← Κύπρος

ΣΤΥΛΛΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2520/08, 9 Δεκεμβρίου, 2009

ΣΤΥΛΛΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2520/08, 9 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2520/08 Μεταξύ: ΣΤΥΛΛΗΣ ΠΑΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, εκ Λάρνακος Ενάγοντα ΚΑΙ 1. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ, εξ οδός Τρικώμου αρ. 6, Αραδίππου 2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΝΩΛΗ, εκ Σοφίας Βέμπο 8, Άγιος Νικόλαος, 6042, Λάρνακα Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 22.4.2009 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητή / Ενάγοντα: κ. Κωνσταντίνου Για Καθ΄ου η αίτηση / Εναγόμενο 1: κα Γ. Ζαχαρίου Για Καθ΄ου η αίτηση / Εναγόμενο 2: κα Διάκου για κ. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει κατά των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: (Α) €100.000 δυνάμει παράβασης συμφωνίας και/ή δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή απάτης και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και/ή συνωμοσίας με σκοπό την καταδολίευση και/ή άλλως πως (Β) Νόμιμο τόκο (Γ) Έξοδα Μετά την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής ο Ενάγων καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούσε από το Δικαστήριο: (Ι) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 2 και/ή στους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή στους υπαλλήλους του από του να αποξενώσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν διά υποθήκης ή άλλως συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία εξειδικεύονταν μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής (ΙΙ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 και/ή στους υπηρέτες του και/ή αντιπροσώπους του και/ή υπαλλήλους του από του να αποξενώσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν διά ενεχυρίασης και/ή ενοικιαγοράς και/ή επιβάρυνσης και/ή άλλως πως το όχημα υπ΄ αρ. εγγραφής ΚQD098 MERCEDES μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς και ενέκρινε την αίτηση. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, ενώ από πλευράς Καθ΄ων η αίτηση η ακύρωση τους. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ 1, 2, 9, Δ.39, Δ.64, στο Σύνταγμα, στη Νομολογία και στη δικαστική πρακτική, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και στις Αρχές της επιείκειας. Συνοδεύεται δε από Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα η οποία έχει, βασικά, ως εξής: § Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια γνώρισε τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο δημιούργησε μια τυπική φιλία, ο οποίος του είπε ότι έκανε επενδύσεις στη Βουλγαρία και τον παρότρυνε περί τα τέλη του 2006 και αρχές του 2007 να κάνει και αυτός κάποια επένδυση σε ακίνητη ιδιοκτησία. Του είπε, επίσης, ότι, αν ενδιαφερόταν, θα μπορούσε να τον βοηθήσει ο ίδιος με το συνεργάτη του Εναγόμενο 2 του οποίου το τηλέφωνο έδωσε στον Ενάγοντα § Περί το Μάρτιο του 2007 τηλεφώνησε στον Ενάγοντα ο Εναγόμενος 2, του είπε ότι είναι συνεργάτης του Εναγομένου 1 και τον προσκάλεσε σε περιοδεία στη Βουλγαρία όπου θα πήγαινε για να δει ο Ενάγων διάφορα ακίνητα που προσφέρονταν για επένδυση. § Στις 30.3.07 πήγε ο Ενάγων στη Βουλγαρία όπου ο Εναγόμενος 2 τον παρέλαβε και του γνώρισε το Σταύρο Ξιούρουπα, επίσης συνεργάτη του. Έκαναν περιοδείες. Μαζί του ήταν ακόμη ένας ονόματι Σπύρος ο οποίος φαινόταν πελάτης. § Μεταξύ άλλων ο Ενάγων είδε ένα χωράφι έκτασης 10.000 τ.μ. που προσφερόταν για αγορά. Σ΄ εκείνο το στάδιο ο Ενάγων δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση για αγορά ή όχι της περιουσίας αυτής. § Στις 3.4.07 του τηλεφώνησε ο Εναγόμενος 2 και τον παρότρυνε να αγοράσει το πιο πάνω αναφερόμενο χωράφι γιατί, όπως του έλεγε, η τιμή ήταν πολύ καλή και ανέβαινε συνέχεια. Ο Ενάγων συμφώνησε και ο Εναγόμενος 2 του ζήτησε προκαταβολή €20.000 την οποία ο Ενάγων απέστειλε. § Στις 11.4.07 ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 2 υπογράψαν Συμφωνητικό Έγγραφο για το τεμάχιο γης (Τεκμήριο Δ) § Στις 18.4.07 τον πήρε τηλέφωνο ο Εναγόμενος 1 και του ζήτησε να εξοφλήσει το χωράφι, δηλ. να στείλει άλλες €180.000, γιατί θα μπορούσε διαφορετικά να ακυρωθεί η συμφωνία και να χαθεί η ευκαιρία. § Όλοι του ασκούσαν πίεση να τους στείλει τα λεφτά όπως ο Σταύρος Ξιούρουπας και ο Εναγόμενος 2. Τελικά ο Ενάγων συμφώνησε και τους έστειλε στις 23.4.07 άλλες €80.000. Εν τω μεταξύ ο Ενάγων ζητούσε τα τοπογραφικά σχέδια του ακινήτου που είχε ζητήσει από την αρχή από τον Εναγόμενο 2. § Στις 21.6.07 του έφεραν να υπογράψει κάποια πληρεξούσια. Ο Ενάγων ζήτησε να πάνε σε δικηγόρο γιατί ήθελε να εξασφαλισθεί γραπτώς ότι είχε δώσει τα €100.000 και ότι θα έπαιρνε το ποσό αυτό για να ακυρωθεί η αγοραπωλησία εφόσον αντιλήφθηκε πλέον ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. § Πήγαν σε δικηγόρο και, κατόπιν εισήγησης του δικηγόρου, υπεγράφησαν τα ακόλουθα έγγραφα: (
  2. i)Γραμμάτιο συνήθους τύπου διά του οποίου ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να καταβάλει στον Ενάγοντα την 1.7.08 το ποσό των €100.000 πλέον τόκο προς 6% ετησίως από 19.7.07 μέχρι εξοφλήσεως (Τεκμήριο ΣΤ). (
  3. ii)Δήλωση του Ενάγοντα που αναφέρει ότι δεδομένης της ανάληψης του χρέους του Εναγομένου 2 προς τον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 1 διά του προαναφερόμενου Γραμματίου ουδεμία απαίτηση είχε πλέον ο Ενάγων από τον Εναγόμενο 2 υπό την αίρεση ότι το ποσό των €100.000 πλέον τόκο θα του καταβαλλόταν μέχρι την 19.7.07 (Τεκμήριο Ζ). (iii)Δήλωση - Δέσμευση του δικηγόρου ότι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης του Εναγομένου 1 προς τον Ενάγοντα, θα προχωρούσε σε λήψη μέτρων εναντίον του χωρίς περαιτέρω δικηγορικά έξοδα (Τεκμήριο Η). (iv)Απόδειξη του Εναγομένου 1 ότι έλαβε από τον Εναγόμενο 2 το ποσό των €100.000 που ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο 2 και ότι υποχρεούτο να του το επιστρέψει δυνάμει του προαναφερόμενου γραμματίου (Τεκμήριο Θ). · Περί τις αρχές του Νοεμβρίου προς μεγάλη του έκπληξη o Ενάγων έλαβε επιστολή από το δικηγόρο του Εναγομένου 2 ο οποίος του έδιδε προθεσμία να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης της αρχικής συμφωνίας εκ €100.000 (Τεκμήριο Ι). · Ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του δυνάμει του γραμματίου και, τελικώς, ο Ενάγων έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, όπως και έγινε στις 6.11.08. Περαιτέρω στις 11.11.08 προχώρησε σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία για συνωμοσία και εξαπάτηση εναντίον του. · Κατόπιν έρευνας στο κτηματολόγιο για διαπίστωση ύπαρξης ακίνητης περιουσίας επ΄ ονόματι των Εναγομένων προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε κτήματα στα Κάτω Λεύκαρα (Τεκμήριο Ξ). Περαιτέρω ο Ενάγοντας ενημερώθηκε από το δικηγόρο του ότι πρόσφατα ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του οχήματος υπ΄ αριθμό εγγραφής ΚQD098 μάρκας MERCEDES. Αμέσως μετά έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να προχωρήσει με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. · Είναι άκρως επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εφόσον η μέχρι τώρα συμπεριφορά των Εναγομένων δείχνει αναξιοπιστία και εμφανή πρόθεση να μην του επιστραφεί το ποσό των €100.000. · Από τα πιο πάνω προκύπτει μεγάλη πιθανότητα ο Εναγόμενος 2 να προχωρήσει σε αποξένωση των κτημάτων που αναφέρονται στην αίτηση και ή έχει τη δυνατότητα να τα υποθηκεύσει με αποτέλεσμα να μην μπορεί ο Ενάγοντας να αποζημιωθεί. Το δε όχημα του Εναγόμενου 1 μπορεί να αποξενωθεί ή πωληθεί πολύ εύκολα. · Η φερεγγυότητα των Εναγομένων είναι αβέβαιη με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ πιθανόν να μην μπορεί ο Ενάγοντας να αποζημιωθεί στο τέλος της υπόθεσης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1 ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τον Εναγόμενο 1 η οποία βασίζεται στη Δ.26 θθ2-10, Δ.48 θθ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Ø Δεν οφείλει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Ø Δεν έχει την κυριότητα του αυτοκινήτου. Ø Όλοι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα/Αιτητή είναι αβάσιμοι. Ø Το προσωρινό διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί με την αίτηση άνευ κλήσεως διότι δεν υπήρχε το στοιχείο του επείγοντος. Ø Η ένορκος δήλωση του Ενάγοντα δεν δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σ΄ό,τι αφορά τον κίνδυνο να υποστεί αυτός ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή να είναι αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον σε περίπτωση που δεν εκδίδετο το προσωρινό διάταγμα. Ø Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή γενικά δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος. Ø Ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή και παραπλάνησε το Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. Ø Η ένορκος δήλωση του Ενάγοντα δεν δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε ό,τι αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης της επίδικης περιουσίας από τον Εναγόμενο 1 καθότι το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KQD098 ΜERCEDES δεν ανήκει στον Εναγόμενο 1 αλλά στον Borukolo Mariousz Tadeusz. H ένσταση του Εναγομένου 1 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η οποία, εν συνόψει, έχει εξής: · Δεν όφειλε ποτέ το ισχυριζόμενο ή οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα. Προσφέρθηκε να πληρώσει το ποσό που ο Ενάγοντας πλήρωσε στον Εναγόμενο 2 απλώς και μόνο για να διαφυλάξει το όνομα του αφού είναι εξαιτίας του που ο Ενάγοντας γνώρισε τον Εναγόμενο 2 υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο Ενάγοντας σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 2 θα του τιτλοποιούσαν το ακίνητο που βρίσκεται στη Βουλγαρία, και το οποίο αφορά την επίδικη διαφορά μεταξύ του Εναγομένου 2 και του Ενάγοντα. · Ουδέποτε ο Ενάγοντας του κατέβαλε το ποσό των €100.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και, επομένως, το ισχυριζόμενο επίδικο γραμμάτιο έγινε χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα και, άρα, είναι άκυρο και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα. · Όσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας αίτησης υπάρχει πωλητήριο έγγραφο ημερ. 18.7.08 για το αυτοκίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής KQD098 MERCEDES το οποίο μόνο τυπικά εγγεγραμμένο είναι επ΄ ονόματι του Εναγομένου 1 αλλά στην ουσία δεν του ανήκει. Με βάση το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο Β) αγοραστής είναι ο Borukalo Mariousz Tadeusz o οποίος έκτοτε και μέχρι σήμερα το κατέχει νόμιμα και ο Εναγόμενος 1 δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας ή κατοχής επί του αυτοκινήτου αυτού. · Το αυτοκίνητο αυτό, απλώς, παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα του Εναγομένου 1 λόγω του ότι ο εν λόγω αγοραστής επέλεξε να συνεχίσει να πληρώνει τις δόσεις του προϋφιστάμενου δανείου για την αποπληρωμή του αυτοκινήτου στην Τράπεζα αντί να συνάψει νέο δάνειο, γεγονός που ο Εναγόμενος 1 αποδέχτηκε. · Ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ: Στην υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη ένσταση και από τον Εναγόμενο 2 η οποία βασίζεται στη Δ.48 θθ1-4, Δ.39, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 21

(2), 32
(2),
(3)του Ν.14/60, στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Ø Το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και αρμόδιο Δικαστήριο είναι δυνάμει του Νόμου το Δικαστήριο του τόπου όπου ευρίσκεται το ακίνητο. Ø Υπάρχει σοβαρή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία αναιρεί το χαρακτήρα του κατεπείγοντος. Ø Τόσο η παρούσα αγωγή όσο και η αίτηση ως επί το πλείστον αφορούν θέματα άσχετα με τον Εναγόμενο
  1. Ø Ο Ενάγοντας αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης και/ή η αίτηση καταχωρήθηκε κακή τη πίστει και/ή εκδικητικά Ø Ο Ενάγων παραλείπει να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που απαιτεί το Άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Ø Το Διάταγμα και/ή οι θεραπείες που ζητά ο Ενάγοντας είναι άδικες και καταπιεστικές σε βάρος του Εναγομένου και δημιουργούν ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο δυσανάλογη της ζημιάς που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας Ø Το Διάταγμα κα/ή οι θεραπείες που ζητά ο Ενάγοντας παραβιάζουν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα του Εναγομένου να χρησιμοποιεί και αξιοποιεί την ακίνητη περιουσία του και/ή εν πάση περιπτώσει η δεσμευμένη διά του διατάγματος περιουσία είναι δυσαναλόγως υπερβάλλουσα σε αξία από την κατ΄ ισχυρισμό απαίτηση του Ενάγοντα. Ø Η ζημιά που θα υποστεί ο Εναγόμενος από την ύπαρξη του Διατάγματος είναι τεράστια σε σύγκριση με τη ζημιά που πιθανόν να υποστεί ο Ενάγων από την ακύρωση του. Η ένσταση του Εναγόμενου 2 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση στην οποία, αφού επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που αναφέρθηκαν ανωτέρω, καταγράφονται και τα εξής: · Πράγματι έχει συνομολογηθεί μεταξύ του Εναγόμενου 2 και του Ενάγοντα η συμφωνία ημερ. 11.4.07 (Τεκμήριο Δ στην Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα). Δυνάμει της συμφωνίας αυτής ο Εναγόμενος 2 έλαβε από τον Ενάγοντα ως προκαταβολή και/ή έναντι του τιμήματος πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου στη Βουλγαρία τα ποσά που αναφέρονται στην Ένορκο Δήλωση του Ενάγοντα. · Από της συνομολόγησης της πιο πάνω συμφωνίας πάντα ήταν πρόθυμος και έτοιμος να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αν και καλούσε τον Ενάγοντα να προσέλθει ενώπιον της αρμόδιας αρχής της Βουλγαρίας για μεταβίβαση του ακινήτου με την ταυτόχρονη εξόφληση του τιμήματος πώλησης ο Ενάγων αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να προσέλθει προς υλοποίηση των ανωτέρω. · Σε σχέση με διαβουλεύσεις και έγγραφα μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 και ό,τι έλαβε χώρα κατά τη συνάντηση στο γραφείο του δικηγόρου Ανδρέα Γεωργίου στη Λάρνακα δεν αφορούν τον Εναγόμενο 2, εξ ου και κανένα από τα σχετικά έγγραφα φέρει την υπογραφή του και δεν επηρεάζει τη δική του βούληση. · Οι πιο πάνω ενέργειες μεταξύ του Ενάγοντα και Εναγομένου 1 ήταν προϊόν συμπαιγνίας μεταξύ τους, όπως και η παρούσα αγωγή επί της οποίας στηρίζεται το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα. Η παρούσα αγωγή είναι προϊόν σύγχυσης και αντινομικότητας. Αν ο Ενάγοντας πιστεύει ότι το γραμμάτιο (Τεκμήριο ΣΤ) μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου υποκατέστησε την έννομη σχέση μεταξύ του Εναγομένου 2 και του Ενάγοντα, όπως πηγάζει από τη συμφωνία ημερ. 11.4.07, τότε είναι φανερόν ότι ο Ενάγων δεν έχει καμία υπόθεση εναντίον του Εναγομένου
  3. Αν, από την άλλη, πιστεύει ότι η συμφωνία μεταξύ του και του Εναγόμενου 2 είναι σε ισχύ, τότε και πάλι δεν νομιμοποιείται να εναγάγει τον Εναγόμενο 2 αφού ο ίδιος ποτέ δεν εξεπλήρωσε τις συμβατικές του σχέσεις. · Η δεσμευθείσα διά του διατάγματος περιουσία του Εναγόμενου 2 είναι συνολικής αξίας πέραν των €800.
  4. Μόνο το τεμάχιο 545 είναι αξίας €200.000 οπότε αυτό είναι υπέρ αρκετό για να καλύπτει και να εξασφαλίζει την απαίτηση του Ενάγοντα. · Ο Ενάγων δεν διατρέχει απολύτως κανένα κίνδυνο να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην απίθανη περίπτωση επιτυχίας του στην παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 ακόμη και σε περίπτωση αποξένωσης των δεσμευθέντων ακινήτων λόγω του ότι μπορεί να αποζημιωθεί με αποζημιώσεις. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ο κ. Κωνσταντίνου για τον Αιτητή, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση, υποστήριξε ότι με βάση την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και θεμελιώνεται η νομική του αξίωση, ενώ σε καμία περίπτωση μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι η απαίτησή του είναι παντελώς ανυπόστατη. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι και η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται από το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 πληρούται και έκαμε αναφορά στις παραγράφους 1-15 της ένορκης δήλωσης αναφορικά με το υπόβαθρο των συμφωνιών και τα γεγονότα που οδήγησαν τον Ενάγοντα να συμβληθεί με τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με αγορά οικιστικού τεμαχίου στη Βουλγαρία και την καταβολή του ποσού των €100.000 έναντι της συμφωνηθείσας τιμής αγοράς των €200.000. Αναφέρθηκε, επίσης, στα Τεκμήρια Στ, Ζ, Η και Θ τα οποία, όπως εισηγήθηκε, ουσιαστικά στηρίζουν και την αξίωση του Ενάγοντα με βάση τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Σ΄ ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)τόνισε ότι η αξία των δεσμευμένων ακινήτων ίσα που καλύπτει την απαίτηση εναντίον του Εναγομένου 2, ενώ η αξία του οχήματος του Εναγόμενου 1 είναι πολύ μικρότερη της απαίτησης. Επεσήμανε στο σημείο αυτό ότι, με βάση τη Νομολογία, δεν απαιτείται απόδειξη πρόθεσης αποξένωσης. Όσον αφορά το στοιχείο του επείγοντος, αφού αναφέρθηκε στη Νομολογία, ο κ. Κωνσταντίνου υποστήριξε ότι από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα προκύπτει ότι αυτός κινήθηκε άμεσα, πλην μικρής καθυστέρησης που σημειώθηκε και η οποία δεν οφείλετο στον ίδιο αλλά σε δικηγόρο ο οποίος είχε αρχικά αναλάβει την υπόθεση. Επεσήμανε, ακόμη, ότι μεσολάβησε έρευνα για εντοπισμό ακίνητης ιδιοκτησίας και μόλις ο δικηγόρος του Ενάγοντα εντόπισε τα κτήματα που αναφέρονται στην αίτηση προέβη στην καταχώρησή της. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει, πρόσθεσε, μαρτυρία για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας υποστήριξε ότι αυτό κλείνει υπέρ του Αιτητή εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγόμενους αν το διάταγμα καταστεί απόλυτο και ο Ενάγοντας χάσει την υπόθεση στο τέλος. Ενώ με βάση συμπεριφορά των Εναγομένων φαίνεται ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η απαίτηση του Ενάγοντα να μην μπορέσει να ικανοποιηθεί σε περίπτωση που αυτό δεν καταστεί απόλυτο. Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων υποστήριξε ότι ουδεμία απόκρυψη προκύπτει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η κα Γ. Ζαχαρίου για τον Εναγόμενο 1 υποστήριξε ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)και τόνισε ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε για την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου 1 ή έστω οποιεσδήποτε ενδείξεις για τη μη φερεγγυότητα του. Επεσήμανε δε ότι για το ζήτημα αυτό υπάρχει μόνο ένας γενικός ισχυρισμός στην παράγραφο 26 ότι η φερεγγυότητα των Εναγομένων είναι αβέβαιη. Η κα Ζαχαρίου υπεστήριξε, επίσης, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και αναφέρθηκε στην παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα από την οποία ανέφερε διαπιστώνεται καθυστέρηση ενός μηνός. Ακόμη, επεσήμανε ότι, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε 6.11.08, η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη μόλις τον Απρίλιο του 2009 με αποτέλεσμα η κωλυσιεργία που σημειώθηκε να έχει ως εξέλιξη το ότι ο Εναγόμενος 1 προχώρησε σε δοσοληψία σ΄ ό,τι αφορά το αυτοκίνητο, δηλαδή το πώλησε και εκκρεμεί η μεταβίβασή του. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι τίθεται θέμα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, έστω και μη ηθελημένη, σ΄ ό,τι αφορά τη συμφωνία πώλησης του συγκεκριμένου οχήματος. Η θέση της συνηγόρου ήταν ότι, αν η πλευρά του Ενάγοντα διενεργούσε έρευνα στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, θα μπορούσε να διαπιστώσει το γεγονός της πώλησης και της δέσμευσης που υπάρχει. Επεσήμανε δε στο σημείο αυτό ότι στην παράγραφο 23 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης του αναφερόμενου οχήματος με βάση πληροφόρηση του Εναγόμενου 1 από το δικηγόρο του χωρίς, όμως, να αποκαλύπτεται η πραγματική πηγή της πληροφόρησης. Τέλος, η κα Ζαχαρίου υποστήριξε ότι, σε περίπτωση που το εκδοθέν διάταγμα καταστεί απόλυτο, επηρεάζει τα δικαιώματα τρίτων προσώπων και, πιθανόν, να υπάρξει πρόβλημα από αδυναμία του Εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί, σε περίπτωση δε συμμόρφωσης του στο διάταγμα, θα έχει να κάμει με παράβαση συμφωνίας. Ήταν, εν προκειμένω, η θέση της συνηγόρου ότι το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει υπέρ του Εναγόμενου
  1. Η κα Διάκου για τον Εναγόμενο 2 εν πρώτοις υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου
  2. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι η δέσμευση θα πρέπει να περιοριστεί σε ένα από τα υπό αναφορά ακίνητα εφόσον η συνολική αξία της περιουσίας που δεσμεύθηκε ανέρχεται πέραν των €800.000 και, συνεπώς ότι σε εσχάτη περίπτωση, το τεμάχιο 545 αξίας €200.000 είναι υπεραρκετό ως εξασφάλιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων [2]. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[4]. Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[5]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικώτερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[6]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
  3. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ' επείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος, γιατί διατάγματα ex-parte, όπως είναι νομολογημένο, εκδίδονται με βάση το άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ. 6 μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475[7], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ. 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης. Στην εν λόγω απόφαση οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία διατυπώθηκαν ως εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση της θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Όπως έχει τονισθεί στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788 οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Η καθυστέρηση, λοιπόν, αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ας μη ξεχνούμε, όπως υπογραμμίστηκε στη σχετική νομολογία, ότι το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντα αποτελούσε εμπόδιο για τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Έτσι στην Bacardi (πιο πάνω) καθυστέρηση δύο ετών και τεσσάρων μηνών στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης οδήγησε το Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση, παρόλο ότι ικανοποιούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FIN. LTD v. X"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121 καθυστέρηση οκτώ μηνών για λήψη μέτρων, στην απουσία εξηγήσεων, οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Επισημαίνεται δε εδώ ότι ο ουσιώδης χρόνος με βάση τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη καθυστέρησης είναι ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία. Στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι ενώ η αγωγή κατεχωρήθη στις 6.11.08 το υπό εξέταση διάταγμα εξεδόθη στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε στις 22.4.09, δηλαδή μετά από παρέλευση έξι και πλέον μηνών. Ο Ενάγων αναφέρεται στο θέμα της καθυστέρησης που μεσολάβησε στις παρα. 22 και 23 της Ενόρκου Δηλώσεως. Από αυτές προκύπτει ότι ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής έγινε έρευνα εκ μέρους του στο Κτηματολόγιο για να ελεγχθεί κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν περιουσία επ΄ ονόματι τους στη Λάρνακα και Δήμο Αραδίππου για να μπορέσει να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση για έκδοση διατάγματος μη αποξένωσης της. Όπως προκύπτει και από τα Τεκμήρια Ν1 και Ν2 που επισυνάπτει, δεν ανευρέθη οτιδήποτε στο όνομά τους. Εξηγεί στη συνέχεια ότι περί τα τέλη Μαρτίου 2009 πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του ότι ο τελευταίος είχε λάβει πληροφόρηση ότι ο Εναγόμενος 2 πιθανόν να είχε περιουσία στο χωριό Κάτω Λεύκαρα οπόταν ο Ενάγων έδωσε οδηγίες να προχωρήσει ο δικηγόρος του με έρευνα στο Κτηματολόγιο, όπως και έπραξε στις 30.3.09. Στις 14.4.09 ο Ενάγων ενημερώθηκε από το δικηγόρο του ότι είχε παραλάβει εκείνη τη μέρα το πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο Ξ) από το οποίο προέκυπτε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε κτήματα στα Κάτω Λεύκαρα. Περαιτέρω ο Ενάγων, όπως αναφέρει στην Ένορκο Δήλωση του, ενημερώθηκε από το δικηγόρο του ότι αυτός είχε πληροφορηθεί πρόσφατα ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος υπ΄ αρ. εγγραφής KQD098 μάρκας MERCEDES και αμέσως ο Ενάγων έδωσε οδηγίες και ετοίμασε την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όλα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω και περιέχονται στις παρα. 22 και 23 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα θεωρώ ότι παρέχουν ικανοποιητική εξήγηση για την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των έξι και πλέον μηνών από της καταχώρησης της παρούσας αγωγής μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Επαναλαμβάνω ότι εκείνο που προσμετρά για τον καθορισμό του ουσιώδη χρόνου με βάση τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη καθυστέρησης είναι ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτό έλαβε χώρα όταν εντοπίστηκε ακίνητη περιουσία επ΄ ονόματι του Εναγομένου 2 κατόπιν έρευνας στο Κτηματολόγιο για το χωριό Κάτω Λεύκαρα και όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που αναφέρθηκε ανωτέρω. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, διαπιστώνω ότι εγείρεται απαίτηση στη βάση παράβασης συμφωνίας και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή απάτης και/ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και ή συνομωσίας με σκοπό την καταδολίευση. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Είναι, λοιπόν, η κρίση μου ότι ο Ενάγων έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο του σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Ο Ενάγων αναφέρεται σε λεπτομέρεια στις παρα. 1-14 της Ενόρκου Δηλώσεως του στο υπόβαθρο που προηγήθηκε για να καταλήξει στο τέλος να συμβληθεί με τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την αγορά τεμαχίου γης στη Βουλγαρία και την καταβολή από μέρους του του ποσού των €100.000 έναντι της συμφωνηθείσας τιμής αγοράς των €200.
  1. Εν συνεχεία στην παρα. 16 της Ενόρκου Δηλώσεως του εξηγεί πως συνειδητοποίησε, μετά που οι Εναγόμενοι δεν του έδιδαν τα έγγραφα που ζητούσε - το τοπογραφικό και τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου γης - και του ζητούσαν να υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο μπορούσαν να του πάρουν τα πάντα, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ακολουθεί η επίσκεψη σε δικηγόρο όταν ετοιμάστηκαν και υπογράφηκαν το Τεκμήριο ΣΤ, γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερ. 19.7.07 διά του οποίου ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να του καταβάλει την 1.7.08 το ποσό των €100.000 πλέον τόκο, το Τεκμήριο Ζ, δήλωση του Ενάγοντα ημερ. 19.7.07 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων δεν θα είχε πλέον απαίτηση από τον Εναγόμενο 2 δεδομένης της ανάληψης του χρέους του Εναγομένου 2 προς τον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 1, το Τεκμήριο Η, δήλωση του δικηγόρου ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης του Εναγομένου 1 προς τον Ενάγοντα θα προχωρήσει στη λήψη μέτρων εναντίον του χωρίς περαιτέρω δικηγορικά έξοδα και το Τεκμήριο Θ, απόδειξη καταβολής του ποσού των €100.000 από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο
  2. Υπάρχει, επίσης, ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν παρών και συμφωνούσε πλήρως με την κατάρτιση των πιο πάνω εγγράφων[8]. Τα πιο πάνω έγγραφα είναι αυτά τα οποία ουσιαστικά στηρίζουν την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. Ο Εναγόμενος 2, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι από της συνομολόγησης της συμφωνίας με τον Ενάγοντα ημερ. 11.4.07 δυνάμει της οποίας έλαβε από τον Ενάγοντα €100.000 ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος πώλησης του συγκεκριμένου ακίνητου, πάντα ήταν πρόθυμος και έτοιμος να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι, παρά το ότι κάλεσε τον Ενάγοντα ενώπιον της αρμόδιας αρχής της Βουλγαρίας για μεταβίβαση του ακινήτου αφού ταυτόχρονα θα εξοφλείτο και το τίμημα πώλησης, ο Ενάγων παρέλειψε να προσέλθει[9]. Όσον αφορά τα άλλα έγγραφα που αναφέρθηκαν ανωτέρω ισχυρίζεται ότι δεν εκφράζουν τη δική του βούληση και ότι κανένα από αυτά φέρει τη δική του υπογραφή και ότι οι ενέργειες αυτές μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 ήταν προϊόν συμπαιγνίας[10]. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, αυτός ισχυρίζεται ότι προσφέρθηκε να πληρώσει το ποσό που ο Ενάγοντας πλήρωσε στον Εναγόμενο 2 απλώς και μόνο για να διαφυλάξει το όνομά του αφού ήταν εξαιτίας του που ο Ενάγοντας γνώρισε τον Εναγόμενο 2 υπό την προϋπόθεση ότι θα του τιτλοποιούσαν το ακίνητο στη Βουλγαρία[11]. Όσον αφορά το γραμμάτιο ισχυρίζεται ότι σε καμία περίπτωση ο Ενάγοντας του κατέβαλε το ποσό των €100.000 και ότι, επομένως, το γραμμάτιο είναι χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και, συνεπώς, άκυρο. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε τελικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά του Ενάγοντα έχει επικαλεσθεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  3. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Βεβαίως διευκρινίζω ότι η τρίτη αυτή προϋπόθεση περιλαμβάνει και το στάδιο μετά την έκδοση της απόφασης και αφορά την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του Ενάγοντα. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοϊζου στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως έχει, ωστόσο, νομολογηθεί δεν χρειάζεται να προσκομίζεται μαρτυρία για πρόθεση του Εναγομένου πραγματικά να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία που βρίσκεται επ΄ ονόματι του. Εκείνο που έχει σημασία είναι ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία[12]. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγων έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6. Δηλαδή, κατά πόσο ο Ενάγων κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή αποξένωση τόσο της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 2 όσο και του οχήματος του Εναγομένου 1 είναι πιθανό ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του. Εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία διαπιστώσω ότι η αξία των ακινήτων για τα οποία επιδιώκεται η δέσμευση δεν έχει προσδιοριστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση ή άλλα συγκεκριμένα στοιχεία και μαρτυρία που να καταδεικνύει την αξία των επίδικων κτημάτων. Όπως τονίσαμε ανωτέρω, ο Ενάγων όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατάλληλη και επαρκή μαρτυρία για τα ακίνητα για τα οποία ζητεί τη δέσμευσή τους και την κατά προσέγγιση αξία τους ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του. Το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία με βάση τόσο το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 όσο και με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 θα πρέπει να έχει ενώπιον του το κατάλληλο βάθρο μαρτυρίας για να μπορεί να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Πολύ σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην αγωγή 843/75 του Ε.Δ. Λάρνακας όπου ο Έντιμος Δικαστής κ. Γ.Μ. Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής (σε μετάφραση): «Εν τη απουσία στέρεης μαρτυρίας (concrete evidence) η οποία τείνει να ρίξει ως τη φύση και στην αξία της ακίνητης περιουσίας που πρόκειται να δεσμευτεί, θα είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να διατάξει το ανάλογο μέρος της ακίνητης περιουσίας να δεσμευτεί πριν την αποπεράτωση της αγωγής. Τη απουσία σχετικού προσδιορισμού της ακίνητης περιουσίας καθίσταται σαφές ότι αφαιρείται το βάθρο εκείνο βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια θα ήταν εκτός των ορίων του Άρθρου 5 και της Νομολογίας». Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1 και 2 και την ύπαρξη από αυτούς οποιαδήποτε άλλης περιουσίας π.χ. κινητής περιουσίας. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός που περιέχεται στην παρα. 26 της Ενόρκου Δηλώσεως του Ενάγοντα ότι η φερεγγυότητα των Εναγομένων είναι αβέβαιη και ότι, ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να αποζημιωθεί στο τέλος της υπόθεσης, σίγουρα δεν αρκεί και ούτε αποδεικνύει οτιδήποτε σχετικά με την οικονομική τους κατάσταση. Όφειλε, επομένως, ο Ενάγων να δώσει λεπτομέρειες ή άλλα στοιχεία από τα οποία να καταδεικνύεται αδυναμία από μέρους των Εναγομένων να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν μια οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Επισημαίνω δε ότι στην παρα. 15 της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγομένου 2 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η δεσμευθείσα διά του διατάγματος περιουσία του είναι συνολικής αξίας πέραν των €800.000 και ότι μόνο το τεμάχιο 545 είναι αξίας €200.000. Στους ισχυρισμούς αυτούς του Εναγομένου 2 ο Ενάγοντας περιορίσθηκε στη συμπληρωματική του Ένορκο Δήλωση να τους χαρακτηρίσει ως υπερβολικούς και να ισχυρισθεί, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε στοιχεία και τεκμηρίωση, ότι «η αξία των δεσμευμένων ακινήτων ίσα ίσα που καλύπτει την απαίτηση». Να πω και κάτι τελευταίο. Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις[13]. ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Ο Εναγόμενος 1, μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του συντηρητικού διατάγματος που εξεδόθη στην παρούσα υπόθεση είναι αυτή που αφορά την από πλευράς του Ενάγοντα/Αιτητή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η θέση η οποία προβάλλεται είναι ότι μπορεί να μην είναι εσκεμμένη η μη αποκάλυψη του γεγονότος ύπαρξης συμφωνίας πώλησης του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KQD098 από τον Εναγόμενο 1 σε τρίτο πρόσωπο αλλά ότι, με βάση τις αρχές που εφαρμόζονται σχετικά, το καθήκον αποκάλυψης επεκτείνεται και σε όσα ο Αιτητής θα μπορούσε να γνωρίζει με τη δέουσα έρευνα. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση και ότι παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος εξαπάτησης του και, κατ΄ ακολουθία, το Δικαστήριο αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[14]. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον Αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα[15]. Η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή[16]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Gee & Andrews "Mareva Injuction: Law and Practice": «Even if a plaintiff acts with the utmost good faith if has omitted to disclose material which objectively would or reasonably could be regarded as relevant it is no excuse for him to say that he was genuinely unaware or did not believe that the facts were relevant or important». Στην υπό εξέταση περίπτωση στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση έχει παρουσιάσει ως Τεκμήριο Β στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αντίγραφο συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 18.7.08 σύμφωνα με το οποίο ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο που κατονομάζεται το αυτοκίνητο του υπ΄ αρ. εγγραφής ΚQD098 μάρκας MERCEDES SL CABRIO με αντάλλαγμα ο αγοραστής να αναλάβει να εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις μέχρι εξόφλησης το ποσό των €80.220,84 με το οποίο έχει χρηματοδοτηθεί η αγορά του εν λόγω αυτοκινήτου από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Ετ. Λτδ. Άμα τη εξόφληση του ποσού αυτού, με βάση το σχετικό συμφωνητικό έγγραφο, ο Ενάγων θα υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα για μεταβίβαση και εγγραφή του αυτοκινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή. Το γεγονός της ύπαρξης της πιο πάνω συμφωνίας πώλησης του εν λόγω αυτοκινήτου αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ουσιώδες γεγονός το οποίο θα μπορούσε, κάλλιστα, να ασκήσει επιρροή στη δικαστική κρίση στο στάδιο που το Δικαστήριο εξέταζε τη μονομερή αίτηση του Αιτητή/Ενάγοντα για τη χορήγηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Είμαι της άποψης ότι το πιο πάνω γεγονός θα μπορούσε να είχε γίνει γνωστό στον Αιτητή/Ενάγοντα κατόπιν εύλογης έρευνας και δεν αποτελεί, βέβαια, απάντηση ότι δεν το γνώριζε. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος από πλευράς του Αιτητή στο στάδιο της διαδικασίας για την έκδοση μονομερώς των υπό εξέταση προσωρινών διαταγμάτων με αποτέλεσμα το διάταγμα που εξεδόθη σε σχέση με το πιο πάνω αυτοκίνητο (παρα. (ΙΙ) της Αίτησης ημερ. 22.4.09) αναπόφευκτα και χωρίς περαιτέρω εξέταση άλλων ζητημάτων να πρέπει να απορριφθεί γι΄ αυτό το λόγο. Κ Α Τ Α Λ Η Ξ Η: Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να στοιχειοθετήσει τόσο την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και τις προϋποθέσεις του εδαφίου
(2)του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.
  1. Επιπροσθέτως υπήρξε και μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος σε σχέση με το όχημα KQD
  2. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση και σε βάρος του Ενάγοντα-Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading Π.Ε. 9789, ημερομηνίας 28.1.1998. [4] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka
(1999)1(Α) A.Α.Δ 225, 236 και P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Π.Ε. 11159, ημερ. 20.11.02 [5] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [6] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [7] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. [8] Δέστε παρα. 17 αρχικής Ενόρκου Δηλώσεως Ενάγοντα και παρα. 4(κ) συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως του Γ. Λιβέρα. [9] Δέστε παρα. 9 της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγομένου
  2. [10] Δέστε παρα. 11 της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγομένου
  3. [11] Δέστε παρα. 4 της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγομένου
  4. [12] Δέστε C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. ΣΚΥΡΟΠΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΙΜΙΤΕΔ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785: «.. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρία για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένων θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί η επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελίδα 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου Πολιτική Έφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Δέστε επίσης Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd Π.Ε. 11471/11.6.2004 στις σελίδες 5 και 6: «.. αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του ...» [13] Δέστε Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 Α.ΑΔ. [14] Δέστε Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδης
(1997)1 Α.Α.Δ 415. [15] Δέστε Cobelfret κ.α. ν. Cyprus Potato Marketing Board
(1996), Απόφαση Ολομέλειας. [16] Δέστε Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Hani Mousa El-Sayeyh v. Credit Suisse
(1996)1 A.A.Δ. 836, 847. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.