← Κύπρος

Τάσου Ηροδότου ν. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2344/06, 30.9.2009

Τάσου Ηροδότου ν. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2344/06, 30.9.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2344/06 Μεταξύ: Τάσου Ηροδότου Ενάγοντα και Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 30.9.2009 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Δαμιανού. Για την Εναγομένη: κ. Α. Δράκος. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν αδειούχος ασφαλιστής και με βάση γραπτή συμφωνία (βλέπε το τεκμήριο 16) είχε διοριστεί ως αντιπρόσωπος της εναγομένης, η οποία αποτελεί ασφαλιστική εταιρεία δραστηριοποιούμενη στον γενικό κλάδο ασφαλειών, στον οποίο περιλαμβάνεται και η ασφάλιση μηχανοκινήτων οχημάτων. Η υπό εξέταση διαφορά προέκυψε μετά από αυτοκινητικό δυστύχημα, το οποίο επεσυνέβη το βράδυ της 1ης.10.2001 στην Λεωφόρο Αρτέμιδος στην Λάρνακα και στο οποίο ενεπλάκη το αυτοκίνητο υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΚΧ800 (στο εξής θα αναφέρεται ως το επίδικο όχημα), το οποίο σύμφωνα με ισχυρισμό του ενάγοντα ήταν δικής του ιδιοκτησίας. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το επίδικο όχημα κατά τον χρόνο του δυστυχήματος οδηγείτο από κάποιο Γεώργιο Χασάπη. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 19.9.2001 συμφώνησε με την εναγομένη όπως του παρέχει ασφαλιστική κάλυψη για το επίδικο όχημα έναντι όλων των κινδύνων (περιεκτική) και εξέδωσε μέσω του ιδίου ως αντιπροσώπου της καλυπτικό σημείωμα για την περίοδο από 19.9.2001 μέχρι και 18.12.2001 (στο εξής θα αναφέρεται ως το επίδικο σημείωμα). Σύμφωνα με τους όρους του επίδικου σημειώματος η κάλυψη θα ίσχυε για όλη την πιο πάνω χρονική περίοδο εκτός εάν τερματιζόταν από την εναγομένη με γραπτή ειδοποίηση, οπόταν η ασφαλιστική κάλυψη θα έπαυε να ισχύει και ο ίδιος θα χρεωνόταν κατ΄ αναλογία το μέρος του ετήσιου ασφαλίστρου που διαφορετικά θα εισέπραττε η εναγομένη από την ασφάλιση αυτή. Εκτός από τον ενάγοντα, το επίδικο σημείωμα κάλυπτε και τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς Γιάννα Ηροδότου, Γιώργο Χασάπη και Νίτσα Χασάπη. Δυνάμει των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου η εναγομένη θα είχε την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα έναντι απώλειας ή ζημιάς στο επίδικο όχημα. Ως αποτέλεσμα του δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, το επίδικο όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς. Μετά το δυστύχημα επικοινώνησε αυθημερόν με τον αντιπρόσωπο της εναγομένης στην Λάρνακα και συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο απαίτησης κλάδου αυτοκινήτων της εναγομένης μετά από πάροδο δύο περίπου ημερών από το δυστύχημα. Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης είναι για ποσό ΛΚ26.000 το οποίο κατά τον ισχυρισμό του αποτελεί την ζημιά την οποία υπέστη από την ολική καταστροφή του επίδικου οχήματος, την οποία η εναγομένη αρνείται να πληρώσει. Η εναγομένη στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησής της αρνείται ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα να του παρέχει την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε άλλη κάλυψη. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπεβλήθη πρόταση για ασφάλιση του επίδικου οχήματος, παρά μόνο μετά την ημερομηνία του δυστυχήματος, συγκεκριμένα κατά την 3.10.

  1. Ο ενάγοντας υπό την ιδιότητα του ασφαλιστικού αντιπροσώπου της εναγομένης είχε στην κατοχή του αριθμό καλυπτικών σημειωμάτων τα οποία εδικαιούτο να χρησιμοποιεί σύμφωνα με τους όρους και τις ρητές οδηγίες της εναγομένης. Παρά ταύτα, κατά παράβαση των οδηγιών και όρων της έκδοσης και παροχής καλυπτικού σημειώματος εξέδωσε το επίδικο σημείωμα προς όφελος του. Κατ΄ επέκταση το επίδικο σημείωμα είναι άκυρο γιατί εκδόθηκε κατά παράβαση των όρων που περιέχονται σε αυτό και/ή κατά παράβαση των οδηγιών και κανονισμών της εναγομένης προς τον ενάγοντα. Ισχυρίζεται επίσης διαζευκτικά ότι η παρασχεθείσα με το επίδικο σημείωμα περιεκτική κάλυψη υπόκειτο στους όρους οι οποίοι περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο ασφαλιστήριο της εναγομένης και στους περιορισμούς, εξαιρέσεις, προθεσμίες και άλλους συναφείς όρους τους οποίους ο ενάγοντας γνώριζε και αποδέχετο. Σύμφωνα με τον όρο 9 του συνηθισμένου ασφαλιστηρίου της εναγομένης ο ενάγοντας έπρεπε μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία άρνησης ευθύνης να παρέπεμπε την διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του υπό αναφορά όρου, διαφορετικά η απαίτηση θα θεωρείτο ως εγκαταληφθείσα. Η απαίτηση του ενάγοντα απορρίφθηκε από την εποχή που υπεβλήθη. Με βάση τα πιο πάνω ο ενάγοντας εμποδίζεται να προβάλει την απαίτηση του εναντίον της εναγομένης. Αναφορικά με την ζημιά του επίδικου αυτοκινήτου παραδέχεται μεν ότι αυτό καταστράφηκε ολοσχερώς, αμφισβητεί όμως το ύψος του ποσού που διεκδικεί ο ενάγοντας. Προβάλλει επίσης την υπεράσπιση «laches». Με την ανταπαίτηση της αξιώνει δήλωση του δικαστηρίου ότι το επίδικο σημείωμα είναι άκυρο εξ επαρχής και στερημένο οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Ο ενάγοντας στο δικόγραφο της απάντησης και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο όρος 9 του συνηθισμένου ασφαλιστικού συμβολαίου της εναγομένης είναι άκυρος για τον λόγο ότι είναι αντίθετος στο νόμο ή/και στο Σύνταγμα ή/και αποτελεί καταχρηστικό όρο ή καταχρηστική ρήτρα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά του ενάγοντα έδωσαν ένορκη μαρτυρία εκτός από τον ίδιο, ο εκτιμητής ζημιών αυτοκινήτων Ορθόδοξος Ευαγγελίδης (ΜΕ1) και οι αστυνομικοί Χριστόδουλος Δειλινός (ΜΕ3) και Κωνστανίνος Τζιρτζιπής (ΜΕ4). Για την εναγομένη έδωσαν μαρτυρία ο γενικός διευθυντής της Στέλιος Γιωργαλλίδης (ΜΥ1) και ο εκτιμητής ζημιών αυτοκινήτων Άννινος Χατζηγεωργίου (ΜΥ2). Ο ενάγοντας κατέθεσε ότι η πρακτική που ακολουθούσε σε κάθε περίπτωση πελάτη, ο οποίος ενδιαφερόταν να ασφαλίσει το αυτοκίνητο του με την εναγομένη, ήταν ως πρώτο στάδιο η έκδοση από τον ίδιο της προσωρινής καλυπτικής σημείωσης (cover note). Το πρωτότυπο της καλυπτικής σημείωσης παραδίδετο στον πελάτη και το αντίγραφο της αποστέλλετο στην εναγομένη μαζί με την πρόταση ασφάλισης την οποία υπέγραφε ο πελάτης. Δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια για την υποβολή της πρότασης ασφάλισης. Περίμενε να μαζευτεί ένας αριθμός προτάσεων και ακολούθως τις απέστελλε στην εναγομένη. Μετά την αποστολή της πρότασης ασφάλισης και του καλυπτικού σημειώματος περίμενε από την εναγομένη να του στείλει το πρωτότυπο ασφαλιστήριο συμβόλαιο μαζί με το πιστοποιητικό ασφάλισης. Τα ασφάλιστρα πληρώνονταν από τον πελάτη στον ίδιο, ο οποίος τα πλήρωνε με την σειρά του στην εναγομένη εντός 3 μηνών από την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Μπορούσε να ασφαλίσει οποιοδήποτε όχημα δικής του ιδιοκτησίας με τον ίδιο τρόπο όπως ενεργούσε για τον κάθε πελάτη. Αγόρασε το επίδικο όχημα με πωλητήριο έγγραφο (βλέπε το Τεκμήριο 2). Το παρέλαβε στις 19.9.
  2. Κατά την ίδια μέρα, πριν το παραλάβει εξέδωσε το επίδικο σημείωμα στο οποίο ανέγραψε τον τύπο της ασφάλισης (περιεκτική), όλα τα στοιχεία του οχήματος και τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς (βλέπε το τεκμήριο 5). Στις 29.9.2001 συναντήθηκε με τον φίλο του Γιώργο Χασάπη, ο οποίος είδε το επίδικο όχημα και του εξέφρασε την επιθυμία του να αγοράσει αυτοκίνητο του ίδιου τύπου. Ο Χασάπης του ζήτησε να πάρει στην κατοχή του το επίδικο όχημα για 2-3 μέρες για να το δοκιμάσει, πράγμα το οποίο δέχτηκε. Κατά την ίδια μέρα, πριν παραδώσει το αυτοκίνητο στον Χασάπη συμπλήρωσε πάνω στο επίδικο σημείωμα τα ονόματα του Γιώργου και της Νίτσας Χασάπη, στην θέση των εξουσιοδοτημένων οδηγών, έτσι ώστε να είναι νομικά καλυμμένοι. Κατόπιν αυτού παρέδωσε το αυτοκίνητο στον Χασάπη μαζί με το πρωτότυπο του επίδικου σημειώματος. Στις 30.9.2001 ο Χασάπης του ζήτησε να αφήσει το όχημα στην κατοχή του και την επομένη ημέρα, πράγμα το οποίο επίσης δέχτηκε. Το βράδυ της 1ης.10.2001 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον αδελφό του Γιώργου Χασάπη, ο οποίος του ανέφερε ότι ενώ ο τελευταίος οδηγούσε το επίδικο όχημα ενεπλάκη σε δυστύχημα. Επισκέφθηκε αμέσως το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου βρισκόταν ο Γιώργος Χασάπης μαζί με τους δύο συνεπιβάτες στο επίδικο όχημα. Ο Χασάπης του εξήγησε τι είχε συμβεί. Ακολούθως μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό όπου συνάντησε τον εξεταστή του δυστυχήματος. Ο εξεταστής τον ρώτησε γιατί τα ονόματα του Γιώργου και της Νίτσας Χασάπης ήταν γραμμένα επί του επίδικου σημειώματος με διαφορετικό χρώμα πέννας και του εξήγησε ότι και τα δύο ονόματα είχαν γραφτεί από τον ίδιο σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά από πάροδο 3-4 ημερών έδωσε κατάθεση στον εξεταστή (βλέπε το τεκμήριο 6). Την επόμενη ημέρα του δυστυχήματος συμπλήρωσε το έντυπο απαίτησης, το οποίο απέστειλε στην εναγομένη. Επικοινώνησε αρκετές φορές με τον διευθυντή του καταστήματος της εναγομένης στην Λάρνακα, ο οποίος πάντοτε του έλεγε ότι η απαίτηση του μελετάτο από την εναγομένη. Επειδή καθυστερούσε η απάντηση της εναγομένης αποτάθηκε στον δικηγόρο του, ο οποίος έστειλε προειδοποιητική επιστολή προς την εναγομένη (βλέπε το τεκμήριο 7). Δεν πήρε καμιά απάντηση στην ως άνω επιστολή. Συνέχισε να συνεργάζεται με την εναγομένη για ακόμα ένα χρόνο περίπου μετά το δυστύχημα. Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι είχαν αποσταλεί εγκύκλιοι προς όλους τους συνεργάτες της εναγομένης με τις οποίες τους έδιναν οδηγίες για το όριο αποδοχής του κινδύνου στις περιπτώσεις περιεκτικής κάλυψης (βλέπε το τεκμήριο 17). Με άλλη εγκύκλιο της εναγομένης ζητούσαν από τους συνεργάτες της να μην εκδίδουν καλυπτικά σημειώματα (cover note) για περιεκτική κάλυψη εκτός εάν το όχημα φωτογραφιζόταν προηγουμένως (βλέπε το τεκμήριο 18). Πληροφορήθηκε για το επίδικο δυστύχημα στις 5.10.2001 με ιδιόχειρο σημείωμα του υπεύθυνου του καταστήματος της εναγομένης στην Λάρνακα, το οποίο συνοδευόταν από μία πρόταση ασφάλισης (βλέπε το τεκμήριο 19) και αντίγραφο του επίδικου σημειώματος. Από τις πληροφορίες που του έδωσε ο υπεύθυνος του καταστήματος της εναγομένης στην Λάρνακα διαπίστωσε μια σειρά παράξενων γεγονότων και μια μη συνηθισμένη πρακτική και διαδικασία. Γι΄ αυτό ως υπεύθυνο άτομο και επαγγελματίας έδωσε οδηγίες στους συνεργάτες του να προχωρήσουν στην διερεύνηση των γεγονότων του δυστυχήματος. Κατόπιν των εξετάσεων που έκανε αποφάσισε ότι η απαίτηση του ενάγοντα θα έπρεπε να απορριφθεί και περί το τέλος Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου του 2001 ενημέρωσε προφορικά τον υπεύθυνο του γραφείου του ενάγοντα, ο οποίος χειριζόταν τα θέματα του γενικού κλάδου ασφαλειών ότι η εναγομένη δεν προτίθετο να καλύψει την απαίτηση του ενάγοντα. Η αντίδραση του ενάγοντα στην απόρριψη της απαίτησης του ήταν η άμεση διακοπή της συνεργασίας του με την εναγομένη, η οποία έγινε περί το
  3. Από την διακοπή της συνεργασίας τους δεν είχε καμιά επαφή με τον ενάγοντα. Στις 18.7.2002 παρέλαβε την επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα (βλέπε το τεκμήριο 7). Συνομίλησε με τον δικηγόρο του ενάγοντα επεξηγώντας του την κατάσταση. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη αντίδραση από τους δικηγόρους του ενάγοντα και γι΄ αυτό συμπέρανε ότι είχαν αντιληφθεί το ζήτημα. Μετά την πάροδο της χρονικής περιόδου εντός της οποίας μπορούσε να εγερθεί η αγωγή ή παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτησία παρέλαβε, κατά το 2006 την παρούσα αγωγή. Με τον Γιώργο Χασάπη δεν είχαν καμιά σχέση, παρά μόνο διαπίστωσε ότι αυτός ήταν ο οδηγός του επίδικου οχήματος κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και εναντίον του είχε κινηθεί ποινική διαδικασία. Αργότερα παρέλαβαν πολιτικές αγωγές οι οποίες είχαν εγερθεί εναντίον του κ. Χασάπη από τρία διαφορετικά πρόσωπα, συγκεκριμένα τον οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου και από τα δύο πρόσωπα τα οποία επέβαιναν του επίδικου οχήματος κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Τα ως άνω πρόσωπα ισχυρίστηκαν ότι τραυματίστηκαν από το δυστύχημα. Υπερασπίστηκαν τις ως άνω αγωγές μαζί με το ταμείο ασφαλιστών μηχανοκινήτων οχημάτων (MIF) ως ενδιαφερόμενοι ασφαλιστές. Δεν έκαμε οποιοδήποτε παράπονο στις αρχές εναντίον του ενάγοντα για τον λόγο ότι δεν ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου. Επίσης δεν τον κατάγγειλε στην αστυνομία ή στην έφορο ασφαλιστικών εταιρειών για τον λόγο ότι δεν υπήρξε μεταξύ τους οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι η διαδικασία που ακολουθείτο πριν την έκδοση καλυπτικού σημειώματος για περιεκτική ασφάλιση ήταν πρώτα η αποστολή της φωτογραφίας του αυτοκινήτου από τον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο, ακολούθως δινόταν η έγκριση για την έκδοση του και συμφωνείτο το ασφάλιστρο. Ο ενάγοντας πριν από την έκδοση του επίδικου σημειώματος θα έπρεπε να είχε στείλει την πρόταση ασφάλισης μαζί με την φωτογραφία του αυτοκινήτου για να εδίδετο η έγκριση. Αντ΄ αυτού έστειλε την πρόταση ασφάλισης με το επίδικο καλυπτικό σημείωμα 15 μέρες μετά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου σημειώματος. Αναφορικά με τις αγωγές οι οποίες εγέρθηκαν εναντίον του Χασάπη δεν είχαν ενημερώσει είτε στον ενάγοντα είτε στον Χασάπη ότι είχαν δικαίωμα ανάκτησης εναντίον τους. Ο λόγος ήταν ότι μέχρι το 2006 δεν είχαν οποιαδήποτε υπόθεση από τον ενάγοντα. Κατόπιν εξώδικης διευθέτησης αποζημίωσαν τις ζημιές του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου καθώς και τους τραυματισμούς του οδηγού του. Ο ΜΕ3 κατέθεσε ότι το βράδυ της 1ην.10.2001 επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος μαζί με τον συνάδελφο του Κωνσταντίνο Τζιρτζιπή (ΜΕ4). Ετοίμασε το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (βλέπε το τεκμήριο 9). Ο ΜΕ4 κατέθεσε ότι ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Επισκέφθηκε την σκηνή το βράδυ της 1ης.10.2001 μαζί με τον ΜΕ
  4. Έκαμε διάφορες μετρήσεις στη σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, βάση του οποίου ετοιμάστηκε το επίσημο σχέδιο της σκηνής από τον ΜΕ
  5. Εναντίον του Γιώργου Χασάπη προσάφθηκε κατηγορία για αμελή οδήγηση. Από τις εξετάσεις που έκανε δεν προέκυψε η διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος από τον Χασάπη. Αξιολόγηση - Ευρήματα Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ενάγοντας άφησε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα και αυθορμητισμό, χωρίς να αμφιταλαντευθεί σε κανένα σημείο της εκδοχής του. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε, η εκδοχή του είχε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Είμαι πεπεισμένος ότι είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Αποκάλυψε γεγονότα τα οποία ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης, όπως για παράδειγμα το ότι είχε συμπληρώσει επί του επίδικου σημειώματος τα ονόματα του Γιώργου και της Νίτσας Χασάπη στη θέση των εξουσιοδοτημένων οδηγών, αρκετές μέρες μετά την έκδοση του. Η επίμονη αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Κάποιες αντιφάσεις τις οποίες έχω παρατηρήσει στην μαρτυρία του ήταν επουσιώδεις, κατά τρόπο ώστε δεν θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του. Αντίθετα φανερώνουν την έλλειψη προμελέτης για το τι θα κατέθετε στο δικαστήριο. Αποδέχομαι ότι τα γεγονότα επισυνέβησαν όπως τα εξιστόρησε στην μαρτυρία του. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο γενικός διευθυντής της εναγομένης (ΜΥ1) άφησε πενιχρή εντύπωση στο δικαστήριο. Δεν μου έχει αφήσει την παραμικρή αμφιβολία ότι ο μοναδικός σκοπός της παρουσίας του στο δικαστήριο ήταν να βοηθήσει την υπόθεση της εναγομένης. Ουσιώδεις θέσεις του δεν μπορούν να αντέξουν τη βάσανο της λογικής. Οι ενέργειες και οι παραλείψεις του αποκαλύπτουν την έλλειψη επαγγελματισμού και τον χειρισμό της υπόθεσης με προχειρότητα, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την θέση του ως γενικού διευθυντή της εναγομένης. Παρά το ότι θεωρούσε ως σοβαρό θέμα την απόρριψη της απαίτησης του ενάγοντα, όπως παραδέχθηκε, γι΄ αυτό εξάλλου και τη χειρίστηκε ο ίδιος προσωπικά, εντούτοις δεν θεώρησε αναγκαίο να απευθύνει ούτε μια επιστολή στον ενάγοντα, με την οποία να τον ενημέρωνε και επίσημα για την απόρριψη της απαίτησης του. Ο ισχυρισμός του ότι είχε ενημερώσει τηλεφωνικά κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο του γραφείου του ενάγοντα για την απόρριψη της απαίτησης του κάθε άλλο παρά πειστικός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Δεν είχε καμιά σημείωση η αναφορά στο φάκελο του από την οποία θα μπορούσε να διαφανεί πότε ακριβώς είχε κάμει το κατ΄ ισχυρισμό τηλεφώνημα. Έχοντας κατά νου την επαγγελματική σχέση του ενάγοντα μαζί τους, το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από αυτόν θα ήταν να ζητούσε να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον ενάγοντα, στον οποίο θα επεξηγούσε τους λόγους της απόρριψης της απαίτησης του. Ούτε και μετά την επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα (Βλέπε το τεκμήριο 7) θεώρησε αναγκαίο να απαντήσει γραπτώς. Αντ΄ αυτού προτίμησε να ενημερώσει προφορικά τον κο Κλεάνθους, στον οποίο κατά τον ισχυρισμό του επεξήγησε την κατάσταση. Ενόψει των όσων ανέφερα πιο πάνω απορρίπτω τον ισχυρισμό του ότι ο ενάγοντας ήταν ενήμερος για την απόρριψη της απαίτησης του. Αντίθετα, αποδέχομαι τη θέση του ενάγοντα ότι μέχρι της καταχώρηση της παρούσας αγωγής δεν είχε οποιαδήποτε απάντηση της εναγόμενης ότι η απαίτηση του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ενάγοντας στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης του ισχυρίζεται ότι η εναγομένη αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση του. Είμαι της άποψης όμως ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση με την θέση του ενάγοντα ότι δεν είχε καμιά ενημέρωση από την εναγομένη ότι η απαίτηση του είχε απορριφθεί. Σε κανένα σημείο της έκθεσης απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός ότι η εναγομένη απάντησε ρητά στον ενάγοντα ότι απορρίπτει την απαίτηση του. Εξάλλου θα πρέπει να τονίσω ότι στην παράγραφο 12 του δικόγραφου της απάντησης στην υπεράσπιση ο ενάγοντας προβάλλει τον ισχυρισμό ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα γίνονταν διαβουλεύσεις με την εναγόμενη προκειμένου να διευθετηθεί η απαίτηση του. Κατ΄ επέκταση ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι η απαίτηση του ενάγοντα είχε απορριφθεί από την εποχή που υπεβλήθη δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Μετέωρη παρέμεινε και η θέση του για την αποστολή προς τον ενάγοντα πριν την ημερομηνία εκδόσεως του επίδικου σημειώματος των 2 επιστολών - εγκυκλίων με τις οποίες δίνονταν οδηγίες προς όλους τους συνεργάτες τους για τον τρόπο χειρισμού αιτήσεων για περιεκτική κάλυψη πέραν των Λ.Κ. 20.000 (βλέπε τα τεκμήρια 17 και 18). Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν γενική και αόριστη. Ακόμη και στην περίπτωση που ήμουν διατεθειμένος να αποδεχθώ την θέση του ότι οι υπό αναφορά εγκύκλιοι είχαν πράγματι σταλεί προς όλους ανεξαιρέτως τους συνεργάτες της εναγόμενης, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα για την ημερομηνία αποστολής τους. Δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής μαρτυρία για την ημερομηνία που στάληκαν. Θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι καμιά από τις εν λόγω επιστολές φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία. Δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ότι μια ασφαλιστική εταιρεία απευθύνει εγκυκλίους προς τους συνεργάτες της για τόσο σοβαρά ζητήματα, χωρίς να αναγράφονται ημερομηνίες επί των εγκυκλίων. Επιπλέον ο ίδιος δεν κατείχε κανένα στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να διαφανεί η ημερομηνία αποστολής των εγκυκλίων, εκτός του ότι κατά το έτος 2001 οι αντασφαλιστικές τους συμβάσεις για περιεκτική κάλυψη ήταν μέχρι ποσού Λ.Κ. 20.
  6. Είναι λοιπόν φανερό ότι επρόκειτο καθαρά για ένα δικό του υποθετικό συμπέρασμα ότι οι υπό αναφορά εγκύκλιοι στάληκαν πριν την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου σημειώματος. Η αποτυχία του να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την ημερομηνία αποστολής των υπό αναφορά εγκύκλιων αναπόφευκτα με οδηγεί και στην απόρριψη της θέσης του ότι ο ενάγοντας κατά την έκδοση του επίδικου σημειώματος είχε παραβεί οδηγίες της εναγομένης, σύμφωνα με τις οποίες πριν την έκδοση του θα έπρεπε να τους είχε στείλει φωτογραφίες του επίδικου αυτοκινήτου και να εξασφάλιζε την προέγκριση τους. Ως ευτελείς και στερούμενες πειστικότητας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και οι δικαιολογίες τις οποίες έδωσε για την παράλειψη του να γνωστοποιήσει γραπτώς είτε στον ενάγοντα είτε στον Γιώργο Χασάπη την πρόθεση της εναγομένης να προβεί σε διακανονισμό της αγωγής, η οποία είχε εγερθεί εναντίον του Γιώργου Χασάπη από τον οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου ενεχόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου. Η μαρτυρία των δύο αστυνομικών κατ΄ ουσία υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσαν και ειδικά από το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 9) προκύπτει ότι ο Γιώργος Χασάπης ήταν ο υπεύθυνος της πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος για το λόγο ότι στην προσπάθεια του να εισέλθει από την Λεωφόρο Αρτέμιδος στην δεξιά σε σχέση με την πορεία του πάροδο της οδού Νικόλαου Δημητρίου απέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου υπ΄ αρ. εγγραφής ΕΚΥ 669, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με την πορεία του Γιώργου Χασάπη, με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουστούν στο σημείο Χ το οποίο βρίσκεται μέσα στην πορεία που οδηγείτο το αυτοκίνητο ΕΚΥ
  7. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας κατά την 19/9/01 ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος, το οποίο είχε αγοράσει με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 18/9/01 από κάποιο Γιώργο Λαδά, ο οποίος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.25.000 (βλέπε το συμφωνητικό έγγραφο - τεκμήριο 2). Με την υπογραφή της υπό αναφορά συμφωνίας ο ενάγοντας πήρε το επίδικο όχημα στην κατοχή του. Κατά την ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος ήταν ακόμη εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του Γιώργου Λαδά. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο ενάγοντας στις 19.9.01 εξέδωσε το επίδικο καλυπτικό σημείωμα σε σχέση με το επίδικο όχημα, υπογράφοντας το ως αντιπρόσωπος της εναγομένης (βλέπε το τεκμήριο 5). Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου 96

(1)/2000, ο οποίος προνοεί για την υποχρεωτική ασφάλιση για ευθύνη έναντι τρίτου που προκύπτει από τη χρήση μηχανοκινήτων οχημάτων, αναφέρεται ρητά ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο περιλαμβάνει και καλυπτικό σημείωμα. Στην υπόθεση «ΚΟΣΜΟΣ» Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών ν. Κωστάκη Πρατζιώτη και άλλου
(1992)1 ΑΑΔ 841 επεξηγείται η νομική φύση της καλυπτικής σημείωσης. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ως άνω απόφαση η καλυπτική σημείωση αποτελεί ξεχωριστή σύμβαση ασφάλισης, η οποία έχει εφαρμογή κατά τη διάρκεια της ισχύος της. Στο σύγγραμμα του Η. Ivamy "General Principles of Insurance Law" 4η έκδοση, σελίς 110 και επόμενα επεξηγείται ότι το καλυπτικό σημείωμα (cover note) είναι μια ενδιάμεση κάλυψη πριν από την έκδοση του ασφαλιστικού συμβολαίου, για το διάστημα από την υποβολή της πρότασης ασφάλισης μέχρι την αποδοχή ή απόρριψη της από την ασφαλιστική εταιρεία. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων θεωρώ χρήσιμη την αυτούσια παράθεση του κειμένου του επίδικου σημειώματος: «Επειδή ο Ηροδότου Τάσος (ενάγοντας) έχει υποβάλει πρόταση για ασφάλιση σε σχέση με το Μηχανοκίνητο Όχημα που περιγράφεται στον πιο κάτω Πίνακα, ΠΑΡΕΧΕΤΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ (the risk is held covered) τύπου περιεκτική για τον κίνδυνο αυτό σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στο συνηθισμένο Ασφαλιστήριο της Εταιρείας για αυτό τον τύπο οχήματος και κάλυψης, που θα ισχύει για την περίοδο από την 04.00 μετά μεσημβρινήν ώρα της 19.09.01 μέχρι τα μεσάνυκτα της 18.12.01 εκτός αν η κάλυψη τερματιστεί από την Εταιρεία με γραπτή ειδοποίηση. Σε τέτοια περίπτωση η ασφαλιστική κάλυψη θα παύσει να ισχύει και θα χρεώνεται κατ΄ αναλογία το μέρος του ετήσιου ασφαλίστρου, που διαφορετικά η Εταιρεία θα είσπραττε για την ασφάλιση αυτή, για το χρονικό διάστημα που η Εταιρεία κάλυπτε τον κίνδυνο (the Company has been on risk).» Από το κείμενο του επίδικου σημειώματος προκύπτει ότι αυτό εξεδόθη σε σχέση με το επίδικο όχημα για την περίοδο από 19/9/01 μέχρι 18/12/
  1. Εξουσιοδοτημένοι οδηγοί κατά την ημερομηνία εκδόσεως του επίδικου σημειώματος ήταν ο ενάγοντας και η σύζυγός του. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι σε κατοπινό στάδιο από της ημερομηνίας έκδοσης του επίδικου σημειώματος, συγκεκριμένα την 29η/9/01 ο ενάγοντας πρόσθεσε στη θέση των εξουσιοδοτημένων οδηγών και τα ονόματα του Γιώργου Χασάπη και της Νίτσας Χασάπη. Στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το επίδικο σημείωμα είναι άκυρο και χωρίς νομικό αποτέλεσμα γιατί εκδόθηκε κατά παράβαση των όρων που περιέχονται σ΄ αυτό και η κατά παράβαση των οδηγιών και κανονισμών της εναγομένης προς τον ενάγοντα για τις προϋποθέσεις εκδόσεως τέτοιων καλυπτικών σημειωμάτων. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας κατά την έκδοση του επίδικου σημειώματος δεν παρέβηκε οποιαδήποτε εσωτερική οδηγία ή κανονισμό της εναγομένης. Υπενθυμίζω ότι το δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σύμφωνα με την οποία σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας εκδόσεως του επίδικου σημειώματος είχαν σταλεί προς τον ενάγοντα οι δύο επιστολές-εγκύκλιοι (τεκμήρια 17 και 18). Αντίθετα, το δικαστήριο έχει αποδεχθεί τη θέση του ενάγοντα ότι για την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης μέχρι ποσού Λ.Κ.30.000 δεν απαιτείτο η φωτογράφιση του αυτοκινήτου και η εξασφάλιση της έγκρισης της εναγομένης πριν την έκδοση του καλυπτικού σημειώματος. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η αξία του επίδικου οχήματος κατά τον αμέσως προ του δυστυχήματος χρόνο ήταν μικρότερη των Λ.Κ.30.
  2. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η εναγομένη δεν μπορεί να παραπονείται ότι ο ενάγοντας κατά την έκδοση του επίδικου σημειώματος παρέβη οποιεσδήποτε οδηγίες ή κανονισμούς της. Παραπονείται επίσης η εναγομένη ότι ο ενάγοντας δεν υπέβαλε πρόταση για ασφάλιση του επίδικου οχήματος, παρά μόνο μετά την ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και συνεπώς ουδέποτε απεδέχθη τον κίνδυνο, ούτε και πρόσφερε κάλυψη. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας κατά την έκδοση του επίδικου σημειώματος δεν υπέβαλε πρόταση ασφάλισης. Η πρόταση για ασφάλιση (βλέπε το τεκμήριο 19) υπεβλήθη από τον ενάγοντα μετά την ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, με την παράδοση της στον υπεύθυνο του καταστήματος της εναγομένης στη Λάρνακα, μαζί με το έντυπο απαίτησης (βλέπε το τεκμήριο 13). Από τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένο το κείμενο του επίδικου σημειώματος, ειδικά δε από τη φράση «επειδή ο Τάσος Ηροδότου (ενάγοντας) έχει υποβάλει πρόταση σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα που περιγράφεται στον πιο κάτω πίνακα, παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη ...» προκύπτει ότι η υποβολή της πρότασης ασφάλισης ήταν όρος για την έκδοση του επίδικου σημειώματος. Όμως είμαι της άποψης ότι η παράλειψη του ενάγοντα να υποβάλει την πρόταση ασφάλισης του πριν ή τουλάχιστον κατά την έκδοση του επίδικου σημειώματος δεν καθιστά το υπό αναφορά σημείωμα άκυρο ab initio. Όπως σε κάθε περίπτωση παράβασης συμβατικών όρων, η εναγομένη όφειλε να προέβαινε στην ακύρωση του επίδικου σημειώματος (βλέπε Κωμοδρόμου ν. Α. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 481). Στο σύγγραμμα «Chitty on Contracts" 26η έκδοση παράγραφος 4250 αναφέρεται ότι "the effect of a breach of conditions or warranties gives the insurer the right to avoid the contract or escape liability for the claim as the case may be; It does not automatically abrogate the contract" (η υπογράμμιση είναι δική μου). Η εναγομένη, όχι μόνο δεν προέβη στην ακύρωση του επίδικου σημειώματος, αλλά αντίθετα, με τη συμπεριφορά της έδειξε ότι αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα την υποβολή της πρότασης ασφάλισης σε μεταγενέστερο του δυστυχήματος χρόνο. Κατ΄ αρχή, η υπό αναφορά πρόταση ασφάλισης (τεκμήριο 19) υπεβλήθη, σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα, μετά από απαίτηση της εναγομένης. Σύμφωνα με παραδοχή του Μ.Υ.1 προέβηκε στην εξώδικη διευθέτηση της αγωγής που είχε εγερθεί εναντίον του Γιώργου Χασάπη από τον οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου ενεχόμενου στο επίδικο δυστύχημα αυτοκινήτου για τις ζημιές και τους τραυματισμούς που υπέστη από την επίδικη σύγκρουση. Ας σημειωθεί δε ότι η ως άνω διευθέτηση επιτεύχθηκε χωρίς πρώτα να ενημερωθεί είτε ο ενάγοντας είτε ο Γιώργος Χασάπης για την πρόθεση της εναγομένης να προβεί στην ως άνω διευθέτηση. Πολύ δε περισσότερο δε χωρίς να ενημερωθεί είτε ο ενάγοντας είτε ο Χασάπης για οποιαδήποτε επιφύλαξη του δικαιώματος της εναγομένης να ανακτήσει από αυτούς τα ποσά τα οποία πλήρωσε. Υπενθυμίζω ότι η δικαιολογία την οποία έδωσε ο Μ.Υ.1 για την παράλειψη της εναγομένης να ενημερώσει γραπτώς τον ενάγοντα και τον Χασάπη για τα πιο πάνω απερρίφθη από το δικαστήριο ως στερούμενη κάθε πειστικότητας. Επιπλέον ο ΜΥ1 είχε διορίσει δικηγόρους της δικής του επιλογής για να υπερασπιστούν τον Γιώργο Χασάπη στις αγωγές, οι οποίες είχαν εγερθεί εναντίον του από τα πρόσωπα που ήταν επιβάτες στο επίδικο όχημα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Ως μη λογική χαρακτηρίζεται και η θέση του Μ.Υ.1 ότι είχαν υποχρέωση με βάση το Νόμο να καλύψουν τα τρίτα πρόσωπα που ζημιώθηκαν ή τραυματίστηκαν από το επίδικο δυστύχημα. Από τη στιγμή που θεωρούσαν ότι το επίδικο σημείωμα ήταν άκυρο και χωρίς νομικό αποτέλεσμα, ως ισχυρίζονται διερωτώμαι ποια νομοθετική διάταξη τους επέβαλλε την υποχρέωση να προβούν στο διακανονισμό της αγωγής, η οποία ηγέρθη από τον οδηγό και ιδιοκτήτη του άλλου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα αυτοκινήτου, ανεπιφύλακτα, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία για την ακύρωση του επίδικου σημειώματος. Ούτε καμμιά καταγγελία ή παράπονο υπεβλήθη εναντίον του ενάγοντα ή του Γιώργου Χασάπη σε οποιαδήποτε αρχή. Η δικαιολογία που δόθηκε από τον ΜΥ1 για την ως άνω παράλειψη κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είμαι της άποψης ότι η εναγομένη δεν μπορεί να ισχυρίζεται επιλεκτικά στην περίπτωση της απαίτησης του ενάγοντα ότι το επίδικο σημείωμα είναι άκυρο και χωρίς νομικό αποτέλεσμα. Στο στόχαστρο της υπεράσπισης της εναγομένης βρέθηκε και η διπλή ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε ο ενάγοντας. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας ως αντιπρόσωπος της εναγομένης είχε την εξουσία να εκδίδει καλυπτικά σημειώματα. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο ο ενάγοντας εξέδωσε ως αντιπρόσωπο της εναγομένης το επίδικο σημείωμα, με το οποίο παραχώρησε ασφαλιστική κάλυψη σε όχημα δικής του ιδιοκτησίας. Ενήργησε δηλαδή συγχρόνως υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου της εναγομένης αλλά και υπό την ιδιότητα του ασφαλιζόμενου (insured). Είμαι της άποψης ότι ο ενάγοντας ενεργώντας υπό την ως άνω διπλή ιδιότητα δεν υπερέβη οποιαδήποτε εξουσία, η οποία του είχε παραχωρηθεί από την εναγομένη. Εξάλλου δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην υπεράσπιση της εναγομένης. Δεν προβάλλεται επίσης ισχυρισμός ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι οι όροι της συμφωνίας αντιπροσώπευσης απαγόρευαν στον ενάγοντα να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη σε οχήματα δικής του ιδιοκτησίας. Ο όρος 1 του συμφωνητικού εγγράφου - τεκμήριο 16 ρητά αναφέρει ότι η εναγομένη εξουσιοδοτεί τον ενάγοντα όπως εξασφαλίζει εκ μέρους και διά λογαριασμό της, αιτήσεις από πρόσωπα δι΄ άπαντα τα είδη των διενεργομένων υπ΄ αυτής ασφαλειών. Δεν υπάρχει πρόνοια στην υπό αναφορά συμφωνία ότι ο ενάγοντας δεν θα έχει το δικαίωμα είτε (α) να υποβάλλει αιτήσεις για ασφάλιση οχημάτων δικής του ιδιοκτησίας, είτε (β) να εκδίδει καλυπτικά σημειώματα (cover notes) για οχήματα δικής του ιδιοκτησίας. Επιπλέον θα ήθελα να τονίσω ότι δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός από την υπεράσπιση ότι για την ασφάλιση οχημάτων ιδιοκτησίας του ενάγοντα καθώς και την έκδοση καλυπτικών σημειωμάτων σε σχέση με αυτά εφαρμοζόταν διαφορετική διαδικασία από αυτήν που εφαρμοζόταν σε σχέση με οχήματα τρίτων προσώπων, τα οποία υπέβαλλαν πρόταση ασφάλισης μέσω του ενάγοντα. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του ότι είχε ασφαλίσει στο παρελθόν με την εναγομένη όχημα δικής του ιδιοκτησίας κατά τον ίδιο τρόπο που ασφάλιζε οχήματα πελατών του. Όμως ούτε και η προσθήκη των ονομάτων του Γιώργου και της Νίτσας Χασάπη επί του επίδικου σημειώματος, στην θέση των εξουσιοδοτημένων οδηγών, σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την έκδοση του επίδικου σημειώματος θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην εγκυρότητα του. Όπως επεξηγήθηκε από τον ενάγοντα δεν απαιτείτο η έκδοση νέου καλυπτικού σημειώματος για τους δύο οδηγούς, οι οποίοι προστέθηκαν εκ των υστέρων για τον λόγο ότι δεν είχε εκδοθεί ακόμη το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Θα χρειαζόταν νέο καλυπτικό σημείωμα στην περίπτωση που είχε εκδοθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, οπόταν θα χρειαζόταν να ακυρωθεί και να εκδοθεί νέο συμβόλαιο με όλους τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς. Ας σημειωθεί ότι η ως άνω επεξήγηση του ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατά τον ίδιο τρόπο ούτε και η παράλειψη του ενάγοντα να σημειώσει επί του επίδικου σημειώματος την ημερομηνία προσθήκης των ονομάτων του Γιώργου και της Νίτσας Χασάπη ως εξουσιοδοτημένων οδηγών θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εγκυρότητα του επίδικου σημειώματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για την δήθεν πλαστογραφία του επίδικου σημειώματος, οι οποίοι υποβλήθηκαν στον ενάγοντα από τον συνήγορο υπεράσπισης, θα πρέπει να αναφέρω ότι ελλείπει παντελώς το δικογραφημένο υπόβαθρο που θα μπορούσε να τους στηρίξει. Εν πάση περιπτώσει κρίνονται από το δικαστήριο ως ανυπόστατοι. Παραπονείται ακόμα η εναγομένη ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ασφάλιστρο ή μέρος αυτού από τον ενάγοντα και ως εκ τούτου το επίδικο σημείωμα εκδόθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Ούτε με αυτή την εισήγηση θα συμφωνούσα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα, το ασφάλιστρο θα έπρεπε να πληρωθεί στην εναγομένη εντός 3 μηνών από την ημερομηνία της έκδοσης του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Από τη στιγμή λοιπόν που δεν είχε εκδοθεί ακόμη ασφαλιστήριο συμβόλαιο διερωτώμαι πως μπορούσε να πληρώσει ασφάλιστρο. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα ουδέποτε του ζητήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ασφάλιστρο. Η εναγομένη προβάλλει επίσης την υπεράσπιση «Laches». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του δικόγραφου της υπεράσπισης της, παρόλο ότι ο ενάγοντας γνώριζε όλα τα θέματα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του έχει αδικαιολόγητα παραλείψει να εγείρει ή προωθήσει οποιαδήποτε απαίτηση ή διαιτησία ή αγωγή και έτσι επέτρεψε στους εναγόμενους να πιστεύουν και στην πραγματικότητα πίστεψαν ότι δεν επρόκειτο να απαιτήσει οτιδήποτε εναντίον τους, με αποτέλεσμα να τεθούν σε μειονεκτική θέση αφού δεν κατέθεσαν παράπονο στις αρμόδιες αρχές για διερεύνηση της γνησιότητας του επίδικου σημειώματος και/ή της επέκτασης του στους κατονομαζόμενους ή κάποιους από αυτούς οδηγούς. Το δόγμα άλλως η αρχή Laches επενεργεί ως ένα είδος κωλύματος στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα. (βλέπε Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleading, 13th Ed p.1254 και Halsbury´s Laws of England, 3rd Ed., V14). Στην υπόθεση Γιωργαλλά ν. Χ΄ Χριστοδούλου
(2000)1 ΑΑΔ 2060 η ως άνω αρχή τέθηκε ως ακολούθως: «ο καθορισμός προθεσμιών συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησης τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος ΄laches´ (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκηση τους». Στην υπό εξέταση υπόθεση η εναγομένη, σύμφωνα με τα ευρήματα μου ουδέποτε απάντησε στον ενάγοντα ότι η υποβληθείσα εκ μέρους του απαίτηση για την κάλυψη των ζημιών, τις οποίες υπέστη το επίδικο όχημα είχε απορριφθεί. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ενάγοντα μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής δεν είχε την απάντηση της εναγομένης στην ως άνω απαίτηση του. Από την στιγμή λοιπόν που η εναγομένη παρέλειψε να απαντήσει στον ενάγοντα ότι η απαίτηση του είχε απορριφθεί διερωτώμαι πώς η καθυστέρηση του ενάγοντα να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή θα μπορούσε να εκληφθεί ως εγκατάλειψη της απαίτησης του. Επιπλέον από την στιγμή που ο ενάγοντας είχε υποβάλει την απαίτηση του για να αποζημιωθεί από την εναγομένη με βάση το επίδικο σημείωμα διερωτώμαι για ποιο λόγο δεν είχαν υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο ή ακόμη και καταγγελία για να διερευνηθεί η τυχόν εκ μέρους του διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Αν πράγματι υπήρχαν αμφιβολίες για την γνησιότητα του επίδικου σημειώματος λογικά θα ανέμενα ότι η πρώτη ενέργεια που θα έκαμναν θα ήταν η υποβολή σχετικής καταγγελίας στις αρμόδιες αρχές. Η επεξήγηση που δόθηκε από τον ΜΥ1 για την παράλειψη τους να υποβάλουν σχετική καταγγελία εναντίον του ενάγοντα κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Τα δεδομένα τα οποία έχω περιγράψει αμέσως πιο πάνω με οδηγούν στην απόρριψη της θέσης της εναγομένης ότι είχε τεθεί σε μειονεκτική θέση. Η εναγομένη εγείρει επίσης ως υπεράσπιση της τον όρο 9 του συμβολαίου περιεκτικής ασφάλισης. Κατά την αντεξέταση του ενάγοντα είχε κατατεθεί ως τεκμήριο το έντυπο (specimen) συμβολαίου περιεκτικής ασφάλισης της εναγομένης (βλέπε το τεκμήριο 8). Ο ενάγοντας παραδέκτηκε ότι πρόκειται για το συμβόλαιο περιεκτικής κάλυψης με βάση το οποίο εκδίδονταν τα καλυπτικά σημειώματα. Ο όρος 9 του συμβολαίου αυτού προνοεί τα ακόλουθα: «Όλες οι διαφορές που αναφύονται μεταξύ των Μερών συνεπεία ή σε σχέση με το Ασφαλιστήριο αυτό παραπέμπονται για απόφαση από ένα Διαιτητή που διορίζεται γραπτώς από τα διαφωνούντα Μέρη. Σε περίπτωση που τα Μέρη δεν συμφωνούν όσον αφορά την ταυτότητα του Διαιτητή, ο Διαιτητής θα διορίζεται από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η απόφαση του Διαιτητή που θα διοριστεί είτε από τα Μέρη είτε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα είναι τελική και δεσμευτική για τα Μέρη. Αν η Εταιρεία αρνηθεί ευθύνη όσον αφορά οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού και τέτοια απαίτηση δεν έχει παραπεμφθεί σε Διαιτησία δυνάμει των προνοιών που διαλαμβάνονται στον ΄Ορο αυτό μέσα σε δώδεκα ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία της ειδοποίησης άρνησης ευθύνης, η απαίτηση θεωρείται για οποιοδήποτε σκοπό ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν είναι πληρωτέα δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού.» Αναμφίβολα η υπό εξέταση διαφορά δεν σχετίζεται με το ως άνω συμβόλαιο περιεκτικής ασφάλισης, αλλά με το επίδικο καλυπτικό σημείωμα. Όπως έχω αναφέρει σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου το καλυπτικό σημείωμα αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία από την συμφωνία ασφάλισης. Κατ΄ επέκταση είμαι της άποψης ότι η υπό εξέταση διαφορά δεν μπορεί να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Όμως, ακόμα και στην περίπτωση που κατέληγα ότι η υπό εξέταση διαφορά εμπίπτει στο πνεύμα του όρου 9 θα έπρεπε να είχαν ληφθεί από την εναγομένη τα κατάλληλα διαδικαστικά διαβήματα στο κατάλληλο στάδιο. Ειδικότερα θα έπρεπε να είχε υποβάλει αίτηση για αναστολή της παρούσας διαδικασίας πριν ακόμα καταχωρήσει την υπεράσπιση της. (βλέπε Vector Onega A.G. ν. του πλοίου Μ/ν GIRVAS και άλλου
(1999)1 ΑΑΔ 1). Αντ΄ αυτού άφησε την υπόθεση να προχωρήσει σε ακροαματική διαδικασία. Η παράλειψη της εναγομένης να εγείρει στο κατάλληλο στάδιο τη ρήτρα της διαιτησίας ισοδυναμεί κατά την άποψη μου με εγκατάλειψη της. Όσον αφορά την κατ΄ ισχυρισμό πάροδο της προθεσμίας εντός της οποίας ο ενάγοντας όφειλε να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία, όπως είναι νομολογημένο οι όροι οι οποίοι τίθενται σε ασφαλιστικό συμβόλαιο με τους οποίους περιορίζεται ο χρόνος επιβολής των δικαιωμάτων δυνάμει του συμβολαίου δεν παραβιάζουν το άρθρο 28 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ούτε τα άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος (βλέπε Agathangelou v. The Motor Union Insurance Co Ltd
(1984)1 C.L.R. 1). Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του όρου 9 ο ενάγοντας όφειλε να είχε παραπέμψει σε διαιτησία την απαίτηση του μέσα σε 12 ημερολογιακούς μήνες από την ημερομηνία της ειδοποίησης άρνησης ευθύνης. Σε αντίθετη περίπτωση η απαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα. Συμφώνως των ευρημάτων μου η εναγομένη ουδέποτε είχε ειδοποιήσει τον ενάγοντα ότι είχε απορρίψει την απαίτηση του. Κατ΄ επέκταση, ακόμα και στην περίπτωση που η υπό εξέταση διαφορά ήταν κατάλληλη για να παραπεμφθεί σε διαιτησία, η παράλειψη της εναγομένης να απαντήσει στην απαίτηση του ενάγοντα θα είχε ως αποτέλεσμα την μη εφαρμογή του όρου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται ως υπεράσπιση της τον όρο 9 του συμβολαίου περιεκτικής ασφάλισης. Οι ζημιές του επίδικου οχήματος Για το μέγεθος των ζημιών τις οποίες υπέστη το επίδικο όχημα παρουσιάστηκε αντικρουόμενη μαρτυρία. Η κάθε πλευρά παρουσίασε το δικό της εμπειρογνώμονα. Η ιδιότητα και των δύο εμπειρογνωμόνων ως εκτιμητών ζημιών αυτοκινήτων (ΜΕ1 και ΜΥ2) υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Και οι δύο εκτιμητές συμφωνούν ότι η αξία του επίδικου οχήματος κατά τον αμέσως προ του δυστυχήματος χρόνο ήταν ΛΚ.26.
  1. Συμφωνούν επίσης ότι το επίδικο αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς (total lost). Η διαφωνία τους εστιάζεται στην αξία του εναπομείναντος (salvage). Ο εκτιμητής της πλευράς του ενάγοντα (ΜΕ1) καθόρισε την αξία του στις ΛΚ4.
  2. Αντίθετα ο ΜΥ2 καθόρισε την αξία του στις ΛΚ11.
  3. Και οι δύο εκτιμητές καθόρισαν την αξία του εναπομείναντος με βάση το ενδιαφέρον που υπήρχε για την αγορά του. Η θέση του ΜΕ1 ήταν ότι δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από κανένα να υποβάλει προσφορά για την αγορά του, γι΄ αυτό και η αξία του ήταν χαμηλή. Από πλευράς του ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από αρκετούς ισιωτές αυτοκινήτων για να το αγοράσουν και να το επιδιορθώσουν για λογαριασμό τους. Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των διιστάμενων θέσεων προτιμώ χωρίς δισταγμό αυτή του ΜΕ
  4. Παρά το ότι είχε επιθεωρήσει το επίδικο όχημα 5 σχεδόν χρόνια μετά το δυστύχημα εντούτοις επεξήγησε κατά τρόπο πειστικώτατο ότι εφόσον το εναπομείναν δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε αλλοίωση μέχρι την ημέρα που το επιθεώρησε θα μπορούσε να εκφέρει την γνώμη του για την αξία που είχε κατά το χρόνο αμέσως μετά το δυστύχημα. Τονίζω ότι δεν υπήρξε αντίθετη θέση από την υπεράσπιση για την αλλοίωση του εναπομείναντος στο μεσοδιάστημα μέχρι την επιθεώρηση του από τον μάρτυρα. Τεκμηρίωσε κατά τρόπο επιστημονικά αποδεκτό την γνώμη του ότι το εναπομείναν δεν μπορούσε να έχει αξία πέραν των ΛΚ4.
  5. Επιπλέον, επεξήγησε ότι είχε αποταθεί ο ίδιος σε ορισμένους ιδιοκτήτες γκαράζ οι οποίοι συνήθιζαν να αγοράζουν και επιδιορθώνουν αυτοκίνητα πλήρως καταστρεμμένα όμως δεν βρήκε καμμιά ανταπόκριση. Γι΄ αυτό και στην αξία που καθόρισε δεν μπορούσε να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε προσφορές οι οποίες δυνατόν να ανέβαζαν την τιμή του εναπομείναντος. Παρά το ότι είχε ζητήσει από τον συνήγορο υπεράσπισης να του παρουσιάσει προσφορές, οι οποίες τυχόν υπήρχαν στην κατοχή της εναγομένης, εντούτοις καμμιά τέτοια προσφορά δεν παρουσιάστηκε. Ούτε και του υπεβλήθη από το συνήγορο υπεράσπισης ότι υπήρχε οποιαδήποτε προσφορά για αγορά του. Σε αντίθεση με τον εκτιμητή της πλευράς του ενάγοντα, η γνώμη του ΜΥ2 για την αξία του εναπομείναντος παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη, γι΄ αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Η θέση του ότι υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από αρκετούς «ισιωτές» για να αγοράσουν και επιδιορθώσουν το εναπομείναν ήταν γενική και αόριστη. Παρά το ότι θεωρούσε την ζήτηση ως τον βασικό παράγοντα τον οποίο έλαβε υπόψη του για να καθορίσει την τιμή του εναπομείναντος, εντούτοις δεν παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να βοηθήσουν το δικαστήριο στον έλεγχο της ορθότητας της άποψης του. Ας σημειωθεί ότι δεν θυμόταν καν τα ονόματα των προσώπων που υπέβαλαν προσφορές, με εξαίρεση τον ιδιοκτήτη του «γκαράζ» στο οποίο βρισκόταν το εναπομείναν. Δυστυχώς όμως ούτε και στην περίπτωση αυτή ανέφερε το ποσό της ως άνω προσφοράς. Όπως επίσης παραδέχθηκε, η εν λόγω προσφορά έγινε προφορικά προς τον ίδιο, χωρίς να υποβληθεί επίσημα προς την εναγομένη. Επιπλέον, όπως έχω ήδη αναφέρει, η θέση του για την υποβολή προσφορών παρέμεινε μονόπλευρη αφού δεν είχε υποβληθεί στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, για να του δινόταν η δυνατότητα να τη σχολιάσει. Ατεκμηρίωτη παρέμεινε και η θέση του ότι είχε κάμει εκτίμηση για παρόμοιου τύπου αυτοκίνητο. Δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο η ως άνω εκτίμηση του. Έχοντας κατά νου αφενός μεν την αξία του επίδικου αυτοκινήτου κατά τον αμέσως προ του δυστυχήματος χρόνο (ΛΚ26.000) αφετέρου δε την αξία του εναπομείναντος μετά το δυστύχημα, όπως την καθόρισε ο εκτιμητής της πλευράς του ενάγοντα (ΛΚ4.000) καταλήγω ότι η ζημιά την οποία υπέστη ο ενάγοντας ανέρχεται στις ΛΚ22.
  6. Έχοντας αποδεχθεί ότι το επίδικο αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς και η ζημιά την οποία υπέστη ο ενάγοντας ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ22.000 καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση εναντίον της εναγομένης για το ως άνω ποσό. Το συμβόλαιο περιεκτικής ασφάλισης της εναγομένης (τεκμήριο 8) στους όρους του οποίου ρητά παραπέμπει το επίδικο σημείωμα, αναφέρει στον όρο 1 ότι η εταιρεία θα αποζημιώσει τον ασφαλισμένο έναντι ζημιάς ή απώλειας στο μηχανοκίνητο όχημα. Όσον αφορά το αξιούμενο κονδύλι των ειδικών ζημιών για τα έξοδα εκτίμησης θα πρέπει να αναφέρω ότι παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτο. Η ανταπαίτηση της εναγομένης δεν θα μπορούσε να επιτύχει για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω. Γι΄ αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για ΛΚ22.000 (€37.589,23) πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης. Όλα τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] ........ Θ. Θωμά, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.