← Κύπρος

Ανέλλη Φιλίππου ν. Γεώργιος Μ. Κασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 1601/2005, 17 Νοεμβρίου, 2009

Ανέλλη Φιλίππου ν. Γεώργιος Μ. Κασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 1601/2005, 17 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A115 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1601/2005 Μεταξύ: Ανέλλη Φιλίππου Ενάγουσα και

  1. Γεώργιος Μ. Κασής
  2. Αντώνης Κυριάκου Εναγομένων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2009 Για την ενάγουσα : κ. Αν. Μυλωνάς Για εναγόμενο 1 : κ. Χ. Κυριακίδης Απόφαση Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη το όχημα της συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων όπως φαίνονται στον τίτλο της. Σε μεταγενέστερο στάδιο όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του εναγόμενου 2 καθώς όπως δηλώθηκε διευθετήθηκε. Επομένως η παρούσα απόφαση μου αφορά μόνον τις αξιώσεις που έχει η ενάγουσα εναντίον του εναγόμενου
  3. Το ποσό που αξιώνει η ενάγουσα από τον εναγόμενο 1 αφορά μόνο αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές. Η εκδίκαση της υπόθεσης έχει προσλάβει έκταση και ακούστηκε αρκετή μαρτυρία λόγω της θέσης, από τη μια, της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 1 φέρει και αυτός συντρέχουσα ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος συνεπεία του οποίου υπέστη ζημιά το αυτοκίνητο της και από την άλλη, της πλευράς του εναγόμενου 1, ότι ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη εφόσον η οδική του συμπεριφορά δεν τον καθιστά καθ΄ οιονδήποτε τρόπο υπεύθυνο για την πρόκληση της ζημιάς στο όχημα της ενάγουσας, εφόσον όπως είναι ο ισχυρισμός του υπήρξε διακοπή των συγκρούσεων των αυτοκινήτων στην αλληλοδιαδοχική σύγκρουση όπου είχαν εμπλακεί και τα οχήματα των διαδίκων. Η πλευρά της ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης της ισχυρίζεται για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, ισχυρισμό βέβαια τον οποίο απορρίπτει η πλευρά του εναγόμενου 1, τα ακόλουθα: ¨Κατά ή περί την 22.01.2004 το όχημα της ενάγουσας με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ 852 οδηγείτο από τον τότε σύζυγο της ενάγουσας Ερμή Χριστοδούλου στην Λεωφόρο Αρτέμιδος στη Λάρνακα με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το παλαιό Γ.Σ.Ζ. Στη συμβολή της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, ο ρηθείς Ερμής Χριστοδούλου σταμάτησε το όχημα του πίσω από άλλο όχημα, χτυπώντας το ελαφρά στο πίσω μέρος καθώς προπορευόμενα οχήματα σταμάτησαν στη συμβολή, ενώ στα φώτα τροχαίας αναβόσβηνε ο κίτρινος φωτεινός σηματοδότης. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 με την ίδια κατεύθυνση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι το προπορευόμενο αυτού μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΧ 921, που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 είχε σταματήσει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο πίσω μέρος του. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2, εξαιτίας της σύγκρουσης, κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτού οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΧΜ
  4. Από τη σύγκρουση, το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΧΜ 897 κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 413, το οποίο είχε κι΄αυτό σταματήσει. Από τη σύγκρουση, το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΤΡ 413, κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος της ενάγουσας¨. Καταλογίζεται στον εναγόμενο 1 ο οποίος ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 ότι παρέλειψε ή απότυχε να αντιληφθεί το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΧ921 που ήταν σταματημένο και/ή ότι στη συμβολή της Λεωφ. Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ όλα τα προπορευόμενα οχήματα είχαν σταματήσει και/ή ότι στα φώτα τροχαίας αναβόσβηνε ο κίτρινος φωτεινός σηματοδότης, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την αλυσιδωτή σύγκρουση των οχημάτων. Προσέκρουσε με το όχημα που οδηγούσε στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΧ 921 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 2 με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια σειρά από συγκρούσεις οχημάτων. Πέραν της άρνησης εκ μέρους του εναγόμενου 1 της συντρέχουσας αμέλειας του ως προς τις ζημιές που υπέστη το όχημα της ενάγουσας απορρίπτει και το μέγεθος τους ισχυριζόμενος ότι αυτές, όπως προβάλλονται, είναι υπερβολικές ή και εξογκωμένες ή ακόμα και ότι αυτές έχουν πληρωθεί ή και αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας αποζημίωσης και ότι έχει αποζημιωθεί προς πλήρη ικανοποίηση της και έτσι αυτή κωλύεται ή και εμποδίζεται στο να προβάλλει οποιανδήποτε σχετική απαίτηση Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η πλευρά της ενάγουσας για να αποδείξει την ευθύνη που υπέχει ο εναγόμενος 1 κάλεσε 8 μάρτυρες (Μ.Ε.) ενώ η πλευρά του εναγόμενου 1 δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα θεωρώντας ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους της ενάγουσας δεν αποδεικνύει δική του ευθύνη. Ο Αστ. 3107 Γ. Σκουρής κατάθεσε ως Μ.Ε.
  5. Η γραπτή του δήλωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α αφού αποφασίστηκε η διαγραφή των παραγράφων 7 και 9 κατόπιν ένστασης της πλευράς του συνηγόρου του εναγόμενου
  6. Έτσι για όσα περιείχαν αυτές οι παράγραφοι η πλευρά της ενάγουσας επιφυλάχθηκε να παρουσιάσει μαρτυρία υπό διαφορετική μορφή. Ο Αστ. Γ. Σκουρής υπηρετούσε κατά τον επίδικο χρόνο στο Τμήμα Τροχαίας και ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Υπηρέτησε στο ίδιο τμήμα από τον Φεβρουάριο του 2003 μέχρι τον Νοέμβριο του
  7. Είχε παρακολουθήσει ειδικά μαθήματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων και ετοιμασίας σχεδιαγραφημάτων σκηνών δυστυχημάτων στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Μέχρι που ανέλαβε την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος είχε διερευνήσει πολλά τροχαία δυστυχήματα. Στις 22.01.2004 και περί ώρα 15:10 μετέβη και εξέτασε σκηνή δυστυχήματος που είχε συμβεί λίγη ώρα νωρίτερα στη συμβολή των φώτων της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά -Τεπέ στη Λάρνακα. Τα επτά ενεχόμενα οχήματα ήταν κατά σειρά το υπ΄ αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 που οδηγούσε ο Γεώργιος Κασής εναγόμενος 1, το υπ΄ αριθμό εγγραφής ΗΗΧ 921 που οδηγούσε ο Αντώνης Κυριάκου εναγόμενος 2, το υπ΄αριθμό εγγραφής ΕΧΜ897 που οδηγούσε ο Χαράλαμπος Λουκά, το υπ΄αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 413 που οδηγούσε ο Ονησίφορος Σκιτίνης, το υπ΄αριθμό ΕΖΡ 852 που οδηγούσε ο Ερμής Χριστοδούλου σύζυγος της ενάγουσας, το υπ΄αριθμό εγγραφής ΕΖΤ 428 που οδηγούσε η Παυλίνα Χ¨ Γιάννη και το υπ΄αριθμό εγγραφής ΗΖΑ 187 που οδηγούσε η Μαρία Γεωργίου. Είχε διαπιστώσει ότι τα φώτα τροχαίας στη συμβολή των πιο πάνω δρόμων ήταν χαλασμένα και αναβόσβηνε το πορτοκαλί. Ο δρόμος στον οποίο είχε προκληθεί το δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος και η γραμμή ορατότητας των ενεχόμενων οδηγών ήταν πέραν των 60μ. Υπάρχει πεζοδρόμιο στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσαν τα οχήματα ενώ στη δεξιά πλευρά υπάρχει νησίδα πλάτους 1μ. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και το οδόστρωμα βρεγμένο. Φτάνοντας στη σκηνή είχε βρει όλα τα ενεχόμενα οχήματα στη τελική τους θέση και τους οδηγούς των παρόντες. Με τη βοήθεια συναδέλφου του και με υπόδειξη από τον κάθε ένα οδηγό του σημείου συγκρούσεως του δικού του οχήματος έκαμε τις αναγκαίες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής το οποίο αφού εξήγησε στους οδηγούς και αυτοί το κατάλαβαν, το υπέγραψαν στην παρουσία του. Στη συνέχεια, έχοντας ως βάση το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο το οποίο κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  8. Στις 23.01.2004 έλαβε καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς. Την ίδια ημέρα κατηγόρησε τον εναγόμενο 1 ότι οδηγούσε το όχημα του χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και προκάλεσε το δυστύχημα. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τις ζημιές που υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση οι ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της ενάγουσας με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ 852 ήταν βούλωμα στο μπροστινό καπώ, ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, το αριστερό μπροστινό φτερό και το πισινό καπώ. Είχαν σπάσει επίσης το αριστερό μπροστινό τραφικέιτορ, ο πισινός προφυλακτήρας και το πίσω φανάρι. Οι ζημιές δε που υπέστη το όχημα του εναγόμενου 1 με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 ήταν σπάσιμο αριστερού μπροστινού φαναριού, βούλωμα μπροστινού καπώ και γρίλιας, σπάσιμο μπροστινού προφυλακτήρα και του αριστερού μπροστινού φτερού. Ο ίδιος μάρτυρας κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 την κατάθεση που έλαβε από τον εναγόμενο 1 και ως Τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία που του εξέθεσε. Επεξηγώντας το σχεδιαγράφημα της σκηνής που είχε ετοιμάσει (Τεκμήριο 1), ανάφερε ότι με το γράμμα Χ (1-7) υποδεικνύει τα σημεία συγκρούσεως του καθενός από τα οχήματα με τη σειρά. Το όχημα της ενάγουσας υποδεικνύεται με το γράμμα Γ και αυτό του εναγόμενου 1 με το γράμμα Η. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των οδηγών των ενεχομένων οχημάτων τα αυτοκίνητα ΗΤΡ 413 (όχημα Δ), ΕΧΜ 897 (όχημα Ε) και ΗΗΧ 921 (όχημα Ζ) πρόλαβαν και σταμάτησαν πριν αυτά συγκρουστούν με τα προπορευόμενα τους οχήματα και γι΄ αυτό συμπέρανε ότι την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος είχε ο εναγόμενος 1 τον οποίο και κατηγόρησε. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι η μόνη μαρτυρία από την οποία εξήγαγε τα συμπεράσματα του σε σχέση με την ευθύνη του εναγόμενου 1 ήταν οι καταθέσεις από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων. Σε ερώτηση εάν έχει οποιανδήποτε μαρτυρία που να συνδέει την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου 1 με τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα της ενάγουσας, αναφέρθηκε στο συμπέρασμα που έβγαλε από τις καταθέσεις του οδηγού του οχήματος Δ ο οποίος είπε ότι είχε σταματήσει πριν να χτυπήσει στο όχημα Γ, του οδηγού του οχήματος Ε ο οποίος είχε πει ότι είχε σταματήσει πριν να κτυπήσει στο όχημα Δ και του οδηγού του οχήματος Ζ ο οποίος είχε πει ότι είχε σταματήσει πριν κτυπήσει στο όχημα Ε το οποίο στη συνέχεια κτύπησε το μπροστινό του όχημα. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο στη συνοπτική του έκθεση είχε αναφέρει τη μαρτυρία που διέθετε ότι η οδική συμπεριφορά του εναγομένου 1 που ήταν ο 7ος στη σειρά και ο οποίος χτύπησε στο προπορευόμενο του όχημα οδήγησε στο να καταλήξει με αλυσιδωτές συγκρούσεις στο όχημα της ενάγουσας που ήταν το 3ο στη σειρά, ανέφερε ότι πράγματι δεν έκαμε τέτοια αναφορά σε εκείνη την έκθεση του. Ο Ερμής Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) ήταν ο οδηγός του οχήματος ΕΖΡ 852 που ανήκει στη σύζυγο του - ενάγουσα στη παρούσα υπόθεση. Ανέφερε ότι υπήρχε κακοκαιρία την ημέρα του δυστυχήματος και η Λεωφόρος Αρτέμιδος που ήταν ο δρόμος όπου συνέβη το δυστύχημα ήταν ολισθηρός μετά από βροχή που προηγήθηκε. Είχε προσέξει ότι τα φώτα τροχαίας μετά το παρακείμενο στρατόπεδο αναβόσβηναν και ήταν εκτός λειτουργίας. Πριν από αυτόν δύο αυτοκίνητα ελάττωσαν ταχύτητα και μετά ξεκίνησαν ξανά για να φύγουν. Τότε είδε ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από την πάροδο και σταμάτησε το 2ο αυτοκίνητο και είχε επακολουθήσει μεταξύ τους σύγκρουση. Πάτησε φρένο ο ίδιος αλλά λόγω ολισθηρότητας του δρόμου χτύπησε στο 2ο όχημα και ο ίδιος ήταν ο 3ος στη σειρά. Κοίταξε από το καθρεφτάκι του και αντιλήφθηκε ότι είχαν ξεκινήσει να σταματούν πίσω του αυτοκίνητα. Ένοιωσε τότε ακόμα ένα ταρακούνημα από πίσω και ξαναχτύπησε στο προπορευόμενο του αυτοκίνητο. Είχε νοιώσει τη 2η σύγκρουση μετά από 15 - 20 δευτερόλεπτα. Το αυτοκίνητο που προηγείτο του δικού του είχε χτυπήσει λίγο στο προπορευόμενο του όχημα που ήταν το πρώτο στη σειρά. Το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε είχε σταματήσει έγκαιρα. Σε ερώτηση τι είχε γίνει με τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν έδωσε την ακόλουθη απάντηση: ¨Αυτά που πρόλαβα να δω ήταν το αυτοκίνητο που ακολουθούσε και το αμέσως προηγούμενο του διότι τα άλλα δύο ήταν μπλοκαρισμένα. Αυτά τα είδα καθαρά ότι πρόλαβαν να σταματήσουν¨. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μετά από συζήτηση που είχαν μεταξύ τους οι οδηγοί των ενεχομένων οχημάτων στην αστυνομία, όταν είχαν πάει για να δώσουν κατάθεση, είχε λεχθεί ότι δεν είχε προλάβει να σταματήσει το όχημα που ακολουθούσε το Pajero ο οδηγός του οποίου του είχε πει ότι είχε και αυτός χτύπημα από πίσω αλλά οι ζημιές που είχε υποστεί ήταν μηδαμινές. Ήταν σίγουρος ότι τα δύο οχήματα που τον ακολουθούσαν είχαν σταματήσει έγκαιρα. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στην οποία όσα είπε τότε θα πρέπει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα καθώς πέρασαν πέντε χρόνια από τότε και σίγουρα τότε θα θυμόταν καλύτερα τα γεγονότα από ότι σήμερα, παρόλο ότι είχε υποστεί τότε σοκ συνεπεία του δυστυχήματος. Η κατάθεση του σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  9. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε πει στην κατάθεση του ότι είχε αντιληφθεί από το καθρεφτάκι του τα δύο αυτοκίνητα που τον ακολουθούσαν να σταματούν έγκαιρα χωρίς να συγκρουστούν μαζί του. Ούτε για το χρονικό διάστημα των 15 - 20 δευτερολέπτων που ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε μεσολαβήσει από τη δική του σύγκρουση μέχρι να τον χτυπήσει το όχημα που τον ακολουθούσε και απέδωσε αυτές τις παραλείψεις του στο γεγονός ότι δεν είχε ερωτηθεί σχετικά από τον αστυνομικό και καθώς εξακολουθούσε ακόμα όταν έδιδε κατάθεση να ευρίσκεται σε κατάσταση σοκ. Σε σχέση με τη διευθέτηση που έγινε με τον εναγόμενο 2, ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στη συζήτηση που έκαναν οι δικηγόροι για να καταλήξουν σε συμφωνία μαζί του. Παραδέχθηκε ότι πήρε το ½ των ζημιών που υπέστη. Σε υποβολή ότι την αλήθεια για όσα αντιλήφθηκε για το δυστύχημα την είπε στην κατάθεση του στην αστυνομία δικαιολόγησε το γεγονός ότι κάποια δεν ειπώθηκαν ή δεν γράφτηκαν συνεπεία του σοκ που είχε υποστεί λόγω του δυστυχήματος και στην επίθεση που δέχθηκε από τον αστυνομικό. Επέμεινε όμως ότι όσα έλεγε στην κατάθεση του είναι η αλήθεια αλλά και ότι πράγματι είχε δει να σταματούν από πίσω του τα δύο οχήματα και στη συνέχεια αλυσιδωτές συγκρούσεις. Ο Μ.Ε.3 ήταν ο Χαράλαμπος Λουκά ο οποίος ήταν και αυτός ένας από τους οδηγούς των ενεχομένων οχημάτων του ΕΧΜ 897 που απεικονίζεται στο σχεδιαγράφημα με το γράμμα Ε. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε συγκρουστεί αρχικά με το προπορευόμενο του όχημα καθώς σταμάτησε έγκαιρα, στη συνέχεια όμως αφού προσέκρουσε στο δικό του αυτό που τον ακολουθούσε μετακινήθηκε και προσέκρουσε στο προπορευόμενο του. Η κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 5, υιοθέτησε το περιεχόμενο της και δεν αντεξετάστηκε. Τα όσα είχαν καταγραφεί στην κατάθεση του περιγράφοντας το δυστύχημα συνάδουν με την εκδοχή του ότι δηλαδή αρχικά δεν είχε χτυπήσει στο μπροστινό του όχημα. Ανέφερε συγκεκριμένα: ¨Οδηγώντας κατά τον επίδικο χρόνο επί της Λεωφ. Αρτέμιδος και πλησιάζοντας τα φώτα τροχαίας αντιλήφθηκα ότι σε αυτά αναβόσβηνε το πορτοκαλί χρώμα και άρχισα να ελαττώνω ταχύτητα¨. Συνεχίζει δε λέγοντας ότι κρατούσε απόσταση 15 μέτρων από το προπορευόμενο του όχημα ενώ τα τέσσερα προπορευόμενα του οχήματα κρατούσαν μεταξύ τους μικρότερη απόσταση στα 4-5 μέτρα. Αντιλήφθηκε τη σύγκρουση μεταξύ των τεσσάρων πρώτων οχημάτων και τότε εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του και κατάφερε και το ακινητοποίησε 5-6 μέτρα πίσω από το προπορευόμενο του. Μόλις σταμάτησε άκουσε φρένα και κοίταξε από το καθρεφτάκι του και πρόσεξε καθαρά το άσπρο αυτοκίνητο να χτυπά του πράσινου Prado και το Prado να κτυπά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Το Prado δέχθηκε χτύπημα στο πίσω του μέρος από το άσπρο σαλούν πριν αυτό χτυπήσει στο δικό του όχημα¨. Ο Αντώνης Κυριάκου (Μ.Ε.4) ήταν ο οδηγός του οχήματος ΗΗΧ
  10. Είχε αντιληφθεί τα φώτα τροχαίας ότι δεν λειτουργούσαν. Σταμάτησε κανονικά και έγκαιρα αλλά το αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω του συγκρούστηκε στο δικό του και ο ίδιος επέπεσε επί του μπροστινού του. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6 και δεν αντεξετάστηκε. Περιγράφοντας το δυστύχημα στην κατάθεση του ανάφερε τα ακόλουθα: ¨Η τροχαία κίνηση εκείνη την ώρα ήταν πυκνή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και μετά που είχα περάσει το στρατόπεδο της Αλυκής και κατευθυνόμουν προς τα φώτα της Λεωφόρου Αρτέμιδος στη συμβολή της με την Κοτζιά -Τεπέ, ελάττωσα ταχύτητα στα 30 Χ.Α.Ω. Λόγω των φώτων και της κίνησης κάποια στιγμή είδα το μπροστινό μου όχημα που φρέναρε απότομα επειδή μπροστά του προηγήθηκε σύγκρουση άλλων αυτοκινήτων¨. Τότε έκαμε τη σκέψη να τους προσπεράσει από τα αριστερά αλλά είχε προσέξει από τους καθρέφτες του ότι ερχόταν άλλο αυτοκίνητο και τότε πάτησε απότομα φρένα και πρόλαβε και σταμάτησε πριν χτυπήσει στο μπροστινό του όχημα αλλά την ίδια στιγμή είδε από τους καθρέφτες του ένα άσπρο αυτοκίνητο να έρχεται καταπάνω του και αμέσως τον χτύπησε με δύναμη από πίσω και ο ίδιος στη συνέχεια χτύπησε στο μπροστινό του όχημα. Δεν είχε αντιληφθεί να είχε πατήσει φρένο το όχημα που επέπεσε επί του δικού του. Πριν η υπόθεση προχωρήσει με τους επόμενους μάρτυρες έγινε η ακόλουθη δήλωση εκ μέρους της συνηγόρου κ. Ραφαήλ η οποία παρουσιαζόταν μέχρι τότε για την ενάγουσα: ¨Επιφυλάχθηκα να κάμω μια δήλωση σχετικά με την απόσυρση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου
  11. Η ενάγουσα δηλώνει ότι παρέλαβε το ποσό των €1.200,00 από την Euroshake Insurance Company Ltd το οποίο έγινε αποδεκτό για την απόσυρση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου
  12. Συνεπώς η ενάγουσα μειώνει την απαίτηση της και έχουν πληρωθεί και δικηγορικά έξοδα από την πιο πάνω ασφαλιστική στο ύψος των €700,
  13. Ο εναγόμενος 2 είναι ο οδηγός του οχήματος που περιγράφεται στο σχεδιαγράφημα ως ¨Ζ¨ με αριθμό εγγραφής ΗΗΧ 921¨. Μετά τη πιο πάνω δήλωση ο συνήγορος του εναγομένου 1 προέβη στην ακόλουθη δήλωση: ¨Στη δήλωση της δικηγόρου δεν αναφέρθηκε πότε εισπράχθηκε το ποσό των €1.200,00 και το ποσό των εξόδων και ότι για πρώτη φορά η πλευρά του εναγομένου 1 πληροφορείται για την εν λόγω διευθέτηση¨. Ο Ονησίφορος Σκιτίνης κατάθεσε ως Μ.Ε.
  14. Ήταν ο οδηγός του υπ΄ αριθμό εγγραφής οχήματος ΗΤΡ 413 ενός από τα ενεχόμενα οχήματα. Υιοθέτησε την κατάθεση του που είχε δώσει στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  15. Σε αυτή αναφέρει σε σχέση με όσα αντιλήφθηκε για το πως συνέβη το δυστύχημα τα ακόλουθα: ¨Οδηγούσα το αυτοκίνητο μου στη Λεωφόρο Αρτέμιδος κατά τον επίδικο χρόνο γύρω στα 60Χ.Α.Ω. Ακολουθούσα ένα άλλο όχημα από απόσταση περίπου 5-6 μ. Πίσω μου ακολουθούσε στα 10 μ. ένα μικρό άσπρο σαλούν αυτοκίνητο. Από μεγάλη απόσταση είχα προσέξει ότι τα φώτα τροχαίας δεν λειτουργούσαν και αναβόσβηνε το πορτοκαλί φως. Σχεδόν φτάνοντας στα φώτα και ενώ ελάττωσα ταχύτητα περίπου στα 40Χ.Α.Ω. είδα ξαφνικά τα τρία μπροστινά μου αυτοκίνητα να είναι τελείως σταματημένα και αμέσως πάτησα φρένα και μετά δυσκολίας κατάφερα να σταματήσω χωρίς να χτυπήσω του μπροστινού μου οχήματος. Δεν είχα ακούσει φρένα και είδα το πισινό μου σαλούν αυτοκίνητο να πηγαίνει προς τα πάνω μου να χτυπά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μου και στη συνέχεια να πηγαίνει στη δεξιά λωρίδα. Από το χτύπημα που δέχθηκα από το αυτοκίνητο που με ακολουθούσε το αυτοκίνητο μου κινήθηκε μπροστά και χτύπησα του μπροστινού μου σαλούν το οποίο ήταν σκούρου χρώματος¨. Ο Ορθόδοξος Ευαγγελίδης εκτιμητής αυτοκινήτων κατάθεσε ως Μ.Ε.
  16. Τα προσόντα του μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Είχε ετοιμάσει μια εκτίμηση για το αυτοκίνητο της ενάγουσας ΕΖΡ 852 την οποία κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7 το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Γνώριζε ότι οι ζημιές που περιγράφει στην εκτίμηση του είχαν επιδιορθωθεί στο γκαράς Μύρων Ευαγγελίδης το οποίο ανήκε στον πατέρα του και προς τούτο κατάθεσε και σημειώθηκαν ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση τα σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι τα εξαρτήματα και το κόστος που αφορούσαν τη ζημιά που υπέστη το εν λόγω όχημα στο πίσω του μέρος ανερχόταν για τα εξαρτήματα σε Λ.Κ.273,00, για επιδιορθώσεις σε Λ.Κ.260,00 και για μπογιατίσματα σε Λ.Κ.270,00 δηλαδή συνολικά €1.370,00 κατά προσέγγιση. Δεν απέκλεισε το συνολικό κόστος να ήταν τελικά και €1.200,
  17. Η Αιμιλία Ορθοδόξου ελεγκτής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών κατάθεσε ως Μ.Ε.
  18. Η μαρτυρία της αποσκοπούσε στο να αποδείξει ότι η ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος ΕΖΡ 852 κατά τον επίδικο χρόνο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε τελικά από την Υπεράσπιση. Ο Μύρων Ευαγγελίδης κατάθεσε ως Μ.Ε.7 και ανάφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε γκαράζ αυτοκινήτων και έκαμνε ισιώματα και μπογιατίσματα αυτοκινήτων. Αναγνώρισε τα τιμολόγια που είχε εκδώσει για την επισκευή του οχήματος ΕΖΡ 852 τα οποία είχαν σημειωθεί ως Τεκμήρια προς Αναγνώριση όταν κατάθετε ο Μ.Ε.5 τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα. Είχε πληρωθεί με το ποσό που είχε χρεώσει στα εν λόγω τιμολόγια δηλαδή συνολικά Λ.Κ.1.918,76σ. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ακολούθησε κατά την επισκευή του αυτοκινήτου την εκτίμηση που είχε κάμει ο Μ.Ε.
  19. Ο ίδιος δεν μπορούσε να βοηθήσει με το διαχωρισμό των ζημιών και του κόστους επισκευής του οχήματος σε σχέση με το μπροστινό ή το πισινό μέρος του αυτοκινήτου. Ο ίδιος είχε βάλει γενικά το κόστος επισκευής με τα ισιώματα και τις εφαρμογές και ήταν ο εκτιμητής ο οποίος θα μπορούσε να προβεί στο διαχωρισμό τους. Στην αντεξέταση του και βλέποντας το σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 1) ανάφερε ότι το αυτοκίνητο του ήταν αυτό που είχε χαρακτηριστεί με το γράμμα ¨Δ¨ και ήταν το 4ο στη σειρά. Λόγω της παρόδου του χρόνου δεν θυμόταν ακριβώς πόσα αυτοκίνητα είχαν εμπλακεί στο δυστύχημα και πόσες φορές είχε χτυπήσει το δικό του όχημα. Παρέπεμψε στην κατάθεση του την οποία και υιοθέτησε. Ο κ. Κυριακίδης δηλώνοντας ότι δεν προτίθεται η πλευρά του εναγόμενου 1 να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία δέχθηκε ότι το αυτοκίνητο του πελάτη του είχε συγκρουστεί με το προπορευόμενο του όχημα το ΗΗΧ921 που απεικονίζεται με το γράμμα Ζ στο σχεδιαγράφημα όπως ήταν εξ αρχής η θέση του στην υπεράσπιση του. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Μυλωνάς εισηγήθηκε ότι η γενεσιουργός αιτία για τη αλυσιδωτή σύγκρουση στην οποία είχαν εμπλακεί τα ενεχόμενα οχήματα της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 ήταν η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου 1 ο οποίος χτυπώντας το προπορευόμενο του όχημα στη συνέχεια αυτό μετακινήθηκε και χτύπησε στο προπορευόμενο του και οι διαδοχικές συγκρούσεις που επακολούθησαν έφτασαν σε αυτό της ενάγουσας που οδηγούσε ο Μ.Ε.2 και το οποίο με τη σειρά του χτύπησε στο προπορευόμενο του. Αναφέρθηκε στη μαρτυρία κάθε οδηγού για να υποστηρίξει ότι για τη ζημιά που υπέστη η ενάγουσα στο πίσω μέρος του οχήματος της ευθυνόταν ο εναγόμενος 1 και επίσης για μέρος της ζημιάς στο μπροστινό μέρος του οχήματος της εφόσον για ένα άλλο μικρό μέρος, όπως ανέφερε, ευθυνόταν άλλος οδηγός από προηγηθείσα σύγκρουση. Η ενάγουσα ήδη έχει εισπράξει €1.200 από τον εναγόμενο 2 και αυτό το ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το υπόλοιπο ποσό που αξιώνει και με το οποίο θα πρέπει να επιβαρυνθεί ο εναγόμενος
  20. Ο κ. Κυριακίδης ανέφερε ότι είναι δύο τα επίδικα θέματα. Το ένα είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 1 ήταν αμελής σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα και το δεύτερο κατά πόσο ήταν αμελής σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη ειδικότερα η ενάγουσα. Αναφέρθηκε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς για το πως συνέβη το δυστύχημα και στη μαρτυρία που έδωσαν οι οδηγοί των ενεχομένων οχημάτων. Διαφώνησε ότι υπήρξε συνέχεια της σύγκρουσης και αυτό προκύπτει και από τη μαρτυρία του τελευταίου μάρτυρα του Μ.Ε.8 και όσα αυτός είχε αναφέρει στην κατάθεση του το Τεκμήριο
  21. Είχε αναφέρει ότι δεν είχε χτυπήσει στο μπροστινό του όχημα. Υπήρξε δηλαδή διακοπή της αλυσίδας σύγκρουσης. Διερωτήθηκε πως ήρθε ο εναγόμενος 2 και αποζημίωσε την ενάγουσα εάν αυτός δεν είχε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος και μάλιστα με το κόστος για τη ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος της όπως το προσδιόρισε ο μάρτυρας εκτιμητής δηλαδή €1.200,
  22. Επομένως η ενάγουσα ό,τι είχε να εισπράξει σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη το όχημα της στο πίσω του μέρος το έχει ήδη εισπράξει από τον εναγόμενο 2 και δεν δικαιούται να αξιώνει και από τον εναγόμενο
  23. Εάν ακόμα απορριφθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.8 δεν μπορεί να προσδιοριστεί η ζημιά που υπέστη η ενάγουσα στο μπροστινό μέρος του οχήματος της συνεπεία ευθύνης του εναγόμενου 1 εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ποια ήταν η ζημιά που υπέστη συνεπεία της 1ης σύγκρουσης του οχήματος με το προπορευόμενο του και της επακόλουθης, κατ΄ ισχυρισμό, για την οποία ευθύνεται ο εναγόμενος
  24. Διερωτήθηκε πως μπορεί να προσδιοριστεί χωρίς μαρτυρία επί τούτου, η μηδαμινή ζημιά, όπως χαρακτηρίστηκε από τον συνήγορο της, που υπέστη συνεπεία της 1ης σύγκρουσης. Εισηγήθηκε ότι είναι αδύνατος ο διαχωρισμός της ζημιάς που υπέστη το εν λόγω όχημα από την 1η σύγκρουση με αυτή που υπέστη από τη 2η σύγκρουση. Το βάρος απόδειξης το είχε η πλευρά της ενάγουσας και δεν κατάφερε να το αποσείσει. Γι΄αυτούς τους λόγους κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 γιατί δεν αποδείχθηκε η ευθύνη του για το δυστύχημα και γιατί δεν αποδείχθηκαν οι ζημιές που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία αμέλειας του εναγόμενου 1 και οποιοδήποτε συμπέρασμα επ΄αυτού του σημείου θα είναι αυθαίρετο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά της ενάγουσας. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες των μαρτύρων - οδηγών των αυτοκινήτων που είχαν εμπλακεί στο επίδικο δυστύχημα με όσα ανέφεραν στις γραπτές τους καταθέσεις την επόμενη του δυστυχήματος οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Λαμβάνω υπόψη την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε την οποία εξέτασα με προσοχή, τις παραδοχές των μαρτύρων και τις παρατηρήσεις που έκαμαν σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Λαμβάνω υπόψη επί πλέον την πραγματική μαρτυρία όπως είναι οι ζημιές επί των ενεχομένων οχημάτων η οποία προήλθε από τον Μ.Ε.1 Αστ. Σκουρή που ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Την μαρτυρία των Μ.Ε. 5 και 7 σε σχέση με τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα της ενάγουσας και το κόστος τους και ότι αυτό επισκευάστηκε με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 1.918,76σ. Τη μαρτυρία της Μ.Ε.6 σε σχέση με την ιδιοκτησία του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ
  1. Τέλος, λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων τόσο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας όσο και κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τόσο την μαρτυρία που δόθηκε δίδοντας την δική τους ερμηνεία σε αυτή, όσο και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Η μαρτυρία του Αστ. Γ. Σκουρή προερχόταν από τις παρατηρήσεις του που έκαμε ο ίδιος, φτάνοντας στη σκηνή λίγα λεπτά μετά το δυστύχημα, όπως ήταν η ολισθηρότητα του οδοστρώματος που προκλήθηκε συνεπεία βροχής που προηγήθηκε του δυστυχήματος, η μη κανονική λειτουργία των φώτων τροχαίας (αναβόσβηνε το πορτοκαλί), οι ζημιές που προκλήθηκαν στα οχήματα τις οποίες κατέγραψε όπως και την ετοιμασία αρχικά πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής επί τόπου στο οποίο βασίστηκε αργότερα όταν ετοίμασε το συμμετρικό στο οποίο σημείωσε την πορεία όλων των οχημάτων, τα σημεία συγκρούσεως τους και τις τελικές τους θέσεις όπως και τη διαμόρφωση του δρόμου και τις αναγκαίες αποστάσεις. Κατά την κατάθεση του ενώπιον του δικαστηρίου είχε λάβει υπόψη και την έκθεση που είχε ετοιμάσει τότε για το δυστύχημα όπως και τις καταθέσεις των ενεχόμενων οδηγών. Βασιζόμενος στα πιο πάνω είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα να κατηγορήσει για αμελή οδήγηση τον εναγόμενο 1 επιρρίπτοντας του την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος που αφορούσε βέβαια τη 2η σύγκρουση εφόσον είχε προηγηθεί άλλη όπου το όχημα της ενάγουσας που οδηγούσε εκείνη τη στιγμή ο σύζυγος της συγκρούστηκε με το προπορευόμενο του όχημα. Η μαρτυρία του που αφορούσε τα πραγματικά ευρήματα του στην ουσία της δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει. Ότι δηλαδή η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου 1 ήταν αυτή που είχε προκαλέσει ζημιές και στο όχημα της ενάγουσας αφού αυτή ήταν που οδήγησε στην αλυσιδωτή σύγκρουση που ακολούθησε όταν, όπως είναι παραδεκτό, επέπεσε επί του προπορευόμενου του οχήματος, το οποίο με τη σειρά του και συνεπεία του σπρωξίματος επέπεσε επί του προπορευόμενου του φτάνοντας μέχρι και το όχημα της ενάγουσας το οποίο συνεπεία αυτού του γεγονότος ξαναχτύπησε επί του προπορευόμενου του. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το συμπέρασμα του για την ευθύνη του εναγόμενου 1 το είχε εξαγάγει από τα λεγόμενα των ενεχομένων οδηγών τα οποία κατέγραψε στις καταθέσεις τους. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας, ότι έκαμε ορθά τη δουλειά του κατά τη διερεύνηση του δυστυχήματος και αποτύπωσε ορθά επί του σχεδιαγραφήματος τις πορείες, σημεία συγκρούσεως και τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων όπως και τις αναγκαίες αποστάσεις στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν καθ΄οιονδήποτε τρόπο. Ούτε οι ζημιές που παρατήρησε στα ενεχόμενα οχήματα στις οποίες έκαμε αναφορά ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αμφισβητήθηκαν. Θα αποδεχθώ όλα όσα προκύπτουν από τη πιο πάνω μαρτυρία του, η οποία όπως προανέφερα παρέμεινε στην ουσία της αναντίλεκτη. Η ορθότητα του συμπεράσματος του για την ευθύνη του εναγόμενου 1, εφόσον τελικός κριτής είναι το Δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφασίσει αξιολογώντας όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, θα εξαρτηθεί από τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν από αυτή τη μελέτη και αξιολόγηση της στη συνέχεια. Οι οδηγοί των ενεχόμενων οχημάτων (Μ.Ε. 2,3, 4,και 8) μπορώ να πω ότι μου προκάλεσαν καλή εντύπωση. Δεν μου δημιούργησαν την εικόνα ανθρώπων οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να μην πουν την αλήθεια. Εξάλλου δεν φάνηκε ότι όπου διαφοροποιήθηκαν κατά την προφορική τους μαρτυρία σε λεπτομέρειες, από αυτή που καταγράφηκε στις καταθέσεις τους που έδωσαν την επόμενη του δυστυχήματος, υπέκρυπταν οποιανδήποτε σκοπιμότητα ή είχαν οποιονδήποτε προσωπικό όφελος να το κάμουν. Δεν μου διαφεύγει ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από το δυστύχημα μέχρι που κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (πέντε και πλέον χρόνια μετά) επέδρασε στην μνήμη τους στο να θυμούνται όλες τις λεπτομέρειες. Εξάλλου όλοι τους υιοθετήσουν τις καταθέσεις τους ως ανταποκρινόμενες στην αλήθεια, εφόσον αυτές δόθηκαν όταν ακόμα τα γεγονότα ήταν πολύ νωπά στο μυαλό τους. Όπου παρατηρήθηκε κάποια διαφοροποίηση από την κατάθεση τους όπως του Μ.Ε. 2 Ερμή Χριστοδούλου, οδηγού του οχήματος της ενάγουσας, όπως ήταν η παράλειψη αναφοράς στη κατάθεση του ότι είχε προσέξει από το καθρεφτάκι του οχήματος του ότι τα δύο οχήματα που τον ακολουθούσαν είχαν σταματήσει έγκαιρα αρχικά και ότι είχαν μεσολαβήσει 15-20 δευτερόλεπτα για να συγκρουστεί το όχημα που τον ακολουθούσε επί του δικού του, δόθηκε εκ μέρους του λογική εξήγηση ότι δηλαδή δεν ρωτήθηκε από τον αστυνομικό. Παρόμοια ο Μ.Ε. 3 Χαράλαμπος Λουκά ήταν σαφής και κατά την άποψη μου ειλικρινής κατά την προφορική του μαρτυρία ότι μετά που δέχθηκε το χτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος του μετακινήθηκε το δικό του και συγκρούστηκε με το προπορευόμενο του και αυτό είχε συμβεί μετά που είχε ακινητοποιήσει το δικό του. Η πιο πάνω εξάλλου θέση του συνάδει και με τις ζημιές στο μπροστινό μέρος του οχήματος του. Θα αποδεχθώ τη μαρτυρία τους ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη και στα πραγματικά ευρήματα όπως είναι οι ζημιές στα οχήματα τους, ζήτημα το οποίο θα με απασχολήσει και στη συνέχεια της απόφασης μου. Η μαρτυρία των Μ.Ε. 5 και 7 η οποία αφορούσε την εκτίμηση των ζημιών και την επισκευή του οχήματος της ενάγουσας και το ποσό που κατέβαλε αυτή για την επισκευή του, γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της εφόσον στην ουσία της δεν αμφισβητήθηκε. Προκύπτει από αυτή ότι η ενάγουσα για την επιδιόρθωση του οχήματος της κατέβαλε συνολικά το ποσό των Λ.Κ.1.918,76σ. (€ 3.278,40σ.). Προέκυψε ακόμα από τη μαρτυρία του Μ.Ε. 5 ότι η ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος της ενάγουσας ήταν κατά προσέγγιση €1.200,00 και επομένως το υπόλοιπο ποσό που πλήρωσε δηλαδή €2.078,40σ. αφορούσε τη ζημιά που είχε υποστεί το όχημα της ενάγουσας στο μπροστινό του μέρος. Η μαρτυρία της μάρτυρος Αιμιλίας Ορθοδόξου (Μ.Ε.6) ήταν τυπική και αχρείαστη κατά την άποψη μου, εφόσον μπορούσε να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με την επίδειξη του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος για να καταδειχθεί το ζήτημα της ιδιοκτησίας του οχήματος της ενάγουσας. Δέχομαι την μαρτυρία της ότι δηλαδή η ενάγουσα ήταν η ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ 852 και έτσι ορθά αξιώνει η ίδια αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη. Με δήλωση που έγινε είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα εισέπραξε έναντι της ζημιάς που υπέστη €1.200,00 από την ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου 2 και €700,00 έναντι των δικηγορικών της εξόδων. Παραμένουν προς εξέταση δύο ζητήματα. Το πρώτον είναι η βασική θέση της υπεράσπισης του εναγόμενου 1 ότι υπήρξε διακοπή των συγκρούσεων και ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδικής συμπεριφοράς αυτού του εναγόμενου με τη ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα της ενάγουσας. Το δεύτερον εάν αποδειχθεί το πρώτο θα πρέπει να με απασχολήσει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται η ενάγουσα από τον εναγόμενο 1 έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα. Θα εξετάσω τη διαδοχική σύγκρουση που σημειώθηκε κατά το εν λόγω δυστύχημα αρχίζοντας από τη μαρτυρία του Ερμή Χριστοδούλου (Μ.Ε.2) ο οποίος ανέφερε ότι όταν είχε σταματήσει το προπορευόμενο του όχημα με αριθμό εγγραφής ΑΖΤ 428 αφού είχε συγκρουστεί και αυτό με το προπορευόμενο του ¨δεν κατάφερε να σταματήσει το δικό του με αποτέλεσμα να χτυπήσει ελαφρώς του προπορευόμενου του¨. Στη συνέχεια, και ξεκινώντας από αυτή τη σειρά, όπως περιγράφει ο ίδιος μάρτυρας: ¨άκουσε φρένα και ένοιωσε τράνταγμα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του το οποίο έσπρωξε το αυτοκίνητο του προς τα εμπρός με αποτέλεσμα να ξαναχτυπήσει στο προπορευόμενο του το οποίο απομακρύνθηκε στα ένα με δύο μέτρα προς τα μπροστά του¨. Σ΄αυτό το σημείο η μαρτυρία του μπορεί να ελεχθεί ως ακριβής και αληθινή και από τις μαρτυρίες των δύο άλλων οδηγών που τον ακολουθούσαν, του Ονησίφορου Σκιτίνη (Μ.Ε.8) ο οποίος αναφέρει στην κατάθεση του ότι αντιλαμβανόμενος τα προπορευόμενα του οχήματα να σταματούν κατάφερε και σταμάτησε το αυτοκίνητο του χωρίς να χτυπήσει στο αμέσως προπορευόμενο του και του Χαράλαμπου Λουκά (Μ.Ε. 3) ο οποίος δεν αντεξετάσθηκε και ο οποίος αναφέρει στη δική του κατάθεση ότι: ¨Αντιλήφθηκε τη σύγκρουση μεταξύ των τεσσάρων πρώτων οχημάτων. Εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του και κατάφερε και το ακινητοποίησα 5-6 μέτρα πίσω από το προπορευόμενο του¨. Το επόμενο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 413 το οδηγούσε ο Ονησίφορος Σκιτίνης Μ.Ε.
  2. Στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα θα πρέπει να πω πως δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης. Τι ακριβώς λέγει ο μάρτυρας αυτός στην κατάθεση του για το πως αντιλήφθηκε το δυστύχημα τα κατέγραψα πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του στις σελ. 11 και 12, θα επαναλάβω μόνο το επίμαχο σημείο: ¨Από το κτύπημα που δέχθηκα από το αυτοκίνητο που με ακολουθούσε το αυτοκίνητο μου κινήθηκε μπροστά και χτύπησα του μπροστινού μου σαλούν το οποίο ήταν σκούρου χρώματος¨, επομένως, είναι φανερό ότι ενώ το αυτοκίνητο αυτό είχε σταματήσει αρχικά χωρίς να συγκρουσθεί επί του προπορευόμενου του στη συνέχεια συνεπεία του χτυπήματος που δέχθηκε από πίσω, κινήθηκε μπροστά και χτύπησε στο μπροστινό του που ήταν το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Το επόμενο αυτοκίνητο στη σειρά ήταν αυτό που οδηγούσε ο Χαράλαμπος Λουκά (Μ.Ε.3), η μαρτυρία του οποίου παρέμεινε αναντίλεκτη και συνίστατο στο ότι: ¨αντιλαμβανόμενος τι είχε συμβεί με τα τέσσερα προπορευόμενα του οχήματα, εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου του και ακινητοποίησε το όχημα του 5-6 μέτρα πίσω από το προπορευόμενο του. Μόλις σταμάτησε άκουσε φρένα και κοίταξε από το καθρεφτάκι του ότι το άσπρο αυτοκίνητο χτύπησε πάνω στο πράσινο μάρκας Prado και στη συνέχεια το τελευταίο χτύπησε στο πίσω μέρος του δικού του αυτοκινήτου. Το Prado δέχθηκε χτύπημα στο πίσω του μέρος από το άσπρο σαλούν πριν αυτό χτυπήσει στο δικό του¨. Στη δε προφορική του μαρτυρία διευκρίνισε ότι μετά που είχε δεχθεί το αρχικό χτύπημα από πίσω το όχημα του μετακινήθηκε και χτύπησε στο προπορευόμενο του. Το επόμενο αυτοκίνητο ήταν το ΗΗΧ 921 που οδηγούσε ο Αντώνης Κυριάκου (Μ.Ε.4) που ήταν ο εναγόμενος
  3. Ανέφερε στη κατάθεση του ότι όταν αντιλήφθηκε τα φώτα τροχαίας ότι δεν λειτουργούσαν σταμάτησε κανονικά και έγκαιρα αλλά το αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω του συγκρούστηκε με δύναμη στο δικό του και ο ίδιος επέπεσε επί του μπροστινού του. Δεν είχε αντιληφθεί να είχε πατήσει φρένα το όχημα που επέπεσε επί του δικού του. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των οδηγών των οχημάτων που ακολουθούσαν το όχημα της ενάγουσας δηλαδή των Μ.Ε. 8,3 και 4 συνάδουν και με την πραγματική μαρτυρία δηλαδή τις ζημιές στα οχήματα τους καθώς όλα έφεραν ζημιές στο μπροστινό μέρος τους γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν υπήρξε διακοπή των συγκρούσεων όπως ήταν ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ: Το αστικό αδίκημα της αμέλειας από τροχαίο ατύχημα εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: "Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε, ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια". Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 1 στη σελ. 4 λέχθηκαν σχετικά με την αμελή οδήγηση τα ακόλουθα: "Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stvenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατόν να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί (α) η φύση του καθήκοντος, και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια". Στην υπόθεση Charalambous v. Police 2 Α.Α.Δ.
(1982)134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάσει του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Στην υπόθεση Constantinou v. Katsouris and another 1 C.L.R.
(1975)188, 192 λέχθηκε ότι η υποχρέωση τήρησης δέουσας παρατηρητικότητας βαρύνει τους οδηγούς πάντοτε και υπό όλας τας περιστάσεις. Στην Νικολαίδης κ.α. v. Κλεοβούλου 1 Α.Α.Δ.
(1992)σελ. 422, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω στη σελ. 428: ¨Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών. Η θέση αυτή διατυπώνεται με τρόπο κατηγορηματικό στην απόφαση του Εφετείου στην Varnavas K. Varnakkides v. The Police 2 C.L.R.
(1969)σελ. 1. Παρόλο που οι θέσεις αυτές υιοθετήθηκαν σε ποινική υπόθεση σε σχέση με το πταίσμα αμελούς οδήγησης η αρχή η οποία υιοθετείται τυγχάνει καθολικής εφαρμογής και συσχετίζεται με τις αρχές της αμέλειας και τις πραγματικότητες της τροχαίας κίνησης. Όπως επεσήμανε στην απόφαση του ο Δικαστής Τριανταφυλλίδης (όπως ήταν τότε) οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα έθετε ανυπόφορο βάρος στο νομιμόφρονα οδηγό και θα παρείχε αδικαιολόγητη συγχώρεση σε εκείνον ο οποίος παραβαίνει τα καθήκοντα του και το νόμο¨. Όπως λέχθηκε δε και στην υπόθεση Ιορδάνους v. Ζήνωνος (1(Β) Α.Α.Δ.
(1998)σελ. 652: ¨Το γενικό βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων και βασίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για υποστήριξη ενός επίδικου θέματος που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε¨. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας λοιπόν υπόψη την πιο πάνω ανάλυση της προφορικής μαρτυρίας και σε αντιπαραβολή της με την πραγματική που στη προκείμενη περίπτωση συνίσταται στις ζημιές που προκλήθηκαν στα ενεχόμενα οχήματα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Την 22.01.2004 στη διασταύρωση των φώτων της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ στη Λάρνακα με πορεία από το αεροδρόμιο προς τη Λάρνακα προκλήθηκε δυστύχημα όπου ενεπλάκησαν επτά συνολικά οχήματα. Το όχημα της ενάγουσας με αριθμό εγγραφής ΕΖΡ 852 το οποίο οδηγούσε με εξουσιοδότηση της ο σύζυγος της ήταν το 3ο στη σειρά. Είχε προηγηθεί ελαφριά σύγκρουση του με το προπορευόμενο του όχημα το οποίο είχε συγκρουστεί προηγουμένως με το προπορευόμενο του και έτσι ακινητοποιήθηκαν προς στιγμή τα τρία οχήματα. Ο οδηγός του οχήματος που ακολουθούσε αυτό της ενάγουσας με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 413 είχε καταφέρει και ακινητοποίησε το όχημα του πριν αυτό συγκρουστεί επί του οχήματος της ενάγουσας. Το ίδιο είχε συμβεί και με τα ακολουθούντα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΜ 879, ΗΗΧ
  1. Στη συνέχεια το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 που είναι το τελευταίο στη σειρά με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 συγκρούστηκε επί του προπορευόμενου του οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΗΧ 921 και έτσι ξεκίνησε μια νέα διαδοχική σύγκρουση η οποία κατέληξε στο όχημα που προπορευόταν αυτού της ενάγουσας. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα από τη μαρτυρία και έχοντας υπόψη και την νομική πτυχή της υπόθεσης, βρίσκω ότι η οδική συμπεριφορά του εναγομένου 1 υπήρξε αμελής εφόσον οδηγούσε το όχημα του σε ένα δρόμο που είχε καταστεί ολισθηρός συνεπεία βροχών που προηγήθηκαν, με ευδιάκριτα χαλασμένα φώτα τροχαίας εφόσον αναβόσβηνε το πορτοκαλί χρώμα και με ορατότητα πέραν των 60 μέτρων και δεν είχε αντιληφθεί την απόφραξη του δρόμου με σταματημένα οχήματα συνεπεία σύγκρουσης που προηγήθηκε και επέπεσε επί του προπορευόμενου του οχήματος το οποίο με τη σειρά του μετακινήθηκε και έσπρωξε το προπορευόμενο του κατά τρόπο που η διαδοχική σύγκρουση που ακολούθησε έφτασε μέχρι και αυτό της ενάγουσας το οποίο επίσης επέπεσε επί του μπροστινού του. Επομένως έχει, κατά την άποψη μου, αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδικής συμπεριφοράς του εναγομένου 1 που υπήρξε αμελής έναντι της ζημιάς που υπέστη η ενάγουσα. Για το ζήτημα της ζημιάς που υπέστη το όχημα της ενάγουσας βρίσκω ότι η συνολική ζημιά της ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.1.918,76σ. δηλαδή σε €3.278,40σ. εκ του οποίου το ποσό των €1.200,00 αφορούσε τη ζημιά που υπέστη στο πίσω μέρος του οχήματος της και το υπόλοιπο €2.078,40σ. την ζημιά που υπέστη στο μπροστινό του μέρος. Η ενάγουσα είναι παραδεκτό ότι σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικήςδιαδικασίας της παρούσας αγωγής εισέπραξε από τον εναγόμενο 1 έναντι της ζημιάς της το ποσό των €1.200,00 και έναντι των δικηγορικών της εξόδων το ποσό των €700,00 γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε η πλευρά του εναγόμενου
  2. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα μου είναι φανερό ότι αποδέχομαι ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος την εκδοχή της πλευράς της ενάγουσας. Παίρνοντας τα πράγματα από την ανάποδη όπως συνέβησαν οι συγκρούσεις και όπως κατέγραψα τη μαρτυρία που υπάρχει επί του θέματος δεν απομένει καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι δεν υπήρξε τελικά διακοπή στις συγκρούσεις οι οποίες προκλήθηκαν συνεπεία της πρόσκρουσης του οχήματος του εναγόμενου 1 επί του προπορευόμενου του οχήματος ΗΗΧ
  3. Με αυτό τον τρόπο καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς οδήγησης του εναγόμενου 1 και της ζημιάς που προκλήθηκε στο πίσω αλλά και στο μπροστινό μέρος του οχήματος της ενάγουσας. Παραμένει προς εξέταση το ζήτημα κατά πόσο η ενάγουσα με τη μαρτυρία που παρουσίασε απόδειξε τις ζημιές που υπέστη στο όχημα της. Η νομολογία μας επιτάσσει όπως οι ειδικές ζημιές αποδεικνύονται με θετική μαρτυρία, αυστηρά, με σαφήνεια και με στοιχεία (βλ. Demetrios Emmanouel & Another v. Andronicos Nicolaou & Another
(1977)1 C.L.R. 15, Παπαδοπούλου v. Νικολάου
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 1147,1152 και Ηρακλέους v. Του ταχύπλοου σκάφους ¨Νίκη¨ κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 510). Η πλευρά της ενάγουσας παρουσίασε προς τούτο τη μαρτυρία των Μ.Ε. 5 και
  1. Δέχομαι ότι υπέστη το όχημα της τις ζημιές που αυτοί οι μάρτυρες περιέγραψαν όπως φαίνονται στα Τεκμήρια 7,8 και 9 παρόμοια περιγραφή τους έγινε και από το Μ.Ε. 1 στη δική του κατάθεση. Δέχομαι επίσης ότι η ζημιά στο πίσω μέρος του οχήματος της ανερχόταν στα €1.200,00 όπως την προσδιόρισε κατά προσέγγιση κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.
  2. Ήδη η ενάγουσα έχει ικανοποιηθεί γι΄αυτό το μέρος της ζημιάς της και ανάλογα δέχθηκε και μέρος των εξόδων της σύμφωνα με δήλωση του δικηγόρου της. Η ζημιά τώρα που το όχημα της υπέστη στο μπροστινό του μέρος ανέρχεται στα €2.078,40σ. Είναι παραδεκτό ότι επεσυνέβησαν δύο συγκρούεις. Η 1η με το προπορευόμενο του όχημα ΕΖΡ
  3. Ο Μ.Ε.2 περιέγραψε την 1η σύγκρουση ως ελαφριά στην κατάθεση του στην αστυνομία και περιγράφοντας τη 2η σύγκρουση ανέφερε ότι μετά από αυτή όταν το αυτοκίνητο του επέπεσε επί του προπορευόμενου του αυτό απομακρύνθηκε στο ένα με δύο μέτρα. Δεν υπάρχει καμιά άλλη μαρτυρία που να δείχνει την έκταση της ζημιάς που προκλήθηκε από τη 1η σύγκρουση για την οποία σε μεγάλο ποσοστό τουλάχιστον ευθυνόταν ο οδηγός του οχήματος της ενάγουσας και της ζημιάς που προκλήθηκε συνεπεία της 2ης σύγκρουσης. Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι κατά πόσο με αυτή την μαρτυρία είναι δυνατό να εξαχθεί οποιονδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τον επιμερισμό της αποζημίωσης που δικαιούται η ενάγουσα σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη το όχημα της στο μπροστινό του μέρος. Η κατάθεση του Μ.Ε. 2 στην αστυνομία ζητήθηκε και έγινε τεκμήριο κατά την αντεξέταση του όπου του υποβλήθηκε από μέρους της Υπεράσπισης ότι είναι σε αυτή που έλεγε την αλήθεια. Δεν αντεξετάστηκε και δεν αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο η θέση που εξέφραζε σε αυτή ότι είχε χτυπήσει ελαφριά επί του προπορευόμενου του αυτοκινήτου κατά τη 1η σύγκρουση τους. Ούτε και ότι το προπορευόμενο όχημα του μετά τη 2η σύγκρουση τους μετακινήθηκε 1 με 2 μέτρα. Είναι γεγονός ότι όπως συνέβηκε το δυστύχημα είναι δύσκολος ο διαχωρισμός της ζημιάς που προκλήθηκε από τη 1η σύγκρουση με αυτήν που προκλήθηκε από τη 2η σύγκρουση στο μπροστινό όχημα της ενάγουσας. Όμως θα ήταν άδικο γι΄αυτήν αν δεν καταλογιζόταν κάποιο μέρος αυτής στον εναγόμενο 1 ο οποίος βρέθηκε να ευθύνεται γι΄αυτή τη ζημιά. Έχοντας υπόψη αυτή τη μαρτυρία κρίνω ότι δεν θα ήταν αυθαίρετη η εξαγωγή συμπεράσματος ότι το ½ τουλάχιστον της ζημιάς που προκλήθηκε στο μπροστινό μέρος του οχήματος της ενάγουσας οφειλόταν στην 2η σύγκρουση εφόσον από την περιγραφή της φαίνεται ότι ήταν και πιο σφοδρή από την 1η σύγκρουση. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω περιγραφή των δύο συγκρούσεων δεν θα ήταν πέραν από κάθε λογική να καταλογίσω στον εναγόμενο 1 τουλάχιστον το ½ της ζημιάς που η ενάγουσα υπέστη στο μπροστινό μέρος του οχήματος της δηλαδή το ποσό των €1.039,20σ. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις της ενάγουσας όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως της υπό τον τίτλο Λεπτομέρειες Ζημιών πέραν του κόστους επιδιορθώσεως του οχήματος της δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε άλλη ζημιά με αποδεκτή θετική και σαφή μαρτυρία και ως εκ τούτου απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω όπως εκδώσω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €1.039,20σ. πλέον νόμιμο τόκο από 14.01.2009 ημερομηνία καταχώρησης της τροποποιημένης έκθεσης απαιτήσεως. Σε σχέση με τα έξοδα, αυτά πάντοτε βρίσκονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βασικό παράγοντα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν να αποφασίσει διαφορετικά το Δικαστήριο. Έχοντας αυτά ως γνώμονα καταλήγω να επιδικάσω το ½ των εξόδων υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Οδηγήθηκα σ΄αυτή την απόφαση μου ενόψει της μερικής διευθέτησης που ήδη επετεύχθη με τον εναγόμενο 2 και της πληρωμής του ποσού των €700,00 έναντι των εξόδων της και του καθυστερημένου σταδίου κατά το οποίο έγινε ενημέρωση της πλευράς του εναγόμενου 1 γι΄αυτή την διευθέτηση. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.