← Κύπρος

CREATIVE TOURS LIMITED ν. MCA HOTELS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1050/06., 29 Σεπτεμβρίου, 2009

CREATIVE TOURS LIMITED ν. MCA HOTELS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1050/06., 29 Σεπτεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 1050/06. Μεταξύ: CREATIVE TOURS LIMITED Εναγόντων, και MCA HOTELS LIMITED Εναγομένων. Αίτηση ημερ. 26/3/09 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης νέου εναγόμενου και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. 29 Σεπτεμβρίου, 2009. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Μουχταρούδης για Ν. Πιριλλίδης και Συνεργάτες. Για εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: κ. Γρ. Σαββίδης για Α.Ζαχαρίου και Σία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγομένη εταιρεία ποσό Λ.Κ.149.450 ως ειδικές ζημιές για ζημιά και/ή απώλεια που υπέστησαν λόγω της εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας παράβασης στις 7.12.05 της Συμφωνίας ημερ. 10.9.2003 που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή για μείωση της φήμης και/ή εμπορικής εύνοιας των εναγόντων. Περαιτέρω αξιώνουν δηλωτική απόφαση ότι η συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων παρεβιάσθη από την εναγομένη εταιρεία κατά ή περί την 7.12.05 δια την εκ μέρους της παράνομου και/ή αυθαίρετου τερματισμού της και ότι οι ενάγοντες εξετέλεσαν δεόντως όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της εναγομένης εταιρείας. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες-αιτητές εξαιτούνται: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται ο τίτλος της παρούσας αγωγής δια της προσθήκης του Χρίστου Αυξεντίου ως εναγομένου 2 και (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης ως εξειδικεύεται στην παράγραφο (Β) της Αίτησης υπό στοιχεία (
  2. i)(
  3. ii)(iii) (
  4. iv)(
  5. v)(
  6. vi)(vii) (
  7. ix)(
  8. x)(
  9. xi)(xii) (xiii) (xiv) (
  10. xv)(xvi) (xvii) και (xviii). Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.9, θθ.4 και 10 και 11 Δ.12, θθ.4 και 5, Δ.25 θθ.1-5 Δ.48 θθ 1-3 και 9 και Δ.59 στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6

(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαριλένας Πιριλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων. Σ΄ αυτή, βασικά, αναφέρει τα εξής: · Μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2009 την παρούσα υπόθεση χειρίζετο εκ μέρους των εναγόντων η δικηγόρος κα Γαβριέλλα Σεργίδου η οποία και έπαυσε να εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. · Την υπόθεση έχει πλέον αναλάβει η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων κα Εβελίνα Κουδουνάρη. Μετά από μελέτη των σχετικών δικογράφων αλλά και την περαιτέρω παράθεση γεγονότων από τους ενάγοντες ως επίσης και των περαιτέρω γεγονότων που η κα Κουδουνάρη ανέθεσε στους ενάγοντες να διερευνήσουν και επιβεβαιώσουν διεφάνη ότι η καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης και τα γεγονότα ως έχουν τεθεί εκεί δεν αντικατόπτριζαν επακριβώς και ορθά τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα και ότι δεν στηρίχθηκε επί των ορθών νομικών σημείων τα οποία θα έπρεπε να υποβληθούν στο Δικαστήριο σε συνδυασμό πάντοτε με τα αληθή γεγονότα της υπόθεσης. · Τα πιο πάνω έχουν υποπέσει στην αντίληψη της κας Κουδουνάρη μετά την εκ μέρους της ολοκλήρωση της νομικής έρευνας και μελέτης της υπόθεσης κατά τις αρχές Μαρτίου 2009 ότε και ανέλαβε την παρούσα υπόθεση. · Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης έχει ως μόνο σκοπό τα τεθούν τα αληθή γεγονότα στο ορθό πλαίσιο και είναι απαραίτητο να γίνει για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα ή και προκαλεί ζημιά στους αντιδίκους άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα. Αν επιτραπεί δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, αλλά ούτε και τον εκτροχιασμό της δίκης αφού αυτή δεν είναι ορισμένη για ακρόαση. · Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα εκ μέρους των εναγόντων και δεν αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.9 θθ. 1-11, Δ.12 θθ 1-5, Δ.25 θθ 1-6, Δ.48 θθ1-9, Δ.64, θ1 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ως επίσης και στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: 1) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 2) Η αίτηση είναι καταχρηστική. 3) Η αίτηση είναι παράνομη και αντικανονική. 4) Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. 5) Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους εναγομένους-καθ΄ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. 6) Η αίτηση είναι κακόπιστη και όσα αναφέρονται σ΄ αυτή και στην ένορκο δήλωση είναι αναληθή. 7) Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. 8) Η αίτηση υποβάλλεται μετά που η υπόθεση ορίστηκε πέντε και πλέον φορές για ακρόαση. 9) Οι αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα διαδικασία καθότι ουδέποτε προηγουμένως εκφράστηκε πρόθεση τους για προσθήκη εναγομένου. 10) Η αίτηση είναι αχρείαστη. 11) Η αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή και προσθήκη άσχετων ισχυρισμών. 12) Η αίτηση επιδιώκει την προσθήκη άλλου προσώπου ως εναγομένου σε προχωρημένο στάδιο και αδικαιολόγητα. 13)Η προσθήκη διαδίκου που επιζητείται επιδιώκει την αποφυγή της παραγραφής. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η πλευρά των εναγόντων-αιτητών, αφού αναφέρθηκε σε έκταση στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιου είδους αιτήσεις, σχολίασε μία προς μία τους λόγους ένστασης που προέβαλε η αντίδικη πλευρά υποστηρίζοντας ότι κανένας από αυτούς ευσταθεί. Τονίστηκε δε ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση επιβάλλεται για το σωστό προσδιορισμό των επίδικων γεγονότων. Επισημάνθηκε, επίσης, ότι με αυτή δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής αλλά, απλώς, επεκτείνεται η υφιστάμενη βάση αγωγής που δεν είναι άλλη από αξιώσεις για ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες κατ΄ ακολουθία, μεταξύ άλλων, ψευδών παραστάσεων των εναγομένων μετά του προσώπου η προσθήκη του οποίου επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση. Τονίστηκε, ακόμη, ότι είναι φανερό ότι, μόλις η νέα δικηγόρος των Αιτητών αντιλήφθηκε την παράλειψη και/ή λάθος να περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης τα σωστά και ουσιαστικά γεγονότα ως και τα ορθά πραγματικά και νομικά σημεία της υπόθεσης, έλαβε αμέσως τα αναγκαία μέτρα για τροποποίηση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της αντίδικης πλευράς περί κακοπιστίας οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι όλα τα γεγονότα που με την τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν γνωστά από την αρχή αφού δόθηκε επαρκής και ειλικρινής δικαιολογία για την μη συμπερίληψη τους στην Εκθεση Απαίτησης. Επισημάνθηκε δε στο σημείο αυτό ότι μια καλόπιστη αίτηση δεν πρέπει να απορρίπτεται επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή αμέλεια, ασυνεννοησία ή παραδρομή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί πρόκλησης ζημιάς στην πλευρά των αντιδίκων υποστηρίχθηκε ότι καμία ζημιά δεν προκαλείται σ΄ αυτούς και ειδικότερα καμία ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί από τη στιγμή που δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Για το θέμα της αναγκαιότητας προσθήκης δεύτερου εναγομένου ως διαδίκου ήταν η θέση των αιτητών ότι το συγκεκριμένο άτομο για το οποίο επιδιώκεται η προσθήκη ως διαδίκου θα μπορούσε αλλά και θα έπρεπε νομικά να είναι διάδικος στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας με δεδομένη την κοινή συνισταμένη ευθύνης που είχε μετά των εναγομένων κατά τον ουσιώδη χρόνο ανανέωσης της συμφωνίας αλλά και τις παραστάσεις στις οποίες τόσο οι εναγόμενοι αλλά ιδιαίτερα το εν λόγω πρόσωπο είχε προβεί στον ουσιώδη χρόνο με αποτέλεσμα να παραμένει απροσδιόριστη η ουσία της διαφοράς και ότι, σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αίτησης, η έγερση νέων και/ή περαιτέρω διαδικασιών θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι κάτι περισσότερο από ορατή και επιβεβλημένη. Στην αγόρευση τους οι καθ΄ ων η αίτηση υποστήριξαν εν πρώτοις ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη γιατί ζητείται απευθείας η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης διαδίκου στο κλητήριο ένταλμα χωρίς πρώτα να ζητηθεί διάταγμα που να επιτρέπει να προστεθεί ο νέος διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον υποστηρίζεται ότι δεν έχει δοθεί λόγος από την αντίδικη πλευρά που να δικαιολογεί την προσθήκη του προτεινόμενου διαδίκου και ειδικότερα που να αποδεικνύει ότι αυτός είναι αναγκαίος. Έγινε επίσης, εισήγηση ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα λαμβάνοντας υπόψη το ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε τον Απρίλη του 2006 και στο μεταξύ ορίστηκε πολλές φορές για ακρόαση χωρίς οι ενάγοντες να είχαν προβεί από ενωρίτερα σε διαβήματα για τροποποίηση των δικογράφων τους. Προστέθηκε δε ότι το γεγονός της αλλαγής του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση δεν είναι ικανοποιητικό για να δικαιολογήσει την αιτούμενη τροποποίηση ιδιαίτερα δε ενόψει του γεγονότος ότι το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες παρέμεινε το ίδιο. Οι καθ΄ ων η αίτηση υποστήριξαν, επίσης, ότι δεν αναφέρεται καθόλου από τους αιτητές ποια ζημιά θα προκληθεί σε περίπτωση μη έγκρισης της τροποποίησης και ότι ούτε εξηγείται γιατί η αγωγή έπρεπε να εγερθεί εναντίον του νέου διαδίκου που επιδιώκουν να εντάξουν στη διαδικασία χωρίς να έχει κοινοποιηθεί η αίτηση στον προτεινόμενο εναγόμενο για να μπορεί να έχει την ευκαιρία να ακουστεί πριν να προστεθεί ως εναγόμενος. Επισημάνθηκε, τέλος, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά μια απλή διόρθωση των δικογράφων των εναγόντων αλλά αποτελεί αίτημα προσθήκης διαδίκου η οποία μεταβάλλει το πλαίσιο της υπόθεσης αφού επιδιώκει να κινήσει τη διαδικασία εναντίον του νέου διαδίκου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης η οποία καθόσον αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» Σε ότι αφορά την επιδιωκόμενη προσθήκη εναγόμενου η αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η προσθήκη του προτεινόμενου εναγόμενου 2 είναι το πρωταρχικό θέμα που χρήζει εξέτασης καθότι η κρίση επ' αυτού θα έχει την ανάλογη επίδραση και στην αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει της Δ.9 θ.10[9] η οποία και καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης[10]. να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς τον αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[11]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (βλ. Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[12].» Όπως αναφέρθηκε στην απόσταση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ στη συνέχεια να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 12.4.06 κατεχωρήθη ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων κατεχωρήθη στις 8.5.06. Υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων κατεχωρήθη στις 27/6/06 αφού προηγήθηκε Υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων κατεχωρήθη στις 27/6/06 αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης η οποία ορίστηκε αρχικά στις 5/6/06 και στη συνέχεια 7/7/06 οπόταν και απεσύρθη. Στις 12.9.06 έγινε αίτηση ορισμού από τους δικηγόρους των εναγόντων αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα. Η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11.5.07, για ακρόαση η οποία ανεβλήθη για τις 25.10.07. Στις 25.10.07 ανεβλήθη εκ νέου η ακρόαση της υπόθεσης για να ορισθεί στις 14.2.08 και να αναβληθεί ξανά για τις 5.5.08. Και στις 5.5.08 ανεβλήθη για να ορισθεί ξανά για ακρόαση στις 8.10.08. Υπήρξε νέα αναβολή στις 8.10.08 και η υπόθεση ορίσθηκε για τις 13.1.09 για ακρόαση για να αναβληθεί πάλι για τις 4.2.09 για οδηγίες. Υπήρξαν νέες αναβολές για τις 26.3.09 και 29.4.09 ξανά για οδηγίες και τελικά στις 29.4.09 ζητήθηκε πάλι νέα ημερομηνία για οδηγίες με σκοπό να υποβληθεί από τους ενάγοντες αίτηση για τροποποίηση η οποία και κατεχωρήθη στις 26.3.09. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές και υπό το φως των γεγονότων της παρούσας αίτησης προχωρώ να εξετάσω το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου. Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση απουσιάζει η παράθεση εκείνων των στοιχείων και γεγονότων που να παρέχουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο νομιμοποιητικό έρεισμα για το ότι η προσθήκη του Χρήστου Αυξεντίου προσωπικά ως διάδικου θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των υ6φιστάμενων μεταξύ των διαδίκων θεμάτων. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι στην απουσία ενός τέτοιου νομιμοποιητικού ερείσματος για την αναγκαιότητα προσθήκης του προτεινόμενου διαδίκου το Δικαστήριο αδυνατεί να εξασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τους σχετικούς δικονομικούς θεσμούς και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για προσθήκη διαδίκου. Η μόνη αναφορά που υπάρχει σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι στην παράγραφο 4. Συγκεκριμένα εκεί αναφέρεται ότι μετά που ανέλαβε η νέα δικηγόρος την παρούσα υπόθεση έχουν υποπέσει στην αντίληψη της ισχυρισμοί εδραζόμενοι επί πραγματικών γεγονότων μαζί με την ορθή νομική βάση της υπόθεσης με αποτέλεσμα να μην αντανακλούνται στην Εκθεση Απαίτησης πραγματικά γεγονότα όπως «μεταξύ άλλων η αξίωση των εναγόντων σε βάρος του προσώπου το οποίο γίνεται η προσπάθεια να προστεθεί ως εναγόμενος 2, ήτοι ο Χρίστος Αυξεντίου υπό την προσωπική του ιδιότητα.» Είναι φανερό ότι με τις πιο πάνω γενικές και αόριστες αναφορές ουδεμία εξήγηση ή αιτιολόγηση δίδεται ως προς την αναγκαιότητα προσθήκης του προτεινόμενου διάδικου. Τα όσα δε αναφέρονται στην αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων αιτητών[13] ασφαλώς δεν συνιστούν μαρτυρία και στο βαθμό που δεν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Είναι γνωστή η νομολογημένη αρχή ότι εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός και μαρτυρία σε ένορκο δήλωση αυτά δεν μπορούν να συμπληρωθούν με την αγόρευση του δικηγόρου και να αποτελέσουν τη βάση επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του. Επιπλέον και σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξαν οι καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενοι στην αγόρευση τους το περιεχόμενο των επιδιωκόμενων τροποποιήσεως δεν συνιστά μαρτυρία με αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του εξετάζοντας το θέμα της αναγκαιότητας προσθήκης νέου διάδικου. Αυτά αναφέρονται σε απάντηση της θέσης των αιτητών-εναγόντων ότι απλή ανάγνωση και μόνο των γεγονότων και/ή ισχυρισμών που επιδιώκουν να προσθέσουν οι ενάγοντες την αίτηση τους είναι άκρως επαρκή για να αποδείξουν τόσο την αναγκαιότητα προσθήκης του προτεινόμενου διαδίκου όσο και τα γεγονότα τα οποία την αφορούν και από τα οποία ηγέρθη η αναγκαιότητα προσθήκης του ως διαδίκου. Να πω και κάτι τελευταίο. Πέραν της παντελούς απουσίας αιτιολόγησης της αναγκαιότητας προσθήκης νέου διαδίκου ανεξήγητη είναι και η μορφή που λαμβάνει η προτεινόμενη αξίωση εναντίον του υπό την προσωπική του ιδιότητα αν ληφθεί υπόψη ότι στην επιδιωκόμενη τροποποίηση υπό στοιχεία Β (
  1. ii)προτεινόμενος διάδικος αναφέρεται ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ένας εκ των διευθυντών (director) και/ή διευθύνων σύμβουλος (chairman) της εναγόμενης εταιρείας. Υπενθυμίζω ότι η αιτία αγωγής με βάση τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης είναι κατ΄ ουσία αποζημιώσεις για παράβαση από μέρους της εναγομένης εταιρείας συμφωνίας που συνομολογήθηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης εταιρείας[14]. Οσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης επισημαίνω ότι το καθυστερημένο στάδιο στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης φαίνεται από το ιστορικό που έχω ήδη παραθέσει. Ο λόγος που προβάλλεται προς αιτιολόγηση του αιτήματος είναι η αλλαγή της δικηγόρου που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων/αιτητών και η διαπίστωση της νέας δικηγόρου ότι η αρχικώς καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης και τα γεγονότα που είχαν τεθεί εκεί δεν αντικατόπτριζαν επακριβώς τα ορθά και πραγματικά γεγονότα όπως προέκυψε από την μελέτη της υπόθεσης. Το σημείο αυτό που αφορά το καθυστερημένο στάδιο υποβολής της αίτησης δεν βαρύνει καταλυτικά την πλάστιγγα σε βάρος των αιτητών εναγόντων και ούτε ο παράγοντας χρόνος καθ΄ εαυτού είναι καθοριστικής σημασίας. Ούτε μου διαφεύγει της προσοχής ότι οι ενάγοντες και/ή οι δικηγόροι τους είχαν την υποχρέωση, αν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη επιμέλεια και προσοχή, να διαπιστώσουν τα όποια λάθη ή παραλείψεις στην παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης όπως προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης που ετοιμάσθηκε από πολύ νωρίς στη διαδικασία χωρίς να αφεθεί το ζήτημα αυτό σε μεταγενέστερο στάδιο. Μια τέτοια, όμως, παράλειψη δεν θα πρέπει κατά την άποψη μου να αποστερήσει στους ενάγοντες την εκ των υστέρων δυνατότητα να θέσει την πραγματική εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε σε αβλεψία ή παραδρομή. Ακόμη ότι όσο αμελής και να υπήρξε η πρώτη παράλειψη και όσο καθυστερημένα και να υποβάλλεται η αίτηση τροποποίησης, η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα πρέπει να εγκριθεί αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά[15]. Ακόμη διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και άρα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του. Συγκεκριμένα εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι εναγόμενοι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, καταλήγω να εγκρίνω στο μέρος που αφορά τροποποιήσεις στην Έκθεση Απαίτησης, απορρίπτω όμως το μέρος της αίτησης που αφορά την προσθήκη νέου διαδίκου. Συγκεκριμένα εκδίδεται διάταγμα ως η παρά (Β) (vi), vii), (viii), (vx), (
  2. x)(
  3. xi)(xii) (xiii) (xiv) (
  4. xv)(xvi) (xvii), απορρίπτεται δε η παρα. (Α) και από την παρά.(Β) (
  5. iv)και (ν) δεν επιτρέπεται η προσθήκη του εναγομένου 2 στις αιτούμενες στην παράγραφο αυτή τροποποιήσεις. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί σε 10 μέρες από της συντάξεως του παρόντος διατάγματος Τροποποιημένη Υπεράσπιση μπορεί να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών αργότερα από της επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση-εναγομένης 1 και εναντίον των αιτητών-εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [9] «
  2. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [10] Δέστε Ferro Fashions Limited v. Fashio Box S.R.L.
(1999)1 A.Δ.Δ. 1805, 1809. [11] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. [12] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772. [13] Δέστε σελ.12 της αγόρευσης «Συγκεκριμένα ... τη συμφωνία.» [14] Δέστε Ανδρέας Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372, 1377. [15] Δέστε Astor ν. Leventis
(1993)1 A.A.Δ. 726. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.