← Κύπρος

ALPHA BANK LTD ν. Ανδρούλλα Φωτίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 485/2005, 22 Οκτωβρίου, 2009

ALPHA BANK LTD ν. Ανδρούλλα Φωτίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 485/2005, 22 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A102 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 485/2005 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD Ενάγοντες- Καθ΄ων η Αίτηση και

  1. Ανδρούλλα Φωτίου
  2. Μάριος Φράγκος
  3. Μαρίνα Φωτίου Εναγομένων - Αιτήτρια - Εναγ.3 ---------------------------------------- Ημερ. 22 Οκτωβρίου, 2009 Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ών η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου Για Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια : κ. Α. Σωτηρίου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγόμενης 3) Η Εναγόμενη 3 ενάγεται υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας της Εναγόμενης 1 για υπόλοιπο δανείου τακτής προθεσμίας που είχε συνάψει από τους Ενάγοντες και για υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών της καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 16.02.
  4. Η Αιτήτρια - Εναγόμενη 3 μαζί με την πρωτοφειλέτιδα καταχώρησαν εμφάνιση στις 21.02.2005 μέσω δικηγορικού γραφείου το οποίο, παρά την αλλαγή που έγινε στη σύνθεση του, εξακολουθεί να την εκπροσωπεί μέχρι και σήμερα. Το ίδιο γραφείο καταχώρησε κοινή υπεράσπιση για τις Εναγόμενες 1 και 3 στις 14.10.2005 αφού προηγήθηκε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους λόγω της μη καταχώρησης στο μεταξύ, εντός των δικονομικών προθεσμιών, της υπεράσπισης τους. Πέραν των γενικών λόγων άρνησης και μη παραδοχής των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης περί οποιασδήποτε οφειλής εκ μέρους τους, οι Εναγόμενες 1 και 3 αρνούνταν στην Υπεράσπιση τους ότι είχαν συμφωνήσει για επιβολή τόκου πέραν του 8% και αυξομείωση του ποσοστού επιτοκίου πέραν του συμβατικού, αρνούνταν ότι είχαν συμφωνήσει και παραχωρήσει δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίζουν μονομερώς την συμφωνία λειτουργίας οποιουδήποτε λογαριασμού τους χωρίς την εκ των προτέρων ενημέρωση τους την οποία δεν είχαν όταν οι Ενάγοντες κατ΄ ισχυρισμό τους τερμάτισαν τον λογαριασμό της εναγόμενης
  5. Ειδικότερα η Εναγόμενη 3 αρνείται την ύπαρξη εγγράφου συμφωνίας ή συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 24.05.2002 ή οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας με την οποία είχε αναλάβει εγγύηση πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγομένης
  6. Ισχυρίζονται ακόμα ότι οποιεσδήποτε χρεώσεις τόκων χωρίς την συγκατάθεση τους και έξοδα μελέτης, έγιναν παράνομα και δεν υποχρεούνται σε αυτές. Τέλος, ότι η αγωγή εγέρθηκε εκβιαστικά και εκδικητικά και γι΄αυτούς τους λόγους ζητούν την απόρριψη της με έξοδα. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 αφού αρνείται τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης περί της παροχής εγγύησης εκ μέρους της στην Εναγόμενη 1, ισχυρίζεται ότι εάν ήθελε αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης δεν την δεσμεύει γιατί δεν της έχουν εξηγηθεί πριν την υπογραφή τα νομικά δικαιώματα της και/ ή δεν της έχει μεταφρασθεί το περιεχόμενο της αφού η ίδια δεν γνωρίζει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει ελληνικά. Η υπόθεση αναβλήθηκε για διάφορους λόγους οι οποίοι εμφαίνονται επί των πρακτικών τα οποία τηρούνταν κάθε φορά. Η Εναγόμενη 1 αντικαταστάθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη όταν είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας της. Συνεπεία της πιο πάνω τροποποίησης και των νέων δεδομένων που είχαν δημιουργηθεί η Εναγόμενη 3 καταχώρησε εκ νέου στις 28.05.2008 νέα υπεράσπιση, ταυτόσημη όμως ως προς το περιεχόμενο της με την αρχικά καταχωρηθείσα υπεράσπιση. Στις 25.05.2009 άρχισε η ακροαματική διαδικασία και εκ συμφώνου κατατέθηκαν πέντε από τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση με επιφύλαξη του δικαιώματος της πλευράς των εναγομένων για αντεξέταση επ΄αυτών των εγγράφων. Όταν η υπόθεση είχε επαναοριστεί για συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 2 για κάθε υπόλοιπο το οποίο παρουσίαζαν και οι δύο λογαριασμοί και εναντίον της Εναγόμενης 3 - αιτήτριας στη παρούσα αίτηση για το υπόλοιπο ποσό που αφορούσε ο λογαριασμός του δανείου. Παρέμεινε υπό αμφισβήτηση το μέρος της απαίτησης των εναγόντων σε σχέση με την Εναγόμενη 3 το οποίο αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αίτηση στις 23.06.
  7. Με αυτή ζητείται άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης της Εναγόμενης 3 με την προσθήκη νέας παραγράφου με αριθμό 7 και την αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων της. Η προτεινόμενη νέα παράγραφος 7 έχει ως εξής: ¨Η εναγόμενη αρ. 3 περαιτέρω θα ισχυριστεί στο δικαστήριο ότι η αποδοχή της αίτησης της εναγόμενης αρ. 1 να της παραχωρηθεί από τους ενάγοντες τραπεζική διευκόλυνση σε τρεχούμενο με όριο Λ.Κ.500,00 (Αρ. Λογ. 130-17670-2001-86, νέος αριθμός 430-220-000826-8) ήταν υπό την προϋπόθεση ότι η εναγόμενη αρ. 1 θα εκχωρούσε στους ενάγοντες τη σύνταξη χηρείας που ελάμβανε από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για την οποία οι ενάγοντες παρέλειψαν να εξασφαλίσουν από την εναγόμενη αρ. 1 σχετικό εκχωρητήριο έγγραφο ως όφειλαν να πράξουν εκ καθήκοντος προς την εναγόμενη αρ. 3 και εν πάση περιπτώσει η παράλειψη τους αυτή διαφοροποιεί τους όρους εξασφάλισης του τρεχούμενου λογαριασμού από την εναγόμενη αρ. 1, παράλειψη η οποία απαλλάσσει την εναγόμενη 3 από οποιαδήποτε ευθύνη ως εγγυήτρια¨. Η πιο πάνω αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
  8. Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, το περιεχόμενο της επιστολής η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 4 ήταν ο λόγος που την έπεισε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα εγγύησης. Ειδικότερα οι εξασφαλίσεις που η τράπεζα απαιτούσε μέσω αυτής της επιστολής για να παραχωρήσει σε αυτή τραπεζικές διευκολύνσεις, και όπως είχε πληροφορηθεί από την ίδια τη μητέρα της η οποία την διαβεβαίωνε να μην ανησυχεί και ότι οποιεσδήποτε οφειλές της προς την τράπεζα θα εξοφλούνταν χωρίς κανένα πρόβλημα, αφού δέχθηκε ο μισθός της να κατατίθεται κατευθείαν στην τράπεζα όπως επίσης και η επιταγή της σύνταξης χηρείας της η οποία κυμαινόταν από ότι θυμάται σε Λ.Κ. 140,00-150,
  9. Δικαιολογώντας την μη συμπερίληψη αυτού του ισχυρισμού στην έκθεση υπεράσπισης της αναφέρει ότι δεν είχε γνώση της νομικής σημασίας των εν λόγω όρων όπως αυτοί περιέχονται στην επιστολή των εναγόντων ημερ. 19.04.2002 - όπως διορθώθηκε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση - για να θέσει εξαρχής το σημείο αυτό στους δικηγόρους της και να δικογραφηθεί με τους κατάλληλους ισχυρισμούς. Όπως δε διατείνεται στη συνέχεια: ¨ Το περιεχόμενο της επιστολής, τεκμήριο 4, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της είναι πολύ σημαντικό γιατί αν αποδειχθεί στο δικαστήριο ότι οι ενάγοντες προτού παραχωρήσουν το δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.500,00 δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων ή /και μετά την παραχώρηση της διευκόλυνσης από την εναγόμενη αρ. 1 το σχετικό εκχωρητήριο της σύνταξης χηρείας της, τότε οποιαδήποτε ευθύνη της που προκύπτει από το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της εξασθενεί και εξανεμίζεται¨. Σε σχέση δε με τον χρόνο που υποβάλλει την παρούσα αίτηση της λέγει ότι αυτή γίνεται καλόπιστα και άμεσα από την ώρα που πληροφορήθηκε τη σημασία της επίδικης επιστολής από τους δικηγόρους της και σε στάδιο που σε καμιά περίπτωση θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων. Παρόλο ότι η υπόθεση είναι παλαιά, εντούτοις η καθυστέρηση εκδίκασης της δεν οφείλεται στην ίδια. Τέλος, η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει ζημία στους ενάγοντες η οποία να μην μπορεί να θεραπευτεί με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ών η Αίτηση προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  10. Η αίτηση είναι παράτυπη και αδικαιολόγητη,
  11. η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη,
  12. η αιτούμενη τροποποίηση είναι παράνομη, άκυρη και δεν μπορεί να επιτραπεί,
  13. η αιτούμενη τροποποίηση υπεβλήθη καθυστερημένα αφού ξεκίνησε η ακρόαση και αφού εξεδόθη απόφαση για μέρος της απαίτησης και αφού η εναγόμενη είχε επανειλημμένα προβεί σε διαφορετική υπεράσπιση. Περαιτέρω στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει προβάλλεται ότι η εναγόμενη επανειλημμένα η ίδια και ο δικηγόρος της δήλωσε στο δικαστήριο ότι η θέση της ήταν ότι ουδέποτε εγγυήθηκε για τον τρεχούμενο λογαριασμό και γι΄αυτό απεδέχθη απόφαση για το δάνειο αφού δήλωσε ότι δεν εγγυήθηκε για τον τρεχούμενο λογαριασμό. Προβάλλεται περαιτέρω ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και γίνεται καθυστερημένα κατά τρόπο που επηρεάζει το δικαίωμα των εναγόντων για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και αυτό οφείλεται στη συμπεριφορά των εναγομένων και αφού ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και αφού εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση για μέρος της απαίτησης και αφού η αιτήτρια προέβη σε αντίθετες δηλώσεις επανειλημμένα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους στην ουσία ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση όπως τα κατέγραψα πιο πάνω υποστηρίζοντας αντίστοιχα η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η νομική πτυχή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία βασίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη αλλά και όπως η νομολογία μας επιτάσσει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Στην υπόθεση Περιεκτιόνη Χρίστου v. Α. Στυλιανού Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 704 λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Δεδομένου δε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία, για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, αυτή επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Σε σχέση τέλος με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Συμπεράσματα - Κατάληξη: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και αρχίζοντας την εξέταση των λόγων ένστασης από τον παράγοντα της καθυστέρησης συμφωνώ με τη δικηγόρο των εναγόντων - Καθ΄ών η Αίτηση ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης είναι προχωρημένο αφού τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν ήδη από τις 28.05.2008 όταν καταχωρήθηκε η υπεράσπιση της Εναγόμενης 3 και η οποία, όπως έχω σημειώσει και πιο πάνω, είναι ταυτόσημη με αυτή που είχε καταχωρηθεί τρία χρόνια προηγουμένως από κοινού με την Εναγόμενη 1 και η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε έστω και με την εκ συμφώνου κατάθεση κάποιων εγγράφων ως τεκμηρίων. Η δικαιολογία που δίδεται για την καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί είναι ότι ενώ η Εναγόμενη 3 είχε πληροφορηθεί από την πρωτοφειλέτιδα μητέρα της, όταν θα υπέγραφε ως εγγυήτρια της και καθησυχάζοντας την, ότι μεταξύ των εξασφαλίσεων που της ζητούσε η τράπεζα - ενάγοντες με την επιστολή έγκριση των δανειοδοτήσεων που αιτήθηκε (Τεκμήριο 4), ήταν και η εκχώρηση του μισθού και της σύνταξης χηρείας της και έτσι οι οφειλές της προς την τράπεζα θα εξοφλούνταν χωρίς κανένα πρόβλημα, εντούτοις, όταν στη συνέχεια η ίδια έδιδε οδηγίες στους δικηγόρους της να ετοιμάσουν την υπεράσπιση της δεν είχε προσδώσει στους πιο πάνω όρους την απαραίτητη νομική σημασία και έτσι δεν έχουν δικογραφηθεί. Είναι φανερό από όσα η ίδια η Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι γνώριζε αυτούς τους όρους πριν υπογράψει το εγγυητικό έγγραφο και ακριβώς ήταν σε αυτούς που βασίστηκε για να αποφασίσει να εγγυηθεί την μητέρα της - πρωτοφειλέτιδα. Διατείνεται ότι δεν γνώριζε τη νομική σημασία αυτών των όρων και γι΄αυτό δεν έκαμε αναφορά για αυτούς στους δικηγόρους της όταν τους έδιδε οδηγίες για να καταχωρήσουν την υπεράσπιση της, όμως είναι αυτοί οι όροι που είχαν διασκεδάσει τις ανησυχίες της, όπως η ίδια ισχυρίζεται στην παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως της και προχώρησε στην υπογραφή της εγγύησης. Επομένως ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο, όπως η ίδια υποστηρίζει, στην απόφαση της για να προχωρήσει και να υπογράψει το σχετικό εγγυητικό έγγραφο με το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της μητέρας της Εναγόμενης 1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα βρίσκω ότι υπάρχει καθυστέρηση στην προβολή αυτού του ισχυρισμού και η δικαιολογία που δίδεται δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική. Επρόκειτο για γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της εξ αρχής, τα οποία η ίδια θεώρησε ως σημαντικά για να υπογράψει την εγγύηση και τα οποία εκ των υστέρων έρχεται να ισχυριστεί ότι δεν τους προσέδωσε την απαραίτητη νομική σημασία για να τα αναφέρει στους δικηγόρους της. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η προσπάθεια εισαγωγής αυτών των ισχυρισμών γίνεται μετά που η πλευρά των εναγόντων κατάθεσε, έστω και εκ συμφώνου, κάποια από τα έγγραφα της υπόθεσης μεταξύ των οποίων και το Τεκμήριο 4 επί του περιεχομένου του οποίου ερείδεται και το αίτημα και το οποίο δεν ισχυρίστηκε ότι δεν το κατείχε ή ότι δεν το γνώριζε ή έστω ότι δεν είχε τη δυνατότητα να το εξασφαλίσει πριν καταχωρήσει την υπεράσπιση της. Ο ισχυρισμός της όμως είναι ότι γνώριζε αυτούς τους όρους που επιβλήθηκαν στην μητέρα της και έτσι δεν τίθεται ζήτημα. Η υπόθεση έχει οριστεί επανειλημμένα για οδηγίες, για ακρόαση και αναβλήθηκε για προσπάθειες εξώδικου συμβιβασμού. Αυτό το έγγραφο και το περιεχόμενο του θα έπρεπε να ήταν ανά πάσα στιγμή υπόψη της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας και το όποιο περιεχόμενο του να ήταν γνωστό στους δικηγόρους που την εκπροσωπούσαν και τη σημασία του θα ήταν αυτοί που θα την αξιολογούσαν. Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν ακόμα το Δικαστήριο καταλήγει στη πιο πάνω διαπίστωση, της ύπαρξης καθυστέρησης, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω), Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι με την εισαγωγή ακόμα μιας αντιφατικής θέσης εκ μέρους της Εναγόμενης 3 στο δικόγραφο της θα προκαλέσει περαιτέρω εκτροχιασμό της δίκης και με την αιτούμενη τροποποίηση διακυβεύονται τα θέσμια του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος όπου οι Ενάγοντες ενώ έχουν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή τους από τον Φεβρουάριο του 2005, μετά από 4 ½ χρόνια αναμένουν ακόμα την έκδοση απόφασης και εναντίον της εναγόμενης 3 σε όλο το φάσμα της απαίτησης της και επομένως διακρίνω την ύπαρξη επηρεασμού των δικαιωμάτων των εναγόντων με την καθυστέρηση της ικανοποίησης των αξιώσεων τους. Όπως αναφέρθηκε στην Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11):¨Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. ακόμα την Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ.704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33)¨. Υπό αυτές τις συνθήκες και έχοντας υπόψη την νομολογία που υπάρχει επί του ζητήματος της καθυστέρησης κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών έχει καταλυτική σημασία για την τύχη της αίτησης. H υπόθεση, όπως ανέφερα και πιο πριν αναβλήθηκε πολλές φορές είτε για οδηγίες είτε για ακρόαση. Η Εναγόμενη 3 είχε πολλές ευκαιρίες να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτόν τον σημαντικό ισχυρισμό, όπως διατείνεται, για την υπεράσπιση της, και δεν το έπραξε. Το έκαμε μόνο όταν κατατέθηκε το τεκμήριο 4 με το περιεχόμενο που αυτό έχει και τότε μόνον αποφάσισε να τον εισαγάγει ως ισχυρισμό στο δικόγραφο της. Πρόκειται για ισχυρισμούς που εδράζονται επί γεγονότων τα οποία προϋπήρχαν και ήταν γνωστά στην Εναγόμενη 3 - Αιτήτρια πριν την καταχώρηση ακόμα και της κοινής Υπεράσπισης της με την Εναγόμενη 1 στις 14.10.2005. Το τι επιδιώκει όμως η Εναγόμενη 3 με την αίτηση της με την προσθήκη της παραγράφου 7 και τους ισχυρισμούς που προβάλλει σ΄αυτούς θα πρέπει να αντικρισθεί και με το υπόλοιπο μέρος της υπεράσπισης της όπου αρνείται ότι υπέγραψε οποιανδήποτε εγγύηση (παρ. 5 και 6) ή και αν υπέγραψε εγγύηση αυτή δεν την δεσμεύει γιατί δεν της έχουν εξηγηθεί πριν την υπογραφή τα νομικά δικαιώματα της και/ ή δεν της έχει μεταφραστεί το περιεχόμενο της αφού η ίδια δεν γνωρίζει ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει ελληνικά. Αυτούς τους ισχυρισμούς που προβάλλει στις τελευταίες αυτές παραγράφους της Υπεράσπισης της δεν ζητεί να διαγραφούν και ούτε αυτός που επιθυμεί να εισαχθεί με την παράγραφο 7 προβάλλεται κατά διαζευκτικό τρόπο. Επομένως εξετάζοντας αντικειμενικά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 3 κρίνονται ως αντιφατικοί και εάν επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση, κατά την άποψη μου, η αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει το δικόγραφο της θα επιταθεί ακόμα περισσότερο. Όπως αναφέρθηκε στην Μιχάλης Παπόρης v. MASKINFABRIKEN " SIO" A/S
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1037: ¨Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών¨. Καταλήγω ότι αυτή η πορεία που τείνει να προσλάβει η υπόθεση εάν επιτραπεί η εισαγωγή αντιφατικών ισχυρισμών θα πρέπει να ανακοπεί ως καταχρηστική η οποία καθιστά το αίτημα κακόπιστο. Πέραν όμως των πιο πάνω, στη παρ. 5 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας προβάλλεται ο ακόλουθος ισχυρισμός ¨ αν αποδειχθεί στο δικαστήριο ότι οι ενάγοντες προτού παραχωρήσουν το δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.500= δεν είχαν φροντίσει να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων ή/ και μετά την παραχώρηση της διευκόλυνσης από την Εναγόμενη 1 το σχετικό εκχωρητήριο της σύνταξης χηρείας της, τότε οποιαδήποτε ευθύνη της που προκύπτει από το έγγραφο εγγύησης που υπέγραψε, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της εξασθενεί και εξανεμίζεται¨. Επομένως η υπεράσπιση που επιχειρείται να εισαχθεί και η οποία ασφαλώς συνιστά μια καινούργια βάση υπεράσπισης, κτίζεται πάνω στην υπόθεση ¨αν αποδειχθεί στο δικαστήριο... ¨ δεν πρόκειται δηλαδή για θετικό ισχυρισμό. Επομένως και εξ αυτού του λόγου η αξία της προβολής του μειώνεται. Δεν μου διαφεύγει ότι το Δικαστήριο είναι ταγμένο και οφείλει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και σε τέτοιας φύσης αιτήσεις να επιτρέπεται σε διάδικο που επιδιώκει να εισαγάγει και προβάλει όλους τους ισχυρισμούς του. Στη προκείμενη περίπτωση όμως διακρίνεται κακοπιστία εκ μέρους της Εναγόμενης 3 η οποία επιχειρεί με καθυστέρηση να εισαγάγει αντιφατικούς ισχυρισμούς με αυτούς που έχει προβάλει στο αρχικό της δικόγραφο. Για αυτούς τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω οι οποίοι συνίστανται στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στο να προβληθεί το αίτημα σε συνδυασμό με την έλλειψη καλής πίστης με οδηγούν στην κατάληξη ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ών η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας στη παρούσα αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.