← Κύπρος

VALERIE THOMAS ν. ERIC THOMAS, Αρ. Αγωγής: 694/07., 13  Οκτωβρίου, 2009

VALERIE THOMAS ν. ERIC THOMAS, Αρ. Αγωγής: 694/07., 13 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 694/

  1. Μεταξύ: VALERIE THOMAS Εναγόντας, και ERIC THOMAS Εναγομένου. Αίτηση ημερ. 22/1/09 για ακύρωση και/ή παραμερισμό διατάγματος για προσθήκη του Εναγομένου 2 ως διάδικου 13 Οκτωβρίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Εναγόμενο 2: Ο κ. Μ.Κυριακίδης. Για Καθ΄ ων η αίτηση-Ενάγοντες: ο κ. Κ.Κουρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που η Eνάγουσα υπέστη ένεκα τροχαίου ατυχήματος. Αρχικά η αγωγή κατεχωρήθη εναντίον ενός εναγομένου στην πορεία όμως ζητήθηκε με αίτηση η τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης του Eναγομένου 2 και Eναγομένου 3 ως διαδίκων επί τη βάσει ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αμέλεια του εναγομένου 1 ως οδηγού του οχήματος ΖΚΗΡ686 στο οποίο επέβαινε η Ενάγουσα και του Εναγόμενου 2 ως οδηγού του οχήματος ΒΑΖ048 και του Εναγομένου 3 ως οδηγού του οχήματος CAW
  3. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Mε την υπό κρίση Αίτηση που κατεχωρήθη εκ μέρους του Εναγομένου 2 ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου επετράπη, μεταξύ άλλων, η προσθήκη του Εναγομένου 2 ως διάδικου στην παρούσα αγωγή και διάταγμα που να διαγράφει και/ή ακυρώνει το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 6.6.
  4. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θθ.9-11, Δ.25, Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Αρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000, στο άρθρο 68 του ΚΕΦ.148, στο Αρθρο 30 του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγομένου 2 στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα ακόλουθα: - Από νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει δηλώνει ότι έχει ένσταση και δεν συμφωνεί με την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 21.5.08 δια του οποίου προσετέθη στην αγωγή ως Εναγόμενος 2 για τους εξής λόγους: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του είχε ήδη παραγραφεί στις 21.5.08 και εν πάση περιπτώσει προ της καταχώρισης ή επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου στον ίδιο. (β) Η έκδοση των ως άνω διαταγμάτων έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα του αφού, ενόψει της καθυστέρησης στην προσθήκη του ως εναγομένου στην παρούσα αγωγή, έχει παραγραφεί η ασφαλιστική κάλυψη που είχε τόσο δυνάμει της νομοθεσίας όσο και δυνάμει της συμφωνίας που διατηρούσε με την ασφαλιστική εταιρεία ΜΙΝΕΡΒΑ. (γ) Το διάταγμα ημερ. 21.5.08 εκδόθηκε χωρίς να επιδοθεί στον Εναγόμενο 2 η σχετική αίτηση και χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να ακουστεί στη σχετική διαδικασία. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.9 θθ.9-11, Δ.48 θθ.1-4, Δ.25, Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ.148, στον περί Παραγραφής Νόμο ΚΕΦ.15, ως τροποποιήθηκε, επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: - Ο Εναγόμενος 2-Αιτητής εμφανίζεται στο Δικαστήριο με κακή πίστη - H αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2- Αιτητής χρησιμοποίησε λανθασμένη διαδικασία και/ή μέτρα καθότι τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. - Η αίτηση είναι παράτυπη, δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ως τέτοια, δέον όπως απορριφθεί. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Η παρούσα αίτηση είναι αόριστη και/ή γενική και/ή υστερόβουλη. - Η αίτηση αποτελεί δικονομική κατάχρηση, με αποτέλεσμα την δημιουργία πολλαπλότητας των διαδικασιών, όπως αυτές προβλέπονται, από τους σχετικούς Νόμους και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. - Η αίτηση του Εναγομένου 2 - Αιτητή τείνει στην καθυστέρηση της διαδικασίας και στην μη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. - Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις και καθυστέρηση στην υπόθεση καθώς, επίσης, θα δημιουργήσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσας. - Το αιτούμενο διάταγμα δεν ζητείται καλόπιστα και ασκείται καταχρηστικώς καθότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2 δεν παραγράφηκε. - Η Αίτηση προκαλεί αδικία στην Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα επειδή, σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης, θα παραβιαστεί το δικαίωμα της Ενάγουσας να προσθέσει στην αγωγή της όλους τους αναγκαίους διάδικους με αποτέλεσμα να μην εκτεθούν πλήρως τα ορθά γεγονότα, στοιχεία και μαρτυρία που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. - Ο Εναγόμενος 2 δεν νομιμοποιείται να αιτείται τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.5.2008, καθότι το Δικαστήριο νομότυπα εξέδωσε το ως άνω αναφερόμενο διάταγμα, χωρίς να κρίνει απαραίτητη την επίδοση της Αίτησης Τροποποίησης, ημερομηνίας 30/4/2008, στον Εναγόμενο
  5. - Το Δικαστήριο νομότυπα εξέδωσε το διάταγμα, ημερομηνίας 21.5.2008, κρίνοντας ότι δεν είναι αναγκαίο να επιδοθεί η αίτηση τροποποίησης και/ή προσθήκης των προτιθέμενων Εναγομένων σ΄ αυτούς, εφόσον αυτοί δεν αποτελούσαν διάδικα μέρη στην εν λόγω αγωγή. Εξάλλου το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ευθύς μόλις εκδόθηκε το διάταγμα, ημερομηνίας 21.5.2008 επιδόθηκε νομότυπα και σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας στους Εναγομένους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Ιφιγένειας Ηλιάδου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτησης. Σ΄ αυτή βασικά επαναλαμβάνονται και επεξηγούνται περαιτέρω οι λόγοι ένστασης που καταγράφησαν ανωτέρω. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κ. Μ.Κυριακίδης εκ μέρους του Αιτητή επεσήμανε εν πρώτοις ότι, εφόσον με βάση τη Δ.48 θ

(4)ζητήθηκε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος με καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την παρούσα αίτηση. Υποστήριξε στη συνέχεια ότι κακώς εξεδόθη το διάταγμα προσθήκης του Εναγομένου 2 λαμβάνοντας υπόψη ότι η βάση αγωγής εναντίον του είχε παραγραφεί. Επεσήμανε δε ότι το θέμα της παραγραφής ουδέποτε τέθηκε από την άλλη πλευρά στο στάδιο έκδοσης του διατάγματος προσθήκης του Εναγομένου
  1. Τόνισε δε ότι αν αυτό αποκαλύπτετο, το Δικαστήριο θα έκρινε σκόπιμο να επιδώσει το διάταγμα στην άλλη πλευρά. Τέλος υποστήριξε ότι στη διαδικασία που έλαβε χώρα και οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος προσθήκης του Εναγομένου 2 θα έπρεπε το Δικαστήριο να μην προχωρήσει μονομερώς, στην απουσία της πλευράς του Εναγομένου. Ο κ. Κ.Κουρίδης εκ μέρους της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση υποστήριξε ότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου 2 δεν έχει παραγραφεί καθότι οι πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου ΚΕΦ.15, ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.16(Ι)/2009, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Επεσήμανε δε με βάση το Αρθρο 68 του ΚΕΦ.148 προνοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν εγερθεί εντός 3 ετών μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Αφού αναφέρθηκε στο Ν.57/64, Ν.36/83και Ν.110(Ι)/02τόνισε ότι με βάση το Αρθρο 8 (Α) του περί Παραγραφής Νόμου, ΚΕΦ.15 που εισήχθηκε με το Ν.108(Ι)/2002σε οποιαδήποτε αγωγή που αφορά, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ένεκα αστικού αδικήματος το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην εφαρμοσθούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις. Επιπρόσθετα τόνισε ότι η ισχύς των διατάξεων του ΚΕΦ.15 αναστάληκε μέχρι τις 31.3.2010 (Ν.16(Ι)/2009), ενώ η ισχύς του περί Παραγραφής (Τροποιητικό) Νόμου του 2008 θεωρείται ότι άρχισε στις 30.3.08 με βάση το Νόμο 34(Ι)/
  2. Κατά συνέπεια πρόσθεσε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 8(Α) λόγω της πρόσφατης αναστολής της ισχύς των προνοιών του. Ο κ. Κουρίδης υποστήριξε, ακόμη, ότι το Δικαστήριο νομότυπα εξέδωσε το διάταγμα ημερ. 21.5.2008 κρίνοντας ότι δεν είναι αναγκαίο να επιδοθεί η αίτηση τροποποίησης και/ή προσθήκης των προτιθέμενων εναγομένων σ΄ αυτούς, εφόσον αυτοί δεν αποτελούσαν διάδικα μέρη στην εν λόγω αγωγή. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΓΕΡΘΕΝΤΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Προχωρώ εν πρώτοις να εξετάσω τη δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση Αίτησης. Με βάση τη Δ.48 θ.8,
(4)[1] δίδεται η ευχέρεια να αποταθεί κανείς για ακύρωση προηγούμενου διατάγματος ex parte με καταχώρηση αίτησης δια κλήσεως[2]. Όπως έχει νομολογηθεί στόχος της Δ.48 θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση του[3]. Η εμβέλεια της Δ.48 θ.8
(4)καλύπτει όλο το φάσμα των διαταγμάτων που εκδίδονται μετά από μονομερή αίτηση. Για μετριασμό των τυχόν επιπτώσεων από την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς και την επίλυση της διαφοράς σε πρώτο βαθμό από το πρωτόδικο δικαστήριο η σοφία του Νομοθέτη έχει οδηγήσει στη θέσπιση της Δ.48 θ.8
(4). Η δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς από το πρωτόδικο δικαστήριο αποτέλεσε ένα ενδεδειγμένο διαδικαστικό μέτρο το οποίο προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης[4]. Με βάση όλα τα ανωτέρω το Δικαστήριο έχει στη βάση της Δ.48 θ.8
(4)τη δυνατότητα να εξετάσει την υπό κρίση Αίτηση. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι αυτό της προσθήκης διαδίκου. Θα συνοψίσω τις νομικές αρχές όπως αποκρυσταλλώνονται από τη νομολογία. Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει, βασικά, στους ενάγοντες με το Δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία δυνάμει της Δ.9 θ.10[5] η οποία και καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης[6]. να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς τον αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[7]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων [8] Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[9].» Όπως αναφέρθηκε στην απόσταση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Όπως αναφέρθηκε στην PT Kiani Kertas κ.α. ν. Ιnterorient Navigation Company Ltd. Κ. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1475, σοβαρός παράγων είναι επίσης το κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd. v. Ellerman Lines Ltd et al
(1983)1 C.L.R. 479, αίτημα για τροποποίηση της Αναφοράς εγκρίθηκε κατόπιν πρόσθεσης νέου συνεναγομένου, εφόσον η προσθήκη είχε ήδη γίνει. Ο Σαββίδης Δ., όμως, εξετάζοντας το θέμα της προσθήκης νέου εναγομένου, παρέπεμψε στο Annual Practice, 1982, σ.210 όπου αναφέρεται: «Leave to add a defendant will not be granted after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant (Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd. [1970] 1 Q.B. 393). Query, however, whether the court has a wide discretion, which will be rarely exercised, to add a defendant after the expiry of the relevant period of limitation (Marubeni Corporation and Another v. Pearlstone Shipping Corporation, The Times, June 30, 1977 C.A.)." Επίσης στο Σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents of Pleadings 12η έκδοση σελ.167 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: «On the other hand, leave will not be granted to add a defendant after the expiry of any relevant period of limitation affecting the proposed defendant nor where the addition will have the effect of adding a new cause of action." Το επόμενο ζήτημα, συνεπώς, που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο θα μπορούσε να εγερθεί θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή από τον προστεθέντα Εναγόμενο/Αιτητή. Oταν επιδιώκεται η προσθήκη εναγομένου το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του δεν ανατρέχει στο χρόνο που αρχικά καταχωρήθηκε η αγωγή αλλά το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του χρονικά άρχεται την ημέρα που καταχωρείται το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Liff v. Peasly and another
(1980)1 All E.R. 623, στην περίπτωση προσθήκης εναγόμενου δεν έχει εφαρμογή το λεγόμενο «relation back theory» αλλά, σε τέτοια περίπτωση, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε σχετική περικοπή από την πιο πάνω απόφαση στη σελ.639: «It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court has allowed such addition to made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand. I shall refer to that established rule of practice as `"the rule of practice". There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the `relation back` theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, such defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the `no useful purpose`theory." Στην πιο πάνω υπόθεση διαγράφηκε αγωγή εναγόμενου ο οποίος προστέθηκε ως συνεναγόμενος κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου σε μονομερή (ex parte) αίτηση και το Εφετείο κάκισε την έκδοση διατάγματος για προσθήκη συνεναγόμενου καθ΄ ην στιγμή το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του είχε παραγραφεί, με αποτέλεσμα να αποστερηθεί ο προστεθεíς διάδικος του κεκτημένου δικαιώματος να επικαλεστεί παραγραφή της αγωγής. Στην ίδια υπόθεση υιοθετήθηκαν και γίνεται αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co Ltd. [1932] 1 KB 485. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τη σχετική περικοπή που έχει ως εξής: "Ι am unaware of any case in which leave to amend a writ has been given in such circumstances; namely, where the joinder of a new defendant would be calculated to defeat a right as to limitation which he would have had if an action were to be brought by the plaintiff against him alone. As I understand it, Mabro`s case . is authority for the proposition that it cannot be done. That case was concerned with an application to amend the writ so as to join a plaintiff. It was held that leave would not be granted where the effect would be to prevent the defendant from relying on the Statute of Limitations. The same principle applies in relation to the joinder of defendant. Where, as here, a direct action against proposed defendant can be defeated by a plea of limitation, the plaintiff cannot escape that consequence by seeking to join the proposed defendant as a party in pre-existing proceedings . [An] amendment to add a completely new and different defendant is not permissible where a relevant period of limitation affecting the proposed defendant has expired.` Η παραγραφή αστικών αδικημάτων προβλέπεται στο ΚΕΦ.148. Συγκεκριμένα με βάση το Αρθρο 68 (α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ.148 καθορίζεται ως χρόνος παραγραφής για αστικά αδικήματα η χρονική περίοδος των τριών χρόνων. Στο ΚΕΦ.15 άρθρο 10(
  1. d)προβλέπονται τα ακόλουθα: «10. Nothing in this Law shall .............................. (
  2. d)affect any provision in any other Law relating to the limitation of any action under such Law.» Σημειωτέον ότι οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 έχουν καταργηθεί με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμων του 2002, Ν.110(Ι)/02. Στην επιφύλαξη δε του Νόμου αυτού καθορίζεται ρητά ότι η κατάργηση των πιο πάνω νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων νόμων, εκτός εάν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα, το επίδικο τροχαίο δυστύχημα επεσυνέβη στις 18/4/05 και η αγωγή καταχωρήθηκε 17/9/07. Στις 30/4/08 κατεχωρήθη από την Ενάγουσα Αίτηση για την προσθήκη, μεταξύ άλλων, και του Εναγόμενου 2. Η Αίτηση αυτή ορίστηκε 21.5.08 ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα δια του οποίου προσετέθη ως συνεναγόμενος ο Εναγόμενος 2. Εν συνεχεία καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα στις 6.6.08. Με βάση τη σχετική νομολογία που σκιαγράφησα ανωτέρω, καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ο χρόνος παραγραφής εναντίον του άρχεται από την ημέρα καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, δηλαδή 6/6/08. Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας υπόθεσης με βάση το Νόμο 110(Ι)/02 αρχίζει από την 1/6/05 και συμπληρώνεται στα τρία χρόνια, δηλαδή την 1/6/08. Είναι προφανές, επομένως, ότι καθ΄ όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, όταν καταχωρήθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ο χρόνος παραγραφής των τριών ετών είχε ήδη παρέλθει. Να επισημάνω δε εδώ ότι με βάση τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμο του 2000 όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα και συγκεκριμένα το Αρθρο 22 αυτού, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του Νόμου αυτού για υποχρεωτική ασφάλιση εφαρμόζονται μόνο όπου η αγωγή εγείρεται εντός τριών ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Είναι προφανές ότι με βάση όλα τα πιο πάνω και εφόσον το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε εκτός της περιόδου παραγραφής οι ασφαλιστές του Αιτητή-Εναγόμενου 2 δεν έχουν υποχρέωση να τον καλύψουν ασφαλιστικά. Με άλλα λόγια η καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος εναντίον του Εναγομένου 2, αφού έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής, αφήνει τον Εναγόμενο 2 προσωπικά εκτεθειμένο χωρίς να μπορεί να τύχει του ευεργετήματος της ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεως εναντίον του, γεγονός που του δημιουργεί τεράστια βλάβη που δεν μπορεί να θεραπευθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η προσθήκη του Εναγομένου 2 ως συνεναγόμενου στην παρούσα αγωγή του έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα του εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του έχει ήδη παραγραφεί. Τούτου δοθέντος κρίνω ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται από τη Δ.48 θ.8
(4)ακυρώνοντας το διάταγμα προσθήκης του Εναγομένου 2 ημερ.21.5.08. Οσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αγωγής δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Αιτητής-Εναγόμενος 2 δικαιούται τα έξοδα του. Κατά συνέπεια τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή-Εναγομένου 2 και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1]
(4)Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just. [2] Δέστε In the matter of application by Julia Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429. [3] Δέστε Νικολαίδου ν. Αττιπα κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 162. [4] Δέστε Αίτηση Τσίμον κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. [5] «
  2. No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [6] Δέστε Ferro Fashions Limited v. Fashio Box S.R.L.
(1999)1 A.Δ.Δ. 1805, 1809. [7] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. [8] Δέστε Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). [9] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.