← Κύπρος

THE SCANNER UNITHOME OFFICE CENTRE LTD ν. PA COLLEGE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 147/08, 11 Νοεμβρίου, 2009

THE SCANNER UNITHOME OFFICE CENTRE LTD ν. PA COLLEGE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 147/08, 11 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 147/08 Μεταξύ: THE SCANNER UNITHOME OFFICE CENTRE LTD., Εναγόντων, και

  1. P.A. COLLEGE LTD.
  2. Ανδρέας Πατσαλίδης,
  3. Μαρία Πατσαλίδου, Εναγομένων. Αίτηση ημερομηνίας 15.4.2009 για τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 11 Νοεμβρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1: Η κα Ελ. Ανδρέου. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: Η κα Γ.Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 διαφόρων ποσών ως οφειλόμενα ενοίκια και παράλληλα για έκδοση διατάγματος παράδοσης ελεύθερης κατοχής του κτιρίου που, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, είναι το αντικείμενο συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων με βάση την οποία οι Ενάγοντες ενοικίασαν το κτίριο στους Εναγόμενους για καθορισθείσα χρονική περίοδο με δικαίωμα ανανέωσης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης διά της προσθήκης νέας παραγράφου με την οποία εγείρεται προδικαστική ένσταση, όπως αυτή καταγράφεται στην παράγραφο Α

(1)της υπό κρίση αίτησης, και προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης νέας παραγράφου, όπως αυτή καταγράφεται στην παράγραφο Α
(3)της αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 θ.1, Δ.48 θ.θ.1-4 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Νάγιας Οικονόμου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων 1-Αιτητών, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και αφού οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους 1 προειδοποιητική επιστολή με βάση το άρθρο 223 του Κεφ. 113, σε συζήτηση που είχε ο κ. Αντώνης Ανδρέου με τον εναγόμενο 2 περί τον Ιανουάριο 2009 τον πληροφόρησε ότι προ καιρού του είχε παραδοθεί από την τότε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ έγγραφο αναγνώρισης συμφωνίας εκχώρησης. Κατόπιν έρευνας που διενήργησε δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων 1-αιτητών διαφάνηκε ότι πράγματι η εν λόγω συμφωνία εκχώρησης υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και της εν λόγω τράπεζας και βρισκόταν σε ισχύ. Ως εκ τούτου ο κ. Ανδρέου συμβούλευσε τους εναγόμενους 1 ότι τα οποιαδήποτε ποσά καταβάλλονταν δεν θα έπρεπε να καταβληθούν απευθείας στους ενάγοντες και θα έπρεπε να καταβληθούν σε συνέννοηση με την τράπεζα. Πρόσφατα ο κ. Ανδρέου πληροφορήθηκε προφορικά από τον υπεύθυνο ανάκτησης χρεών του εκδοχέα ότι η εν λόγω τράπεζα δεν έχει συγκατατεθεί ή εξουσιοδοτήσει με οποιοδήποτε τρόπο την έγερση της παρούσας αγωγής ή προώθησής της. Η παρούσα αίτηση καταχωρείται έγκαιρα και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και χωρίς να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγόντων. Παρά το ότι στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται κάποια αναφορά ότι το ενοίκιο είναι πληρωτέο στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα, πλην όμως δεν γίνεται ξεκάθαρη και ρητή αναφορά στο γεγονός ότι τα δικαιώματα είσπραξης ποσών εκχωρήθηκαν στην εν λόγω τράπεζα δυνάμει γραπτής συμφωνίας εκχώρησης. Ως εκ τούτου η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά και επίδικα θέματα. Η υπό κρίση αίτηση εγείρεται μόλις ήρθαν σε γνώση των εναγομένων 1 τα σχετικά γεγονότα, δεν επηρεάζει δε με οποιοδήποτε τρόπο τους ενάγοντες αφού η επιδιωκόμενη τροποποίηση αναφέρεται σε γεγονότα που ήταν σε γνώση των εναγόντων. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.25 θ.1, Δ.23 θ.θ.1-3, Δ.48 θ.θ.1, 2, 4 και 8 και Δ.64 ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Η αίτηση είναι παράτυπη, αδικαιολόγητη, νομικά αβάσιμη, και καταχρηστική. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα χωρίς βάσιμη δικαιολογία. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι παράτυπη και αδικαιολόγητη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων. Σε αυτήν προβάλλονται, εν συνόψει, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: · Οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 είναι ανυπόστατοι για τους εξής λόγους: (α) Ενώ είχε υπογραφεί από την ενάγουσα εταιρεία σχετικό έγγραφο με το οποίο μέρος των ενοικίων θα κατατίθετο σε χρεωστικούς λογαριασμούς της ενάγουσας και σε λογαριασμούς για τους οποίους ανέλαβε την υποχρέωση εξόφλησής τους η ενάγουσα στην Marfin Popular Bank, οι εναγόμενοι 1 αρνούντο να υπογράψουν τη σχετική αποδοχή με αποτέλεσμα η συμφωνία αυτή να είναι ανενεργή. (β) Στις 19.1.2009, αφού είχαν παραλάβει οι εναγόμενοι 1 την 30.12.2008 την απαίτηση για πληρωμή, πιθανώς, κατόπιν νομικής συμβουλής, υπέγραψαν τη σχετική αποδοχή στην οποία, όμως, δόλια δεν ανέγραψαν την ημερομηνία υπογραφής. (γ) Ως εκ των ανωτέρω και αν έχει δημιουργηθεί εκχώρηση αυτή δεν αφορά τα ποσά για τα οποία καταχωρήθηκε η αγωγή τα οποία οφείλονται προ τις 19.1.
  1. · Περαιτέρω και αν υφίσταται εκχώρηση αυτή αφορά ουσιαστικά εξουσιοδότηση για κατάθεση ποσών σε χρεωστικούς λογαριασμούς των εναγόντων και όχι προς όφελος οποιουδήποτε άλλου προσώπου αλλά προς όφελος και για εξόφληση υποχρεώσεων των εναγόντων λειτουργώντας ως εγγύηση και όχι ως μεταβίβαση δικαιωμάτων. · Οι εναγόμενοι 1 την ίδια μέρα που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση καταχώρησαν και αίτηση καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης παρά το γεγονός ότι τα γεγονότα που αφορούν το έγγραφο εκχώρησης ήταν γνωστά στους εναγόμενους αφού το αναφερόμενο έγγραφο εκχώρησης είχε σταλεί σ΄ αυτούς από το 2005, οι δε ισχυρισμοί τους για πληρωμή €100.000 και €89.000 στις 3.2.2009 και 17.2.2009 καθόλου δεν επηρεάζει το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων το οποίο δημιουργήθηκε από το
  2. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακροαματική διαδικασία αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Ανδρέου για τους Εναγόμενους-Αιτητές υποστήριξε ότι η συμφωνία εκχώρησης για την οποία επιδιώκεται η προσθήκη της διά προδικαστικής ενστάσεως ίσχυε και συνεχίζει να ισχύει ενώ οι ενάγοντες ούτε στην Έκθεση Απαίτησης αλλά ούτε στην Απάντηση κάνουν αναφορά σ΄ αυτό το γεγονός. Επομένως, πρόσθεσε, είναι αναγκαίο να τεθεί το θέμα αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου για να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά γεγονότα. Επεσήμανε δε ότι το γεγονός της εκχώρησης δικαιωμάτων δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά αλλά, αντίθετα, επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην ένσταση. Υποστήριξε, ακόμη, ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καλόπιστη και αναγκαία, πηγάζει δε από την παράλειψη των εναγόντων να θέσουν τα πραγματικά γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησής τους. Τέλος, όσον αφορά τα έξοδα, η κα Ανδρέου υποστήριξε ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, θα ήταν δίκαιο να μην τα επιδικάσει σε βάρος των Αιτητών-Εναγομένων, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, λόγω του ότι η ένσταση ήταν αχρείαστη. Η κα Ζαχαρίου εκ μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση-Εναγόντων υποστήριξε ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία και δεν προσφέρει οποιαδήποτε βάση υπεράσπισης. Επεσήμανε, ακόμη, ότι η εκχώρηση ήταν γνωστή στους Εναγόμενους σε προγενέστερο στάδιο ενόψει του ότι είχε υπογραφεί τον Ιανουάριο του 2009 και δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση που μεσολάβησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η κα Ζαχαρίου ανέφερε, επίσης, ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά για το πώς, πότε και γιατί προέκυψε η ανάγκη για την προτεινόμενη στη παράγραφο Α
(3)της αίτησης προσθήκη. Τέλος σ΄ ό,τι αφορά τα έξοδα υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν στην προκειμένη περίπτωση γεγονότα για να διαφοροποιηθεί η συνηθισμένη πρακτική για να επιδικαστούν τα έξοδα της αίτησης αλλά και τα όσα προκαλούνται από την τροποποίηση, σε περίπτωση έγκρισής της σε βάρος των Αιτητών. Ήταν η θέση της επί του προκειμένου ότι τα θέματα που περιέχονται στην ένσταση άπτονταν της ουσίας και, επομένως, ότι είναι προφανές ότι η ένσταση δεν καταχωρήθηκε με σκοπό την αποκόμιση εξόδων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ. Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που εγείρονται στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης: Πρώτον κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και Δεύτερον κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της. Στη περίπτωση δε που η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι καταφατική εγείρεται περαιτέρω το ερώτημα κατά πόσο έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση που σημειώθηκε. Για να μπορούν να εξετασθούν τα πιο πάνω ερωτήματα θα πρέπει, πιστεύω, να γίνει μια συνοπτική αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων για να είναι αντιληπτή η φύση της διαφοράς που εγείρεται. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1, 2, και 3 διάφορα ποσά ως οφειλόμενα ενοίκια και παράλληλα ζητούν την έκδοση διατάγματος για την παράδοση ελεύθερης κατοχής του κτιρίου που, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, είναι το αντικείμενο συμφωνίας που έγινε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, 2, και 3 με βάση την οποία οι Εναγόντες ενοικίασαν το κτίριο στους Εναγόμενους για καθορισθείσα χρονική περίοδο με δικαίωμα ανανέωσης. Στην παράγραφο 2 της Εκθεσης Απαίτησης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "το ενοίκιο ήταν πληρωτέο στους Εναγόντες απευθείας και/ή στη Λαϊκή Τράπεζα για λογαριασμό των Εναγόντων έναντι υποχρεώσεων τους». Επιπλέον οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μεταγενέστερα της αρχικής συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους καταρτίστηκε και "συμπληρωματική" και και/ή "τροποιητική" συμφωνία αναφορικά με το χρόνο παράδοσης του κτιρίου και έναρξης του ενοικίου και ότι οι Εναγόμενοι παρέλαβαν το κτίριο αναγνωρίζοντας ότι είναι συμπληρωμένο και αποποιήθηκαν οποιοδήποτε δικαίωμα για αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης στην παράδοση του κτιρίου[9]. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι, με βάση το αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο, το ενοίκιο ήταν πληρωτέο στον ιδιοκτήτη και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση έγινε μεταγενέστερα ήταν όταν προέκυψαν οικονομικά προβλήματα των Εναγόντων[10]. Ισχυρίζονται δε ότι η λεγόμενη "συμπληρωματική" και/ή «τροποποιητική» συμφωνία είναι άκυρη και χωρίς νομική ισχύ γιατί ασκήθηκε στους Εναγόμενους αθέμιτος εκβιασμός από μέρους των Εναγόντων για εγκατάλειψη των δικαιωμάτων τους κατά αντίθεση προς τις πρόνοιες της αρχικής συμφωνίας χωρίς κανένα αντάλλαγμα και ότι λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης των Εναγόντων στην παράδοση του κτιρίου δεν είχαν επιλογή παρά να υπογράψουν το έγγραφο της μεταγενέστερης συμφωνίας[11]. Ισχυρίζονται δε ότι όχι μόνο δεν οφείλουν οποιοδήποτε ενοίκιο αλλά ότι έχουν απαίτηση εναντίον των Εναγόντων για τα ποσά που αναφέρονται στην Ανταπαίτηση τους[12]. Έχοντας σκιαγραφήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς προχωρώ να εξετάσω τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πρόσφατα και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2009 ο δικηγόρος τους κος Α. Ανδρέου έμαθε από τον Εναγόμενο 2 ότι υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ έγγραφο αναγνώρισης συμφωνίας εκχώρησης το οποίο ευρίσκετο σε ισχύ και φέρει ημερ. 14/11/
  1. Εν συνεχεία ο δικηγόρος των Εναγομένων, όπως είναι ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση πληροφορήθηκε από τον υπεύθυνο ανάκτησης χρεών του εκδοχέα ότι η εν λόγω Τράπεζα δεν έχει συγκατατεθεί ή εξουσιοδοτήσει με οποιοδήποτε τρόπο την έγερση της παρούσας αγωγής ή προώθησης της. Οι Ενάγοντες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας ημερ. 14/11/05 για εκχώρηση σε όφελος της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ των δικαιωμάτων τους για είσπραξη των ποσών που είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία ενοικίασης που είχαν με τους Εναγόμενους. Ισχυρίζονται, όμως, ότι δεν είχε υπογραφεί η σχετική αποδοχή από πλευράς των Εναγομένων με αποτέλεσμα η συμφωνία αυτή να είναι ανενεργή και μόλις στις 19.1.09 υπογράφηκε με αποτέλεσμα, αν έχει δημιουργηθεί εκχώρηση αυτή να μην αφορά τα ποσά για τα οποία κατεχωρήθη η αγωγή και οφείλονται προ της 19.1.
  2. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα που αφορούν το έγγραφο εκχώρησης ήταν γνωστά στους εναγόμενους αφού αυτό το έγγραφο είχε σταλεί σ΄ αυτούς από το
  3. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι ενόψει του ότι ήλθε στη γνώση του δικηγόρου των Εναγομένων η συμφωνία εκχώρησης ημερ. 14/11/05 μεταξύ των Εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ η ύπαρξη της οποίας αφενός δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά και αφετέρου δεν έχει δικογραφηθεί είτε στην Έκθεση Απαίτησης είτε στην Απάντηση των Εναγόντων παρά μια αόριστη αναφορά στην παράγραφο 2 της Εκθεσης Απαίτησης ότι το ενοίκιο θα ήταν πληρωτέο στους Ενάγοντες απευθείας "και/ή στη Λαϊκή Τράπεζα για λογαριασμό των Εναγόντων έναντι των υποχρεώσεων τους", χωρίς να γίνεται, ωστόσο, ρητή αναφορά στην ύπαρξη υπογεγραμμένης συμφωνία εκχώρησης μεταξύ των Εναγόντων και της εν λόγω Τράπεζας, η προτεινόμενη τροποποίηση δικαιολογείται ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα. Το κατά πόσο η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας εκχώρησης μπορεί να έχει τις συνέπειες που ισχυρίζεται η πλευρά των Εναγομένων στα πλαίσια της προτεινόμενης τροποποίησης ή κατά πόσο ουδεμία σχέση θα έχει τελικώς όπως ισχυρίζονται από την άλλη οι Ενάγοντες στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι πρέπει να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Με άλλα λόγια η βασιμότητα της προτεινόμενης τροποποίησης ως προς το περιεχόμενο της δεν είναι του παρόντος για να αποφασισθεί. Ούτε είναι του παρόντος να εξετασθεί, αλλά αποτελεί ζήτημα κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αν η πληρωμή του ποσού των €189,000 σε επιταγές που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι παρέδωσαν σε υπαλλήλους του εκδοχέα τον Φεβρουάριο του 2009 αφορά ποσά που διεκδικούνται στην παρούσα αγωγή. Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω κρίνω ότι έχουν τεθεί λόγοι που δικαιολογούν τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, αν δηλαδή, υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης διαπιστώνω ότι, με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγομένων περί τον Ιανουάριο του 2009 πληροφορήθηκε ο δικηγόρος τους περί της ύπαρξης συμφωνίας εκχώρησης μεταξύ των Εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ. Υπό τις περιστάσεις δεν θεωρώ μεγάλη την καθυστέρηση που σημειώθηκε μέχρις ότου καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση στις 15.4.
  4. Ακόμη διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και άρα βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξης του. Συγκεκριμένα εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι εναγόμενοι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες μετά τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και Απάντηση 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25 θθ1 και 5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αγγλία, να σημειώσω, υπάρχει ειδική ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος που ζητά τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας αίτησης και της έγκρισης της, και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. . Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε παρα.4 της Εκθεσης Απαίτησης [10] Δέστε παρα.2 της Υπεράσπισης [11] Δέστε παρα.5 της Υπεράσπισης [12] Δέστε παρα.6 της Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.