Γιώργος Μιχαήλ κ.α. ν. AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 2814/2007, 27.11.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2814/2007 Μεταξύ:
- Γιώργος Μιχαήλ
- Αντιγόνη Μιχαήλ Εναγόντων -και- AKATHIOTIS DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 19.3.
- Ημερομηνία: 27.11.
- Εμφανίσεις: Για εναγόμενους-αιτητές: κα Αντ. Νικηφόρου. Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: κ. Άδ. Πετρίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή ζητείται άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης, η οποία καταχωρήθηκε στις 31.3.2008, σε τρία, βασικά, σημεία της. Πρώτον, ζητείται να επιτραπεί η αναίρεση της παραδοχής της παραγράφου 4 της έκθεσης απαιτήσεως με τη διαγραφή της σχετικής δήλωσης στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης. Δεύτερο, ζητείται να προστεθεί νέα παράγραφος με αρίθμηση 3 στην οποία να δηλώνεται άρνηση της παραγράφου 4 της έκθεσης απαιτήσεως συνοδευόμενη από ισχυρισμούς ότι οι ενάγοντες οφείλουν συγκεκριμένα ποσά στους εναγόμενους στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης. Και τρίτο, ζητείται η προσθήκη νέας παραγράφου 12 στην οποία να περιληφθούν ισχυρισμοί με βάση τους οποίους να αναφέρεται ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Τέλος, εκτός από την απαίτηση για αναρίθμηση των παραγράφων της υπεράσπισης εν όψει της προσθήκης νέων παραγράφων, ζητείται, επίσης, άδεια για προσθήκη στο εν λόγω δικόγραφο και ανταπαιτήσεως η οποία φέρεται να προκύπτει στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται στη νέα παράγραφο 3, ανωτέρω. Η αίτηση των εναγομένων στηρίζεται στη Διαταγή 25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ενώ στην ένορκη δήλωση η οποία τη συνοδεύει αναφέρεται πως ο λόγος για τη μη συμπερίληψη από την αρχή των ορθών, όπως χαρακτηρίζονται, ισχυρισμών, οφείλεται σε λάθος οδηγίες των εναγομένων. Και περαιτέρω ότι τα γεγονότα που φέρεται να αποκαλύπτουν την αλήθεια διαπιστώθηκαν τελευταίως κατά το στάδιο της προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση, για την οποία ήταν ορισμένη στις 13.5.
- Να σημειωθεί ότι η βάση της αγωγής αφορά ισχυριζόμενη παράβαση γραπτής συμφωνίας από τους εναγομένους διά της οποίας οι τελευταίοι φέρεται να είχαν πωλήσει στους ενάγοντες μια υπό ανέγερση κατοικία στην περιοχή του χωριού Ορόκλινη. Η συμφωνία αυτή φέρεται να συνήφθη μεταξύ των διαδίκων στις 25.4.
- Η ισχυριζόμενη παράβαση της συνίσταται στη μη εμπρόθεσμη τιτλοποίηση της εν λόγω κατοικίας στους ενάγοντες, αγοραστές, με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν απολέσει τη δυνατότητα πώλησης της σε τρίτο πρόσωπο με το οποίο είχαν συμβληθεί για το σκοπό αυτό. Όπως δε υποστηρίζουν, σαν αποτέλεσμα έχουν υποστεί ζημιά την οποία αξιώνουν εναντίον των εναγομένων. Οι ενάγοντες προβάλλουν ένσταση ισχυριζόμενοι, βασικά, την ύπαρξη καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση και επίσης ότι με αυτήν προβάλλουν μια νέα βάση υπεράσπισης. Πρόσθετα, προβάλλουν το γεγονός ότι στο στάδιο των οδηγιών είχε δηλωθεί από τους συνηγόρους και των δύο πλευρών ότι δεν επιθυμούσαν να δοθούν οδηγίες από το δικαστήριο για οποιοδήποτε θέμα το οποίο καλύπτει η Δ.30, δηλαδή και για τυχόν τροποποίηση των δικογράφων. Δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία στο γεγονός ότι με την αίτηση ζητείται και η προσθήκη ανταπαίτησης. Οι λόγοι ανωτέρω αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ενστάσεως ενώ στην ένορκη δήλωση αναφέρεται γενικά πως αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί αδικία και ζημιά στους ενάγοντες η οποία δε θα μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Και αυτό πρόσθετα της περαιτέρω καθυστέρησης η οποία, όπως επισημαίνεται, θα προκληθεί στην περάτωση της αγωγής. Οι συνήγοροι με οδηγίες του δικαστηρίου υπέβαλαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες υποστηρίζουν τις αντίστοιχες θέσεις τους όσον αφορά τα γεγονότα αλλά και από νομικής άποψης. Επίσης, παραπέμπουν σε ό,τι θεωρούν ως σχετική νομολογία. Όσον αφορά τα γεγονότα που εκτίθενται πιο πάνω δε διαπιστώνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφωνία. Ενώ δεν προβάλλεται και οποιοσδήποτε ισχυρισμός για ύπαρξη κακής πίστης όσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Επομένως, τα θέματα που εγείρονται με την ένσταση μπορούν να εξεταστούν ευθέως με αναφορά τις πρόνοιες της Διαταγής 25 και τη σχετική νομολογία. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου την οποία επικαλούνται στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι προσδιορίζεται στην προαναφερθείσα Διαταγή ως εξής: Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε διάδικο να τροποποιήσει το δικόγραφο του με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους τους οποίους θα κρίνει δίκαιο να επιβάλει. Η βασική δε αρχή την οποία εφαρμόζει και προβλέπεται στην ίδια εν λόγω Διαταγή αναφέρει ότι η τροποποίηση επιτρέπεται μόνο αν είναι αναγκαία προς το σκοπό επίλυσης των πραγματικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Δεδομένου ότι ο καθορισμός της επίδικης διαφοράς βασικά επαφίεται στην κάθε πλευρά διά του δικογράφου της, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει στο πλαίσιο τέτοιας αίτησης όπως η παρούσα την πτυχή αυτή και περιορίζεται στο να διαμορφώσει τη γνώση του σχετικά από τη φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων και τις ήδη δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Ενώ ένα συγκεκριμένο θέμα για το οποίο επιζητεί να ικανοποιηθεί είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση δε διέπεται από κακή πίστη ή διάθεση για εξαπάτηση της άλλης πλευράς, το οποίο βέβαια σπανίως μπορεί να συμβεί. Δοθέντων των ανωτέρω, η τάση ήταν πάντοτε και εξακολουθεί να είναι και σήμερα, πως τροποποιήσεις οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου την πραγματική διαφορά μεταξύ των μερών επιτρέπονται. [βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934]. Το γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση μπορεί να επιδιώκεται η επανατοποθέτηση επί ενός θέματος όσον αφορά την αιτία αγωγής ή της υπεράσπισης, αναλόγως, δεν αποτελεί λόγο ώστε αυτή να μην επιτραπεί. [βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704]. Ούτε βέβαια η ύπαρξη κάποιας καθυστέρησης όσον αφορά την υποβολή της αίτησης αποτελεί αυτόνομο λόγο προς την ίδια κατεύθυνση. Σχετικά με το θέμα αυτό να σημειωθεί ότι η θέση για ύπαρξη κακής πίστης συνήθως εγείρεται σε συνάρτηση με ένα τέτοιο γεγονός, δηλαδή τη σημειωθείσα καθυστέρηση ως προς την υποβολή της αίτησης [βλ. Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426]. Απουσιάζοντος του τελευταίου παράγοντα βασικά το ζητούμενο είναι κατά πόσο αν επιτραπεί η τροποποίηση η άλλη πλευρά θα υποστεί τέτοια ζημιά η οποία δε θα είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Όμως, κατά κανόνα η επιδίκαση εξόδων προς όφελος του ενιστάμενου μέρους είναι επαρκής τρόπος για αποζημίωση του. Η παρούσα δε περίπτωση δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση. Ειδικότερα, η προσθήκη ανταπαίτησης σίγουρα δε θα έχει οποιαδήποτε δυσμενή επίδραση στην πλευρά των εναγόντων αιτητών. Μάλιστα, στην ειδοποίηση ενστάσεως τους ούτε καν που εγείρουν τέτοιο ζήτημα. Ενώ όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης οπωσδήποτε το δικαστήριο είναι σε καλύτερη θέση να κρίνει αν η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης θα είναι επιβλαβής για την άλλη πλευρά. Εν προκειμένω, το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακρόαση της υπόθεσης και δεδομένου του υφιστάμενου προγράμματος για όλες τις υποθέσεις, διαπιστώνεται ότι δε θα προκληθεί στην πραγματικότητα οποιαδήποτε πρόσθετη καθυστέρηση συνεπεία της αίτησης όσον αφορά την ακρόαση της αγωγής. Θα δοθεί ημερομηνία ακροάσεως με δεδομένο το γεγονός ότι αυτή έχει καταχωρηθεί το 2007. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται και το γεγονός ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων πως αν επιτραπεί η αίτηση για τροποποίηση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία και ζημιά είναι πολύ γενικός αφού δεν προσδιορίζει ποια μπορεί να είναι αυτή η αδικία ή η ζημιά. Ένα τελευταίο θέμα αφορά τη θέση των εναγόντων ότι μετά την παρέλευση του σταδίου κατά το οποίο η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες, και το οποίο οι εναγόμενοι δεν εκμεταλλεύτηκαν δεόντως προκειμένου να αιτηθούν τροποποίηση της υπεράσπισης τους, δε θα πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης τους σ΄ αυτό το μεταγενέστερο στάδιο. Ασφαλώς μια δήλωση του δικηγόρου στο στάδιο των οδηγιών ότι δεν επιθυμεί να δοθούν οδηγίες για οποιοδήποτε θέμα που εμπίπτει στη Διαταγή 30 είναι δεσμευτική για τον διάδικο που εκπροσωπεί. Στη βάση δε αυτή δεν μπορεί κατά κανόνα να επανανοίξει το στάδιο των οδηγιών. Όμως, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της δέσμευσης αυτής κατά τρόπο ώστε να πλήττονται τα ζωτικά συμφέροντα στην υπόθεση του μέρους που είχε δεσμευτεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς τη γενικότερη έννοια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης αλλά και της συγκεκριμένης εξουσίας η οποία παρέχεται από τη Διαταγή 25 όπως αυτή έχει προσδιοριστεί προηγουμένως. Στην προκειμένη περίπτωση έχουν δοθεί εξηγήσεις, αναφέρονται προηγουμένως, για το λόγο που δεν υποβλήθηκε η αίτηση για τροποποίηση πιο νωρίς. Κρίνονται δε ικανοποιητικές αφού φαίνεται να αφορούν περίπτωση καλόπιστου λάθους από μέρους των ιδίων των εναγομένων. Επομένως, υπό το φως όλων των ανωτέρω επιτρέπεται η αίτηση ως έχει με έξοδα υπέρ των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Στα έξοδα τα οποία να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής θα περιλαμβάνονται και τα αχρείαστα προκληθέντα έξοδα. Το τροποποιηθέν δικόγραφο των εναγομένων να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, και εντός 10 ημερών από τη παράδοση του στους ενάγοντες οι τελευταίοι να καταχωρήσουν το δικό τους δικόγραφο. (Υπ.)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο