Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Χαράλαμπου Μορφάκη Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2891/08, 29/10/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2891/08 Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση και Χαράλαμπου Μορφάκη Λτδ Εναγομένων - Αιτητών Αίτηση Ημερομηνίας 3.6.09 Ημερομηνία: 29/10/2009 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κος Γ. Λουκαϊδης (ουδείς εμφανίζεται κατά την εκφώνηση της απόφασης) Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Ν. Οικονόμου. (για να ακούσει απόφαση κος Τσαγγαρός). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την προώθηση της παρούσας Αγωγής, οι Ενάγοντες διεκδικούν χρηματικό ποσό από τους Εναγομένους ως χρηματική επιβάρυνση και/ή οφειλή και/ή τελωνειακή οφειλή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 40
(1)/2005 και του Κανονισμού ΕΚ Αρ 60/2004 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό ΕΚ Αρ 651/2005 και/ή τον Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο, του
- Με την καταχώρηση της υπό συζήτησης αίτησης η πλευρά της Εναγομένης - αιτήτριας εταιρείας επιζητεί την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης μέχρι της εκδίκασης της προσφυγής υπ΄ αρ. 1191/
- Η Αίτηση εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9 και «επί της συμφυής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου». Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων τίθεται με την ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μορφάκη, ημερομηνίας 3.6.01, η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την Αίτηση. Ο ως άνω ομνύων αφού αναφέρει ότι είναι ένας εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης εταιρείας, υποδεικνύει ότι στις 13/10/06 η τελευταία καταχώρισε την προσφυγή υπ΄ αρ. 1191/06, στα πλαίσια της οποίας, όπως καταδεικνύεται από το σώμα της, επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της διοίκησης με την οποία καλείται να καταβάλει στο Τμήμα Τελωνείων £45.265 είναι άκυρη και στερούμενη οποιουδήποτε αποτελέσματος. Ο Ενάγων, συνεχίζει στην ως άνω δήλωσή του ο κ. Μορφάκης, προσπαθεί να εφαρμόσει την απόφαση του πριν να εκδοθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φοβούμενος ότι αυτή τελικά θα ακυρωθεί. Προβάλλεται παράλληλα η θέση ότι η υπό συζήτηση αγωγή δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδικαστεί πριν εξεταστεί η πιο πάνω προσφυγή αφού είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα. Σε περίπτωση δε που εκδοθεί απόφαση σε βάρος της Εναγομένης πριν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίσει επί της προσφυγής θα δημιουργηθούν προβλήματα σε βάρος της Εναγομένης η οποία θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Καταλήγοντας προτάσσει ότι είναι δίκαιο η εκδίκαση της υπό συζήτησης υπόθεσης να ανασταλεί, μέχρις ότου εκδικαστεί η προσφυγή με αρ. 1191/
- Ο Ενάγοντας, καθ΄ ου η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, προχώρησε στην καταχώριση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην ως άνω αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης εκτίθενται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται ότι η αίτηση είναι κατά τον τύπο, τη δικονομία και το νόμο αβάσιμη αφού:
- Δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση,
- Δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της Αίτησης,
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος,
- Η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και / ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα,
- Η επίδικη απόφαση είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που παραμένει ισχυρή μέχρι να ακυρωθεί από το Δικαστήριο,
- Η νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης είναι λανθασμένη,
- Η αίτηση είναι παράτυπη και ή λανθασμένη και ή δεν εφαρμόστηκαν οι σχετικοί κανονισμοί,
- Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Τσαγγαρού από τη Λάρνακα, ημερ. 13.10.
- Στα πλαίσια της ως άνω ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση καταγράφεται ανάμεσα σε άλλα το γεγονός ότι η προσφυγή με αρ. 1191/06 καταχωρήθηκε στις 13.10.06, ότι η υπό συζήτηση αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.12.08 ενώ η υπό συζήτηση αίτηση για αναστολή της διαδικασίας καταχωρήθηκε στις 3.6.
- Μοναδικός λόγος προτάσσεται που οι Αιτητές προβάλλουν για να επιτύχουν την αναστολή της διαδικασίας είναι η ύπαρξη της ως άνω προσφυγής η οποία επιδιώκει την ακύρωση διοικητικής πράξης η οποία ως τέτοια είναι άμεσα εκτελεστή και φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας μέχρι την ακύρωση από το Δικαστήριο στα πλαίσια του άρθρου 146 του Συντάγματος. Δεν έχουν καταδειχθεί στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποστηρίζει ο ομνύων, λόγοι που θα επέτρεπαν την αναστολή της εκδίκασης της υπό συζήτηση αγωγής. Ούτε έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη εταιρεία, Αιτήτρια στην προσφυγή με αριθμό 1191/06 έχει καλή υπόθεση στα πλαίσια της αίτησης ακύρωσης. Η προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής, υποστηρίζει ο ομνύων, έγινε στα πλαίσια της προώθησης των δικαιωμάτων και συμφερόντων του Ενάγοντα και η αιτήτρια εταιρεία κωλύεται να επικαλείται γενικά και αόριστα ζητήματα κατάχρησης και κακοπιστίας χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε γεγονότων και λεπτομερειών. Αντίθετα, η προώθηση της υπό συζήτησης Αίτησης μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι λόγοι, καταλήγει, οι οποίοι προβάλλονται από την πλευρά της αιτήτριας δεν μπορούν να υποστηρίξουν το αίτημα της αναστολής της διαδικασίας ενώ παράλληλα υποδεικνύει ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Κατά το στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε σύντομες αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, αφού δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες ούτε προσφέρθηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία με την καταχώριση συμπληρωματικών Ένορκων Δηλώσεων. Ήταν στο τέλος της ημέρας εισήγηση του κ. Λουκαϊδη, δικηγόρου για την πλευρά της Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της ευρύτατης συμφυούς εξουσίας του, έχει τη δυνατότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού πρώτα διαπιστώσει ότι κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε καμία περίπτωση υπέδειξε η υπό συζήτηση Αίτηση προωθείται καταχρηστικά αφού ακριβώς αυτό προσπαθεί να αποτρέψει με δεδομένο ότι τυχόν απόρριψη της προσφυγής ουσιαστικά θα αποστερήσει από την Εναγόμενη Εταιρεία οποιαδήποτε υπεράσπιση, ενώ αν η προσφυγή της Εναγόμενης - Αιτήτριας εταιρείας επιτύχει, τότε αυτόματα και η παρούσα αγωγή θα οδηγηθεί σε αποτυχία. Δεν επιζητείται υπέδειξε από το παρών Δικαστήριο να εξετάσει το ισχυρό ή μη της διοικητικής πράξης η οποία έχει προσβληθεί, παρά μόνο να αναστείλει την παρούσα αγωγή εν αναμονή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ζήτημα. Η παρούσα αγωγή υπέδειξε κινήθηκε δυόμιση περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας προσφυγής σε βάρος διοικητικής πράξης η οποία ουσιαστικά αποτελεί και την βάση της αγωγής. Δεν είναι δίκαιο υποστήριξε, πριν να γνωρίζουμε εάν η διοικητική πράξη είναι νόμιμη να αφεθεί ουσιαστικά να εκτελεστεί μία απόφαση η οποία θα εκδοθεί στη βάση αυτής της διοικητικής πράξης. Κάλεσε το Δικαστήριο να αναστείλει την υπό συζήτηση διαδικασία εξοικονομώντας έτσι δικαστικό χρόνο και έξοδα αφού η απόφαση επί της προσφυγής ουσιαστικά θα σφραγίσει την τύχη και της παρούσας αγωγής. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Οικονόμου η οποία υποστήριξε, ανάμεσα σε άλλα, πως με βάση τα γεγονότα όπως αυτά τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας. Η διοικητική πράξη, συνέχισε, στη βάση της οποίας επιβλήθηκε η χρηματική επιβάρυνση που αποτελεί τη βάση της αγωγής είναι άμεσα εκτελεστή και παράγει έννομα αποτελέσματα. Παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία υπέδειξε ότι αναστολή της διαδικασίας χωρεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάτι που δεν συντρέχει στην υπό συζήτηση περίπτωση αφού στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την Αίτηση δεν δίδονται επαρκείς λόγοι για κάτι τέτοιο. Η προώθηση της αγωγής εκ μέρους του Ενάγοντα έγινε στα πλαίσια των νομίμων δικαιωμάτων του χωρίς την επίδειξη οποιασδήποτε κακοπιστίας ή κατάχρησης των διαδικασιών εκ μέρους του. Ζήτημα το οποίο αισθάνομαι κατά προτεραιότητα θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας, αποτελεί το θέμα της λανθασμένης, όπως προβάλλεται από την πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση, νομικής βάσης της αίτησης σε συνδυασμό θεωρούμενο με τους λόγους ένστασης περί το νομικά αβάσιμο της αίτησης και της μη ύπαρξης εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο καθορισμός του νομικού βάθρου σε ενδιάμεσες αιτήσεις, με ακριβή αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, κατ΄ εφαρμογή της Δ.48 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Η τοποθέτηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας στην υπόθεση Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, ότι δηλαδή στις περιπτώσεις που η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς δεν μπορεί να υπάρξει θεραπεία με την προσφυγή στις πρόνοιες της Δ.64, διατυπώθηκε ως εξής: "Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για την γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Είδε Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliades υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης." Η απλή επίκληση εξάλλου της Δ.48, δεν παρέχει αφ΄ εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Όπως μεταξύ άλλων έχει αναφερθεί στην απόφαση στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση διαταγμάτων Certiorari και Mandamus της εταιρείας Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 736, η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση, εφόσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό θεσμό. Είναι γεγονός ότι η υπό συζήτηση αίτηση στηρίζεται, πέραν από τη γενική αναφορά στη Δ.48 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου. Όπως όμως υποδεικνύεται στην ίδια, αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν αποτελεί κατά κανόνα πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το Νόμο και τους Θεσμούς, ούτε επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της εν λόγω εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Το θέμα τέθηκε ως εξής από τον αείμνηστο Δικαστή Γαβριηλίδη, ο οποίος παραπέμπει σε σχετική για το ζήτημα νομολογία: ".. Εξ΄ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ΄ εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου." Στην υπόθεση Τουβλοποιία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) 1994 1 AAΔ.109 o σεβαστός Δικαστής (όπως ήταν τότε) Πικής, υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι: "Σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το Νόμο και τους θεσμούς." (βλ. και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 (CLR) 583, 587). Δεν διαλανθάνουν ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου οι αναφορές για το ζήτημα στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England , 4η έκδοση, τόμος 37, όπου στην παρ. 442, κάτω από τον τίτλο "Stay under inherent jurisdiction generally", αναφέρεται μεταξύ άλλων: "The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court´s general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue." Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, εύκολα γίνεται διακριτό πως οι Αιτητές εξαντλούν το δικαιοδοτικό βάθρο της Αίτησης τους, στην γενική διάταξη της Δ.48 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως πιο πάνω όμως έχει αναφερθεί η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρησης αίτησης. Διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια ενδιάμεση αίτηση, εφόσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό θεσμό. Ούτε η γενική επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, μπορεί να προσδώσει στο Δικαστήριο Δικαιοδοσία για παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Όχι μόνο από μόνη της η επίκληση τους δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση, αλλά στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης η μη ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, σε καμιά περίπτωση δεν θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος οποιουδήποτε διαδίκου, περίπτωση που η νομολογία μας, κατ' εξαίρεση, αναγνωρίζει ότι μπορεί να δικαιολογήσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση. Τέτοιος ισχυρισμός άλλωστε ούτε καν προωθήθηκε από την πλευρά των αιτητών. Τα πιο πάνω δεν μπορεί παρά να αποβούν μοιραία για την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Το Δικαστήριο για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, ουσιαστικά εμποδίζεται να αναλάβει δικαιοδοσία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρά την ως άνω κατάληξη, το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, θα προχωρήσει στην εξέταση των ουσιαστικών ζητημάτων που η υπό συζήτηση αίτηση αφορά. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αποτελεί κοινό τόπο ότι η χρηματική αξίωση του Ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στηρίζεται σε διοικητική πράξη, η οποία έχει προσβληθεί από την πλευρά των Εναγομένων με την καταχώρηση της υπ΄ αριθμό 1191/06 προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αποτελεί αξίωμα στη νομική επιστήμη ότι μία διοικητική πράξη μέχρι την ακύρωση της από το Δικαστήριο ή την ανάκλησή της παραμένει ισχυρή και παράγει έννομα αποτελέσματα. (βλ. Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1847 και Sigma Radio Tv Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ, 408.). Υπάρχει βέβαια πάντα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης μίας διοικητικής απόφασης, όπου τούτο προβλέπεται ρητά από το Νόμο ή αν διαταχθεί τέτοια αναστολή από το Δικαστήριο. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου περί αναστολής της διοικητικής απόφασης στη βάση της οποίας διεκδικείται η χρηματική οφειλή που περιγράφεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του ενάγοντα, ενώ όπως διευκρινίστηκε στο Δικαστήριο, οι Εναγόμενοι με την προώθηση της προσφυγής τους υπ' αριθμό 1191/2006, δεν διεκδίκησαν ούτε εξασφάλισαν από το Δικαστήριο οποιαδήποτε αναστολή στην εκτέλεση της εν λόγω διοικητικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής τους. Επιχειρούν απλά την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι να εκδικαστεί η προσφυγή, έξι περίπου μήνες μετά την καταχώρηση εκ μέρους του ενάγοντα της αγωγής και αφού στο μεταξύ προηγήθηκε εκ μέρους τους η καταχώρηση αίτησης απόρριψης της αγωγής λόγο μη προώθησης. (λόγο μη καταχώρησης έκθεσης απαίτησης). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω η προώθηση εκ μέρους του εναγομένου της υπό συζήτησης αγωγής αισθάνομαι ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική ή κακόπιστη. Χωρίς εξ' άλλου να αποκαλύπτεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα των Εναγομένων - αιτητών ότι το ζήτημα ανάγεται σε ζήτημα δημοσίου συμφέροντος και γενικότερου ενδιαφέροντος, κατά τρόπο μάλιστα που πέραν από κάθε λογική αμφιβολία θα έπρεπε να μην επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας, δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε τέτοια δραστική παρέμβαση με την οποία να ανακόπτεται, μέσω της αναστολής, η διαδικασία της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Ούτε η κατά τρόπο γενικό και αόριστο αναφορά στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 3/6/2009 του Παναγιώτη Μορφάκη πως αν αφεθεί να προχωρήσει η υπόθεση και αν εκδοθεί απόφαση σε βάρος των εναγομένων, οι τελευταίοι θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη θέση αν ο ενάγων προχωρήσει σε εκτέλεση της πριν αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο επί της προσφυγής μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στην αναστολή της διαδικασίας της αγωγής. Παρόμοιο ζήτημα φαίνεται να απασχόλησε τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας και στην υπόθεση Merck and Co INC κ.α. v. Medochemie Λτδ.
(1998)1 ΑΑΔ,
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο, υιοθετώντας επιχειρήματα όπως αυτά που προέβαλε κατά την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων - αιτητών στην παρούσα υπόθεση, π.χ. την αναγκαιότητα αποφυγής σπατάλης χρόνου και εξόδων με την αναστολή της εκδίκασης της αγωγής μέχρι την εκδίκαση προσφυγής σε βάρος διοικητικής πράξης, αφού η απόφαση επί της προσφυγής θα περιόριζε τα μέγιστα τα επίδικα θέματα που εγείρονταν με την υπεράσπιση, ανέστειλε την διαδικασία μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής. Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Όπως υπέδειξε ο σεβαστός Δικαστής κ. Κραμβής στη σελ 2187: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ
- Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. στη σελ.452.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια Εταιρεία, απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης του στη συγκεκριμένη περίπτωση και αναστολής της διαδικασίας. Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται. Κατ΄ εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796) επιδικάζονται τούτα προς όφελος του Εναγομένου - Καθ΄ ου η αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Ε.Δ. /κχ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο