Επί τοις αφορώσι την Διαχείριση αρ. 271/04 του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη, Eναρκτήρια Αίτηση: 62/08., 23 Νοεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Eναρκτήρια Αίτηση: 62/
- Επί τοις αφορώσι την Διαχείριση αρ. 271/04 του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη τέως από τη Λάρνακα Και Επί τοις αφορώσι το άρθρο 53 του Κεφ. 189 των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας Και Επί τοις αφορώσι την αίτηση από τον Διαχειριστή της περιουσίας του Αποβιώσαντα Αντώνη Ανδρέου από τη Λάρνακα ____________ 23 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Αντώνης Ανδρέου, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση:
(1)Άντρη Καρπασίτη
(2)Ανδρέας Καρπασίτης και
(3)Αγγέλα Καρπασίτη: κ. Ν. Τσαρδελλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ (Α) ΚΑΙ (Β) ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Με την παρούσα Εναρκτήρια Αίτηση ο Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη ζητά οδηγίες και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου σχετικά με το κατά πόσο (Α) Το εισπραχθέν συνολικό ποσό €173.125.74 (ΛΚ101.326) από δύο ασφάλειες ζωής (Α και Β) του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη ύψους €68.344.06 (ΛΚ40,000) πλέον €6.926,67 (ΛΚ4.054) η ασφάλεια Α, και €88.847,27 (ΛΚ52,000) πλέον €9.007,75 (ΛΚ5.272) η ασφάλεια Β, θα πρέπει να πληρωθούν, η μεν ασφάλεια Α, στην Luzvinda S. Transporte η οποία αναφέρεται στο Ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως πρωτεύοντας δικαιούχος και ως «γυναίκα του» αποβιώσαντα ενώ ήταν συμβία του και φυσική μητέρα των παιδιών του αποβιώσαντα της Μισιέλ και του Φέλιξ, η δε ασφάλεια Β, στη θυγατέρα του Μισιέλ Μ.Καρπασίτης η οποία αναφέρεται στο Ασφαλιστήριο συμβόλαιο σαν «πρωτεύοντας δικαιούχος» και «κόρη» του αποβιώσαντα. (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσο, εάν τα πιο πάνω ποσά πληρωθούν στους πιο πάνω πρωτεύοντες δικαιούχους, το κληρονομικό τους μερίδιο, σύμφωνα με τη διαθήκη του αποβιώσαντα, θα πρέπει να μειωθεί κατά το ίσο ποσό. Για να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα εκείνο που πρέπει να εξετασθεί είναι το κατά πόσο τα ωφελήματα αποτελούν ή όχι μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε όλοι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα δικαιούνται μέρος αυτών των ωφελημάτων έστω και αν κατονομάζονται δικαιούχοι στις επίδικες ασφάλειες. Σε μια τέτοια περίπτωση, αν οι δύο κατονομαζόμενοι δικαιούχου λάβουν τώρα αυτά τα χρήματα, θα πρέπει, σίγουρα, να αφαιρεθεί από το κληρονομικό τους δικαίωμα κατά το ίσο ποσό. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο κ. Α.Ανδρέου, αφού αναφέρθηκε στο ζήτημα που εγείρεται υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστής της Διαθήκης του αποβιώσαντα και στο περιεχόμενο των δύο ασφαλειών ζωής που είχε συνάψει ο αποβιώσας με πανομοιότυπους όρους και τα δύο, έκανε αναφορά και σε αγγλική νομολογία για να διατυπώσει στο τέλος και τη δική του άποψη. Η θέση του ήταν ότι δυσκολεύεται να δεχθεί ότι την ώρα που απεβίωνε ο Μιχαλάκης Καρπασίτης θα μπορούσε να λεχθεί ότι το δικαίωμα είσπραξης των ποσών των δύο ασφαλειών ήταν μέρος της περιουσίας του και έτεινε προς τη θέση ότι σ΄ εκείνο το χρονικό σημείο τίθετο σε ενέργεια το περιουσιακό δικαίωμα από τον δικαιούχο. Οσον αφορά τη σχετική αγγλική νομολογία ο κ. Ανδρέου παρέπεμψε σε δύο υποθέσεις, την Re Webb [1941] Ch. 225 και την Re Foster [1966] 1 W.L.R. 222, σύμφωνα με τις οποίες οι όροι των ασφαλειών ζωής ήταν τέτοιοι που δημιουργούσαν την ύπαρξη καταπιστεύματος από μέρους του ιδιοκτήτη (grantee) προς όφελος του δικαιούχου που κατονομάζετο στην ασφάλεια με αποτέλεσμα οι ασφάλειες να θεωρηθούν ότι ανήκαν στους δικαιούχους και όχι στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν ο τελευταίος απεβίωσε. Ο κ. Ανδρέου επεσήμανε, επίσης, ότι από τις υποθέσεις αυτές προκύπτει και το γεγονός ότι ο δικαιούχος σε μια ασφάλεια ζωής δεν έχει συμβατική σχέση ούτε με τον ιδιοκτήτη (grantee), ούτε με την ασφαλιστική εταιρεία εκτός αν εκπληρωθεί σε θέμα χρονικής στιγμής εκείνο που ο ιδιοκτήτης καθόρισε ως τη στιγμή μεταβίβασης δικαιώματος π.χ. τη στιγμή της ενηλικίωσης του δικαιούχου. Ούτε δημιουργείται καταπίστευμα. Παρέπεμψε δε και στον όρο 3.7(iii) του Συμβολαίου όπου προνοείται ότι αν ο τελευταίος επιζών δικαιούχος του ωφελήματος λόγω θανάτου βάσει του Ασφαλιστηρίου αποθάνει πριν από τον Ασφαλισμένο, τα δικαιώματα επί των ωφελημάτων αυτού περιέρχονται στον ιδιοκτήτη. Παρέπεμψε, επίσης, και στον όρο 3.7(
- iv)όπου προνοείται το δικαίωμα του ιδιοκτήτη κατά τη διάρκεια της ζωής του σφαλισμένου να αλλάζει δικαιούχο στο οποίο, όμως, δικαίωμα υπάρχει ρητός περιορισμός ότι ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να διορίζει σαν δικαιούχο τον εαυτό του ή τους κληρονόμους. Επίσης σε ό,τι αφορά τον ίδιο όρο 3.7 του Συμβολαίου επεσήμανε ότι σύμφωνα με αυτό τη στιγμή του θανάτου ο αποβιώσας και κατ΄επέκταση ο κληρονόμος, παύουν να έχουν δικαίωμα στο προϊόν της ασφάλειας εφόσον το προϊόν του ωφελήματος λόγω θανάτου πληρώνεται στον δικαιούχο. Τέλος, ο συνήγορος παρέπεμψε στον όρο «κληρονομιά» με βάση το ΚΕΦ.189, το οποίο καθορίζει ότι σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία κατείχετο από πρόσωπο που απέθανε. Ο κ. Τσαρδελής εκ μέρους των κληρονόμων υποστήριξε ότι τα επίδικα ωφελήματα αποτελούν μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Αναφέρθηκε εν πρώτοις στον περί Προβλέπων την Επιβολή και Είσπραξη Φόρου Κληρονομιών Νόμο 67/1962 ο οποίος ισχύει για πρόσωπα που απεβίωσαν μέχρι την 1.1.2000 και ο οποίος περιλαμβάνει το ωφέλημα από ασφάλεια ζωής στην περιουσία του αποβιώσαντα. Επικαλέστηκε δε την προσφυγή αρ. 839/99, ημερ. 18.7.2002, όπου το επιχείρημα του αιτητή ότι το ωφέλημα από την ασφάλεια ζωής έπρεπε να τύχει απαλλαγής από τη φορολογία, αφού καταβάλλεται εξαιτίας του θανάτου του ασφαλισμένου και άρα δεν ενέπιπτε στην περιουσία του αποβιώσαντα, απερρίφθη. Ομοια ήταν και η κατάληξη, όπως επεσήμανε, και στην προσφυγή αρ. 608/84 ημερ. 19.9.86. Οσον αφορά την αγγλική νομολογία ο κ. Τσαρδελής επικαλέστηκε τις δύο υποθέσεις που έχει επικαλεστεί και ο κ. Ανδρέου σύμφωνα με τις οποίες είχε αποφασισθεί ότι το ωφέλημα αποτελούσε μέρος της περιουσίας του παιδιού και όχι του πατέρα που είχε συνάψει τις επίδικες ασφάλειες ζωής για να υποστηρίξει ότι διαφέρουν από την προκειμένη περίπτωση λόγω του ότι στις υποθέσεις εκείνες ολόκληρη η σύμβαση ασφάλισης αποτελούσε καταπίστευμα για το παιδί ενόψει των ιδιαίτερων όρων και της μορφής της σύμβασης. Στη συνέχεια ο συνήγορος αναφέρθηκε σε διάφορες αγγλικές υποθέσεις όπου αποφασίσθηκε ότι το ωφέλημα ανήκε στον ίδιο που κατάρτιζε τη σύμβαση επειδή δεν υπήρχαν οι ιδιαίτεροι όροι της Webb και Forster (ανωτέρω) ώστε να αποτελεί ολόκληρη η σύμβαση καταπίστευμα για το κατονομαζόμενο δικαιούχο. Για να θεωρείτο ο αποβιώσας καταπιστευματοδόχος, πρόσθεσε, θα έπρεπε κατά τη διάρκεια της ζωής του να ασκεί όλα τα δικαιώματα της σύμβασης εκ μέρους ή και προς όφελος των δικαιούχων. Στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Τσαρδελής υποστήριξε ότι οι συμβάσεις ασφάλισης δεν ήταν καταπίστευμα για τους δικαιούχους, αλλά αυτές ανήκαν στην περιουσία του αποβιώσαντα ο οποίος μπορούσε να ασκεί όλα τα δικαιώματα της ασφάλειας προς όφελος του ιδίου, όπως αναφέρεται στην παρα.3.8 της σύμβασης. ΑΠΟΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ Η εξέταση του υπό κρίση θέματος προϋποθέτει κατ΄ αρχάς εξέταση των συγκεκριμένων Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Α και Β και τους βασικούς όρους που αυτά περιέχουν για να μπορέσει στη συνέχεια το Δικαστήριο να εντάξει στην κατάλληλη νομική σχέση. Στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Α στην Αίτηση για ασφάλεια ζωής ασφαλιζόμενος είναι ο Μιχαλάκης Καρπασίτης και δικαιούχος σε περίπτωση θανάτου κατονομάζεται η σύζυγος του Zugviminda S. Transporte, το δε ασφαλισμένο ποσό καθορίζεται στις ΛΚ52000. Στην αρχή του Συμβολαίου στο μέρος που τιτλοφορείται «Οροι Συμβολαίου» αναφέρεται ότι «Σε σχέση με κάθε Ασφαλιστήριο και σε ανταπόδοση της πληρωμής των ασφαλίστρων όπως καθορίζονται στον Πίνακα, η εταιρεία καταβάλλει στον Ιδιοκτήτη τα ωφελήματα, εκτός από το ωφέλημα λόγω θανάτου που καθορίζονται στο Ασφαλιστήριο και καταβάλλει το ωφέλημα λόγω θανάτου στο πρόσωπο που δικαιούται σ΄ αυτό σύμφωνα με τους όρους του Ασφαλιστηρίου εφόσον αποδεχθεί ότι τα ωφελήματα έχουν καταστεί πληρωτέα.» Στον όρο 3.7 που τιτλοφορείται «Δικαιούχος του Ωφελήματος λόγω θανάτου» καθορίζεται στην παρα.(α) ότι «εφ΄ όσον ένας δικαιούχος κατανομαστεί είτε στο Ασφαλιστήριο είτε με γραπτή δήλωση του Ιδιοκτήτη, ο εν λόγω Δικαιούχος θεωρείται ότι έχει δικαίωμα να εισπράξει τα ωφελήματα του Ασφαλιστηρίου εάν και όταν το Ασφαλιστήριο καταστεί πληρωτέο λόγω του θανάτου του Ασφαλισμένου οπότε δημιουργείται καταπίστευμα προς όφελος του εν λόγω Δικαιούχου και οποιουδήποτε άλλου Δικαιούχου ή Δικαιούχων τους οποίους ο Ιδιοκτήτης θέλει διορίσει από καιρού εις καιρόν με παρόμοια δήλωση.» Στο συμβόλαιο ο δικαιούχος οποιουδήποτε ωφελήματος λόγω θανάτου κατατάσσεται ως πρωτεύων δικαιούχος, δευτερεύων δικαιούχος ή τελικός δικαιούχος. Η εν λόγω κατάταξη καθορίζει τα δικαιώματα του δικαιούχου αναφορικά με το προϊόν του εν λόγω ωφελήματος λόγω θανάτου. Στο συγκεκριμένο συμβόλαιο υπάρχει μόνο πρωτεύων δικαιούχος. Στον όρο 3.7 στην παρα.(β) αναφέρεται ότι απόδειξη είσπραξης οποιουδήποτε Ωφελήματος λόγω Θανάτου βάσει του παρόντος Ασφαλιστηρίου υπογεγραμμένη από τον δικαιούχο, δικαιούχους καταπιστευματοδόχον ή καταπιστευματοδόχους οι οποίοι διορίστηκαν είτε στο Ασφαλιστήριο είτε σύμφωνα με τον παρόντα όρο αποτελεί ικανοποιητική και έγκυρη απαλλαγή της εταιρείας καθώς και τελική και αμάχητη απόδειξη ότι τα εν λόγω Ωφελήματα λόγω θανάτου έχουν δεόντως πληρωθεί και εισπραχθεί από εκείνους οι οποίοι νομίμως τα δικαιούνται και ότι όλες οι αξιώσεις και απαιτήσεις της εταιρείας όσον αφορά τα εν λόγω ωφελήματα έχουν ικανοποιηθεί πλήρως. Περαιτέρω με βάση πάλι τον όρο 3.7 παρα.(α)(iii) διαλαμβάνεται ότι σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου πριν τον Ασφαλισμένο «τα δικαιώματα επί των ωφελημάτων αυτών περιέρχονται στον ιδιοκτήτη». Τέλος, στον όρο 3.7 παρα.(α)(
- iv)διαλαμβάνεται ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του ασφαλισμένου ο ιδιοκτήτης δύναται από καιρού εις καιρό, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου ή καταπιστευματοδόχου με γραπτή δήλωση του να αλλάζει οποιοδήποτε προηγούμενο ή διορισμό δικαιούχου «νοουμένου ότι ο ιδιοκτήτης δεν δύναται να διορίζει σαν δικαιούχο τον εαυτό του ή τους κληρονόμους.» Το ερώτημα που εγείρεται, έχοντας αναφερθεί σε κάποιους βασικούς όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με σκοπό να εξαχθεί το είδος της νομικής σχέσης που έχει δημιουργηθεί, είναι κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση έχουμε μια σύμβαση υπέρ τρίτου ή ένα καταπίστευμα προς όφελος του δικαιούχου. Εν πρώτοις να πω ότι η σύμβαση υπέρ τρίτου δεν είναι άγνωστη έννοια στο Δίκαιο. Αποτελεί δε θέμα ερμηνείας σε κάθε περίπτωση κατά πόσο μια σύμβαση επιβάλει υποχρέωση στο ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να παραχωρήσει ένα ωφέλημα σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση In re Schebsman exparte The Official Receiver the Trustee v. Cargo Superintendents (London) Ltd. αnd Schebsman
(1944)Ch. (CΑ) 83 στη σελ.102: ".. The question whether a contract imposes a liability on one of the parties to confer a benefit on a third party, not privy to the contract, is always one of construction.." Στην ίδια υπόθεση στο Chancery Division λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με τη φύση των συμβάσεων υπέρ τρίτου: (σελ.371-372) «Τhis conclusion can be displaced only if it be a rule of law that persons are unable to make a contract under which a payment is to be made to a third party to enure for the benefit of that third party, or if it be a rule of law that, in such a contract, exact compliance with its terms by the obligor is a breach of the contract where the obligee requires some other method of performance. There are, in my opinion, no such rules of law. Third party contracts are not unknown in commerce, and they now frequently arise under pension schemes where employees having only contractual rights to a pension are authorized to allocate and do allocate a part of the expected pension to dependants. No lawyer would, I think, suggest that such contracts might not be duly made. The second supposed rule, again, need only be stated to be rejected. An obligor is bound only to perform his bargain according to the terms agreed or implied. Is there any reason for excluding third party contracts from the application of this principle? Ι see none. Where the performance is to be made by payment to a third party, the treatment of the performance in the agreed manner as due performance, whatever changes of mind the obligee may undergo, does not involve acceptance of the view that the third party has rights under the contract - he has none - but is necessitated by adherence to the fundamental principle that the obligor is bound only to perform in the way agreed and cannot have some other method of performance put upon him at the wish of the obligee. The rule that the third party may not sue, and, therefore, has under the contract no rights, is, to my mind, irrelevant. What is relevant is that, subject to considerations of public policy, parties freely bargaining may make such contracts as they please, and are bound only to perform such contracts and none other." (δικές μου οι υπογραμμίσεις) Στην προαναφερθείσα υπόθεση τονίσθηκε ότι εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη μιας συμφωνίας επί τη βάσει αντιπαροχής που παραχωρείται από το ένα μέρος, το άλλο μέρος να κάνει πληρωμές σε τρίτο πρόσωπο προς όφελος του τρίτου προσώπου και όχι προς όφελος του συμβαλλόμενου που παραχωρεί την αντιπαροχή. Αν αυτό προκύπτει από την ερμηνεία μιας συμφωνίας τότε μία τέτοια συμφωνία είναι καθόλα έγκυρη και εκτελεστή. Παραθέτω στο σημείο αυτό τη σχετική περικοπή που διαβάζουμε στις σελίδες 101-102: «It is open to parties to agree that, for a consideration supplied by one of them, the other will make payments to a third person for the use and benefit of that third person and not for the use and benefit of the contracting party who provides the consideration. Whether or not such an agreement has been made in a given case is clearly a question of construction, but, assuming that the parties have manifested their intention so to agree, it cannot, I think, be doubted that the common law would regard such an agreement as valid and as enforceable (in the sense of giving a cause of action for damages for its breach to the other party to the contract), and would regard the breach of it as an unlawful act." Παρόμοιες αναφορές διαβάζουμε και στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles 27th Edn, στην παρα.18-027 και σελ.923: «General. Although a contract for the benefit of a third party generally does not enable the third party to assert rights arising under it, the contract remains nevertheless binding between promisor and promise. The fact that the contract was made for the benefit of a third party does not, however, give rise to special problems so far as the promisee´s remedies against the promisor are concerned. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, δημιουργείται καταπίστευμα προς όφελος του δικαιούχου. Είναι πάγια νομολογημένο ότι για τη δημιουργία καταπιστεύματος (trust) αναφορικά με ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής ή με το ωφέλημα που προκύπτει από ασφαλιστήριο συμβόλαιο και γενικά για τη δημιουργία οποιουδήποτε καταπιστεύματος προς όφελος τρίτου προσώπου χρειάζεται η διαπίστωση σαφούς πρόθεσης του ασφαλιζόμενου (assured)[1]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles (ανωτέρω) στην παρά. 18-046 σελ.934: «Ιntention to create a trust. A promisee will only be regarded as a trustee for the third party if he has the intention to create a trust. Such an intention is most easily established where the word "trust" or "trustee" has been used: The only problem in such cases is whether the third party claiming to enforce the promise is a person in whose favour the trust has been created. But a trust may be created without using any particular form of words and where the word "trust" of "trustee" has not been used, the question whether there is an intention to create a trust gives rise to very great difficulty. Thus in some cases a promise to a person to provide for his dependants on his retirement or death has been held to create a trust in their favour, while in other cases such a promise has been held not to have this effect. Similarly, life insurance policies expressed to be for the benefit of third parties have in some cases been held to create trusts in their favour, and in others to confer no enforceable rights on them .."[2] Eκείνο που τoνίζεται στη σχετική επί του θέματος νομολογία είναι ότι για τη δημιουργία καταπιστεύματος είναι απαραίτητη η ύπαρξη πρόθεσης για να ωφεληθεί τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω η πρόθεση να ωφεληθεί τρίτο πρόσωπο πρέπει να είναι αμετάκλητη. Κατά συνέπεια μια σύμβαση δεν αναμένεται να δημιουργήσει καταπίστευμα προς όφελος τρίτου προσώπου, αν με βάση τους όρους της σύμβασης, ο promisee δικαιούται να αποστερήσει το τρίτο πρόσωπο από το ωφέλημα με το να το μεταφέρει στον εαυτό του ή σε άλλο δικαιούχο που δεν αναφέρεται στη συμφωνία[3]. Εχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, αφενός τη νομική καθοδήγηση που σκιαγραφήθηκε ανωτέρω και εφετέρου τους όρους των υπό εξέταση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, είμαι της άποψης ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας σύμβασης προς όφελος τρίτου και, συγκεκριμένα, του πρωτεύοντα δικαιούχου που καθορίζεται σε καθένα από τα δύο συμβόλαια[4]. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο να παραπέμψω στα γεγονότα της υπόθεσης Ιn re Schebsman, ex parte The Official Receiver The Trustee v. Cargo Superintendents (London) Ltd and Schebsman
(1944)Ch.
- Στην υπόθεση εκείνη μια εταιρεία συμφώνησε με τον υπάλληλο της, τον Schebsman, να κάνει ορισμένες πληρωμές στην χήρα του σε περίπτωση που ο θάνατος του θα επεσυνέβαινε εντός περιόδου έξι χρόνων από τον τερματισμό της απασχόλησης του. Ο Schebsman απεβίωσε εντός αυτής της περιόδου και η περιουσία του είχε πτωχεύσει. Ο εκκαθαριστής (trustee in bankruptcy) στην πτώχευση επιχείρησε να μεταφέρει τις πληρωμές που θα γίνονταν στην χήρα του Schebsman προς την περιουσία του αποβιώσαντα και ζήτησε δήλωση ότι όλα τα ποσά τα οποία ήταν πληρωτέα από την εταιρεία με βάση τη σύμβαση αποτελούσαν μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η απαίτηση του εκκαθαριστή απέτυχε. Η εταιρεία δεν είχε μόνο την ευχέρεια αλλά ήταν υποχρεωμένη να κάνει τις καθορισθείσες πληρωμές στην χήρα και δεν ετίθετο θέμα να περιγραφεί η ίδια ως αντιπρόσωπος που θα λάβανε τα χρήματα εκ μέρους και για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντα. Όπως τονίσθηκε από τον Λόρδο Greene MR στη σελίδα 91: «It is important to bear in mind at the outset that, as between himself and the English company the debtor had no right to intervene and direct the company to make the payments to someone other than Mrs Schebsman or her daughter. As between the three parties to the contract, its terms were that the payments should be made to Mrs Schebsman and her daughter and made to them, clearly for their own benefit. If, therefore, the debtor in his lifetime had directed the company to make these payments to his executors, the company would have been entitled to ignore the direction." Περαιτέρω, στη σελίδα 103, ο Δικαστής Du Parcq L.J. τόνισε τα εξής σχετικά: "I now turn to the agreement in the present case to seek in the document itself the answer to the question whether the parties intended that, after the debtor´s death, the company should be under an obligation to make payments to Mrs. Schebsman for her own benefit, and the debtor´s personal representatives should be under a corresponding obligation to accept payment to Mrs. Schebsman for her own benefit as a fulfillment of the contract. It seems to me to be plain on the face of the contract that this was the intention of the parties". Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση τονίσθηκε, περαιτέρω, εμφαντικά, ότι τα ποσά που προέκυπταν από τη συμφωνία μεταξύ του αποβιώσαντα και της εταιρείας ποτέ δεν υπήρξαν περιουσία του αποβιώσαντα και ότι ποτέ δεν είχε ο τελευταίος δικαίωμα σ΄ αυτά. Το δικαίωμα του ήταν να επιμένει όπως αυτά καταβληθούν όχι στον ίδιο αλλά στη σύζυγο του ως το άτομο που είχε κατονομάσει στη συμφωνία ως δικαιούχο. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση στη σελ.106: (από τον Δικαστή Du Parcq L.J.) «It now remains to consider whether the trustee in bankruptcy is entitled to the advantage which he seeks to obtain from s.42 of the Bankruptcy Act,
- In my opinion, he is not. On the view which I take of the transaction the debtor never acquired a right to the sums which were to be paid to Mrs. Schebsman. All he acquired was a right to insist on those payments being made, not to himself, but to her. If it is said that he named her as the person to whom he wished the payments to be made, it may equally well be said that the company named her as a person, and in certain events, the only person, to whom, and for whose benefit they would promise to make the payments. The fact is that she was the person whom both parties agreed to make the beneficiary of the contract. The money payable to her was never the "property" of the bankrupt, and it was never in his power to "transfer" it to her." (Οι υπογραμμίσεις δικές μου.) Ομοίως στη σελίδα 97 (από το Λόρδο Greene MR): "The sums in question were never property of the debtor. He never had any right to them, either at law or in equity, and I cannot see how he can be said to have settled them on his wife and daughter. True it is that the effect of the contract, assuming that the company performed it, was to bring these sums into the hands of the widow and daughter and that the machinery provided has resulted in a benefit to them, but this does not mean that they were the debtor´s property or that the contract was a settlement within the meaning of the section. The section clearly deals with property which, but for the settlement, would have been available to pay the debts of the settlor. These sums never would have been available for that purpose". (Οι υπογραμμίσεις δικές μου) Στα υπό εξέταση ασφαλιστήρια Συμβόλαια Α και Β προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο τους η πρόθεση του ασφαλιζόμενου να επωφεληθεί τρίτο άτομο που κατονομάζεται σε καθένα από αυτά ως δικαιούχος ως, επίσης, και το ότι το ωφέλημα λόγω θανάτου είναι ωφέλημα που ο δικαιούχος νομίμως δικαιούται (δέστε μεταξύ άλλων όρος 3.7(α), όρος 3.7 (β) όπως και την εισαγωγή στους Ορους Συμβολαίου) όπου αναφέρεται ρητά ότι, σε ανταπόδοση της πληρωμής των ασφαλίστρων, η εταιρεία καταβάλλει στον ιδιοκτήτη τα ωφελήματα, εκτός από το ωφέλημα λόγω θανάτου, το οποίο καταβάλλεται στο πρόσωπο που το δικαιούται σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου. Σημαντική είναι, επίσης, για σκοπούς ερμηνείας της πρόθεσης των συμβαλλομένων στα υπό εξέταση Ασφαλιστήρια Συμβόλαια, και η πρόνοια στον όρο 3.7(α)(iv) σύμφωνα με την οποία ο ιδιοκτήτης δεν δύναται να διορίζει σαν δικαιούχο του ωφελήματος λόγω θανάτου τον εαυτό του ή τους κληρονόμους. Ως αποτέλεσμα το ωφέλημα λόγω θανάτου και στα δύο ασφαλιστήρια Συμβόλαια Α και Β δεν αποτελεί, με βάση την ερμηνεία που δόθηκε ανωτέρω, μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα αλλά ωφέλημα που δικαιούνται οι κατονομαζόμενοι σ΄ αυτά δικαιούχοι στους οποίους θα πρέπει να καταβληθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Επομένως η απάντηση στο ερώτημα (Α) της παρούσας αίτησης είναι καταφατική. Συνακόλουθα καθόσον αφορά το ερώτημα (Β) η απάντηση του Δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω ποσά δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό του κληρονομικού τους μεριδίου το οποίο δεν θα πρέπει να μειωθεί κατά το ίσο ποσό. Επομένως, η απάντηση στο (Β) είναι αρνητική. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΕΣ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Eναρκτήρια Αίτηση: 62/
- Επί τοις αφορώσι την Διαχείριση αρ. 271/04 του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη τέως από τη Λάρνακα Και Επί τοις αφορώσι το άρθρο 53 του Κεφ. 189 των Νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας Και Επί τοις αφορώσι την αίτηση από τον Διαχειριστή της περιουσίας του Αποβιώσαντα Αντώνη Ανδρέου από τη Λάρνακα ____________ 24 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Αντώνης Ανδρέου, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Μιχαλάκη Καρπασίτη. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση:
(1)Άντρη Καρπασίτη
(2)Ανδρέας Καρπασίτης και
(3)Αγγέλα Καρπασίτη: κ. Ν. Τσαρδελλής. Δικαστήριο: Χθες έχει δοθεί απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα εναρκτήρια αίτηση. Εκ παραδρομής δεν έγινε διαταγή όσον αφορά τα έξοδα και γι΄ αυτό το λόγο εμφανίζονται σήμερα οι συνήγοροι ώστε να εκδοθεί η συνηθισμένη διαταγή ότι τα έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από την περιουσία του αποβιώσαντος. (Υπ.) .................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε MacGillivray & Parkington on Insurance Law, 6η έκδοση,
(1975), σελ. 600, παρα. 1454 «It is a fundamental principal that a trust of a policy is not to be inferred from a general intention, expressed orally or in writing, to benefit a third party in circumstances where it would be meritorious to do so, but only from language clearly revealing an intention to create a trust." [2] Δέστε, μεταξύ άλλων, Re Schebsman
(1944)Ch. 83, Re Webb
(1941)Ch. 225, Re Foster´s Policy
(1966)1 W.L.R. 222, Re Burgess Policy
(1915)113 LT 443, Re Clay´s Policy of Assurance [1937] 2 All E.R. 548, Re Sinclair´s Life Policy
(1938)Ch. 799. [3] Δέστε CHITTY ON CONTRACTS (ανωτέρω) παρα. 18-048, σελ.936: «Irrevocability of intention to benefit at third party. As a general rule, the intention to benefit the third party must be irrevocable so that a contract will not normally give rise to a trust in favour of the third party if, under the terms of the contract, the promise is entitled to deprive the third party of the benefit by diverting it to himself or to other beneficiaries not mentioned in the contract." [4] Δέστε Halsbury´s Laws of England 4th Ed. Para.579, σελ.303: "By taking out a policy expressed to be for the benefit of a third party, the assured does not thereby necessarily constitute himself a trustee. In each case it is a question of construction of the terms of the policy or relevant deed whether or not such a trust is created. There is, in any case, nothing in English common law to prohibit a contract between two persons under which one party is obliged to confer a benefit on a third party not privy to the contract, and where a contract is of that type, there is no principle of equity compelling the obligor to make payment to anyone else, for example the trustee in bankruptcy of the other party to the contract." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο