← Κύπρος

Χαράλαμπος Ιωακείμ Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Limited, Αρ. Αγωγής: 285/07, 11/12/2009

Χαράλαμπος Ιωακείμ Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Limited, Αρ. Αγωγής: 285/07, 11/12/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 285/07 Χαράλαμπος Ιωακείμ Ηρακλέους Ενάγοντας - Καθ΄ου η Αίτηση και Phar Lap Estates Limited Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 10/9/09 Ημερομηνία: 11/12/2009 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Μ. Χατζηχριστοφής (για να ακούσει απόφαση ο κ. Παστός) Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Πετρίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, η οποία κατεχωρήθη μονομερώς, η πλευρά των Εναγομένων - Αιτητών, επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εξεδόθη στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στις 30.6.09, την οποία και εφεσίβαλαν, μέχρι την εκδίκασή και ή την αποπεράτωση της Έφεσης. Το Δικαστήριο την ημέρα που η ως άνω μονομερής (ex-parte) Αίτηση ήταν ορισμένη, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια με βάσει τις πρόνοιες τις Δ.48 θ.8

(3), έδωσε οδηγίες για την επίδοσή της στην άλλη πλευρά. Ο Ενάγων - καθ΄ ου η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, μετά την επίδοση στην πλευρά του της αίτησης καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ημερομηνίας 25.9.09. Η Αίτηση εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 θ.18, 19 και Δ.48 θ.1 και 2 και θ.8
(1)(ee). Το πραγματικό της υπόβαθρο τίθεται με την ένορκη δήλωση του Θεόδωρου Κίζη, ημερομηνίας 10.9.09, διευθυντή της Εναγόμενης - Αιτήτριας εταιρείας, ως επίσης και με συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του ιδίου προσώπου, ημερομηνίας 5.10.09, αφού εξασφαλίστηκε σχετική προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση στηρίζεται επίσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18,19, Δ.48 θ.1,2,4 και 8, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο περιεχόμενο του φακέλου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα προτάσσεται πως: "(α) Η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως ουσία και νόμω αβάσιμη, και/ή ως παράτυπη και/ή ως αστήρικτη. (β) Η ένορκος δήλωση του Θεόδωρου Κίζη που υποστηρίζει την Αίτηση είναι ελλειπής και δεν αιτιολογεί επαρκώς το αιτητικό της Αίτησης. Περαιτέρω, η εν λόγω ένορκος δήλωση περιέχει άσχετους και αντιφατικούς ισχυρισμούς ή/και ισχυρισμούς που καταρρίπτονται από τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτή. (γ) Η καταχώρηση εφέσεως δεν δημιουργεί συνθήκες αναστολής εκτέλεσης της πρωτοδίκου αποφάσεως. Πέραν αυτού, κανένας εκ του νόμου προβαλλόμενος λόγος δεν περιέχεται στην ένορκο δήλωση του Θεόδωρου Κίζη, που να δικαιολογεί το αίτημα της Εναγομένης - Αιτήτριας, για αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. (δ) Υπό τις περιστάσεις, δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως ανασταλεί η εκτέλεση της Απόφασης. (ε) Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί πολύ καθυστερημένα και περί τούτου δεν δίδεται από τον ενόρκως δηλούντα καμιά εξήγηση. Συγκεκριμένα, το ένταλμα κινητής περιουσίας έχει εκδοθεί στις 24/7/2009 και η Αίτηση Αναστολής Εκτέλεσης της Απόφασης έχει καταχωρηθεί μόλις στις 10/9/2009." Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθεται στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 25.9.09 του Ενάγοντα Καθ΄ ου η Αίτηση, η οποία και τη συνοδεύει. Ο ως άνω Θεόδωρος Κίζης στα πλαίσια της Ένορκης Δήλωσης του που συνοδεύει την Αίτηση, ημερομηνίας 10.9.09, αφού αναφέρεται στο γεγονός της καταχώρισης από την πλευρά των Εναγομένων έφεσης κατά της απόφασης που εκδόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στις 30.6.09, υποδεικνύει ότι την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα με την οποία εζητείτο εξόφληση των ποσών που επιδικάστηκαν στην απόφαση, ακολούθησε εντός ολίγων ημερών προώθηση εντάλματος κινητής περιουσίας, ως επίσης και η καταχώρηση στο Κτηματολόγιο Λάρνακας MEMO σε 18 ή 19 ιδιοκτησίες οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγομένης - Αιτήτριας εταιρείας. Η συνολική αξία των ως άνω ιδιοκτησιών, όπως υποδεικνύει, είναι τουλάχιστο πολλαπλάσια της δικαστικής απόφασης που εφεσιβλήθηκε. Αποτέλεσε θέση του ομνύοντα ότι ο Ενάγοντας διέμενε στη Νορβηγία για πολλά χρόνια ενώ όπως από τον ίδιο έχει πληροφορηθεί είναι νυμφευμένος με Νορβηγίδα. Ενδεχόμενα τα ποσά που θα του καταβληθούν να τα μεταφέρει στο εξωτερικό. Όπως δε είναι σε θέση να γνωρίζει, ο ενάγων δεν εργάζεται στην Κύπρο, περνά όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου στο σπίτι του ενώ πρόκειται για απομονωμένο άνθρωπο χωρίς γνωστούς και φίλους. Η Αιτήτρια εταιρεία εγγυήθηκε τον τελευταίο για την εξασφάλιση στεγαστικού δανείου για την αγορά της επίδικης κατοικίας, ενώ γνωρίζει ότι ο ενάγων εξακολουθεί να οφείλει σημαντικά ποσά δεκάδων χιλιάδων ευρώ στην Τράπεζα. Με δεδομένο συνεχίζει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει με δικά του χρήματα στην επιδιόρθωση ελαττωμάτων του ακινήτου, που ως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο αγοράστηκε από την Αιτήτρια εταιρεία, εγείρονται σοβαρές αμφιβολίες εάν το ποσό της δικαστικής απόφασης θα διατεθεί από τον τελευταίο για επιδιορθώσεις και ως εκ τούτου αμφισβητεί το γεγονός ότι η πληρωμή του ποσού της δικαστικής απόφασης πρέπει να είναι άμεση αφού εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι ο Ενάγοντας ούτε πρόθεση ούτε διάθεση έχει να προβεί σε αυτές τις επιδιορθώσεις. Από την άλλη, υποστηρίζει, αν τα διαθέσει για επιδιορθώσεις δεν θα είναι σε θέσει να τα επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Αποτελεί θέση του πως αν επιτραπεί η εκτέλεση της απόφασης, έστω και αν η Αιτήτρια εταιρεία κερδίσει την έφεση δεν θα μπορέσει να αποδοθεί δικαιοσύνη, αφού υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να μην βρίσκεται στην Κύπρο ενώ και αν ακόμα βρίσκεται στη χώρα, με δεδομένο ότι δεν εργάζεται, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην είναι σε θέση να επιστρέψει τα ποσά που θα καταβληθούν, ενώ δεν θα είναι γνωστό εάν θα έχει χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Σε κάθε περίπτωση διαδηλώνει την ετοιμότητα της Αιτήτριας εταιρείας να παράσχει τραπεζικές εγγυήσεις για τα ποσά που έχουν επιδικαστεί, ενώ προβάλλει τη θέση πως ανεξάρτητα από την τύχη του εκκρεμούντος εντάλματος εκτέλεσης κινητής περιουσίας, η αναστολή της εκτέλεσης ενδείκνυται αφού ενδεχόμενα ο Ενάγοντας να προχωρήσει στην προώθηση Αίτησης διάλυσης της Εναγόμενης εξ αποφάσεως οφειλέτιδας εταιρείας, η οποία αποτελεί μια καθόλα αξιόχρεη και λειτουργούσα εταιρεία. Ο Χαράλαμπος Ιωακείμ Ηρακλέους, Ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση στην υπό συζήτηση Αίτηση, με την δική του Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την Ένσταση της πλευράς του, υπογραμμίζει ανάμεσα σε άλλα ότι η καταχώριση Έφεσης από μόνη της δεν δημιουργεί συνθήκες αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Προβάλλει παράλληλα τη θέση ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι πλήρης, άρτια αιτιολογημένη και καταπελτική για την πλευρά της Εναγομένης - Αιτήτριας εταιρείας και όπως λαμβάνει πληροφόρηση η έφεση δεν έχει ιδιαίτερα περιθώρια επιτυχίας. Προτάσσει επίσης πως η καταχώρηση της υπό συζήτησης Αίτησης, προωθήθηκε πολύ καθυστερημένα χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την πλευρά των Αιτητών. Σε κάθε περίπτωση υποδεικνύει ότι το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας με αριθμό 1267-09 που πράγματι είχε προωθηθεί για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης, έχει επιστραφεί ήδη ανεκτέλεστο από τον αρμόδιο προς τούτο δικαστικό επιδότη. Υποδεικνύει παράλληλα ότι πράγματι ενεγράφη MEMO σε βάρος περιουσιών οι οποίες φέρονται να είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγομένης Εταιρείας προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους, πλην όμως σημειώνει ότι πλείστες από αυτές αναφέρουν ως δανειστή τη Λαϊκή Τράπεζα ή τα ονόματα αγοραστών. Παράλληλα απορρίπτει χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στο πρόσωπο του ως απαξιωτικούς, δηλώνοντας ότι είναι γεγονός ότι είναι νυμφευμένος με Νορβηγίδα και διέμενε στη Νορβηγία για αρκετά χρόνια. Σε κάθε περίπτωση αποδέχεται το γεγονός ότι για την εξασφάλιση σχετικής δανειοδότησης προς το σκοπό αγοράς της κατοικίας από την Εναγομένη - Αιτήτρια εταιρεία, είχε εγγυηθεί τον ίδιο η Αιτήτρια εταιρεία στη Λαϊκή Τράπεζα. Προβάλλει όμως τη θέση ότι η εγγύηση της Αιτήτριας εταιρείας προς τη Λαϊκή Τράπεζα για τον πιο πάνω σκοπό προέκυψε εξαιτίας της αδυναμίας της Αιτήτριας να παραδώσει προς τη Λαϊκή για σκοπούς υποθήκευσης τον τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας που ο ίδιος αγόρασε, απορρίπτοντας έτσι τη θέση ότι η Αιτήτρια εταιρεία του έκανε οποιαδήποτε εξυπηρέτηση στο συγκεκριμένο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζει ότι η Αιτήτρια εταιρεία με τη δική του δανειοδότηση από τη Λαϊκή Τράπεζα εξοφλήθηκε πλήρως για την πώληση της κατοικίας προς τον ίδιο, ενώ ο ίδιος αποπληρώνει κανονικά το ως άνω δάνειο. Απορρίπτοντας ως ψεύδη τους ισχυρισμούς του κ. Κίζη ότι η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί στην περίπτωση που επιτύχει η έφεση της, προσθέτει πως παρά το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα έχει εκδοθεί τίτλος για την κατοικία που ο ίδιος έχει αγοράσει από την Αιτήτρια και ενώ η τελευταία έχει εισπράξει το ποσό που οφειλόταν προς αυτή με βάση τη συμφωνία αγοράς της κατοικίας, συνεχίζει να κατακρατεί τον τίτλο ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα ουσιαστικά να έχει από τον ίδιο όλες τις εγγυήσεις που χρειάζεται. Η πιο πάνω συμπεριφορά της Αιτήτριας σημειώνει, οδήγησε τον ίδιο τον Ιούλιο του 2009 να προχωρήσει στην καταχώρηση αγωγής σε βάρος της Αιτήτριας εταιρείας για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Προβάλλει παράλληλα τη θέση ότι οι κακοτεχνίες που έχουν επισημανθεί στην κατοικία που αγόρασε από την Εναγομένη - Αιτήτρια εταιρεία και οι οποίες μεταξύ άλλων έχουν επιβεβαιωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου, θα πρέπει άμεσα να επιδιορθωθούν και οποιοδήποτε ποσό εισπραχθεί από την πλευρά του δυνάμει της απόφασης που έχει εξασφαλίσει θα δαπανηθεί για την επιδιόρθωση των σοβαρών κακοτεχνιών που παρουσιάζει η κατοικία του. Αποτελεί θέση του πως ούτε η παραχώρηση τραπεζικών εγγυήσεων εκ μέρους της Αιτήτριας, όπως η τελευταία τις εισηγείται, είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις, αφού και σε αυτήν την περίπτωση ο μόνος που θα παραμείνει εκτεθειμένος είναι ο ίδιος αφού η Αιτήτρια εταιρεία κατακρατεί ως εγγύηση από μέρους του τον τίτλο της κατοικίας με αποτέλεσμα ουσιαστικά ο ίδιος να καλύπτει την Αιτήτρια στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ενώ η παραχώρηση τραπεζικών εγγυήσεων σε καμία περίπτωση δεν θα του επιτρέψει να προχωρήσει στην αποκατάσταση των κακοτεχνιών, το συντομότερο μάλιστα δυνατό όπως κρίνεται αναγκαίο. Τέλος, υποδεικνύει ότι το υποθετικό σενάριο για ενδεχόμενη καταχώρηση Αίτηση διαλύσεως εναντίον της Αιτήτριας δεν είναι δυνατό να υποστηρίξει το αίτημα για αναστολή, αφού δεν είναι δίκαιο να εγείρονται εντελώς υποθετικά επιχειρήματα και να ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί για μελλοντικά συμβάντα που δεν έχουν υλοποιηθεί και ενδεχομένως να μην υλοποιηθούν. Ο Διευθυντής της Εναγομένης Αιτήτριας Εταιρείας με τη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του ημερ. 5.10.09 υποδεικνύει ότι η Αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση και καθ΄ ον χρόνο έγινε αντιληπτό ότι είχαν ληφθεί μέτρα εκτελέσεως, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης δεν αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα. Προβάλλει παράλληλα τη θέση ότι το σύνολο των ακινήτων της Αιτήτριας εταιρείας όπως καταγράφονται στη δήλωση του ημερ. 10.9.09, εκτός από δύο, δεν βαρύνονται με υποθήκη προς όφελος τράπεζας ενώ υπογραμμίζει τέλος ότι η πολιτική της Εναγομένης είναι να εξυπηρετεί δανειοδοτικά τους αγοραστές κατοικιών της Εναγομένης Εταιρείας μέσω της Λαϊκής Τράπεζας, υπό την εγγύηση της Εναγομένης και χωρίς τραπεζική εγγύηση εκ μέρους της. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών παρά την εξασφάλιση σχετικών προς τούτο διαταγμάτων, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης δεν έκαναν χρήση της δυνατότητας που τους παρεχόταν για αντεξέταση των δύο ενόρκως δηλούντων. Περιορίστηκαν σε σύντομες αγορεύσεις, αναπτύσσοντας και υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο "Stay of execution pending appeal" γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: "Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal." Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Stay of execution generally" αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλων ότι: ". . . On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself. The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness." Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική ( Annual practice) του 1958, στη σελίδα 1697: "It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay (Becker - v - Earl´s Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Ratata [1897] P at p. 132; A. G. - v - Emerson
(1889)24 QBD pp.58,59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require." Σε σχέση με την αναστολή της εκτέλεσης αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί η θέση η οποία προβάλλεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 272, παράγραφος 455, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: "As a rule, a stay of execution as to costs pending an appeal is not granted when the respondent's solicitor undertakes to repay the cost paid to him if the applicant is successful on the appeal, but this practice is not invariable." Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων και της δυνατότητας αναστολής εκκρεμούσης της έφεσης, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, σελίδα 1698, στην παράγραφο υπό τον τίτλο "Terms on which a stay is ordered" εντοπίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful." Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ΄ άλλο τρόπο ικανοποίησης της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory) (βλ. Wilson - v - Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd - v - Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.) ή ακόμα τυχόν αφερεγγυότητα του Ενάγων θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ή ακόμα, το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υποθέσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου -v- Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 και Πραξιτέλης Βογαζιανού -ν- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ, σελίδα 591). Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης, έχουν τεθεί σε ευάριθμο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd - v - Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων από το σεβαστό δικαστή (όπως ήταν τότε) κ. Στυλιανίδη ότι: "Η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:
  1. Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
  2. Το ένδικο μέσο της έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων Gruno - v - Ship "Algazera"
(1980)1 CLR 595, Essex Overseas - v - Legent Shipping
(1981)1 CLR 263, Phoenix - v - Al Khalaf Exhibition
(1981)1 CLR 673, Mavrochanna and Another - v - Michael
(1984)1 CLR 760, Charalambous - v - Nicolaides & Neophytou
(1985)1 CLR 737, Μέγας Χ"Ευαγγέλου - ν - Dorami Marine Limited και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου - ν - Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Το Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου - ν - Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 ο σεβαστός πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, (Δικαστής όπως ήταν τότε) πραγματευόμενος το ζήτημα ανέφερε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others - v - Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο." Σε κάθε περίπτωση στόχος του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων. Προς επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου επιβάλλεται η στάθμιση του κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και την ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση της έφεσης. Οι δύο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η εξισορρόπηση συνήθως επιτυγχάνεται με την επιβολή τέτοιων όρων που να εξασφαλίζουν ένα υγιές ισοζύγιο μεταξύ των συγκρουόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών (βλ. Ιωσηφάκης - ν - Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394). Επανερχόμενος στα υπό ουσιαστική διερεύνηση ζητήματα της παρούσας Αίτησης και στην προσπάθεια εξισορρόπησης των συγκρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων των διαδίκων, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν μπορεί με βεβαιότητα να γίνει πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια εταιρεία δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μέχρι σήμερα, ενώ συνεχίζει να έχει εγγεγραμμένο επ' ονόματι της το ακίνητο που πώλησε στον Ενάγοντα παρά το γεγονός ότι έχει εισπράξει το τίμημα πώλησης. Για την εξασφάλιση του χρηματικού ποσού αγοράς του ακινήτου, η αιτήτρια εταιρεία εγγυήθηκε τον καθ' ου σε τραπεζικό ίδρυμα, εγγύηση που εξακολουθεί να υφίσταται αφού το εν λόγω δάνειο δεν έχει αποπληρωθεί. Σπεύδω να σημειώσω από αυτό το στάδιο της παρούσας, ότι δεν θεωρώ πως ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό συζήτησης Αίτησης, (παρά την σημασία που μπορεί να έχει σε αιτήσεις αυτής της φύσης), υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, είναι τέτοιος που θα μπορούσε να έχει τις καταλυτικές συνέπειες όσον αφορά την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, που η πλευρά του Ενάγοντα - Καθ΄ου η αίτηση εισηγείται. Σταθμίζοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι ο Ενάγων διέμενε για κάποια χρόνια στη Νορβηγία ενώ είναι νυμφευμένος με Νορβηγίδα, δεν μπορεί άνευ άλλου τινός να οδηγήσει στην υιοθέτηση της θέσης ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην βρίσκεται στην Κύπρο μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου. Το γεγονός άλλωστε ότι τώρα διαμένει στην Κύπρο και ειδικότερα στην κατοικία που αγόρασε από την αιτήτρια εταιρεία, επιβεβαιώνεται και από τον διευθυντή της τελευταίας. Εξάλλου γενικές και υποθετικές εν πολλοίς τοποθετήσεις εκ μέρους της πλευράς της αιτήτριας εταιρείας, σε σχέση με το ενδεχόμενο να μην επιστρέψει τα ποσά που θα του καταβληθούν σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης, γιατί: "δεν θα είναι γνωστό εάν θα έχει χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς είτε διότι τα ποσά που θα καταβληθούν ενδεχόμενα να τα μεταφέρει στο εξωτερικό" απομονωμένες και απογυμνωμένες από οτιδήποτε άλλο δεν φαίνεται από μόνες τους να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος ως η Αίτηση. Δεν μπορεί ωστόσο παρά να εντοπιστεί το γεγονός πως ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, ο Ενάγοντας - Καθ΄ ου η αίτηση διαμένει στην Κύπρο χωρίς να εργάζεται, ενώ δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά ή άλλα στοιχεία στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, τα οποία θα μπορούσαν, αντικειμενικά πάντα θεωρούμενα, να διασκεδάσουν τις ανησυχίες των Αιτητών για την δυνατότητα του καθ' ου η αίτηση να επιστρέψει τα ποσά της απόφασης που θα του καταβληθούν σε περίπτωση ευτυχίας της έφεσης. Παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, φαίνεται να ανταποκρίνεται ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τη Τράπεζα από την οποία έχει δανειοδοτηθεί για την αγορά της κατοικίας, γεγονός παραμένει ότι για την εξασφάλιση της περί ου ο λόγος δανειοδότησης, το ακριβές ύψος της οποίας επίσης δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, μεσολάβησε η εγγύηση της Αιτήτριας εταιρείας. Το γεγονός εξάλλου ότι δεν έχει μέχρι σήμερα μεταβιβαστεί επ' ονόματι του το ακίνητο για το οποίο ο ίδιος φέρει τον εαυτό του δικαιούχο να εγγραφεί ως ιδιόκτητης, έχοντας μάλιστα προχωρήσει ήδη στην καταχώρηση αγωγής για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, χωρίς να έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου η πραγματική σημερινή αξία του ακινήτου σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος εξακολουθεί να αποπληρώνει σχετικό με την αγορά του δάνειο, άγνωστο επίσης ποιου οικονομικού ύψους και που σημερινού υπολοίπου, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης του ότι η Αιτήτρια εταιρεία είναι σε «ύψιστο» βαθμό εξασφαλισμένη. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου πως παρά το γεγονός ως ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει, έχει διαπιστωθεί ότι οι σοβαρές κακοτεχνίες στην κατοικία θα πρέπει άμεσα να επιδιορθωθούν, εντούτοις τούτο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα ενώ δηλώνεται ουσιαστικά από την πλευρά του ότι για να καταστεί τούτο δυνατό θα πρέπει απαραίτητα να χρησιμοποιηθούν τα ποσά που θα εισπραχθούν δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης. Υπό το φως των πιο πάνω, έχοντας υπόψη τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες με βάση τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης εγκρίνεται, υπό την έννοια ότι η Εναγόμενη - Αιτήτρια εταιρεία θα καταβάλει το ποσό που έχει επιδικαστεί στον Ενάγοντα- Καθ' ου η Αίτηση με παράλληλη παροχή τραπεζικής εγγύησης από τον τελευταίο για επιστροφή του ή μέρους του, ανάλογα και σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα έξοδα της εγγυητικής να καταβληθούν τώρα από την πλευρά της Εναγομένης - Αιτήτριας εταιρείας. Στην περίπτωση που η έφεση επιτύχει πλήρως ή μερικώς, τα έξοδα της εγγυητικής να πληρωθούν από τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση. Αντ' αυτού και κατ' επιλογή του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση, μπορεί να δοθεί γραπτή εγγύηση του τελευταίου με ένα αξιόχρεο εγγυητή προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή, ότι θα επιστρέψει το ποσό της απόφασης που θα του καταβληθεί δυνάμει της πρωτόδικης απόφασης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας όπως αυτά έχουν υπολογιστεί από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή να καταβληθούν στους δικηγόρους της πλευράς του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι θα αναλάβουν προσωπική υποχρέωση είτε ενώπιον του Δικαστηρίου σήμερα είτε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, ότι θα συμμορφωθούν αμέσως με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο θα ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του κανόνα που ισχύει σε παρόμοιες περιπτώσεις θα βαρύνουν την πλευρά της αιτήτριας εταιρείας. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.