλέτη τον εναγόμενο και εγγυητή το Διγενή Σολωμού προσφέροντας για εξασφάλιση 230.000 μετοχές της G.S.L. (Τεκμήριο 22). Ακολούθως, στις 19.6.2001, καταχώρισε σχετικό αίτημα στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας που έλαβε τον αριθμό 058155000102 (Τεκμήριο 19). Μετά, μαζί με τον κ. Κουφοπαύλου προέβη σε εισήγηση προς το Γενικό Διευθυντή για έγκριση (Τεκμήριο 20). Το αίτημα έγινε αποδεκτό στις 4.7.2001 (βλ. Τεκμήριο 1) και η επίδικη σύμβαση υπεγράφη στις 16.7.2001 στα γραφεία του τμήματος στην παρουσία της κας Χαλουβά και της κας Οδυσσέως. Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου, είπε, ότι τα έγγραφα υπογράφτηκαν στο Παραλίμνι, δεν ευσταθούν διότι αν έτσι είχαν τα πράγματα, κατά την τηρουμένη διαδικασία, θα υπέγραφαν ως μάρτυρες συνάδελφοι τους στο Παραλίμνι. Ο λόγος που οι αρχικώς προταθείσες εξασφαλίσεις τροποποιήθηκαν, φαίνεται, είπε, σε επιστολή του προϊσταμένου της Χριστάκη Χριστοφή προς την Υπηρεσία Διεύθυνσης Επιτροπής Πιστωτικού Κινδύνου ημερ. 12.7.2001 (Τεκμήριο 23). Εκεί αναφέρεται ότι η ενεχυρίαση στο όνομα της Starstruck, που είχε έδρα στα Channel Islands ήταν πρακτικά πολύ δύσκολη αν όχι αδύνατη γι΄ αυτό οι πελάτες πρότειναν διαφοροποίηση. Έτσι στη θέση της Starstruck αλλά τελικά και του εναγόμενου ενεχυρίασαν μετοχές η Σωτήρα Βασιλείου και Νίκη Αποστόλου. Η κα Χαλουβά είπε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το σχετικό έντυπο για την ανάληψη του ποσού του δανείου και στις 20.7.2001 προέβη σε κατάθεση του στο λογαριασμό 0581 - 12 - 007901 (Τεκμήρια 3 και 4). Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε στις 4.7.2001 μετά από αίτηση του εναγόμενου και του Διγενή Σολωμού για χορήγηση σε αυτούς ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.10.000 (Τεκμήριο 24). Η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν από το λογαριασμό αυτό στον οποίο είχαν δικαίωμα υπογραφής ο εναγόμενος και ο Διγενής Σολωμού. Ακολούθως η κα Χαλουβά, σε απάντηση του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι ουδέποτε έλαβε το επίδικο δάνειο κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα:
(1)Αντίγραφο εντάλματος πληρωμής ημερ. 17.7.2001, υπογραμμένο από τον εναγόμενο δυνάμει του οποίου μεταφέρθηκε από τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.10.000 στο λογαριασμό των Χρίστου και Νίκης Αποστόλου, γονέων του εναγόμενου (Τεκμήριο 25).
(2)Αντίγραφο εντάλματος πληρωμής, ημερ. 20.7.2001, υπογραμμένο από τον εναγόμενο για ανάληψη από τον εν λόγω τρεχούμενο Λ.Κ.122.500 (Τεκμήριο 26).
(3)Αντίγραφο εντάλματος πληρωμής ημερ. 25.7.2001 υπογραμμένο από τον εναγόμενο και το Διγενή Σολωμού για ανάληψη από τον εν λόγω λογαριασμό κ. 51.000 σε μετρητά (Τεκμήριο 27). Η κα Χαλουβά καταλήγει λέγοντας ότι η G.S.L. κατ΄ εκείνο το χρόνο ήταν καλός πελάτης και δεν υπήρχε ούτε λόγος, ούτε ανάγκη να χορηγηθεί δάνειο με πρωτοβουλία της τράπεζας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας και για να εξυπηρετηθεί ο Λευτέρης Μήλος. Κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκε ότι όλα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην εισήγηση του Τμήματός της για έγκριση του δανείου (Τεκμήριο 20) είναι ψέματα και ουδέποτε τους έδωσε ο εναγόμενος τέτοια στοιχεία. Στο Τεκμήριο 20 αναφέρεται ότι το προϊόν του δανείου θα αποτελούσε τη συμμετοχή των πελατών σε νέα υπό σύσταση εταιρεία με σκοπό ένα σχέδιο ανάπτυξης γης το οποίο περιγράφεται κατά τρόπο συγκεκριμένο. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν τα επινόησε. Σε ότι αφορά τη βάση που έδωσαν στα λεγόμενα του εναγόμενου, είπε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο - κλειδί της G.S.L., που ήταν σημαντικός πελάτης. Επίσης, είχε καταγράψει τα προσόντα του και εκτίμησε ότι ένα πρόσωπο τέτοιου κύρους ήταν σε θέση να κάμει τέτοια επένδυση. Ο κ. Βρυωνίδης υπέβαλε στη μάρτυρα ότι οι αναλήψεις δια των Τεκμηρίων 26 και 27 αφορούν χρήματα που πήρε η Τράπεζα και εξόφλησε εγγυητικές που εξέδωσε για άλλα πρόσωπα, κάποια Παναγιώτα Μήλου και κάποιον Άγγελο το Φεβρουάριο 2001, κάτι που δεν έχει καμιά σχέση ο εναγόμενος. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε περί τούτου. Δ. Η μαρτυρία των εναγομένων Ο εναγόμενος ως μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση (κυρίως εξέταση). Αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι η G.S.L., της οποίας ήταν διοικητικός σύμβουλος, αποφάσισε όπως η θυγατρική της εταιρεία YIASKO SERVICES LTD αγοράσει γραφεία στη Λάρνακα. Ιδιοκτήτης των γραφείων ήταν κάποιος Λευτέρης Μήλος. Το αντάλλαγμα ήταν Λ.Κ.400.000 και 230.000 μετοχές της G.S.L. «για τις οποίες φαίνεται ότι είχε συμφωνηθεί ότι οι αγοραστές θα εγγυούντο συγκεκριμένη τιμή της μετοχής (όταν αυτή θα εισήγετο στο ΧΑΚ) η οποία θα εξασφάλιζε στους πωλητές ένα ποσό πέριξ των Λ.Κ.200.000». Αναφέρει συγκεκριμένα: "
- Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της πιο πάνω εταιρείας, είχε αποφασιστεί η αγορά γραφείων στην Λάρνακα, με σκοπό την στέγαση διαφόρων τμημάτων της εταιρείας. Έτσι αποφασίστηκε όπως θυγατρική εταιρεία του συγκροτήματος και συγκεκριμένα η εταιρεία YIASKO SERVICES LTD, προβεί στην αγορά γραφείων και/ή άλλων χώρων στη Λάρνακα.
- Πράγματι, όπως είχα πληροφορηθεί από άλλα μέλη του Δ. Σ. της GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD, είχαν εξευρεθεί γραφεία, τα οποία ήτο ιδιοκτησίας κάποιων εταιρειών, με κύριο μέτοχο κάποιο πρόσωπο που ονομαζόταν Λευτέρης Μήλος.
- Όπως εκ των υστέρων ενημερώθηκα, η αγορά των πιο πάνω γραφείων ανήρχετο σε ΛΚ400.000,00, ενώ παράλληλα είχε αναληφθεί δέσμευση όπως παραχωρηθούν στους πωλητές και 230 000 μετοχές της εταιρείας GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD, για τις οποίες φαίνεται ότι είχε συμφωνηθεί ότι οι αγοραστές θα εγγυούντο συγκεκριμένη τιμή της μετοχής (όταν αυτή θα εισήγετο στο ΧΑΚ), η οποία θα εξασφάλιζε στους αγοραστές ένα ποσό πέριξ των ΛΚ200.000.
- Επαναλαμβάνω ότι όλα τα πιο πάνω τα οποία αναφέρω, δεν ήσαν ποτέ σε γνώση μου, αλλά προέκυψαν από έρευνα την οποία άρχισα να διεξάγω μετά τον Αύγουστο του 2004, όταν μου είχε επιδοθεί η παρούσα αγωγή.
- Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των ρηθέντων ακινήτων (δηλαδή των γραφείων που είχαν αγοραστεί από την YIASKO SERVICES LTD) θα έπρεπε να υλοποιηθεί και η πιο πάνω συμφωνία για τις ρηθείσες μετοχές.
- Φαίνεται ότι λόγω του γεγονότος ότι τα πράγματα δεν προχώρησαν σύμφωνα με τους πιο πάνω υπολογισμούς (αφού λόγω της γνωστής χρηματιστηριακής κρίσης που έπληξε την Κύπρο, όλες οι μετοχές εκινούντο προς τα κάτω), η Τράπεζα Κύπρου σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τον πελάτη τους Λευτέρη Μύλο και σε συνεννόηση πιθανότατα, με μέλη του Δ.Σ. της GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD προσπάθησαν να εξεύρουν διάφορους τρόπους για επίλυση του όλου θέματος. 11.Απ' όσα έχω ενημερωθεί η Τράπεζα Κύπρου, μέσω του τότε διευθυντή της στην επαρχία Λάρνακα, κ. Μιχάλη Κουφοπαύλου, προχώρησε στην έκδοση ενδεχομένως κάποιων εγγυητικών, προς όφελος του Λευτέρη Μήλου (και/ή άλλων συγγενικών του προσώπων και/ή συνεταίρων του), με σκοπό να εξασφαλιστεί πλήρως το ποσό που θα ελάμβανε, στα πλαίσια της συμφωνίας που ανέφερα πιο πάνω για το θέμα των 230 000 μετοχών της GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD. Δηλαδή με λίγα λόγια, η Τράπεζα Κύπρου εγγυήθηκε πλήρως την αξία των ρηθέντων μετοχών και έτσι οι 230 000 μετοχές επιστράφησαν πίσω και είναι αυτές που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ενεχυριάσθησαν από την Εναγομένη 5, ως εγγύηση για το ρηθέν εικονικό δάνειο.
- Από τα πιο πάνω, αυτό που συμπερασματικά, έστω και πολύ αργότερα, έχω αντιληφθεί είναι ότι από τις αρχές του 2001, η Τράπεζα Κύπρου παρεχώρησε κάποιες εγγυητικές (όπως έχω αναφέρει πιο πάνω), χωρίς όμως να υπάρξει ανάλογη εξασφάλιση από οιονδήποτε. Δηλαδή οι πιο πάνω εγγυητικές εδόθησαν από την Τράπεζα Κύπρου στη Λάρνακα για να βοηθηθεί ο Λευτέρης Μήλου και οι συνεργάτες του, στα πλαίσια της συμφωνίας με τη YIASKO SERVICES LTD, χωρίς να δοθεί καμία απολύτως εξασφάλιση, με αποτέλεσμα στην πραγματικότητα η Τράπεζα να είναι πλήρως ακάλυπτη.
- Μάλιστα, από πληροφορίες που έχω φαίνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου εκδίδοντας τις πιο πάνω εγγυητικές είχε θέσει (όπως γίνεται σε όλες σχεδόν τις εγγυητικές) ημερομηνίες λήξης, σύμφωνα με τις οποίες θα έπρεπε να καταβάλει τα αναφερόμενα στις εγγυητικές ποσά στους δικαιούχους αυτών. 14.Έτσι το καλοκαίρι του 2001 είχα πληροφορηθεί από άλλα μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD, ότι οι ελεγκτές της εταιρείας τους είχαν πληροφορήσει ότι υπήρχε λογιστικό πρόβλημα εν σχέση με τις 230 000 μετοχές που εφαίνοντο ότι παρεχωρήθησαν άνευ ανταλλάγματος στον Λευτέρη Μύλο και παράλληλα την απαίτηση του Λευτέρη Μήλου για τη λήψη μετρητών χρημάτων και την επιστροφή των ρηθέντων μετοχών.
- Έτσι το 2001, όταν ήρθα στην Κύπρο για διακοπές, με πολύ συνοπτικές διαδικασίες, τόσο ο Εναγόμενος 2 (που ήτο μέλος του Δ.Σ. της GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD) όσο και ο διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα κ. Μιχάλης Κουφοπαύλου, μου εξήγησαν ότι θα εγίνετο κάποιου είδους τραπεζική διευκόλυνση, με σκοπό να επιλυθεί το όλο πρόβλημα. Μάλιστα, ο κ. Κουφοπαύλου μου εξήγησε ότι θα ετοίμαζε διάφορα εικονικά έγγραφα εν σχέση με δανειοδότηση υπεράκτιας εταιρείας κλπ., ούτως ώστε να επιλυθεί το όλο θέμα, χωρίς να έχω οιανδήποτε ευθύνη και/ή υποχρέωση, αφού η συγκεκριμένη εικονική δανειοδότηση προς όφελος της υπεράκτιας εταιρείας θα επληρώνετο αποκλειστικά από τους λογαριασμούς της GOLDEN SUN LEISURE (CY) LTD.
- Δυστυχώς, χωρίς να έχω καθόλου γνώση τι είχε προηγηθεί (πιθανότατα με την έκδοση των ακάλυπτων εγγυητικών που έχω αναφέρει· πιο πάνω), αποδέχθηκα να «βοηθήσω», αφού όπως πολύ έντονα μου είχε επεξηγηθεί τόσο από τον κ. Διγενή όσο και από τον κ. Κουφοπαύλου, η υπογραφή μου ήτο καθαρά θέμα τυπικό και δεν θα περιείχε οιανδήποτε δέσμευση.
- Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε τον κ. Λευτέρη Μύλο γνώριζα, ούτε τις πτυχές της συμφωνίας που είχε προηγηθεί.
- Έτσι το καλοκαίρι του 2001 όταν βρισκόμουν στην Κύπρο για διακοπές (συγκεκριμένα στον Πρωτάρα) είχα κληθεί να μεταβώ στα γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στο Παραλίμνι με σκοπό την υπογραφή διαφόρων εγγράφων εν σχέση με την υλοποίηση των πιο πάνω. Μάλιστα, εκείνο που θυμάμαι καλά ήταν ότι η υπογραφή των εγγράφων έγινε στην παρουσία του υπεύθυνου του καταστήματος στο Παραλίμνι κ. Κατσαντώνη.
- Επειδή είχα την ευκαιρία να ακούσω τους μάρτυρες των Εναγόντων, στα πλαίσια της παρούσης δίκης, τονίζω κατηγορηματικά ότι ουδέποτε έλαβα το ποσό των ΛΚ 200,000,00, ούτε είμαι σε θέση να γνωρίζω ποιος τελικά εισέπραξε αυτά τα χρήματα. Αυτό που εκ των υστέρων έχω πληροφορηθεί, είναι όσα ανέφερα και πιο πάνω, ότι δηλαδή τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν από την Τράπεζα για να καλύψει τις εκδοθέντες ακάλυπτες εγγυητικές, προς τον Λευτέρη Μύλο ή συγγενικά του πρόσωπα (πρόσφατα άκουσα για το όνομα της θυγατέρας του Δέσποινας Μήλου) ή συνεταίρους του." Στη συνέχεια αναφέρεται σε μια άλλη μεταγενέστερη ιστορία με βάση την οποία οι ενάγοντες κατασκεύασαν ένα άλλο "σχέδιο" σε συνεννόηση με μέλη του διοικητικού συμβουλίου της G.S.L. όταν διαπιστώθηκε ότι υπήρχε κίνδυνος οι οφειλές της G.S.L. προς τους ενάγοντες να καταστούν επισφαλείς, με σκοπό να "περισώσουν" τα ακίνητα του συγκροτήματος της G.S.L. από άλλους πιστωτές και να διασφαλίσουν τις οφειλές της G.S.L. προς αυτούς. Και εξηγεί εκτεταμένα αυτό το "σχέδιο" που είχε ως αποτέλεσμα τελικά τα ακίνητα να περιέλθουν εικονικά και κρυφά στην ιδιοκτησία της Τράπεζας Κύπρου, η οποία τα πώλησε σε εξευτελιστικές τιμές σε τρίτους, σε συνεννόηση με μέλη του διοικητικού συμβουλίου της G.S.L.. Αντεξεταζόμενος είπε ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής από το 1994 και ένας από τους διοικητικούς συμβούλους της G.S.L. και της θυγατρικής Golden Sun Holiday Ltd από της ίδρυσης τους το 2000 -
- Εργοδοτείτο όμως, μόνο από την Golden Sun Holiday Ltd ως οικονομικός διευθυντής. Έλεγχε τα οικονομικά της και ετοίμαζε τους λογαριασμούς που ελέγχονταν από την Price Waterhouse Coopers (P.W.C.). Άφησε να νοηθεί ότι η συμμετοχή του στο συμβούλιο της G.S.L. δεν ήταν ουσιαστική και αρνήθηκε ότι ήταν γνώστης όσων είχαν σχέση με τη G.S.L.. Άγνοια δήλωσε και για την ιστορία με την αγορά γραφείων από τη Yiasco. Ο ισχυρισμός του ήταν ότι τη συμφωνία για την αγορά των γραφείων την έκαμαν οι άλλοι διευθυντές της G.S.L., ο Λευτέρης Σολωμού κι ο Διγενής Σολωμού, κάτω από το όνομα της Yiasco. Ο ίδιος έλαβε γνώση αργότερα. Τα στοιχεία δε, που παρέθεσε στο δικαστήριο δεν ήταν, είπε, προϊόν προσωπικής του γνώσης, αλλά το αποτέλεσμα έρευνας που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2004 όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής μίλησε με τα άτομα που είχαν υπογράψει τις συμφωνίες και τα άτομα που πήραν τα χρήματα και ζήτησε αντίγραφα των λογαριασμών από την Τράπεζα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, τού υπεδείχθη ότι στη σχετική του αναφορά στη δήλωση του - κυρίως εξέταση (παρ. 11) αναφέρεται σε "έκδοση ενδεχομένως κάποιων εγγυητικών προς όφελος του Λευτέρη Μήλου (και/ή άλλων συγγενικών του προσώπων και/ή συνεταίρων του)." Αυτή η διαζευκτική αναφορά είναι ούτως ή άλλως μη θεμιτή. Η μαρτυρία δεν μπορεί να δίδεται με διαζευκτικό τρόπο. Στο προφορικό μέρος της μαρτυρίας του μίλησε για εγγυητικές προς δύο άτομα, τον Λευτέρη Μήλου και κάποιο άλλο συνέταιρό του. Ρωτήθηκε για τις εγγυητικές και απάντησε ότι θα προσπαθήσει πριν βγάλει απόφαση το δικαστήριο να τα βρει. Η κα Ανδρέου του υπέβαλε ότι τέτοιες εγγυητικές δεν δόθησαν. Στη γραπτή δήλωση του (παρ. 14) ο εναγόμενος, ως άνω, αναφέρει ότι είναι το καλοκαίρι του 2001 που πληροφορήθηκε για το λογιστικό πρόβλημα σε σχέση με τις 230.000 μετοχές. Κατά την αντεξέταση του ζητήθηκαν διευκρινίσεις. Στην αρχή παρατήρησε τη δικηγόρο λέγοντάς της «Νομίζω ότι σαρκάζετε». Μετά είπε τα εξής: «Το καλοκαίρι του 2000 είχαν ανακαλύψει μετά τον Οκτώβριο του 2001». Η αναφορά στο καλοκαίρι του 2000 δεν έχει νόημα, ούτε την εξήγησε ο εναγόμενος αφού η αρχική αναφορά του είναι για το καλοκαίρι
- Για τον Οκτώβριο 2001 εξήγησε ότι είναι τότε, με τη λήξη του λογιστικού έτους, που πληροφορήθηκε από το Λευτέρη Σολωμού και το Διγενή Σολωμού, όπως επιβεβαίωσε και ο Χρίστος Θεμιστοκλέους, ανώτερος συνέταιρος της P.W.C., ότι υπήρχε λογιστικό πρόβλημα από το γεγονός ότι η G.S.L. είχε εγγυηθεί την τιμή των 230.000 μετοχών προς το Λ. Μήλου, γιατί η εταιρεία δεν μπορούσε να εγγυηθεί τις δικές της μετοχές και τούτο δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στα βιβλία της. Πιο κάτω είπε ότι αυτά μπορεί να έγιναν και τον Ιανουάριο. Εν πάση περιπτώσει, όταν τον πληροφόρησαν του είπαν να μην ανησυχεί διότι η Τράπεζα θα το κανόνιζε. Όμως, η επίδικη συμφωνία, όπως του υπέδειξε η κα Ανδρέου, είχε υπογραφεί στις 16.7.2001, πριν από τον Οκτώβριο του 2001 που ο ίδιος αναφέρει ότι προέκυψε το πρόβλημα. Τότε έκαμε λόγο πλέον για το 2000 και είπε ότι δεν μπορεί να θυμάται, 6 - 7 χρόνια μετά για συμφωνίες τις οποίες δεν είχε υπογράψει ο ίδιος, ακριβώς την ημερομηνία. Παρατήρησε δε και πάλιν την κα Ανδρέου ότι: "Αντί να πάτε στην ουσία, πηγαίνετε σε ημερομηνίες" και ανέφερε πλέον ότι η συμφωνία της Yiasco με το Μύλο έγινε το 2000 και ότι το λογιστικό πρόβλημα θα έπρεπε να επιλυθεί πριν το τέλος Μαρτίου 2001 διότι τα λογιστικά βιβλία θα έπρεπε να δοθούν στην Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας για άδεια πριν την 31η Μαρτίου. Έτσι ο κρίσιμος χρόνος που ανέκυψε η ανάγκη για διόρθωση μετατέθηκε από τον Οκτώβριο του 2001, στο Μάρτιο του 2001, πριν το χρόνο της επίδικης συμφωνίας. Αυτό δε, έγινε ακριβώς μετά την υπόδειξη της κας Ανδρέου ότι η επίδικη συμφωνία προς επίλυση υποτίθεται του λογιστικού προβλήματος έγινε πριν από τον Οκτώβριο
- Παράλληλα, σ΄ αυτό το στάδιο ο εναγόμενος αποσύνδεσε τελικά το κατ΄ ισχυρισμό λογιστικό πρόβλημα από την επίδικη συμφωνία. Τα βιβλία, είπε, είχαν υπογραφεί στις 31.3 από την P.W.C. που σημαίνει ότι το πρόβλημα πρέπει να είχε λυθεί "μπορεί όχι μαζί με αυτό το δάνειο αλλά για να λύσει το πρόβλημα το οποίο δημιούργησαν στον εαυτό τους με το να λύσουν αυτό το πρόβλημα πριν τις 31.3". Συμπλήρωσε δε ως ακολούθως: "... ξεκάθαρα, από ότι έχω μάθει και θα βρω τα τεκμήρια, είχαν εκδώσει εγγυητικές προς δύο άτομα, το Λευτέρη Μύλο και κάποιον άλλο συνέταιρο του και αυτός μαζί δεν ξέρω πήραν το Μάρτιο, και το δάνειο είχε γίνει για να λύσει η Τράπεζα Κύπρου το πρόβλημα που είχε δημιουργήσει με το να εκδώσει εγγυητικές ακάλυπτες που νομίζω ότι έγιναν τον Σεπτέμβριο του 2001". Οπότε τον ρώτησε η κα Ανδρέου κατά πόσο είναι τώρα η θέση του ότι το επίδικο δάνειο μπορεί να μην αφορά άμεσα την επίλυση του προβλήματος που αναφέρει στη δήλωση του, αλλά για να εξοφληθεί άλλη υποχρέωση που μπορεί να δημιουργήθηκε για επίλυση του προβλήματος. Ο εναγόμενος απάντησε καταφατικά επαναλαμβάνοντας ότι το πρόβλημα είχε λυθεί πριν το τέλος Μαρτίου 2001 με τις εγγυητικές που έληγαν το Σεπτέμβριο 2001 με τις οποίες τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στη Yiasco. Για το πρόβλημα το λογιστικό μετά σκέφτηκαν αυτό τον "ωραίο τρόπο" για να λύσουν το πρόβλημα με τις ακάλυπτες εγγυητικές. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ο μάρτυρας, παρά το έγγραφο πληρωμής (ανάληψης) Λ.Κ.122.500 που φέρει την υπογραφή του (Τεκμήριο 26) επέμεινε ότι "δεν έχει πάρει καμιά ανάληψη, δεν έχει πάρει ούτε μια λίρα". Ήταν απλώς διαδικαστικά έγγραφα τα οποία κανόνισε ο κ. Κουφοπαύλου και τα έστειλαν στο Παραλίμνι για να τα μεταφέρουν σε λογαριασμό που θα μπορούσε να πληρωθεί η εγγυητική. Η όλη του θέση επί του θέματος και η κατηγορηματική του αυτή απάντηση σαφώς καλύπτει και τις αναλήψεις 25 και 27 για τις οποίες δεν αντεξετάστηκε συγκεκριμένα. Τέλος, ο εναγόμενος αρνήθηκε ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού Τεκμήριο
- Όπως έμαθε αργότερα, είπε, «κάποιες τέτοιες επιστολές» είχαν σταλεί στα γραφεία της G.S.L. στην Κύπρο, στη Λάρνακα. Για το θέμα των εγγυητικών προσήλθε ως μάρτυρας των εναγομένων (Μ.Υ.2) ο κ. Ευθύμιος Φλουρέντζου που είχε ενεργήσει ως δικηγόρος του Λ. Μήλου. Πιο σωστά, ως δικηγόρος δύο εταιρειών που ήταν εξ ημισείας ιδιοκτήτες των γραφείων που συμφώνησε να αγοράσει η Yiasco. Ανέφερε ότι το Μάρτιο του 2000 η Yiasco συμφώνησε να αγοράσει το ακίνητο με μέρος της αντιπαροχής να αποτελούν 130.000 μετοχές της G.S.L., νοουμένου ότι η αξία της μετοχής όταν θα εισαγόταν σε έξι μήνες στο ΧΑΚ θα ήταν Λ.Κ.2,
- Όμως αυτό δεν έγινε και αντί τούτου διευθέτησαν την έκδοση εγγυητικής επιστολής από την Τράπεζα Κύπρου για την υποχρέωση της Yiasco. Ο κ. Φλουρέντζου κατέθεσε ως Τεκμήριο 40 το προσχέδιο εγγυητικής που του έστειλε η Τράπεζα για να την εγκρίνει και να συμβουλεύσει τον πελάτη του. Σ΄ αυτήν αναφέρεται ως αιτητής ο Διγενής Σολωμού και ως δικαιούχος για το ποσό των Λ.Κ.128.000 η Παναγιώτα Λ. Μήλου, με ισχύ μέχρι 19.9.
- Ο κ. Φλουρέντζος είπε ότι η εγγυητική δόθηκε στον πελάτη του, εννοώντας τον Λ. Μήλου, «προς όφελος του ατόμου που πωλούσε ο πελάτης του και συγκεκριμένα της κόρης του». Ο κ. Φλουρέντζος δεν ανέφερε οτιδήποτε για την άλλη εταιρεία και για δεύτερη εγγυητική διότι, όπως είπε, δεν είχε τη συγκατάθεση της. Εκείνο που βεβαίωσε ο κ. Φλουρέντζου είναι ότι τα χρήματα της εγγυητικής πληρώθηκαν αρκετά ενωρίτερα από τη λήξη της, τον Ιούλιο 2001 και η Τράπεζα παρέλαβε την εγγυητική. Ο κ. Φλουρέντζου δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών του περί διασύνδεσης της εγγυητικής αυτής με την πράξη αγοράς γραφείων από τη Yiasco. Ο Διγενής Σολωμού (Μ.Υ.3) ανέφερε ότι δόθηκαν δύο τέτοιες εγγυητικές, μια στο Λευτέρη Μήλου και μια στον εν λόγω Άγγελο, οι οποίοι είχαν την εταιρεία από την οποία η Yiasco αγόρασε το κτήριο. Πρόσθεσε ότι η Τράπεζα εξέδωσε τις εγγυητικές χωρίς εξασφαλίσεις διότι, όπως του εξήγησε ο Κουφοπαύλου, ήταν τυπικές. Οι εγγυητικές, είπε, πληρώθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου, αλλά όχι από δικά της λεφτά. Διότι ο Κουφοπαύλου εισηγήθηκε να γίνει μια τυπική διαδικασία για να πληρωθούν οι εγγυητικές "επειδή είχε κάποιο λογιστικό πρόβλημα με τους ελεγκτές η εταιρεία". Σ΄ αυτά τα πλαίσια ο Κουφοπαύλου ρώτησε τον Μ.Υ.3 πότε θα ερχόταν στην Κύπρο ο εναγόμενος από το Λονδίνο. Ο Μ.Υ.3 τηλεφώνησε στον εναγόμενο και πληροφορήθηκε ότι αυτός θα ερχόταν για διακοπές τον καλοκαίρι. Τότε ο Κουφοπαύλου είπε στον Μ.Υ.3 να υπογράψει ο εναγόμενος για να λυθεί το διαδικαστικό πρόβλημα λόγω των εγγυητικών. Ο ίδιος ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι έπρεπε να υπογράψει κάποια χαρτιά διαδικαστικά, τυπικά, για να κλείσει η υπόθεση και αυτό έγινε. Μάλιστα ο Λ. Μήλου τον ευχαρίστησε λέγοντάς του ότι τον πλήρωσε η Τράπεζα Κύπρου. Πήγαν οι ίδιοι οι άνθρωποι, είπε, εννοώντας τους πωλητές, στον κ. Κουφοπαύλου στα γραφεία της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα και πήραν οι ίδιοι τα λεφτά από το δάνειο, από το οποίο ούτε ο ίδιος πήρε λεφτά για να πληρώσει το πωλητήριο ούτε ο εναγόμενος. Στην αντεξέταση του Μ.Υ.3 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 41 μια εγγυητική σχεδόν πανομοιότυπη με το Τεκμήριο
- Ο αριθμός της εγγυητικής και όλο το περιεχόμενό της ταυτίζεται με το Τεκμήριο
- Αιτητής είναι ο Διγενής Σολωμού και δικαιούχος η Παναγιώτα Μήλου για Λ.Κ.128.
- Διαφέρει μόνο ο χρόνος έκδοσης (14.3.2001, αντί 19.2.2001) και ο χρόνος λήξης (13.10.2001, αντί 19.9.2001). Ο Μ.Υ.3 αναγνώρισε και την υπογραφή του σε έγκριση της Τράπεζας Κύπρου για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ημερ. 15.3.2001, με αύξηση του ορίου τρεχουμένου λογαριασμού από Λ.Κ.5.000 σε Λ.Κ.10.000 και χορήγηση δανείου εκ Λ.Κ.125.000 (Τεκμήριο 42). Την ίδια ημέρα ο Μ.Υ.3 υπέγραψε συμφωνία παραχώρησης δανείων και/ή πιστώσεων και τα λοιπά (Τεκμήριο 46). Ο ίδιος συνέδεσε την πράξη αυτή με μια αγορά που έγινε από τον αδελφό του ενός κτήματος στην Ορόκλινη, λέγοντας ότι "τα περιουσιακά στοιχεία ήταν στο όνομα του αδελφού του και το χρέος πάνω του". Στους «λοιπούς όρους και προϋποθέσεις» του Τεκμηρίου 42 (σελ. 3) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Εγκρίνεται επίσης η έκδοση Εγγυητικής Επιστολής καλής πληρωμής σε όφελος των πωλητών των πιο πάνω κτημάτων για το ποσό των Λ.Κ.128.000, λήξης 7 μηνών από την ημερομηνία έκδοσής της. - Επιτόκιο: 9% - Δικαιούχος: Παναγιώτα Λ. Μήλου» Γι΄ αυτό το σημείο ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι «το κτήμα που αγόρασε ο αδελφός του στην Ορόκλινη ήταν από το Λευτέρη Μήλου. Αυτή είναι άλλη περίπτωση, δεν είναι η ίδια περίπτωση με τον Αντώνη Αποστόλου (δηλαδή τον εναγόμενο) .. Είναι δύο διαφορετικά θέματα αυτά». Αν και «ο πωλητής ήταν ο ίδιος και του γραφείου και του κτήματος». Σε ερώτηση της κας Ανδρέου κατά πόσο τα ποσά των δύο διαφορετικών, κατά τον Μ.Υ.3, εγγυητικών ήταν τυχαία (εκ συμπτώσεως) Λ.Κ.128.000 ο Μ.Υ.3 απάντησε ότι μπορεί να είναι τυχαία. Στις προνοούμενες εξασφαλίσεις στη σελ. 2 του Τεκ. 42 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η εγγραφή Α΄ υποθήκης σε ακίνητα στη Βορόκλινη και όντως τα κτήματα αυτά υποθηκεύθηκαν από το Λευτέρη Σολωμού, πασιφανώς στον εν λόγω αδελφό του Μ.Υ.3, υπέρ της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 43). Προνοούνταν επίσης ενεχυρίαση μετοχών και εγγύηση που επίσης δόθηκαν (Τεκμήριο 44, Τεκμήριο 45 Α, Τεκμήριο 45 Β). Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο κ. Βρυωνίδης υπέδειξε ότι ο κ. Χριστοφή (Μ.Ε.2) ισχυρίστηκε ότι το κατ΄ ισχυρισμόν αίτημα του εναγόμενου έγινε προφορικά, ενώ η κα Χαλουβά (Μ.Ε.4) παρουσίασε γραπτό αίτημα (Τεκμήριο 22) «ανατρέποντας άρδην τους ισχυρισμούς του κ. Χριστοφή επί του σημείου αυτού». Εισηγήθηκε δε, γενικά, ότι ο μεν κ. Στυλιανού (Μ.Ε.1) ότι δεν είχε γνώση περί του τι συνέβη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι δε Χριστοφή και Χαλουβά αν και αντεξετάστηκαν επίμονα σε σχέση με το προϊόν του δανείου και ειδικότερα με το κατά πόσο είχε γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος από την Τράπεζα πριν ή και μετά την χορήγηση του και αν προσκομίστηκαν προς τούτο οποιαδήποτε στοιχεία, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσουν το δικαστήριο είτε προσπαθώντας να αποφύγουν να δώσουν σαφείς απαντήσεις, είτε λέγοντας ότι δεν γνώριζαν. Το ίδιο παρατηρήθηκε, είπε, και κατά την έντονη αντεξέταση ως προς το κατά πόσο τηρήθηκαν οι όροι παραχώρησης του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου. «Αυτό ήταν το γενικό κλίμα της διαδικασίας παραχώρησης ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού το οποίο στην πραγματικότητα παρεχωρήθη χωρίς οιαδήποτε εξασφάλιση» εισηγήθηκε. Άλλο επιχείρημα του κ. Βρυωνίδη ήταν ότι από τον Ιούλιο του 2001 οι ενάγοντες ουδέποτε όχλησαν τον εναγόμενο
- Κι αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα αυτό δεν έχει βαρύνουσα σημασία. Ένα σημαντικό στοιχείο, κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων, ήταν ότι ενώ «διαφαίνεται ξεκάθαρα η ηγετική μορφή εμπλοκής» στην εν λόγω υπόθεση του Μιχάλη Κουφοπαύλου εντούτοις οι ενάγοντες επιμελώς επέλεξαν να μην παρουσιάσουν το μάρτυρα αυτό ενώπιον του δικαστηρίου. Το δικαστήριο, εισηγήθηκε ο κ. Βρυωνίδης, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την παράληψη των εναγόντων να κλητεύσουν τον άνθρωπο «κλειδί» στην υπόθεση και εισηγήθηκε ότι αυτό αποτελεί ακόμα ένα κριτήριο το οποίο επιβεβαιώνει την εικονικότητα της σύμβασης και την παρανομία της. Ένα άλλο στοιχείο που δείχνει τις εικονικές ενέργειες των εναγόντων είναι ότι, όπως ο εναγόμενος αναφέρει στη δήλωσή του, εξόφλησαν ένα δάνειό του μετά που υλοποίησαν το «σενάριο» για τα άλλα ακίνητα που περιήλθαν «εικονικά και κρυφά στην ιδιοκτησία της Τράπεζας» η οποία και τα πώλησε σε εξευτελιστικές τιμές. Αναφέρθηκε επίσης ο κ. Βρυωνίδης στη μαρτυρία του κ. Φλουρέντζου η οποία, όπως ορθά υποδεικνύει, παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον η δικηγόρος των εναγόντων δεν αντεξέτασε τον εν λόγω μάρτυρα για την αναφερθείσα διασύνδεση εγγυητικής - υπόθεσης Yiasko. Από την άλλη εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.3 και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στα πλαίσια της αντεξέτασης του ουδόλως επηρεάζουν τα πιο πάνω, και δεν βοηθούν το δικαστήριο, αλλά αντίθετα το αποπροσανατολίζουν. Ο κ. Βρυωνίδης κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 ο οποίος δεν δίστασε, όπως είπε, να αναφέρει ότι αποδέχθηκε να χρησιμοποιηθεί υπό των εναγόντων. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων, εκτός των ανωτέρω, υπέδειξε διάφορα στοιχεία που καταδεικνύουν, κατά την εισήγηση της, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν συνάδει με τα γεγονότα και είναι ανυπόστατη. Αυτά θα τα έχω υπόψη αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία. Θα πρέπει όμως κατά πρώτο λόγο να ξεκαθαρίσει το θέμα σε σχέση με τη μη αντεξέταση του κου Φλουρέντζου επί των ισχυρισμών του περί διασύνδεσης εγγυητικής - υπόθεσης Yiasko. Η παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών για τους οποίους δεν έγινε αντεξέταση. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας, που αφενός βρίσκει πιο αυστηρή εφαρμογή σε ποινικές υποθέσεις και, αφετέρου, περί διακριτικής ευχέρειας ο λόγος. Η μη αντεξέταση δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ότι η εκδοχή της άλλης πλευράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αυτό θα αποφασιστεί αφού ληφθεί υπόψη η φύση των ισχυρισμών και οι λόγοι που οδήγησαν στη μη αντεξέταση. Όπως εξηγείται στη Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». Κατ΄ αρχάς ο κ. Φλουρέντζου αναφέρθηκε στα όσα οι πελάτες του τού είχαν πει σε σχέση με την εγγυητική και τη διασύνδεση της με την αγορά των γραφείων της Yiasco. Ό,τι άμεσα γνώριζε ήταν ότι του έστειλαν το προσχέδιο της εγγυητικής για έγκριση. Η άμεση μαρτυρία για τη διασύνδεση δόθηκε από τον εναγόμενο και τον Μ.Υ.3 που αντεξετάστηκαν επίμονα και με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι οι ενάγοντες δεν αποδέχονται τη διασύνδεση αυτή. Συνεπώς, υπ΄ αυτή την έννοια, δεν επρόκειτο για ισχυρισμούς τέτοιας φύσης και σημασίας ώστε εκ της μη αντεξέτασης να θεωρήσουμε ότι οι ενάγοντες αποδέχονται τα όσα με σαφήνεια γενικώς αμφισβήτησαν. Εν πάση περιπτώσει, ως άνω, παραμένουν ανοικτές προς αξιολόγηση και οι δύο εκδοχές. Η εγγυητική (Τεκμήριο 41) ρητώς συνδέεται με την παραχώρηση δανείου προς το Μ.Υ.3 και την αγορά ακινήτων από τον αδελφό του Λευτέρη Σολωμού στην Ορόκλινη (βλ. Τεκμήριο 42, σελ. 3). Άλλωστε έγιναν κοινώς αποδεκτά τα ακόλουθα: «
- ...................................................................................
- Η εγγυητική επιστολή (Τ. 41) εκδόθηκε στα πλαίσια της παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο 2, ΜΥ3, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 42 - 46 και η παρούσα εγγυητική (Τ. 41) ήταν η μοναδική η οποία εκδόθηκε από τους ενάγοντες.» Όμως, το Τεκμήριο 41 σαφώς προκύπτει ότι είναι το έγγραφο στο προσχέδιο του οποίου αναφέρθηκε ο κ. Φλουρέντζου. Η ταύτιση του περιεχομένου, αλλά και του αριθμού είναι δεδομένη. Η δε διαφορά στις ημερομηνίες είναι αυτονόητη, εφόσον πρώτα ο κ. Φλουρέντζου ενέκρινε το προσχέδιο και ακολούθως εκδόθηκε η εγγυητική. Αντίθετα, κανένα στοιχείο του Τεκμηρίου 40 δεν συσχετίζεται με την πράξη της Yiasco. Ούτε ο αιτητής, ούτε ο δικαιούχος, ούτε το ποσό. Έτσι, παρά την παράλειψη αντεξέτασης, είναι φανερό από τα πράγματα αλλά κι απ΄ όσα ως άνω έγιναν παραδεκτά, ότι το Τεκμήριο 40, που απέληξε στο Τεκμήριο 41, δεν έχει σχέση με την υπόθεση Yiasco. Ο δε ισχυρισμός του Μ.Υ.3 ότι το Τεκμήριο 40 και το Τεκμήριο 41 αφορούν δύο διαφορετικές υποθέσεις και η εξήγηση του ότι η ομοιότητα «μπορεί να ήταν τυχαία», στερείται, για τους παραπάνω λόγους, βάσης. Αλλά και οι εξηγήσεις που ο εναγόμενος προσπάθησε να δώσει για τη σχέση επίδικου δανείου - εγγυητικής - αγοράς Yiasco αιωρούνται ακατανόητες και αντιφατικές. Ποιο ήταν το λογιστικό πρόβλημα που αναφέρει εξαρχής στην παρ. 14 της δήλωσής του; Το γεγονός, είπε αντεξεταζόμενος, ότι η G.S.L. είχε εγγυηθεί την τιμή των μετοχών κάτι που δεν μπορούσε να γίνει και να παρουσιαστεί στα βιβλία της εταιρείας. Όμως η άλλη του θέση δεν είναι ότι η G.S.L. εγγυήθηκε τις μετοχές της, οι οποίες τελικά δεν μεταβιβάστηκαν στο Μύλο, αλλά ότι είναι η Τράπεζα που, αντί των μετοχών, προχώρησε "ενδεχομένως" στην έκδοση κάποιων εγγυητικών χωρίς εξασφάλιση με αποτέλεσμα να μείνει πλήρως ακάλυπτη. Είναι γι΄ αυτό που του ζήτησαν να κάμει το "εικονικό" δάνειο. Ποιο είναι λοιπόν το λογιστικό πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί τον Οκτώβριο του 2001 ή το Μάρτιο του 2001; Αν υπήρχε πρόβλημα, δεν προκύπτει λογιστικό, ούτε καν πρόβλημα της G.S.L., αλλά, όπως ο ίδιος θέτει τα πράγματα, πρόβλημα της Τράπεζας που θέλησε να το επιλύσει εμπλέκοντας, σε συνεργασία με τους άλλους, τον εναγόμενο. Εν προκειμένω ήταν χαρακτηριστικές και οι υπεκφυγές του εναγόμενου ως προς το χρόνο. Από τον Οκτώβριο του 2001, όταν του υπεδείχθη ότι η επίδικη συμφωνία έγινε στις 16.7.2001, μεταφέρθηκε πλέον στο 2000 και/ή το Μάρτιο
- Για να αποσυνδέσει, τελικά, το ζήτημα από τους ισχυρισμούς περί λογιστικού προβλήματος. Συνεπώς η μαρτυρία του εναγόμενου για την ανάγκη να λυθεί, υποτίθεται, ένα λογιστικό ή άλλο πρόβλημα δια του «εικονικού δανείου» είναι τρωτή. Γιατί, περαιτέρω, για να επιλυθεί το οποιοδήποτε πρόβλημα να επιδιωχθεί η «βοήθεια» του εναγόμενου και μάλιστα με τον απλοϊκό τρόπο που περιέγραψε ο Μ.Υ.3, ότι δηλαδή όταν εντοπίστηκε το «διαδικαστικό πρόβλημα» αμέσως ο Κουφοπαύλου θυμήθηκε τον εναγόμενο; Γιατί τον εναγόμενο που βρισκόταν ανίδεος στην Αγγλία; Και γιατί ο εναγόμενος να δεχθεί το ίδιο απλοϊκά; Ο εναγόμενος επεδίωξε, ως άνω, να παρουσιαστεί ότι δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στη G.S.L.. Η ουσιαστική του σχέση, είπε, ήταν με την Golden Sun Holiday Ltd. Στο συμβούλιο της G.S.L. του ζήτησαν να συμμετέχει για να είναι μονός ο αριθμός των μελών. Λάμβανε δε, μέρος μια φορά το χρόνο όταν παρουσιάζονταν οι λογαριασμοί από τη P.W.C. για έγκριση, χωρίς να έχει γνώση για τα θέματα της G.S.L. Φανερή ήταν η προσπάθεια του να παρουσιάζεται αμέτοχος και με τα όσα έγιναν στα πλαίσια της επίδικης ιστορίας με την αγορά γραφείων από τη Yiasko, παρά το ότι ήταν και ένας εκ των διευθυντών της Yiasko (Τεκμήριο 38) που ήταν πλήρως εξηρτημένη από την G.S.L. (Τεκμήριο 39). Έτσι, χωρίς να έχει ουσιαστική σχέση με τα της G.S.L. και χωρίς να έχει συμμετοχή στην υπόθεση Yiasco, βρισκόταν απλώς στην Κύπρο για διακοπές. Πώς υπ΄ αυτές τις περιστάσεις βρέθηκε να υπογράφει το δάνειο για να επιλυθεί το πρόβλημα που οι άλλοι δημιούργησαν, δεχόμενος, αυτός ένας έμπειρος επιχειρηματίας, ότι «όλα ήταν τυπικά»; Αφού η «εικονική δανειοδότηση» θα πληρωνόταν από τη G.S.L., όπως υποτίθεται ότι του είχαν πει, γιατί να γίνει το δάνειο στ΄ όνομα του κι όχι στ΄ όνομα της G.S.L. ή του Διγενή Σολωμού που δημιούργησε το πρόβλημα; Αυτά μένουν αναπάντητα. Αλλά κυρίως μένει αναπάντητο το γιατί να δεχθεί να υπογράψει αυτός ο αμέτοχος, ο οποίος δέχθηκε υποτίθεται να βοηθήσει «χωρίς να έχει καθόλου γνώση». Αμέτοχος θέλησε να παρουσιαστεί και στη συνέχεια, κατά τη λειτουργία του λογαριασμού. Όμως στις 20.7.2001 προέβη σε ανάληψη Λ.Κ.122.500 υπογράφοντας ο ίδιος (Τεκμήριο 26). Έσπευσε βέβαια να πει ότι «δεν πήρε ούτε μια λίρα, εφόσον τα χρήματα εστάλησαν στο Παραλίμνι που θα μπορούσε να πληρωθεί η εγγυητική». Στη δεύτερη περίπτωση (Τεκμήριο 27, ημερ. 25.7.2001) υπογράφοντας με το Διγενή Σολωμού προέβησαν σε ανάληψη Λ.Κ.51.
- Κι αυτά υποτίθεται για την υπόθεση του Μήλου. Στην τρίτη περίπτωση (Τεκμήριο 25, ημερ. 17.7.2001) με δική του υπογραφή μεταφέρθηκαν Λ.Κ.10.000 σε λογαριασμό των γονέων του. Ούτε γι΄ αυτό ο εναγόμενος έδωσε εξήγηση. Ποια έννοια είχε η μεταφορά στο λογαριασμό των γονέων του; Τους είχαν εμπλέξει κι αυτούς στο «σενάριο Κουφοπαύλου»; Κι αν ναι, με ποιο σκοπό; Αλλά δεν είναι μόνο αυτά που είναι ακατανόητα σε σχέση με το δάνειο, την εκδοχή των εγγυητικών και τις αναλήψεις. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ο εναγόμενος ανέφερε ότι τα άτομα που είχαν πάρει τις εγγυητικές πήγαν την ημέρα που εκδόθηκε το δάνειο μετά από τηλεφώνημα της Τράπεζας Κύπρου και πήραν τα χρήματα. Πιο κάτω ανέφερε ότι τους κάλεσαν και πήραν τα χρήματα παραδίδοντας τις εγγυητικές στα κεντρικά γραφεία της Λάρνακας. Αυτά ισχυρίστηκε, ως άνω, κι ο Δ. Σολωμού. Αν έτσι όμως είχαν τα πράγματα θα αναμενόταν μια ανάληψη εκείνης της ημερομηνίας, ισόποση με τα ποσά των εγγυητικών. Γνωρίζουμε το ποσό μόνο της μιας εγγυητικής (Λ.Κ.128.000). Η εκδοχή του εναγόμενου ήταν ότι οι εγγυητικές ήταν για να καλύψουν «ένα ποσό πέριξ των Λ.Κ.200.000» για τις 230.000 μετοχές. Άρα θα αναμενόταν ανάληψη από το δάνειο ενός τέτοιου ποσού, αφού υποτίθεται ότι την ίδια ημέρα το ποσό των εγγυητικών πληρώθηκε. Όμως αντί μιας ανάληψης εκείνης την ημέρα για «ποσό πέριξ των Λ.Κ.200.000», έχουμε μια μεταφορά στις 17.7.2001 και δύο αναλήψεις, στις 20.7.2001 και στις 25.7.2001 που συμποσούνται σε Λ.Κ.183.
- Από την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 18) φαίνεται ότι αυτές ήταν βασικά οι αναλήψεις που έγιναν. Οι άλλες αναλήψεις ήταν συνολικά για ποσό που μόλις υπερβαίνει τις Λ.Κ.
- Τίποτα απ΄ αυτά δεν συνάδει με τον ισχυρισμό ότι το δάνειο έγινε για να πληρωθούν οι εγγυητικές και ότι αυτές πληρώθηκαν εφάπαξ κατά την ημερομηνία του δανείου. Κι αν αυτό είχε γίνει, και μάλιστα στα κεντρικά γραφεία στη Λάρνακα, ποια έννοια έχει η αναφορά του εναγόμενου ότι τα χρήματα της μιας ανάληψης (Τεκμήριο 26) εστάλησαν στο Παραλίμνι «που θα μπορούσε να πληρωθεί η εγγυητική»; Η μόνη σύνδεση με το Παραλίμνι είναι ότι εκεί βρισκόταν ο εναγόμενος κατ΄ εκείνο το χρόνο. Το Τεκμήριο 26 δε, όντως φέρει τη σφραγίδα του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο Παραλίμνι. Τελικά όλα αυτά όχι μόνο δεν στοιχειοθετούν διασύνδεση του δανείου με την πληρωμή των εγγυητικών, αλλά σαφώς καταδεικνύουν χρήση του δανείου από τον εναγόμενο και από το Δ. Σολωμού με πραγματικές αναλήψεις από το υποτιθέμενο εικονικό δάνειο. Αλλά υπάρχει και το εξής εξίσου σημαντικό στοιχείο: Η 19.6.2001 είναι σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η ημερομηνία του αιτήματος του εναγόμενου 1 για δάνειο. Ο κ. Βρυωνίδης υπέβαλε στο Μ.Ε.1, πάντα στην παρουσία του εναγόμενου, ότι ο τελευταίος στις 19.6.2001 βρισκόταν στην Αγγλία και δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση. Όμως, το γραπτό αίτημα του εναγόμενου φέρει ημερομηνία 8.6.2001 (Τεκμήριο 22). Είναι επί αυτής της επιστολής που η κα Χαλουβά ετοίμασε την αίτηση του εναγόμενου και την καταχώρησε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας για να πάρει τη μορφή που φαίνεται στο Τεκμήριο 19, με ημερ. 19.6.
- Έτσι, δεν έχει σημασία η ημερ. 19.6.2001, αλλά η 8.6.
- Όμως εξ αυτού προκύπτει ένα περαιτέρω ζήτημα. Ο εναγόμενος αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι στην Κύπρο βρισκόταν τον Ιούλιο. Άρα στις 8.6.2001 βρισκόταν στην Αγγλία κάτι που συνάδει με την υποβληθείσα στην παρουσία του θέση ότι και στις 19.6.2001 ακόμα βρισκόταν στην Αγγλία. Άρα η επιστολή 8.6.2001 εστάλη από την Αγγλία και εν πάση περιπτώσει προηγείται του Ιουλίου 2001 που κατά την εκδοχή του εναγόμενου τον ενημέρωσαν ότι θα γινόταν το εικονικό δάνειο και αποδέχθηκε «να βοηθήσει». Προηγουμένως, ενόσω ήταν στην Αγγλία, το μόνο που γνώριζε, είπε, από ενημέρωση του Δ. Σολωμού και του Κ. Σολωμού, ήταν μόνο ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την αγοραπωλησία των ακινήτων και πώς θα βρίσκανε λύση με την Τράπεζα Κύπρου. Τότε, πώς υπέβαλε το αίτημα για το «εικονικό δάνειο» πριν να έχει ιδέα περί δανείου; Περιπλέον, παραμένει η υποβολή στην παρουσία του, πριν να παρουσιαστεί το Τεκμήριο 22, ότι ο εναγόμενος δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση. Το μόνο που είπε για ν΄ απαντήσει σ΄ αυτό το πρόβλημα ο εναγόμενος ήταν, δίκην αγόρευσης στη γραπτή δήλωση του, ότι «αργότερα παρουσιάστηκε στο δικαστήριο το Τεκμήριο 22, το οποίο είναι εισήγηση μου ότι επιβεβαιώνει πλήρως ότι τα πάντα αποτελούν μέρος του ετοιμασθέντος σεναρίου εκ μέρους της Τράπεζας». Το Τεκμήριο 22 όμως είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση που λειτουργεί. Ο δε ευπαίδευτος δικηγόρος του το μόνο που σχολίασε αγορεύοντας για το Τεκμήριο 22, ήταν, ως άνω, η αντίφαση με τον ισχυρισμό Χριστοφή ότι το αίτημα ήταν προφορικό. Ένα άλλο ζήτημα είναι το εξής: Όπως αναφέραμε, μια από τις κατ΄ ισχυρισμό προταθείσες από τον εναγόμενο εξασφαλίσεις ήταν η εγγύηση της εταιρείας Starstruck Ltd (βλ. Τεκμήριο 1). Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε αν είχε ποτέ σχέση με τέτοια εταιρεία και απάντησε ότι υπήρχε τέτοια υπεράκτια εταιρεία από τις 50 περίπου υπεράκτιες που είχαν τότε. Αλλά δεν θυμόταν αν είναι μέτοχος ή διευθυντής. Πρέπει σίγουρα, είπε, να δημιουργήθηκε "μέσω κάποιου management που ονομάζεται ASL Management". Η κα Ανδρέου τότε του υπέδειξε ότι με αίτηση τροποποίησης ημερ. 27.3.2006 σκόπευε να προσθέσει τον ισχυρισμό ότι είναι ο Διγενής Σολωμού που του ζήτησε να δημιουργήσει υπεράκτια εταιρεία με σκοπό να εγκριθεί το δάνειο και ο ίδιος προχώρησε στη δημιουργία της Starstruck Ltd. Βέβαια, η αίτηση αυτή τελικά απεσύρθη μετά από υπόδειξη του Δικαστηρίου, όπως ανέφερε ο κ. Βρυωνίδης, ότι περιελάμβανε μαρτυρία και όχι δικογραφικούς ισχυρισμούς. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι ο εναγόμενος όταν του τέθηκε αυτή η δήλωση όχι μόνο δεν την απέρριψε αλλά την υιοθέτησε λέγοντας "Στο Jersey σωστά" και καταφατικά απάντησε στην ερώτηση ότι δημιούργησε αυτή την εταιρεία επειδή του είχε ζητηθεί από τον κ. Κουφοπαύλου και τον Διγενή Σολωμού. Δεχόμενος τώρα ότι αυτός δημιούργησε την Starstruck, ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν συνιστά αλλαγή της προηγούμενης του θέσης. Τελικά όμως η Starstruck δημιουργήθηκε από τον ίδιο στα πλαίσια του "σεναρίου Κουφοπαύλου - Διγενή" ή είναι μία από τις πενήντα υπεράκτιες που είχαν δημιουργηθεί μέσω του ASL Management; Σ΄ αυτά δε, ας προστεθεί η προαναφερθείσα υποβολή του ευπαιδεύτου δικηγόρου του εναγόμενου, που έγινε στην παρουσία του, προς τον κ. Χριστοφή (Μ.Ε.2) ότι εταιρεία Starstruck δεν υπάρχει. Τέλος, μνεία μπορεί να γίνει και για την άρνηση του εναγόμενου ότι έλαβε την επιστολή ή ότι έλαβε γνώση της επιστολής Τεκμήριο
- Για τους αντίθετους ισχυρισμούς του ο κ. Μιχάλης Στυλιανού (Μ.Ε.1) δεν αντεξετάστηκε. Όμως θα προχωρήσω επί του θέματος γιατί η σχετική μαρτυρία του εναγόμενου είναι ενδεικτική της όλης στάσης του. Η επιστολή εστάλη στη διεύθυνση που ο ίδιος ο εναγόμενος είχε δώσει στην τράπεζα στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με τον όρο 14 της οποίας «κάθε κοινοποίηση / ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου μπορεί να δοθεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι στη διεύθυνση που είναι δηλωμένη εδώ ...». Η δηλωθείσα διεύθυνση, είπε ο εναγόμενος, ήταν η διεύθυνση της μητέρας του στην οποία, όπως ο ίδιος είπε, επιδόθηκε η αγωγή. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι η μητέρα του δεν επικοινωνεί πάντα μαζί του όταν πάρει κάτι που τον αφορά. Συνήθως επικοινωνεί, αλλά εξαρτάται. Αν είναι απλώς ένας φάκελος με τ΄ όνομα του μπορεί να περιμένει μέχρι να παρουσιαστεί ο ίδιος, κάτι που γίνεται όταν έρχεται στην Κύπρο για διακοπές το καλοκαίρι ή τα Χριστούγεννα. Δεν είναι βέβαια πειστική η εικόνα ότι ένας επιχειρηματίας που δίδει μια διεύθυνση στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του, αφήνει το ζήτημα της ενημέρωσης του στην κρίση της μητέρας του και κατά τ΄ άλλα ενημερώνεται δύο φορές το χρόνο. Άλλωστε είναι η πρόνοια 14 της συμφωνίας και η παράλειψη αντεξέτασης του Μ.Ε.
- Όμως εκείνο που έχει σημασία σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι ότι όλα αυτά τέθηκαν από τον εναγόμενο όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος για μια αναφορά του στην γραπτή δήλωση του ότι τα περί της κατ΄ αρχή συμφωνίας να εγγυηθούν οι αγοραστές στην υπόθεση Yiasco συγκεκριμένη τιμή των 230.000 μετοχών της G.L.S., προέκυψαν από έρευνα την οποία άρχισε να διεξάγει μετά τον Αύγουστο του 2004, όταν του είχε επιδοθεί η αγωγή. Είναι στα πλαίσια της γενικότερης του προσπάθειας να παρουσιάζεται όσον το δυνατόν ανίδεος που αρνήθηκε την πολύ προγενέστερη, ημερ. 22.12.2003, επιστολή. Σε ότι αφορά την εισήγηση του κ. Βρυωνίδη ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως στοιχείο που επιβεβαιώνει την εικονικότητα η «παράλειψη» των εναγόντων να καλέσουν ως μάρτυρα τον Κουφοπαύλου σημειώνονται τα ακόλουθα:- Η Τράπεζα Κύπρου είχε το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της συμφωνίας. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος εκείνος που επικαλείται εικονικότητα έχει το ανάλογο βάρος να την αποδείξει (Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726, Κωνσταντίνου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 781). Αυτά βέβαια αφορούν το βάρος απόδειξης υπό την έννοια του βάρους που έχει ο διάδικος να πείσει, στο τέλος, για τη βασιμότητα της υπόθεσης του (νομικό βάρος απόδειξης, legal burden of proof). Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η μαρτυρία περί εικονικότητας δημιουργεί τόσο ισχυρά συμπεράσματα περί του ότι όντως επρόκειτο για πλασματική συναλλαγή, ώστε να αναμένεται λογικά από το διάδικο που επιμένει ότι η συναλλαγή ήταν γνήσια, να καλέσει εκείνο το πρόσωπο που θα μπορούσε με την μαρτυρία του να δώσει μια εντελώς σαφή και αξιόπιστη εκδοχή η οποία να ανατρέπει τα ισχυρά συμπεράσματα. Τέτοια ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Maas v. Pepper [1904-1907] All E.R. Ext.
- Η αρχή που διατυπώθηκε στην Barclays Bank PLC με αναφορά στο νομικό βάρος απόδειξης δεν έρχεται σε αντίθεση με την αρχή που προκύπτει από την Maas. Η δεύτερη αρχή συμπληρώνει την πρώτη αναφερόμενη σ΄ εκείνες τις περιπτώσεις όπου από τη μαρτυρία δημιουργείται κατ΄ ουσία ένα πραγματικό τεκμήριο που επαναφέρει το βάρος προσαγωγής μαρτυρίας (evidential burden of proof) στον επικαλούμενο τη γνησιότητα της συναλλαγής με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι πλέον σε θέση να το αποσείσει αποδεικνύοντας και μόνο την έγκυρη κατάρτιση της συναλλαγής. Εν προκειμένω, η μαρτυρία που προσέφεραν οι εναγόμενοι περί εικονικότητας ήταν, ως εκ των άνω, πλήρως διάτρητη από πλευράς αξιοπιστίας. Καθόλου δεν δημιούργησε το βάρος στους ενάγοντες να καλέσουν τον Κουφοπαύλου ή οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία υπό την παραπάνω έννοια. Η μαρτυρία που προσέφεραν οι ενάγοντες ήταν τεκμηριωμένη με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα. Οι μάρτυρες της δεν περιέπεσαν σε ουσιαστικές αντιφάσεις που να υποδηλώνουν πρόθεση απόκρυψης ή παραποίησης της αλήθειας. Το αν ο κ. Χριστοφή μίλησε, τόσα χρόνια μετά, για προφορικό αίτημα, κι η κα Χαλουβά για γραπτό, δεν είναι ουσιαστική αντίφαση. Άλλωστε ο ισχυρισμός της κας Χαλουβά υποστηρίχθηκε με το Τεκμήριο
- Αν έχουν κάποια σημασία τέτοιου είδους διαφορές στη μαρτυρία, είναι ότι καταδεικνύουν ότι οι μάρτυρες δεν προσυνεννοήθηκαν. Το δε επιχείρημα του κου Βρυωνίδη ότι το δάνειο παραχωρήθηκε χωρίς οποιαδήποτε εξασφάλιση, παραβλέπει πλήρως ότι, παρά τις διαφοροποιήσεις από τα αρχικώς προβλεπόμενα, όντως δόθηκαν εξασφαλίσεις. Όπως δε παρατήρησε στην τελική της αγόρευση η κα Ανδρέου απλώς ενεχυριάστηκαν μετοχές από τις εναγόμενες 4 και 5 αντί από την εταιρεία Starstruck Ltd και μάλιστα ο συνολικός αριθμός των μετοχών που τελικώς ενεχυριάσθηκαν υπερβαίνουν τον αριθμό που αρχικά ζητήθηκε. Για δε το ζήτημα της χορήγησης του δανείου χωρίς να είχαν τηρηθεί οι όροι που τέθηκαν, οι μάρτυρες δεν απέφυγαν ν΄ απαντήσουν. Απάντησαν και είπαν ότι έδωσαν πίστη στον εναγόμενο για τους λόγους που εξήγησαν. Οι ισχυρισμοί για τη μεταγενέστερη ιστορία με την πώληση των ακινήτων της G.S.L., όπως υποδεικνύει η κα Ανδρέου, είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα και δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα του επίδικου δανείου. Για τους ισχυρισμούς αυτούς υιοθετώ τις σχετικές θέσεις της στην τελική της αγόρευση χωρίς ανάγκη επανάληψης. Η μαρτυρία των εναγόντων ήταν πειστική και ειδικότερα η ιδιαιτέρως συγκροτημένη μαρτυρία της κας Χαλουβά έδωσε πλήρη και σαφή εικόνα. Οι ενάγοντες απέσεισαν το σχετικό, ως άνω, βάρος που είχαν. Ε. Η νομική πτυχή των ισχυρισμών για εικονικότητα Θα μπορούσε όμως τελικά να λεχθεί ότι η ενασχόληση με όλες αυτές τις επινοήσεις του εναγόμενου ήταν περιττή κι αν ασχολήθηκα είναι για να υπάρχει η ετυμηγορία του δικαστηρίου για τα θέματα που απασχόλησαν τους διαδίκους στην ακρόαση. Μιλώντας ο εναγόμενος για εικονικότητα, δεν έχει εισηγηθεί ότι άλλη ήταν η φύση της συναλλαγής και ότι το δάνειο, ως εικονικό, αποτέλεσε μόνο τη "μάσκα ή την επικάλυψή της", όπως το έθεσε ο Κωνσταντινίδης Δ. στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432, όπου έγινε αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να καταφανεί ότι η πραγματική φύση της συναλλαγής δεν ήταν ενοικιαγορά αλλά δάνειο. Πέραν τούτου, ο ισχυρισμός περί εικονικότητας πρέπει να συνδέεται, δικογραφικά και με μαρτυρία, με παρανομία, εκείνη εννοείται την παρανομία που τα μέρη σκοπούσαν να αποκρύψουν κάτω από την εικονική πράξη, η οποία θα μπορούσε να απολήξει στην ακυρότητα του δανείου. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει τέτοια σύνδεση όπως ορθά εισηγήθηκε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων με αναφορά στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.ά., ανώτ.. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων 1 και 3 εισηγήθηκε βέβαια ότι η παρανομία έγκειται στο ότι η συμφωνία ήταν παράνομη και "έγινε για να εξυπηρετηθεί τρίτο πρόσωπο εν σχέσει με παρανομίες και / ή παρατυπίες που έγιναν εκ μέρους των εναγόντων" και "όπως φαίνεται από το όλο ιστορικό ο εναγόμενος 1 χρησιμοποιήθηκε τόσο από τους ενάγοντες όσο και από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της G.S.L. στην υλοποίηση παρανόμων σκοπών". Το κατ΄ ισχυρισμό δάνειο, είπε, «ήταν εξ αρχής «σχεδιασμένο» από τον κ. Κουφοπαύλου μαζί με τον εναγόμενο 2 κ. Διγενή για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένοι σκοποί που ουδεμία σχέση έχουν με τον εναγόμενο 1. Εδώ ακριβώς είναι που εδράζεται η εικονικότητα του συγκεκριμένου δανείου». Αυτά όμως παραμένουν γενικόλογες αναφορές χωρίς να προσδιορίζεται η κατ΄ ισχυρισμόν παρανομία. Αναφορές που τέθηκαν σχηματικά και μόνον, πασιφανώς σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην Barclays Bank PLC (ανώτ.). Μάλιστα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων, προχωρά και εντάσσει τη μετέπειτα πώληση των ακινήτων του συγκροτήματος στα πλαίσια των παρανόμων ενεργειών των εναγόντων προς επιβεβαίωση, όπως ισχυρίστηκε, της εικονικότητας και του παράνομου του δανείου. Αυτά όμως, όπως είπε ο εναγόμενος, έγιναν ένα και πλέον χρόνο μετά την έγερση της αγωγής. Ο ίδιος δε, τα συνδέει με τη βασική του εκδοχή περί εικονικότητας του επιδίκου δανείου δια του ισχυρισμού ότι "όλοι τον διαβεβαίωναν (Κουφοπαύλου, Διγενής, κ.λ.π.) ότι μέσα στο πιο πάνω σκηνικό θα επιλύετο και η παρούσα περίπτωση." Παρανομία, κατά τον κρίσιμο τουλάχιστο χρόνο και υπό την έννοια της επικάλυψης της δια του δανείου, ούτε προσδιορίστηκε δικογραφικά, μήτε προκύπτει από τα αναφερόμενα. Κατά τ΄ άλλα, όπως προκύπτει από την Barclays, ανώτ., η εικονικότητα από μόνη της δεν έχει νόημα ως υπεράσπιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις υποθέσεις που οι αγωγές απορρίφθηκαν μετά από τη διαπίστωση εικονικότητας, ο λόγος απόρριψης ήταν ότι μετά που κατέρρευσε ως μη πραγματική η ενοικιαγορά, η μόνη βάση αγωγής που προωθήθηκε στην ακρόαση, οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να επικαλεστούν τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής και ειδικά το δάνειο που ήταν η πραγματική συμφωνία, το οποίο ενώ είχαν περιλάβει στην έκθεση απαίτησης, δεν προώθησαν στην ακρόαση. Είναι υπ΄ αυτή την έννοια που η εικονικότητα, μη συνδεόμενη με παράνομο σκοπό, οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής. (Λαϊκή v. Κωνσταντίνου, ανώτ., Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ., 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Χίνη, Πολιτική Έφεση 37/2006, ημερ. 14.7.2008). Εν προκειμένω, η απαίτηση που προώθησαν οι ενάγοντες είναι για δάνειο. Οι εναγόμενοι, ως άνω, δεν επικαλούνται άλλη συναλλαγή από δάνειο. Ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, γνωρίζοντας ότι ήταν συμφωνία δανείου, το προϊόν του οποίου κατατέθηκε στη συνέχεια σε δικό του λογαριασμό με τον ίδιο να υπογράφει στο έγγραφο κατάθεσης ως "καταθέτης" (Τεκμήριο 4). Οι ισχυρισμοί του ότι αποδέχθηκε να "βοηθήσει" αφού του είχε εξηγηθεί ότι η υπογραφή του ήταν θέμα καθαρά τυπικό χωρίς να δημιουργούσε δέσμευση του και ότι η εμπλοκή του στο όλο θέμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις όλων, ήταν εντελώς τυπική, δεν έχουν νομική υπόσταση. Δεν εμπίπτουν σε κάποια αναγνωρισμένη από το νόμο υπεράσπιση ούτε στην Υπεράσπιση του δικογραφείται ή μπορεί να διαφανεί αναγνωρισμένη υπεράσπιση, όπως το non est factum, ο δόλος, οι ψευδείς παραστάσεις ή η κοινή πλάνη. Οι ισχυρισμοί του το μόνο που θέτουν είναι η εφαρμογή της αρχής ότι το πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο, δεσμεύεται από το έγγραφο αυτό. Την οποία η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων, αν και δεν έφερε ένσταση στην αποδοχή της μαρτυρίας του εναγόμενου επί της αρχής του αποκλεισμού της εξωγενούς μαρτυρίας, επικαλέστηκε στην τελική της αγόρευση με αναφορά στην υπόθεση Πίττας v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. όπου ο Φωτίου Δ. είπε:- "... ότι από τη στιγμή που δέχεται ο εφεσείων την υπογραφή του τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν επιτύγχανε σε μια από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως τη γνωστή αρχή του non est factum ή ότι η υπογραφή του λήφθηκε με απάτη ..." Τηρουμένων των προαναφερόμενων υπερασπίσεων όπως σημειώνεται στο Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, παρ. 363: "The general rule is that a man is estopped by his deed, and although there is no such estoppel in the case of ordinary signed documents, a party of full age and understanding is normally bound by his signature to a document, whether he reads or understands it or not." Επίσης, στο Bullen & Leake & Jacob´s Precedents of pleadings, 13η έκδοση, σελ. 1104 αναφέρονται τα εξής: "Where, however, the signer knows the class of documents he is signing the agreement cannot be avoided unless mutual mistake, misrepresentation or fraud is proved". Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που έστω κι αν θα δεχόμασταν τα όσα λέει ο εναγόμενος, δεν θα μπορούσε να αποφύγει την υπογραφή του και τη συμφωνία που υπέγραψε. Στ. Το ζήτημα της εγγύησης της εναγόμενης 3 και των ενεχυριάσεων Είναι, ως άνω, η εκδοχή της εναγόμενης 3 ότι η εγγύηση της αφορούσε άλλο δάνειο το οποίο εξοφλήθηκε. Συγκεκριμένα στην Υπεράσπιση γίνεται λόγος για το δάνειο 0584-18-0031423 για ποσό Λ.Κ.65.000 που εξοφλήθηκε στις 19.9.
- Η εναγόμενη 3 δεν έδωσε μαρτυρία. Στο ζήτημα αυτό αναφέρθηκε ο εναγόμενος 1, στην παρ. 46, 47 και 48 της γραπτής δήλωσης του (κυρίως εξέταση). Από τα όσα εκεί αναφέρει και από τα σχετικά τεκμήρια που παρουσίασε (Τεκ. 35 και 36) προκύπτει ότι η εν λόγω εγγύηση, ημερ. 14.11.2000, (Τεκμήριο 7) δόθηκε σε σχέση με συμφωνία παροχής δανείων ή τραπεζικών διευκολύνσεων, ημερ. 14.11.2000, στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες είχαν χορηγήσει στον εναγόμενο 1 δάνειο εκ Λ.Κ.50.000 (Τεκμήριο 35) στο λογαριασμό 0581-13-003683 (Τεκμήριο 36). Το Τεκμήριο 36 αποτελεί κατάθεση στον εν λόγω λογαριασμό ημερ. 12.3.2001 δια του οποίου το δάνειο εξοφλήθηκε. Το δάνειο και ο λογαριασμός 0584-18-0031423 που στην Υπεράσπιση, ως άνω, αναφέρεται είναι άλλο δάνειο που όντως εξοφλήθηκε στις 19.9.2005 (Τεκμήριο 37), και όχι το δάνειο που συνδέεται με την εγγύηση. Όμως, η βασική της δικογραφική εκδοχή, χωρίς να λάβουμε υπόψη τις λανθασμένες λεπτομέρειες, παραμένει ότι η εγγύηση δόθηκε για άλλο δάνειο που εξοφλήθηκε. Οι ορθές λεπτομέρειες δόθηκαν στην ακρόαση χωρίς ένσταση και χωρίς αντεξέταση. Ούτε στην τελική αγόρευση η κα Ανδρέου έθεσε πρόβλημα δικογραφικής φύσης. Εκείνο που έθεσε, αναφερόμενη στο δάνειο ημερ. 14.11.2000, ήταν ότι η εγγύηση της ίδιας ημερομηνίας ήταν, κατά τους όρους της, μια συνεχής εγγύηση η οποία κάλυπτε το επίδικο δάνειο ημερ. 16.7.
- Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρώ ότι η εναγόμενη δεν μπορεί να προωθήσει τη βασική της, ως άνω, δικογραφική εκδοχή. Η κα Ανδρέου παρέπεμψε στην υπόθεση Πίττας v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ., 110 όπου οι όροι της εγγύησης ήταν όπως και εν προκειμένω. Προβλεπόταν δηλαδή ότι η εγγύηση ήταν συνεχής, δεν θα τερματιζόταν παρά μόνο με γραπτή ειδοποίηση του εγγυητή και ότι θα ίσχυε για το τελικό πληρωτέο υπόλοιπο. Όμως προκύπτει, θεωρήθηκε ότι η εγγύηση δέσμευε τον εφεσείοντα ως συνεχής εγγύηση. Το θέμα της συνεχούς εγγύησης εξετάστηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ.
(180)όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση (Heffield v. Meadows
(1869)L.R. 4 C.P. 595, 599)». Κατ΄ εφαρμογή αυτών των αρχών στην πρόσφατη υπόθεση Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 346/2006, ημερ. 10.7.2009, αποφασίστηκε ότι από τους όρους της συμφωνίας εγγύησης και της περιβάλλουσες περιστάσεις προέκυπτε ότι η πρόθεση των μερών ήταν να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν στο μέλλον στον πρωτοφειλέτη. Σημειώθηκε προς τούτο ότι στη συνέχεια, λίγες μέρες μετά την εγγύηση, η εφεσείουσα επεξέτεινε την εγγύηση με υποθήκη προς όφελος των εφεσειόντων για να καλύψει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον πρωτοφειλέτη. Εν προκειμένω, το λεκτικό της επίδικης εγγύησης συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι επρόκειτο για συνεχή εγγύηση. Σε εξασφάλιση μελλοντικών υποχρεώσεων αναφέρεται και το έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών που υπέγραψε την ίδια ημέρα η εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 10). Πέραν όμως των ιδίων των εγγράφων δεν έχει δοθεί μαρτυρία για τις περιβάλλουσες συνθήκες ως προς την πρόθεση των μερών για το αντικείμενο της εγγύησης. Η ενεχυρίαση έχοντας γίνει την ίδια ημέρα και με παρόμοιους όρους με την εγγύηση δεν μπορεί να διαχωριστεί ως μια επιπρόσθετη αυτοτελής περιβάλλουσα κατάσταση που να βοηθά, πέρα από τα καταγραφέντα, ως προς την πρόθεση των μερών. Λεκτικό περί συνεχούς εγγύησης και παρόμοιοι όροι υπήρχαν και στην Λαϊκή v. T.G. & Sons (ανώτ.). Εκεί παρατίθεται από το "Laws of Guarantees" 3rd ed. των Geraldine Mary Andrews και Richard Millett, σελ. 90, ότι «συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστή ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη». Στη συνέχεια δε, παρά το λεκτικό περί «συνεχούς εγγύησης» και τους συναφείς όρους λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας για τις περιβάλλουσες συνθήκες, κρίθηκε ότι το συνεχές της εγγύησης συνδεόταν μόνο με τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού σε σχέση με τον οποίο δόθηκε η εγγύηση και ότι η εγγύηση δεν εκάλυπτε άλλες συμφωνίες ή δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων όπως ήταν ένα μεταγενέστερο δάνειο. Εν προκειμένω, ελλείψει περαιτέρω μαρτυρίας δεν θεωρώ ότι το ζήτημα μπορεί να αποφασιστεί με ασφάλεια είτε προς τη μια, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Όπως δε παρατηρείται στην Λαϊκή v. T.G. & Sons, «γενικώς όπου υπάρχει ασάφεια το δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως ειδικής παρά ως συνεχούς κατ΄ επίκληση του κανόνα contra proferentum». Εκείνο όμως που διαπιστώνεται με σαφήνεια και είναι εν πάση περιπτώσει καθοριστικό, είναι το γεγονός ότι ο λογαριασμός για τον οποίο δόθηκε η εγγύηση έχει, ως άνω, εξοφληθεί. Έτσι, έστω κι αν μπορούσε να αποφασιστεί ότι η εγγύηση ήταν συνεχής, «αυτή έπαυσε να ισχύει με την αποπληρωμή του τρεχούμενου λογαριασμού για τον οποίο έχει δοθεί» (Λαϊκή v. T.G. & Sons). Ως προς τη νομική πτυχή του ζητήματος των ενεχυριάσεων μετοχών από τους εναγόμενους 1 και 3, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι δεν έκαμαν αναφορά στις τελικές αγορεύσεις τους. Συμπληρωματικά είναι που η κα Ανδρέου διευκρίνισε ότι οι σχετικές αξιώσεις δεν εγκαταλείπονται, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι δεν ηγέρθη οποιοδήποτε θέμα όσον αφορά την εγκυρότητα των ενεχυριάσεων και ότι δεν τέθηκε ως επίδικο θέμα. Στην έκθεση απαίτησης όμως αναφέρεται ότι «παραμένουν μέχρι σήμερα ενεχυριασμένες και ή δεσμευμένες προς όφελος των εναγόντων» [παρ. 10 (α) και (δ)]. Ο εναγόμενος 1 αρνείται την παρ. 10, όχι όμως η εναγόμενη 3. Με τη γενική έστω αυτή άρνηση κατέστη επίδικο το κατά πόσο οι μετοχές παραμένουν ενεχυριασμένες. Υπό στενή έννοια κατέστη επίδικο από τον εναγόμενο 1, αλλά αν η κατάληξη για το θέμα αυτό θα είναι ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων δεν έχει αποδειχθεί, οι συνέπειες θα αφορούν αναπόφευκτά και την εναγόμενη 3. Οι ενεχυριάσεις των μετοχών (Τεκμήριο 9 και 10 αντίστοιχα) έγιναν στις 14.11.2000 ως εξασφαλίσεις της συμφωνίας εκείνης της ημερομηνίας και του αντίστοιχου δανείου (βλ. σελ. 2 Τεκμήριο 35 και Τεκμήριο 9 και 10). Όσο κι αν αναφέρεται στα Τεκμήρια 9 και 10 ότι θα αφορούσαν και μελλοντικές υποχρεώσεις, τίθενται κατ΄ ανάλογο τρόπο τα ερωτήματα που συζητήθηκαν σε σχέση με την εγγύηση της εναγόμενης 3. Η αντιμετώπιση δεν μπορεί να είναι διαφορετική επειδή απλώς πρόκειται για άλλου είδους εξασφάλιση. Αυτό ισχύει ειδικότερα σε σχέση με το ότι κι αν ακόμα επρόκειτο για εξασφαλίσεις που εκάλυπταν μελλοντικές πιστώσεις πέραν της λειτουργίας του λογαριασμού για τον οποίο δόθηκαν, ο λογαριασμός αυτός έχει εξοφληθεί. Κατά συνέπεια, επί της ίδιας αρχής, οι ενεχυριάσεις έπαυσαν να ισχύουν. Ως εκ των άνω, θα δοθεί απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 για το ποσό που συμφωνήθηκε, χωρίς να δοθεί διάταγμα για εκποίηση των μετοχών, ενώ η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 θα απορριφθεί. (Α) Δίδεται απόφαση εναντίον του εναγόμενου 1 για €400.000 πλέον τόκο προς 9% από 9.3.2009 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους πλέον έξοδα υπέρ των εναγόντων. (Β) Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 3. (Γ) Τα έξοδα σε αμφότερες τις περιπτώσεις να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο