← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του ΚΟNSTANTIN TSVEKOV, Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ. 3/09, 15.10.09

Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του ΚΟNSTANTIN TSVEKOV, Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ. 3/09, 15.10.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αίτηση Έκδοσης Φυγόδικου αρ. 3/09 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο, 97/70 ως ετροποποιήθηκε με το Νόμο 97/90 και Αναφορικά με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων Κυρωτικός Νόμος 95/70 Και Αναφορικά με την Αίτηση για Έκδοση του ΚΟNSTANTIN TSVEKOV Ημερομηνία: 15.10.09 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία - Αιτητές : κα Σπηλιωτοπούλου Για τον Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Χριστοδούλου Καθ΄ ου η αίτηση : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση ζητείται από τις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέσω της διπλωματικής οδού, δυνάμει του Περί της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Έκδοσης Φυγοδίκων, Κυρωτικού Νόμου 95/70, στην οποία έχουν προσχωρήσει και τα δύο κράτη, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία καθώς, και των δύο Πρωτόκολλων. Όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται από το Αιτούν Κράτος είναι είτε στη γλώσσα του αιτούντος Κράτους είτε στη γλώσσα του αιτούμενου Κράτους αλλά το τελευταίο Κράτος έχει δικαίωμα να απαιτήσει μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του Συμβουλίου της Ευρώπης σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου 95/

  1. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι στη γλώσσα του αιτούντος κράτους και μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα, μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η γραπτή αίτηση των Ρωσικών Αρχών διαβιβάστηκε μέσω της διπλωματικής οδού. Η αίτηση μέσω της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη Λευκωσία, ημερομηνίας 15.7.09 διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 15.7.09 και από αυτό στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 15.7.
  2. Στις 24.7.09 ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης υπέγραψε εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση για τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρα 297 και 298, της πλαστογραφίας, άρθρα 331, 333 και 335 και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, η οποία καταχωρήθηκε στις 27.7.
  3. Στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης περιγράφονται συνοπτικά τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από την εγκληματική ενέργεια του Καθ΄ ου η αίτηση και άλλου προσώπου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα και με την έκθεση γεγονότων, σελίδες 1έως 6 του Τεκμηρίου 6 ο Καθ΄ ου η αίτηση κατά την περίοδο Μαΐου-Αυγούστου του 2006 με τη συνεργασία του Κhabazov A.G. χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα τα οποία εκδόθηκαν στο όνομα Αkimov Sergei, ενέγραψε την εταιρεία ΖΑΟ Contract - Textile, η οποία λειτουργούσε εικονικά, και μέσω της συνομολόγησε συμβάσεις αγοραπωλησιών κλωστοϋφαντουργικών εμπορευμάτων με διαφορετικές εταιρείες, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 6 και αναλάμβανε τη δέσμευση να αποπληρώσει την αξία τους εντός πέντε

(5)εργάσιμων ημερών, πράγμα το οποίο δεν έκανε. Με τον τρόπο αυτό αφού παρέλαβαν τα εμπορεύματα και δεν τα πλήρωσαν, στη συνέχεια τα οικειοποιήθηκαν αφού τα πούλησαν προκαλώντας στις πέντε εταιρείες που τους παράδωσαν τα εμπορεύματα και δεν τα πληρώθηκαν, ζημιά συνολικού ύψους $82.137 δολαρίων, (3.612.397 ρούβλια). Στις 24.10.07 Δικαστής (Ο.Β. Mikhaleva) του Sovetsky District Court of Ivanovo μετά που εξέτασε τα κατηγορητήρια στις ποινικές υποθέσεις εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση σύμφωνα με τα οποία κατηγορείται ότι μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου του 2006 σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο και με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω στα συνοπτικά γεγονότα, φαίνεται να διέπραξε τα αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 159 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης, βλ. σελίδες 13 έως 16 του Τεκμηρίου
  1. Το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση κοινοποιήθηκε-γνωστοποιήθηκε από την (Interpol) διεθνή αστυνομία Μόσχας της Ρωσίας. Στις 19.6.09 εκδόθηκε προσωρινό ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου από Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αφού αυτός σύμφωνα με τις πληροφορίες της αστυνομίας διέμενε στην οδό Κωστή Σάββα 6, Yiota Court, διαμέρισμα 32, Λάρνακα και εργάζετο στην εταιρεία TECOMA TRAVEL & TOURS LTD στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄53, 6303 Λάρνακα. Στις 21.6.09 και περί ώρα 13:00 συνελήφθη από το Μ.Α.
  2. Στις 22.6.09 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Ο Καθ΄ ου η αίτηση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο το οποίο διέταξε την κράτηση του μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία με σκοπό όπως ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης εξουσιοδοτήσει την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του. Η Μ.Α.2 Μαρία Μούντη, διοικητική λειτουργός στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, η οποία ενασχολείται στον τομέα της διεθνούς νομικής συνεργασίας και χειρίζεται μεταξύ άλλων θεμάτων και εκδόσεις φυγοδίκων κατέθεσε για τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε η ίδια αλλά και η Αρμόδια Αρχή και η Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέχρι την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας τάξης που συμπεριλάμβανε μεταξύ άλλων την επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 15.7.09, Τεκμήριο 2, τη γραπτή αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέσω της Πρεσβείας της, ημερομηνίας 15.7.09, Τεκμήριο 3, επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 8.7.09, στη Ρωσική γλώσσα, Τεκμήριο 4 και στην αγγλική γλώσσα, Τεκμήριο 5, τα υποστηρικτικά έγγραφα της αίτησης των Ρωσικών Αρχών για έκδοση του εκζητούμενου, Τεκμήριο 6 στη Ρωσική γλώσσα και Τεκμήριο 7 στην αγγλική γλώσσα, το οποίο από τη σελίδα 1 έως 6 αποτελεί την έκθεση γεγονότων, από τη σελίδα 7 έως 10 αποτελεί την απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Sovetsky της επαρχίας Ivanovo από το Δικαστή Mikhaleva A.O. για να τοποθετηθούν τα στοιχεία των προσώπων που τους καταλογίζονται τα αδικήματα στη λίστα των καταζητούμενων προσώπων, από τη σελίδα 11 και 12 είναι η απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου για την τοποθέτηση του εκζητούμενου στη διεθνή λίστα καταζητούμενων προσώπων και από τη σελίδα 13 έως 16 αποτελεί το ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου και τέλος το πιστοποιητικό από το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 24.7.09, Τεκμήριο 8, δυνάμει του άρθρου 4(
(2)(β) του Περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμου 103
(1)/02 και Κ.Δ.Π. 642/02 ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων (ΕΤS no.024) που έχει συναφθεί στο Παρίσι στις 13.12.1957, στο πρόσθετο Πρωτόκολλο (ΕΤS no.098) της ίδιας Σύμβασης, που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 15.10.1975 καθώς και στο Δεύτερο Πρόσθετο Πρωτόκολλο (ΕΤS no. 098) της ίδιας Σύμβασης που έχει συναφθεί στο Στρασβούργο στις 17.3.
  1. Η Σύμβαση και τα πρόσθετα Πρωτόκολλα που επισυνάπτονται, ισχύουν καθ΄ όσον αφορά τη Ρωσική Ομοσπονδία από τις 9.3.
  2. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η κα Σπηλιωτοπούλου με αναφορά στον κυρωτικό νόμο 95/70 και το νόμο 97/70 ως ετροποποιήθηκε με το νόμο 97/90 εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του Καθ΄ ου η αίτηση. Προς επίρρωση της κάθε μιας θέσης της επί κάθε προϋπόθεσης που απαιτείται από τους πιο πάνω νόμους, επικαλέσθηκε πρωτόδικη απόφαση στην οποία καταγράφεται η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κάλεσε δε το Δικαστήριο όπως διατάξει την έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση. Ο συνήγορος του Καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα και τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και των τυπικών αλλά συνάμα ουσιαστικών εγγράφων που είναι απαραίτητα για την έκδοση φυγόδικου όπως και τη γνησιότητα τους ή ότι είναι πιστά αντίγραφα ή την έκδοση τους από Αρμόδια Αρχή. Εκείνο που με σθένος πρόταξε και έστρεψε όλη την προσοχή του ήταν τα εξής βασικά ζητήματα. (α) Ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση της διπλής εγκληματικότητας αφού δεν υπάρχει το αδίκημα της συνωμοσίας στον Ρωσικό Ποινικό Κώδικα για το οποίο γίνεται αναφορά στα γεγονότα και επομένως είναι διαφορετικά τα αδικήματα της εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Επίσης η μαρτυρία ήταν γενική και ασαφής σε βαθμό που δεν ξεχωρίζει κάποιος ποια είναι τα αδικήματα που καταλογίζονται ότι διέπραξε ο εκζητούμενος. (β) Ότι έγινε δίκη και επομένως δεν μπορεί να εκδοθεί για να γίνει νέα δίκη. (γ) Δεν θα υπάρχει δίκαιη δίκη για τον εκζητούμενο αφού δεν θα μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπισή του γιατί για να τον δει δικηγόρος θα χρειαστεί να ταξιδέψει ο δικηγόρος επτά
(7)ώρες και (δ) Δεν θα τύχει δίκαιης δίκης καθότι στη Ρωσική Ομοσπονδία καταπατούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα και δη το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Προς υποστήριξη της θέσης του αναφέρθηκε σε καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) και αποφάσεις άλλων διεθνών οργάνων κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ζήτησε δε από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η διαδικασία έκδοσης φυγόδικου εδράζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις από αμοιβαίες συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών, όπως στην παρούσα περίπτωση, υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση από την κάθε συμβαλλόμενη χώρα (βλ. Petrov v. Διευθυντή Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856 και In re Vaskevitch
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 136). Η νομοθεσία για έκδοση φυγοδίκων έχει σκοπό να εμποδίσει φυγόδικο, ο οποίος διέπραξε αδίκημα σε μια χώρα, να βρει άσυλο σε άλλη στην οποία καταφεύγει και έτσι να αποφύγει τη δίκη και την τιμωρία. Βασίζεται πάνω στις απλές αρχές της δικαιοσύνης. Η νομοθεσία αυτή, είναι υψίστης σπουδαιότητας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών, ίδε υπόθεση ALTIERI αρ. 2
(1993)2 ΑΑΔ 576, 580, 581(βλ. Benwell v. Attorney General
(1986)LRC2 (const) 246, 254), Γενικός Εισαγγελέας ν. Νahum Vaskevitch
(1992)1 ΑΑΔ 136, 146. Η διαδικασία έκδοσης ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση τον Περί ΄Εκδοσης Φυγοδίκων Νόμο, δεν αποτελεί «ποινική δικαιοδοσία» ούτε και «πολιτική δικαιοδοσία» όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως ετροποποιήθηκε ή το άρθρο 2 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 155 (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Vaskevitch Aρ. 1
(1992)1(Α) ΑΑΔ 136, 147). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας Αρ. 3
(1995)1 ΑΑΔ 361, 367, 368 αποφασίστηκε ότι η διαδικασία συνιστά πολιτική διαδικασία. Η απόφαση υιοθετήθηκε από την υπόθεση Carter v. Αρχηγού Αστυνομίας
(1996)1(Α) ΑΑΔ 299, 302. Στην υπόθεσης Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2261, 2266 λέχθηκαν τα εξής: «Το γεγονός ότι η αίτηση για την έκδοση φυγόδικου ανάγεται στην πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν την εξομοιώνει με αστική αγωγή, η οποία εγείρεται βάσει της Δ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτε ταυτίζει τα επίδικα θέματα της. Βλ. επίσης Katcho
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ1393». Η διαδικασία έκδοσης φυγόδικου είναι ιδιότυπος (sui generis) η συνύπαρξη των προϋποθέσεων για την έγκυρη εξουσιοδότηση της δικαιοδοσίας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την ανάληψη δικαιοδοσίας έκδοσης φυγόδικου. Συνάγεται ότι, στην απουσία των προϋποθέσεων για τη χορήγηση θεραπείας, αφαιρείται και το βάθρο για την έκδοση διαταγής για την έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση, βλ. Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α. 81998) 1(Δ) ΑΑΔ 2261, 2265, 2266 και Ιn re Jennaro Perella
(1996)1 (B) AAΔ.1009. Το άρθρο 9
(2)του Ν.97/70 προβλέπει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί, η οποία είναι κατά το πλησιέστερο δυνατό αυτής της προανάκρισης, αλλά δεν ορίζει το χαρακτήρα της διαδικασίας, (βλ. In re Zamim
(1983)2 CLR 188). Στην υπόθεση Μελάς ανωτέρω με αναφορά στην Rees v. Secretary of State
(1986)2 All E.R. 321(ΗL) εξηγείται ότι η διαδικασία έκδοσης φυγόδικου έχει ερευνητικό χαρακτήρα, ανάλογο προς εκείνο της προανάκρισης, βλ. επίσης την υπόθεση David Lee Carter v. Αρχηγού Αστυνομίας
(1996)1(Α) ΑΑΔ 299. Το Δικαστήριο ενεργώντας έτσι, δηλαδή με ερευνητικό χαρακτήρα, ανάλογο προς εκείνο της προανάκρισης δεν αποφασίζει στη βάση πλήρους αξιολόγησης και κρίσης της μαρτυρίας βλ. Katcho κ.α.
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1382,
  1. Το ζητούμενο για σκοπούς έκδοσης, ως προς την μαρτυρία, είναι πιθανό τεκμήριο ενοχής βλ. Katcho. Το Δικαστήριο δεν κάμνει διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε καθ΄ αυτού κατηγορίας βλ. Γ. Εισαγγελέας (Αρ. 1) 1992 1(Α) ΑΑΔ 136,
  2. Συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκειται στις συνήθεις ερμηνείες του ημεδαπού δικαίου αλλά επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία της για ευόδωση του στόχου στον οποίο αποβλέπουν και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα βλ. Petrov v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856 και In re Hachem
(1991)1 ΑΑΔ
  1. Νομικό βάθρο της υπό εξέταση αίτησης είναι η Ευρωπαϊκή Συνθήκη Έκδοσης Φυγοδίκων 95/70 και ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος 97/70 ως τροποποιήθηκε με το νόμο 97/
  2. Ο Ν.97/70ως τροποποιήθηκε με το νόμο και 97/90 ρυθμίζει γενικά τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία έκδοσης φυγοδίκων ενώ ο Ν.95/70 καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων μεταξύ των χωρών, που προσχώρησαν και υπέγραψαν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων. Σύμφωνα με το Ν.97/70 και 97/90 απαιτούμενα για την έκδοση φυγόδικου είναι τα ακόλουθα: (Α) Ο φυγόδικος πρέπει να διώκεται ή να καταδικάσθηκε δι΄ αδίκημα για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση εντός της δικαιοδοσίας του ξένου κράτους που αιτείται την έκδοση (άρθρο 3 του Ν.97/70). (Β) Να έχει συναφθεί σύμβαση προς τούτο μεταξύ αιτούντος και αιτούμενου κράτους (άρθρο 5
(1)). (Γ) Το αδίκημα να προνοείται στη Συνθήκη Έκδοσης (5
(1)(Α)) (Δ) Να προβλέπεται για το αδίκημα ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους. (άρθρο 5
(1)(β)). (Ε) Η πράξη ή παράλειψη ή ισοδύναμη πράξη ή παράλειψη που συνιστά το αδίκημα αποτελεί αδίκημα σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 5
(1)(γ)). (ΣΤ) Η αίτηση έκδοσης να συνοδεύεται, σε περίπτωση (α) που διώκεται, από ένταλμα σύλληψης του φυγόδικου που εκδόθηκε από την χώρα που αιτείται την έκδοση του φυγόδικου, (β) σε περίπτωση που καταζητείται για έκτιση επιβληθείσας σ΄ αυτόν ποινής υπό του πρωτοκόλλου της καταδικαστικής απόφασης και της επιβληθείσας σ΄ αυτόν ποινής καθώς και έκθεσης που να φαίνεται εάν έκτισε κάποιο χρονικό διάστημα της οποίας, στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του φυγόδικου, έκθεση γεγονότων και της νομοθεσίας βάσει των οποίων διώκεται και αποδεικτικά στοιχεία που να επαρκούν για την έκδοση εντάλματος σύλληψης του φυγόδικου δυνάμει του άρθρου 8. (Ζ) Η αίτηση να υποβληθεί διά της διπλωματικής οδού (άρθρο 7
(1)) (Η) Η ύπαρξη εξουσιοδότησης για έναρξη διαδικασίας έκδοσης φυγόδικου υπό την εντολή του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης (άρθρο 7
(1)) (Θ) Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση προσώπου που διώκεται διά διάπραξη αδικήματος, που έχουν προσαχθεί είναι επαρκή ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή του φυγόδικου σε δίκη εάν τούτο διαπράττετο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. (Ι) Τα αποδεικτικά στοιχεία θα είναι υπό μορφή και τύπο που ορίζεται στο άρθρο 13
(1)(α)(β)(γ)
(2)(α)(β)(γ) και 4 δηλαδή δεόντως και κυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα υπό προβλεπόμενου οργάνου ή αυτά ή έστω και αν δεν είναι κυρωμένα έγγραφα ή πιστά αντίγραφα είναι παραδεκτά εφ΄ όσον είναι παραδεκτά ως αποδεικτικά στοιχεία. Ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων (Τροποποιητικός) Νόμος 97/90 προνοεί ότι το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για σκοπούς έκδοσης σε χώρες που ισχύει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων είναι αυτό που προβλέπεται από τη Σύμβαση. Απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό σύμφωνα με το Νόμο 97/70 είναι η έκθεση γεγονότων από το αιτούν κράτος για χώρες που υπογράφουν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων (In re El-Bustani
(1991)1 ΑΑΔ 736). Δεν απαιτείται η επισύναψη στην αίτηση μαρτυρίας για την ενοχή του Καθ΄ ου η αίτηση ούτε η δημιουργία πιθανού τεκμηρίου ενοχής του άρθρου 94 του ΚΕΦ. 155. Στην υπόθεση Charles Altieri v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1993)1 ΑΑΔ 576, 583 υπογραμμίζεται ότι η παράγραφος (α) του εδαφίου
(5)του άρθρου 9 του Νόμου 97/70 δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση έκδοσης δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων. Τα δικαιολογητικά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων είναι ικανοποιητικά (άρθρο 9
(5)και 13
(3)του Νόμου). Οι προϋποθέσεις έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων· του Κυρωτικού Νόμου 95/70 είναι οι πιο κάτω:
(1)Η αίτηση για έκδοση υποβάλλεται εγγράφως μέσω της διπλωματικής οδού (άρθρο 12
(1)).
(2)Η αίτηση υποστηρίζεται από το πρωτόκολλον ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής καταδικαστικής απόφασης, είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, έχουσα την ίδια ισχύ η οποία εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος Μέρους (άρθρο 12
(2)(α)).
(3)Υποστηρίζεται από (α) έκθεση των πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοση (β) ο τόπος (γ) ο χρόνος της πράξης (δ) ο νομικός χαρακτηρισμός (ε) οι παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή οι οποίες να είναι όσο το δυνατό ακριβείς (άρθρο 12
(2)(β)).
(4)Υποστηρίζεται από (α) αντίγραφο του νόμου ή αν δεν είναι εφικτό τούτο δήλωση για το νόμο που εφαρμόζεται (β) ο κατά το δυνατό πιο ακριβής χαρακτηρισμός του εκζητούμενου και κάθε άλλη πληροφορία δυνάμενη να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του (άρθρο 12
(2)(γ)).
(5)Όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται από το Αιτούν Κράτος είναι είτε στη γλώσσα του αιτούντος Κράτους είτε στη γλώσσα του αιτούμενου Κράτους αλλά το τελευταίο Κράτος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει μετάφραση στη γλώσσα του (άρθρο 23).
(6)Ότι τα αδικήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός
(1)έτους ή με αυστηρότερη ποινή (άρθρο 2).
(7)Ότι η συνθήκη δεν τερματίστηκε. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ (Α) ΑΜΦΟΤΕΡΟΠΛΕΥΡΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ύπαρξη του στοιχείου της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality) αποτελεί μια από τις αμφισβητήσεις του Καθ΄ ου η αίτηση. Η πλήρωση του στοιχείου αυτού, ως μία από τις προϋποθέσεις έκδοσης απαιτείται τόσο από το Νόμο 95/70 όσο και από το άρθρο 5(ι)(γ) του Ν.97/70. Το στοιχείο της αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας απαιτεί όπως οι πράξεις που αποδίδονται στον Καθ΄ ου η αίτηση είναι ποινικά κολάσιμες από το δίκαιο και των δύο χωρών. Η έννοια του όρου επεξηγείται στις αποφάσεις R. v. Governor of Brixton Prison ex parte Gardner
(1968)1 All E.R. 636, R. v. Governor of Pentonville Prison ex parte Budlong
(1980)1 All E.R. 701 και R. v. Governor of Holloway Prison ex parte Kember
(1980)Crim. L.R. 176 οι οποίες ακολουθήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191, 195 προσθέτοντας πως η αρχή αυτή προάγει τη διακριτική συνεργασία, με βάση τις ad hoc συνθήκες για έκδοση φυγοδίκων, στον τομέα εφαρμογής του ποινικού δικαίου. Βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Gennaro Perella
(1997)1(Α) ΑΑΔ 521,528. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητο τα εγκλήματα που προσδιορίζονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας τάξης να συμπίπτουν στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία τους με εκείνα που αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης που κατατέθηκε από την Αιτήτρια χώρα προς υποστήριξη της αίτησης έκδοσης. Βλ. In re Gennaro Perella (πιο πάνω), In re Hachem
(1991)1 ΑΑΔ 723, In re David Lee Carter (αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 12. Στην υπόθεση Hachem v. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών
(1992)1 ΑΑΔ 191 η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιβεβαίωσε την Αρχή ότι το κριτήριο κατά την απόφαση έκδοσης φυγοδίκου δεν είναι κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης ταυτίζεται πλήρως με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Η έρευνα της μαρτυρίας συγκεντρώνεται στα αδικήματα για τα οποία παρασχέθηκε η εξουσιοδότηση. Βλ. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών ν. Golov
(2001)1 ΑΑΔ 1109, 1115, 1116. Τα αδικήματα δεν πρέπει να είναι άσχετα μεταξύ τους. Χρειάζεται ομοιότητα. Το αδίκημα πρέπει να είναι ουσιαστικά παρόμοιο. Βλ. Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 1228, 1241. Παραθέτω για την αρχή αυτή το ακόλουθο ενδεικτικό απόσπασμα από την απόφαση Houssein Jamil Hachem
(1991)1 ΑΑΔ 723, σελ. 734-5, που επικυρώθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (στην Hachem)
(1992)1 ΑΑΔ 191: «Η μαρτυρία για την έκδοση φυγοδίκου εξετάζεται με αναφορά στα εγκλήματα τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτουν στα τυπικά τους στοιχεία με εκείνα τα οποία αναγράφονται στο ένταλμα σύλληψης (βλ. In re Arton
(1986)1 Q.B.D. 108, βλ. επίσης R. v. Governor of Pentonville Prison
(1980)1 All E.R. 701, Government of Denmark v. Nielsen
(1984)2 All E.R. 81 και U.S. Government v. Bowe
(1989)3 All E.R. 315). Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Jennings v. United States
(1982)3 All E.R. 104 (HL) καθοριστικό για την έκδοση φυγοδίκου είναι το δίκαιο της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοσή του, σε συσχετισμό με τα εγκλήματα που στοιχειοθετεί η μαρτυρία. Στον ίδιο νόμο, άλλωστε, διευκρινίζεται με τις διατάξεις του Άρθρου 9
(5), ότι η έρευνα επικεντρώνεται στην αποτίμηση της μαρτυρίας με στόχο τη διαπίστωση αν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα που περιέχει η εξουσιοδότηση». Καθοριστικό για την έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση είναι το Κυπριακό Δίκαιο σε συσχετισμό με τα εγκλήματα που στοιχειοθετεί η έκθεση γεγονότων που επισυνάπτεται. Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την εξέταση του κατά πόσο οι πράξεις που αποδίδονται στον Καθ΄ ου η αίτηση στην έκθεση γεγονότων μπορούν να συνθέσουν τα αδικήματα που αναγράφονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και τα οποία τελικά προωθούνται εκ μέρους των Αιτητών. ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΓΑΘΩΝ ΜΕ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΕΓΓΡΑΦΟΥ Στην εξουσιοδότηση αφού γίνεται μικρή συνοπτική αναφορά στα γεγονότα που συνιστούν εγκληματικές πράξεις κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη συνέχεια γίνεται η διαπίστωση ότι σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 331, 333, 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 αντίστοιχα στοιχειοθετούν τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου για τα οποία προνοείται ποινή φυλάκισης πέραν του έτους. Το άρθρο 297 προβλέπει: «297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Το άρθρο 298 προβλέπει: «298.-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Το άρθρο 331 προβλέπει: «331. Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης. Το άρθρο 333 προβλέπει: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα· (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι· (
  2. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει· ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου· (
  3. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι». Το άρθρο 335 προνοεί: «335. Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή». Το άρθρο 339 προνοεί: «339. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Ήταν η θέση του κ. Χριστοδούλου ότι πουθενά στο ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση, αλλά και στα γεγονότα δεν αναφέρεται ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση διέπραξε το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις αλλά αναφέρεται σε συνωμοσία του με άλλο πρόσωπο, αδίκημα το οποίο δεν υπάρχει στο Ρωσικό Ποινικό Κώδικα και ότι η αναφορά εναντίον του είναι γενική και αόριστη και ως εκ τούτου υπάρχει αναντιστοιχία της εξουσιοδότησης με το ένταλμα σύλληψης και τα γεγονότα. Η θέση αυτή του κ. Χριστοδούλου δεν ευσταθεί καθότι στην έκθεση γεγονότων αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος με άλλο πρόσωπο χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα στο όνομα Akinov Sergei ενέγραψαν εταιρεία η οποία λειτουργούσε εικονικά και εξασφάλισαν εμπορεύματα από διαφορετικές εταιρείες τα οποία δεν πλήρωσαν και εξαφανίστηκαν. Πέραν του γεγονότος ότι τα γεγονότα με ξεκάθαρο τρόπο αναφέρονται στον εκζητούμενο και στις πράξεις που διενήργησε και αποτελούν κατά τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα ΚΕΦ. 154 και τον Ρωσικό Ποινικό Κώδικα αδικήματα το θέμα αντικρίζεται με ένα ανοικτό πνεύμα και όχι τυπολατρικά, ώστε να επιτελείται ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν τέτοιες συνθήκες που δεν είναι άλλος από την καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα. Στην υπόθεση Agini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319, 322 αναφέρονται τα ακόλουθα από τον Έντιμο Δικαστή κ. Νικολάου: "Από νομικής άποψης οι κατηγορίες ήταν λοιπόν ορθές. Ωστόσο είναι επιθυμητό, όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ΄ αρχής ότι ο ρόλος κατηγορούμενου ήταν ρόλος συνεργού να το εκθέσει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης. Δεν είναι όμως απαραίτητο. Η απόφαση στην υπόθεση Maxwell (ανωτέρω) υπογραμμίζει ότι παρόλον που η εξειδίκευση είναι επιθυμητή εκεί όπου είναι δυνατή εντούτοις δεν είναι απαραίτητη και η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού". Καταδεικνύεται επομένως ότι μπορεί να διωχθεί για τα αδικήματα αυτά. Ως εκ των πιο πάνω η εισήγηση του κ. Χριστοδούλου απορρίπτεται. (Β) ΜΗ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ Όσον αφορά την εισήγηση του κ. Χριστοδούλου ότι ο εκζητούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης πέραν της αναφοράς του σε κάποια καταδίκη της Ρωσικής Ομοσπονδίας από το ΕΔΑΔ ή αποφάσεις άλλων οργάνων εναντίον της για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για απόδειξη αυτού του ισχυρισμού. Οι καταδίκες της Ρωσικής Ομοσπονδίας από το ΕΔΑΔ δεν αποτελούν από μόνες τους ικανό αποδεικτικό υλικό για να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο εκζητούμενος δεν θα τύχει δίκαιης δίκης. Τέτοια προσέγγιση είναι ανεδαφική. Χρειάζεται μαρτυρία περί τούτου η οποία όμως δεν προσκομίστηκε. Ούτε βέβαια ευσταθεί ο ισχυρισμός για τη μεγάλη δυσκολία που δημιουργείται να δει κάποιος δικηγόρος τον πελάτη του αφού χρειάζεται να ταξιδέψει επτά
(7)ώρες και ως εκ τούτου δυσκολία στην ετοιμασία υπεράσπισης, αφού ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να υποστηρίζει ένα τέτοιο γεγονός. Επομένως απορρίπτεται και η θέση αυτή του κ. Χριστοδούλου. (Γ) ΕΓΙΝΕ ΔΙΚΗ Ούτε γι΄ αυτό το θέμα προσκομίσθηκε μαρτυρία ότι διεξήχθη δίκη στην παρουσία ή στην απουσία του και είτε αθωώθηκε είτε καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του ή συμμορφώθηκε στην οποιαδήποτε ποινή του επιβλήθηκε. Απεναντίας από τα γεγονότα που φαίνονται στο Τεκμήριο 6 δεν καταδεικνύεται κάτι τέτοιο. Ως εκ τούτου απορρίπτεται κι΄ αυτή η θέση. Αποτελούν διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αφού εξέτασα τη μαρτυρία τα πιο κάτω: (α) ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση είναι το εκζητούμενο πρόσωπο από την Ρωσική Ομοσπονδία, όπως και ο ίδιος δήλωσε, (β) ότι υπάρχει εναντίον του ποινική υπόθεση (γ) ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Sovetsky της πόλης Ivanovo (δ) ότι αυτό αποστάληκε από την Interpol της Μόσχας Ρωσίας στην Interpol Κύπρου (ε) ότι με βάση αυτό αναζητείτο και από την αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας (στ) ότι ο εκζητούμενος με βάση πληροφορίες για τη διεύθυνση του στη Λάρνακα εντοπίστηκε και συνελήφθηκε βάσει προσωρινού εντάλματος σύλληψης αφού του εξηγήθηκαν οι λόγοι της σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο, (ζ) ότι οδηγήθηκε στο Δικαστήριο το οποίο διέταξε την κράτηση του και όρισε ημερομηνία μέχρι την οποία ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης έπρεπε να εκδώσει εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας έκδοσης, (η) ότι η αρμόδια αρχή της Ρωσίας μέσω της Interpol Kύπρου ενημερώθηκε περί τούτου και ζητείτο όπως αποστέλλετο η αίτηση και όλα τα αναγκαία έγγραφα κεκυρωμένα ή πιστά αντίγραφα αυτών, (θ) ότι η έγγραφη αίτηση στάληκε, διά της διπλωματικής οδού, από την Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας με επιστολή ημερομηνίας 15.7.09 και όλα τα αναγκαία έγγραφα κεκυρωμένα ή πιστά αντίγραφα, υπό την μορφή και τύπο που ορίζει ο νόμος, στα οποία περιέχεται έκθεση γεγονότων της υπόθεσης και φανερώνει εύλογους λόγους να πιστεύεται ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα από τον Καθ΄ ου η αίτηση καθώς και καθορισμό των αδικημάτων βάσει του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και αντίγραφο των σχετικών άρθρων του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα τα οποία παραλήφθηκαν από το Υπουργείο Εξωτερικών στις 15.7.09 και από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης επίσης στις 15.7.09, (ι) ότι εκδόθηκε η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας έκδοσης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας τάξης στις 24.7.09 (ια) ότι ο καθ΄ ου η αίτηση διώκεται για αδικήματα τα οποία δύναται να χωρήσει έκδοση εντός της δικαιοδοσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ιβ) ο καθ΄ ου η αίτηση δεν εμπίπτει εντός της κατηγορίας των ατόμων τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούται να αρνηθεί να εκδώσει (ιγ) ότι οι πράξεις του Καθ΄ ου η αίτηση συνιστούν αδικήματα σύμφωνα με τον Κυπριακό Νόμο (ιδ) η αίτηση στηρίζεται από έκθεση γεγονότων του αδικήματος, και αποτελούν διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, (ιε) αποτελούν διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων και τα Πρωτόκολλα ισχύουν στη Ρωσική Ομοσπονδία από τις 9.3.00, (ιστ) αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι τόσο τα αδικήματα για τα οποία ζητείται ο Καθ΄ ου η αίτηση από τις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας όσο και τα αδικήματα που αναγράφονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης τιμωρούνται σύμφωνα με τις αντίστοιχες νομοθεσίες των δύο χωρών με ποινή φυλάκισης τουλάχιστο ενός
(1)έτους ή αυστηρότερης ποινής και επομένως πληρείται η σχετική πρόνοια του άρθρου 2 του Νόμου 95/70, (ιζ) τα έγγραφα υποβλήθηκαν στην γλώσσα του αιτούντος κράτους με μετάφραση στην αγγλική γλώσσα, μια από τις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης, (ιη) η Σύμβαση δεν τερματίστηκε και (ιθ) τα αδικήματα δεν παραγράφηκαν. Με όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κατάληξή μου είναι ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης για την έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία σε σχέση με τις πράξεις που αναφέρονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προς έναρξη της διαδικασίας έκδοσης όσον αφορά τα αδικήματα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, άρθρα 297 και 298, πλαστογραφία, άρθρα 331, 339 και 335 και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, άρθρο 339 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ 154. Κατά συνέπεια διατάσσω την έκδοση του Καθ΄ ου η αίτηση στη Ρωσική Ομοσπονδία. Επίσης διατάσσω όπως στο μεταξύ παραμείνει υπό κράτηση ο Καθ΄ ου η αίτηση μέχρι την έκδοσή του. Ο Καθ΄ ου η αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.97/70 έχει δικαίωμα υποβολής αίτησης Habeas Corpus. Εξηγείται σε απλή γλώσσα το δικαίωμα του αυτό. Η απόφαση να κοινοποιηθεί αμέσως στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας τάξης. Τα έξοδα του δικηγόρου υπεράσπισης να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα έξοδα της διερμηνέως να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) .......................................... Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.