← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΟΡΕΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:1726/ 07, 15  Δεκεμβρίου, 2009

ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΟΡΕΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Αρ. Αγωγής:1726/ 07, 15 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1726/ 07 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγοντα και ΟΡΕΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγόμενου ΚΑΙ ΕΞ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΟΡΕΣΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και 1. ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ 2. ΜΑΡΙΚΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ 3. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων --------------- Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου, 2009 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα και τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους: κ. Γ. Λουκαϊδης για Δρ. Α.Ποιητή και Σία Για τον εναγόμενο και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα: κ. Χ. Κυριακίδης στην εκφώνηση η κ. Γιουζελλή ΑΠΟΦΑΣΗ Θα προσπαθήσω στη συνέχεια στη προσπάθεια μου να αντιληφθεί εξ αρχής ο αναγνώστης ποιες είναι οι εκατέρωθεν αξιώσεις των διαδίκων, με συνοπτικό τρόπο, να καταγράψω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα. Όπου χρειαστεί, θα γίνει αναφορά σε λεπτομέρειες αυτών σε άλλο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Ο ενάγοντας με την έκθεση απαίτησης του η οποία καταχωρήθηκε τον Ιούνιο του 2007 αξιώνει από τον εναγόμενο πρώην γαμπρό του - σύζυγο της θυγατέρας του Παναγιώτας από το 1993 μέχρι και το 2004 οπότε επήλθε οριστική διάσταση στις σχέσεις τους - συνολικά το ποσό των Λ.Κ.18.100,00 πλέον τόκο 8% επί του ποσού αυτού από 1.01.2001 μέχρι εξοφλήσεως, ως υπόλοιπο, όπως ισχυρίζεται, δανείων που παραχώρησε σε αυτόν σε διάφορες ημερομηνίες όπως τις καταγράφει αναλυτικά στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαιτήσεως του. Το πιο πάνω ποσό το μείωσε κατά τη διάρκεια της προφορικής του μαρτυρίας σε Λ.Κ.14.100,00 αφού παραδέχθηκε, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, ότι του είχε εξοφλήσει το ποσό της μιας επιταγής των Λ.Κ.4.000,00 το οποίο αξίωνε με την έκθεση απαίτησης του. Επί πλέον αξιώνει τα έξοδα της αγωγής. Ο εναγόμενος όχι μόνο αρνείται ότι οφείλει στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό ή οποιοδήποτε άλλο, χαρακτηρίζοντας την αγωγή ως εκδικητική λόγω της διάστασης που επήλθε στις σχέσεις του με την θυγατέρα του, αλλά τουναντίον αξιώνει από αυτόν με την ανταπαίτηση του μεγαλύτερο ποσό, αυτό των Λ.Κ.25.494,00 πλέον τόκο από 30.07.2004 μέχρι εξόφλησης, ως υπόλοιπο δανείων ή/ και ποσών που καταβλήθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς να οφείλονται ή/ και αξιώνονται δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Διαζευκτικά με όσα αξιώνει εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1, αξιώνει εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, συζύγου του πρώτου, ποσό Λ.Κ.2.360,00 πλέον τόκο από 30.07.2004 μέχρι εξοφλήσεως ως υπόλοιπο δανείου που κατέβαλε σ΄αυτή κατ΄εντολή του πρώτου και τέλος διαζευκτικά με όσα αξιώνει εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως 1 αξιώνει εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3, θυγατέρας του πρώτου, ποσό Λ.Κ.16.480,00 πλέον τόκο από 30.07.2004 μέχρι εξοφλήσεως ως υπόλοιπο δανείου το οποίο κατέβαλε σ΄αυτή κατ΄εντολή του πρώτου για τους ίδιους πιο πάνω λόγους. Αξιώνει ακόμα διάφορα μικρότερα ποσά που όπως διατείνεται καταβλήθηκαν κατ΄εντολή του ενάγοντα στην οικογενειακή του εταιρεία ύψους Λ.Κ.654,00 ή και στην οικιακή βοηθό της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Αξιώνει έτσι την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του και απόφαση ως η ανταπαίτηση του με έξοδα σε βάρος των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων. Από την πλευρά τους οι πιο πάνω ενάγοντας και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι με την απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι κανένας λόγος αγωγής δεν υπάρχει εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 2 και 3. Αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς και λεπτομέρειες ως προς τα αληθινά γεγονότα που συνόδευαν τις μεταξύ τους συναλλαγές και παραδέχονται ότι πράγματι ο εναγόμενος επέστρεψε το δάνειο των Λ.Κ.8.000,00. Αξιώνουν την απόρριψη της ανταπαίτησης και ζητούν απόφαση όπως η απαίτηση του ενάγοντα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Ο ενάγοντας Ανδρέας Αντωνίου κατάθεσε ενόρκως, αρχικά μόνο ως προς το μέρος της αξίωσης την οποία προβάλλει στην έκθεση απαιτήσεως. Ακολούθως κλήθηκε και κατάθεσε ξανά ως ο εναγόμενος 1 στην ανταπαίτηση του εναγόμενου. Ο εναγόμενος Ορέστης Βασιλείου κατάθεσε και αυτός ενόρκως προβάλλοντας την υπεράσπιση του στις αξιώσεις του ενάγοντα και υποστηρίζοντας τις δικές του αξιώσεις που πρόβαλε με την ανταπαίτηση του. Για την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση κλήθηκε ως Μ.Υ.1 η κ. Ειρήνη Χαριδήμου Αναπληρωτής Γραμματέας του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Υπαλλήλων της Α.ΤΗ.Κ. ΛΤΔ (ΣΥ.Τ.Υ.ΑΤΗΚ), ως Μ.Υ.2 ο Πρωτοκολλητής του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Νικόλας Μπάκας, ως Μ.Υ. 3 η πρώην σύζυγος του εναγόμενου κ. Παναγιώτα Αντωνίου, ως Μ.Υ.4 η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 Κατερίνα Αντωνίου και ως Μ.Υ.5 ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 1 - ενάγοντας Ανδρέας Αντωνίου. Ο ενάγοντας κατά την κυρίως εξέταση του μείωσε το ποσό της απαίτησης του στις Λ.Κ.14.300,00 αφού παραδέχθηκε ότι μια επιταγή των Λ.Κ.4.000,00, αυτή που αξιώνεται στη παρ. 3(
  2. s)της έκθεσης απαίτησης πληρώθηκε. Σημειώνω σ΄αυτό το σημείο ότι υπάρχει λανθασμένος υπολογισμός του συνολικού ποσού που αξίωνε η πλευρά του ενάγοντα με το δικόγραφο της, εφόσον το άθροισμα των επιμέρους ποσών της παρ. 3 (α) έως (θ) είναι Λ.Κ.26.300,00 και όχι όπως λανθασμένα αναφέρεται αυτό των Λ.Κ.26.100,00 γύρω από το οποίο περιστράφηκε και η προφορική μαρτυρία. Δίδονται προς τούτο οι κατάλληλες οδηγίες όπως γίνουν οι σχετικές διορθώσεις επί των δικογράφων εφόσον είναι φανερό ότι πρόκειται περί λανθασμένης αριθμητικής πράξης και επακόλουθης λανθασμένης αναγραφής του αθροίσματος του ποσού που αξιώνεται από τον ενάγοντα χωρίς ιδιαίτερη σημασία και ιδιαίτερα ενόψει του τελικού αποτελέσματος. Υποστήριξε περαιτέρω κατά τη προφορική του μαρτυρία ότι όλα τα χρηματικά ποσά που αξιώνει τα είχε δανείσει στον εναγόμενο, μετά από σχετικό αίτημα του, τα έτη 1999 και 2000 εκδίδοντας του πάντοτε επιταγές οι οποίες εξαργυρώθηκαν. Προς τούτο κατάθεσε ως Τεκμήρια 1-9 αντίγραφα αντίστοιχου αριθμού επιταγών και εξήγησε για την κάθε μια τις συνθήκες έκδοσης της. Οι δύο πρώτες (Τεκμήρια 1 και 2) εκδόθηκαν επ΄ονόματι του εναγόμενου και αφορούσαν τα αντίστοιχα ποσά των Λ.Κ.5.000,00 και Λ.Κ.2.000,00. Η 3η (Τεκμήριο 3) εκδόθηκε στο όνομα Palm Tours όπως του είχε ζητήσει ο εναγόμενος και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.1.258,00. Η 4η (Τεκμήριο 4) επ΄ονόματι του ΣΥ.ΤΑ.Υ.ΑΤΗΚ και πάλι όπως είχε ζητήσει ο εναγόμενος και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.4.000,00, διευκρινίζοντας ότι ο εναγόμενος εργάζεται στην ΑΤΗΚ, η 5η επιταγή (Τεκμήριο 5) εκδόθηκε επ΄ονόματι του εναγόμενου και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.350,00. Οι επιταγές (Τεκμήρια 6 και 7) οι οποίες διευκρίνισε ότι του τις εξόφλησε με δικές του επιταγές ο εναγόμενος είχαν εκδοθεί και πάλι επ΄ονόματι του και αφορούσαν τα ποσά των Λ.Κ.4.000,00 και Λ.Κ.8.000,00 αντίστοιχα. Η επόμενη επιταγή (Τεκμήριο 8) και πάλι είχε εκδοθεί επ΄ονόματι του εναγόμενου μετά που του είχε ζητήσει το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.1.150,00 και τέλος την επιταγή (Τεκμήριο 9) την έκδωσε συμπληρώνοντας μόνο το ποσό της, την έδωσε στη συνέχεια στον εναγόμενο ο οποίος με γράμματα δικά του συμπλήρωσε το όνομα Xenos Travel Ltd ως τον δικαιούχο της και αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.542,00. Διευκρίνισε ότι πριν από την περίοδο που άρχισε να δανείζει κατ΄αυτόν τον τρόπο τον εναγόμενο ο ίδιος δεν του όφειλε οποιοδήποτε ποσό και ούτε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δημιουργήθηκε οποιαδήποτε υποχρέωση του προς τον εναγόμενο. Εξήγησε ότι ο λόγος που καθυστέρησε να διεκδικήσει νωρίτερα αυτά τα χρήματα από τον εναγόμενο ήταν γιατί όσο ήταν γαμπρός του γνώριζε ότι τα οικονομικά του δεν του το επέτρεπαν και δεν ήθελε επιπλέον να προκαλέσει πρόβλημα στο γάμο της κόρης του. Όταν δε μετά το 2004 επήλθε διάσταση στις σχέσεις του με τη κόρη του ανέμενε, με συμβουλή του δικηγόρου του, την πορεία διευθέτησης των περιουσιακών διαφορών του εναγόμενου με την κόρη του. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι, πριν ακόμα από το 1999 όταν είχε λειτουργήσει το Χ.Α.Κ. είχε συναλλαγές ως επενδυτής διαφόρων μετοχών. Η θυγατέρα του Κατερίνα Αντωνίου εργαζόταν στο Χ.Α.Κ. κατά τον επίδικο χρόνο. Γνώριζε ότι ο εναγόμενος ήταν συνέταιρος με κάποιο χρηματιστή Βάσο Ζάκου κατά την επίδικη περίοδο. Ο ίδιος δεν είχε αγοράσει και ούτε γνώριζε αν η θυγατέρα του και σύζυγος του εναγόμενου είχαν αγοράσει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση της εταιρείας Xenos Travel Ltd. Η σχέση του ίδιου με την εταιρεία M.N.S. Piano Ltd ήταν ότι επρόκειτο για μια οικογενειακή επιχείρηση της οποίας όλες τις μετοχές αρχικά κατείχε η σύζυγος του η οποία εργαζόταν και ως υπεύθυνη του καταστήματος της εταιρείας και στη συνέχεια παραχώρησε μετοχές της και στις δύο κόρες τους οι οποίες επίσης εργάστηκαν κάποιο διάστημα σε αυτή την επιχείρηση. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η θυγατέρα του Παναγιώτα, σύζυγος του εναγόμενου, τον Μάρτιο του 2001 να εργαζόταν στην οικογενειακή εταιρεία και να λάμβανε μισθό Λ.Κ.400,00 μηνιαίως. Ο ίδιος δεν μπορούσε να ξέρει αν η κόρη του Παναγιώτα είχε άλλα εισοδήματα εφόσον δεν γνώριζε τα οικονομικά της οικογένειας της. Εκείνο το οποίο γνώριζε ήταν ότι κατά καιρούς βοηθούσε την κόρη του οικονομικά δίδοντας της δώρα διάφορα χρηματικά ποσά αλλά και σε είδος όπως βενζίνη, πληρωμή των σχολείων των παιδιών ακόμα και πληρωμή των μισθών οικιακής βοηθού, ποσά τα οποία δεν διεκδίκησε ποτέ γιατί θεωρούσε ότι ήταν οικονομική βοήθεια προς τα παιδιά του. Δεν θυμόταν κάποιο συγκεκριμένο ταξίδι που είχε κάνει η κόρη του τα μέσα του 2000 στην Τζαμάικα καθώς δεν ανακατευόταν στα οικογενειακά τους θέματα, γνώριζε όμως ότι είχαν κάμει πολλά ταξίδια με το σύζυγο της και δεν τους ήλεγχε γι΄αυτά. Σε υποβολή αν η θυγατέρα του τον ενημέρωσε ότι θα πήγαιναν περί τα μέσα του 2000 κάποιο ταξίδι που θα τους κόστιζε Λ.Κ.2.500,00 - Λ.Κ.3.000,00 και αν του ζήτησε χρήματα απάντησε ότι δεν θα πλήρωνε τέτοια έξοδα για ταξίδι σε μια παντρεμένη γυναίκα διαχωρίζοντας τη βοήθεια που της έδιδε για οικογενειακές υποχρεώσεις από τα ταξίδια αναψυχής. Αρνήθηκε υποβολή ότι η κόρη του τον παρακάλεσε να της κάμει δώρο αυτό το ταξίδι και ότι ήταν γι΄αυτό που είχε εκδώσει την επιταγή Τεκμήριο 3. Δεν θυμόταν να είχε γίνει προσφορά πώλησης μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση στη Xenos Travel Ltd η οποία εκείνο το διάστημα θα γινόταν δημόσια εταιρεία και ως η ιδιοκτήτρια του τουριστικού γραφείου Palm Tours έκαμνε την πιο πάνω προσφορά σε όσους αγόραζαν από αυτούς ταξίδια αναψυχής. Δεν είχε ρωτήσει τον εναγόμενο τι θα έκαμνε το ποσό των Λ.Κ.1.258,00 και γι΄αυτό δεν ήξερε αν χρησιμοποίησε αυτό το ποσό για το πιο πάνω ταξίδι και δεν μπορούσε ο ίδιος να εξασφαλίσει τέτοια στοιχεία. Το ίδιο συνέβηκε και με την επιταγή (Τεκμήριο 9) την οποία την είχε δώσει με κενό το όνομα του δικαιούχου και τη συμπλήρωσε ο εναγόμενος. Δεν μπορούσε να ξέρει για ποιο σκοπό χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη επιταγή ο εναγόμενος και δεν γνώριζε αν αφορούσε αγορά μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση στην εταιρεία Xenos Travel Ltd. Το ότι η επιταγή αυτή εκδόθηκε επ΄ονόματι αυτής της εταιρείας το είχε μάθει μετά που είχε ζητήσει αντίγραφα των επιταγών του από την Τράπεζα. Αρνήθηκε υποβολή ότι η επιταγή Τεκμήριο 3 αφορούσε δώρο ενός ταξιδιού προς την κόρη του και ότι η επιταγή Τεκμήριο 9 αφορούσε αγορά μετοχών της εταιρείας Xenos Travel Ltd με ιδιωτική τοποθέτηση από τη κόρη του. Σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε αν η κόρη του αγόρασε τέτοιες μετοχές. Ήταν όμως σίγουρος ότι δεν αφορούσαν αυτά τα χρηματικά ποσά δώρα προς την κόρη του. Δεν γνώριζε ακόμα αν ο εναγόμενος είχε πληρώσει ο ίδιος το δικό του εισιτήριο για το συγκεκριμένο ταξίδι. Δεν γνώριζε αν ο εναγόμενος και η σύζυγος του και θυγατέρα του διατηρούσαν κοινό λογαριασμό στο ΣΥ.ΤΑ.Υ.ΑΤΗΚ με δικαίωμα υπογραφής οποιουδήποτε από τους δύο καθώς δεν ανακατευόταν στα οικογενειακά τους. Θεωρούσε άσχετη επίσης την οποιαδήποτε ανάμιξη της συζύγου του στις οικονομικές διαφορές του ζευγαριού οι οποίες αφορούσαν οικογενειακά τους θέματα. Αρνήθηκε υποβολές ότι είχε δανειστεί ποτέ οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 σε μετρητά από τον εναγόμενο για να αγοράσει μετοχές από το Χ.Α.Κ. και ισχυρίστηκε ότι εκείνη τη περίοδο καθώς είχε αφυπηρετήσει από τη δουλειά του και είχε πάρει το εφάπαξ του είχε αρκετά δικά του χρήματα. Πέραν αυτού, ποτέ δεν είχε οικονομικό πρόβλημα για να ζητήσει δανεικά από τον εναγόμενο. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι τα χρηματικά ποσά που αφορούσαν οι επιταγές Τεκμήριο 1 και 2 αφορούσαν πληρωμές έναντι δανείου Λ.Κ.8.000,00 που συνήψε από τον εναγόμενο και ότι εξακολουθεί να οφείλει σε αυτόν το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 από αυτή τη συναλλαγή. Δεν ήξερε αν αυτά τα χρήματα κατατέθηκαν στο κοινό λογαριασμό του εναγόμενου που διατηρούσε με την κόρη του. Κατατέθηκε και σημειώθηκε χωρίς ένσταση ως Τεκμήριο 10 σχετική πιστοποίηση ότι ο εναγόμενος μαζί με τη σύζυγο του διατηρούσαν από τις 17.11.95 μέχρι την 26.11.2004 κοινό λογαριασμό με αριθμό 4000616-2 στο ΣΥ.ΤΑ.Υ. Α.ΤΗ.Κ. και ότι σε αυτόν τον λογαριασμό εμβαζόταν ο μισθός του εναγόμενου. Σε σχέση με το ποσό της επιταγής (Τεκμηρίου 4) συμφώνησε ότι αυτό κατατέθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό. Ανάφερε ότι αν και το όνομα του δικαιούχου της επιταγής ήταν το πιο πάνω Συνεργατικό Ταμιευτήριο, το είχε συμπληρώσει για λόγους δικούς του ο εναγόμενος μετά που του είχε δώσει κενή την επιταγή. Προκάλεσε μάλιστα αν αμφισβητείτο ο γραφικός χαρακτήρας του εναγόμενου τον οποίο ο ίδιος αναγνώριζε, να κληθεί γραφολόγος για να το επιβεβαιώσει. Επέμεινε ότι δεν ήταν δώρο ή ενίσχυση στα οικονομικά της κόρης του το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 όταν ο κοινός λογαριασμός της με τον εναγόμενο παρουσίαζε παρατράβηγμα αλλά ότι ήταν δάνειο προς τον εναγόμενο. Είχε σταματήσει να της δίδει δώρα από την ημέρα που την είχε παντρέψει. Τα χρήματα που διεκδικεί από τον εναγόμενο είναι αυτά που του είχε ζητήσει ο ίδιος δανεικά και όχι η κόρη του η οποία ντρεπόταν που ο άντρας της του ζητούσε δανεικά. Σε υποβολή ότι τις επιταγές (Τεκμήρια 5 και 8) τις εξέδωσε με σκοπό να πληρωθούν ψώνια της κόρης του στη Λεμεσό, απάντησε ότι δεν ανακατευόταν στα του αντρογύνου και στα ψώνια τους και ούτε ήξερε πόσα χρήματα είχε ξοδέψει η κόρη του από τον κοινό λογαριασμό της με το σύζυγο της και δεν τον ενδιέφερε αυτό το ζήτημα, έφερε δε ως παράδειγμα τον ίδιο με την γυναίκα του που δεν ξεχωρίζουν τα οικονομικά τους. Δεν γνώριζε αν η κόρη του είχε εκδώσει επιταγές από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με το σύζυγο της στην εταιρεία M.S.N. Piano Ltd λέγοντας ότι είναι το αντίθετο που συνέβαινε και εν πάση περιπτώσει δεν τον ενδιέφεραν τον ίδιο οι συναλλαγές της με την πιο πάνω εταιρεία. Ο ενάγοντας δεν ήξερε αν τα χρήματα της επιταγής (Τεκμήριο 6) είχαν χρησιμοποιηθεί σε χρηματιστηριακό γραφείο και δεν τον ενδιέφερε τι θα τα έκαμνε ο εναγόμενος. Υπέθεσε ότι ο εναγόμενος θα είχε κερδίσει στο Χ.Α.Κ. γιατί του έδωσε σε μετρητά πίσω τα χρήματα που αφορούσαν το συγκεκριμένο τεκμήριο. Τέλος, αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι χρωστά οποιοδήποτε ποσό στον εναγόμενο και επέμενε ότι είναι το αντίθετο που συμβαίνει. Αρνήθηκε ότι ήγειρε την παρούσα αγωγή εκδικητικά λέγοντας ότι όποιο ποσό κερδίσει από αυτή την υπόθεση θα το διαθέσει προς όφελος των εγγονιών του - παιδιών του εναγόμενου. Ανάφερε ότι ζητούσε αυτά τα χρήματα κατά καιρούς και δεν είναι αλήθεια ότι για πρώτη φορά τα διεκδίκησε με την αγωγή του και δεν συνέδεε τη παρούσα αγωγή του με άλλη διαδικασία που εκκρεμεί και αφορά την επίλυση των περιουσιακών σχέσεων του εναγόμενου με την κόρη του. Ο εναγόμενος ανάφερε ότι το διαζύγιο του με την κόρη του ενάγοντος εκδόθηκε λίγες ημέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Γνώριζε ότι καταχωρήθηκε αίτηση για επίλυση των περιουσιακών τους σχέσεων ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου η οποία ακόμα εκκρεμεί. Ανάφερε ότι οι σχέσεις του ενάγοντα με την εταιρεία M.S.N.Piano Ltd ήταν πιο ουσιαστικές από όσο τις περιέγραψε ο ίδιος αφού είχε ενεργό ανάμιξη στις εργασίες της κατά τα απογεύματα και αυτό το γνώριζε εφόσον από το 1996 μέχρι το 2001 εργαζόταν σε αυτήν την εταιρεία και η πρώην σύζυγος του. Κατά ην επίδικη περίοδο διατηρούσαν με την πρώην σύζυγο του τον κοινό λογαριασμό όπως αυτός παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 10. Εκτός από τον μισθό του που εμβαζόταν στον κοινό τους λογαριασμό η πρώην σύζυγος του είχε εμβάσει διάφορα ποσά που έπαιρνε ως δώρα από τον ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι είχε δανείσει σε μετρητά τον ενάγοντα με το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 στις 21.09.1999 για να επενδύσει στο Χ.Α.Κ. και οι επιταγές Τεκμήρια 1 και 2 του δόθηκαν από τον ενάγοντα έναντι αυτού του δανείου. Για να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό του παρουσίασε ως Τεκμήριο 11 σχετική απόδειξη. Παραδέχθηκε ότι ο ενάγοντας και η σύζυγος του βοηθούσαν οικονομικά ποικιλοτρόπως την οικογένεια του. Κάποια από τα δώρα που έδιδαν ήταν σε γνώση του και κάποια δεν ήταν. Ανάφερε ότι τις επιταγές Τεκμήρια 3 και 9 τις είχε δει για πρώτη φορά όταν αυτές κατατέθηκαν στο δικαστήριο και δεν υπήρχαν σ΄αυτές γράμματα δικά του. Ανάφερε ότι όταν είχαν συζητήσει στις αρχές του καλοκαιριού του 2000 με ένα φιλικό τους ζευγάρι το ενδεχόμενο να κάνουν μαζί διακοπές στη Τζαμάικα και αναφέρθηκε το κόστος, ο ίδιος είχε αναφέρει ότι ήταν πέραν του δικού τους προϋπολογισμού. Μετά τη πάροδο κάποιου χρόνου η σύζυγος του τον πληροφόρησε ότι ο πατέρας της αναλάμβανε να πληρώσει το δικό της εισιτήριο ως δώρο. Με αυτό ως δεδομένο αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι με κόστος μεταξύ Λ.Κ.2.500,00 - Λ.Κ.3.000,00. Έτσι η επιταγή (Τεκμήριο 3) για ποσό Λ.Κ.1.258,00 προς το Palm Tours αφορούσε το εισιτήριο της συζύγου του ενώ ο ίδιος πλήρωσε το δικό του με δική του επιταγή αντίγραφο της οποίας παρουσίασε ως Τεκμήριο 12 και κατέβαλε επί πλέον το ποσό των Λ.Κ.258,00 σε μετρητά. Εξήγησε ότι η επιταγή του Τεκμηρίου 9 αφορούσε ακριβώς το δικαίωμα που αποκτούσαν με την αγορά ταξιδιωτικών εισιτηρίων από το Palm Tours να αγοράσουν με ιδιωτική τοποθέτηση μετοχές της Xenos Travel Ltd η οποία εξαγόρασε την Palm Tours και θα εισαγόταν στο Χ.Α.Κ. Τα χρήματα αυτής της επιταγής σε καμιά περίπτωση δεν τα είχε πάρει ο ίδιος αλλά ούτε και μετοχές αυτής της εταιρείας με αυτό το ποσό. Παραδέχθηκε όμως ότι είχε πάρει μετοχές αυτής της εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση όσες εδικαιούτο ο ίδιος με την αγορά του δικού του εισιτηρίου. Αρνήθηκε ότι είχε δανειστεί ποτέ είτε τα χρήματα των Τεκμηρίων 3 και 9 είτε οποιαδήποτε άλλα χρήματα. Σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 4) παραδέχθηκε ότι μπορεί να είναι δικά του τα γράμματα, όμως τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε τότε με τη σύζυγο του. Εξήγησε ότι είχε αρνηθεί στην έκθεση υπεράσπισης του την έκδοση αυτής της επιταγής επειδή δεν την εντόπισε όταν έψαξε τις καταστάσεις του κοινού τους λογαριασμού επειδή είχε γίνει μια κατάθεση με ένα άλλο ποσό Λ.Κ.643,89σ. και προς τούτο κατάθεσε το Τεκμήριο 13 όπου φαίνεται αυτή η κατάθεση. Δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί ο ενάγοντας εξέδωσε αυτή την επιταγή, μπορούσε όμως να υποθέσει ότι αυτή θα αφορούσε δώρο προς την θυγατέρα του για έξοδα που είχε κάμει τα οποία πλήρωσε χρησιμοποιώντας τον κοινό τους λογαριασμό. Από ένα υπολογισμό του, οι πληρωμές που κατά καιρούς έκαμε η γυναίκα του από τον κοινό τους λογαριασμό ξεπερνούσαν τις Λ.Κ.80.000,00. Σίγουρα τέτοια ποσά δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τα δικά του εισοδήματα αλλά ούτε και από το δηλωμένο εισόδημα των Λ.Κ.300,00 της συζύγου του από την εργασία της στην οικογενειακή τους εταιρεία. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 ισχυρίστηκε ότι σίγουρα αυτό δεν αφορούσε χρήματα τα οποία είχε δανειστεί από τον ενάγοντα εφόσον ποτέ δεν είχε ζητήσει από αυτόν δανεικά. Η επιταγή (Τεκμήριο 5), παρόλο ότι την είχε οπισθογραφήσει ο ίδιος φαίνεται ότι αυτή κατατέθηκε σε κάποιο λογαριασμό τρίτου προσώπου και υπέθεσε και σε αυτή τη περίπτωση ότι ίσως να αφορούσε πληρωμή κάποιων αγορών της συζύγου του για τα οποία σίγουρα δεν κρατούσε σημειώσεις για να θυμάται λεπτομέρειες μετά από τόσα χρόνια. Εξήγησε παρατηρώντας τα γράμματα και τις υπογραφές επί της επιταγής (Τεκμήριο 6), ότι αφορούσε κάποια χρηματιστηριακή συναλλαγή του ενάγοντος, το σίγουρο είναι ότι ο ίδιος ποτέ δεν εισέπραξε σε μετρητά το πιο πάνω ποσό όπως εξάλλου μπορεί να γίνει αντιληπτό από τη σειρά των οπισθογραφήσεων της επιταγής αυτής όπου δεν ήταν ο τελευταίος οπισθογράφος της και έτσι δεν είναι αυτός που την εισέπραξε. Παραδέχθηκε ότι είχε ανάμειξη σε κάποιο χρηματιστηριακό γραφείο που είχε ανοίξει ο κουμπάρος του Βάσος Ζάκου κατά τον επίδικο χρόνο και όπου αναμείχθηκε ως επενδυτής. Η ανάμειξη του ήταν μέχρι που του επέστρεψε τα χρήματα που του είχε δανείσει αν και είχαν καταλήξει και στα δικαστήρια. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας τότε είχε ασχοληθεί πολύ με χρηματιστηριακές πράξεις τόσο με το πιο πάνω χρηματιστηριακό γραφείο όσο και με άλλα. Ο ενάγοντας του είχε δώσει τότε χρήματα για να αγοράσει μετοχές είτε στο όνομα του ενάγοντα είτε της γυναίκας του είτε των κόρων του. Η εξ ανταπαιτήσεως 3 εναγόμενη - θυγατέρα του ενάγοντα εκείνο το διάστημα εργαζόταν ως λειτουργός στο Χ.Α.Κ. Το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 της επιταγής (Τεκμήριο 7) το είχε επιστρέψει στον ενάγοντα με επιταγή του, αντίγραφο της οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο 14. Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί για πιο σκοπό είχαν εκδοθεί αυτές οι δύο επιταγές. Σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 8), παραδέχθηκε ότι η αναγραφή του ονόματος του είναι με δικά του γράμματα και φαίνεται ότι κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό κάπου στη Λεμεσό που δεν είναι δικός του. Υπέθεσε ότι θα αφορούσε αγορές στις οποίες προέβηκε η πρώην σύζυγος του. Συμφώνησε ότι ο ενάγοντας πάντοτε βοηθούσε οικονομικά τη σύζυγο του και κόρη του και αυτό δεν είχε σταματήσει ποτέ κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Γι΄αυτό και δεν αναγνωρίζει ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τον ενάγοντα το οποίο να του το είχε δώσει υπό τη μορφή δανείου. Επέμεινε ότι ο ενάγοντας του όφειλε το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 ως υπόλοιπο του δανείου που του είχε δώσει των Λ.Κ.8.000,00, εφόσον του επέστρεψε με τις επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2), μόνο το ποσό των Λ.Κ.7.000,00. Επίσης του όφειλε το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 που του είχε δανείσει με την επιταγή (Τεκμήριο 15) και δεν του το είχε εξοφλήσει ποτέ. Του όφειλε ακόμα το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 που του το είχε δώσει στις 14.12.1999 με επιταγή (Τεκμήριο 16). Κατάθεσε ως Τεκμήρια 17,18 και 19 αντίγραφα τριών επιταγών με ημερομηνίες 1.12.97,4.06.98 και 21.12.98 οι οποίες φαίνεται ότι εκδόθηκαν από την τότε σύζυγο του προς όφελος της οικογενειακής της εταιρείας Μ.Ν.S. PIANO Ltd συνολικού ποσού Λ.Κ.504,00 και δεν θυμόταν να είχαν αγοράσει οτιδήποτε από αυτή την εταιρεία. Το ποσό επίσης των Λ.Κ.150,00 το είχε καταβάλει σε κάποια Tessie Abuan με την επιταγή (Τεκμήριο 20), από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την τότε σύζυγο του την 4.11.1997 η οποία ήταν οικιακή βοηθός της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 Μαρίκας Αντωνίου για το χρονικό διάστημα από 27.04.1996 μέχρι 30.11.1997. Το ποσό των Λ.Κ.2.360,00 που αντιπροσωπεύουν οι τέσσερις επιταγές του τεκμηρίου 21 είχαν εκδοθεί από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με την τότε σύζυγο του και εξεδόθησαν από εκείνη προς όφελος της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 χωρίς αντάλλαγμα και έκτοτε δεν του επιστράφηκε τίποτε έναντι αυτού του ποσού. Εξήγησε από που προέρχεται η αξίωση του εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 Κατερίνας Αντωνίου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.16.480,00 προς όφελος της οποίας εξέδωσαν ο ίδιος και η πρώην σύζυγος του τις τρεις επιταγές του Τεκμηρίου 22 από τον κοινό τους λογαριασμό που τηρούσαν τότε χωρίς να έχουν οποιονδήποτε αντάλλαγμα. Η πρώην σύζυγος του ποτέ δεν του είχε πει ότι ήθελε να χαρίσει αυτό το ποσό στην αδελφή της. Για τις πιο πάνω αξιώσεις του εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3, ο ενάγοντας - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος 1 ο ίδιος, δεν του επέστρεψε ποτέ κανένα ποσό αν και με οδηγίες και κατ΄εντολή του καταβλήθηκαν αυτά τα ποσά. Επανέλαβε ότι στα Τεκμήρια 2 και 9 δεν υπάρχει δικός του γραφικός χαρακτήρας. Επέμεινε ότι η επιταγή Τεκμήριο 4 συνάδει με το Τεκμήριο 15 τη δική του επιταγή και ότι ποτέ ο ενάγοντας δεν του είχε δώσει άλλα χρήματα τα οποία του τα επέστρεψε με την επιταγή του Τεκμηρίου 15. Τέλος, απέρριψε ισχυρισμό του ενάγοντος που προβάλλεται στην παρ. 3 στ. της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου του είχε κατά καιρούς ανοίξει και κλείσει διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς και είχε συνάψει διάφορα δάνεια που αφορούσαν ανακαίνιση ή αγορά εξοπλισμού για την οικία όπου διέμεναν αρχικά με τη σύζυγο του ή ακόμα αγορά χωραφιών και εξοχικής οικίας, δάνεια τα οποία ακόμα υφίστανται και πληρώνει δόση μέχρι και σήμερα που ανέρχεται στα Ευρώ 850,00. Διέμεναν αρχικά σε οικία που είχε δωρίσει ο ενάγοντας ή η σύζυγος του στη θυγατέρα τους και σύζυγο του. Αργότερα πριν τη διάσταση τους μετακόμισαν σε σπίτι που έκτισαν οι ίδιοι. Δεν πλήρωναν ενοίκιο για όσα χρόνια διέμεναν στο σπίτι που τους έδωσαν τα πεθερικά του και δεν υπήρχε τέτοια απαίτηση. Το σπίτι εκείνο πωλήθηκε για Λ.Κ.100.000,00 όταν θα έκτιζαν το δικό τους το οποίο συμπλήρωσε με δικά του χρήματα. Δεν θυμόταν με ακρίβεια πόσος ήταν ο μισθός του κατά την επίδικη περίοδο, εργαζόταν πάντοτε στην Α.ΤΗ.Κ. και δεν έκανε δεύτερη δουλειά. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είδους διευθέτηση είχε γίνει με το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 του Τεκμηρίου 7 το οποίο φαίνεται εξόφλησε δύο ημέρες μετά. Επέμεινε ότι σε καμιά περίπτωση δεν είχε πάρει δανεικά από τον ενάγοντα. Επέμενε ότι είχε δώσει στις 21.09.1999 σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 στον ενάγοντα και του επέστρεψε με τις δύο επιταγές στις 12.10.09 και 18.10.09 το ποσό των Λ.Κ.7.000,00. Στην επόμενη ερώτηση, πώς γίνεται στις 19.01.2000 να είχε δώσει την επιταγή των Λ.Κ.8.000,00 ενώ ο ενάγοντας εξακολουθούσε να του χρωστά το ποσό των Λ.Κ.1.000,00. Ανάφερε αρχικά ότι δεν αντιλήφθηκε την ερώτηση και στη συνέχεια επανέλαβε ότι δεν αμφισβητούσε τις επιταγές και τα ποσά που αναγράφονται σε αυτές, όμως δεν θυμόταν λεπτομέρειες και κάτω από ποιες προϋποθέσεις γίνονταν κάποιες μεταξύ τους διευθετήσεις και είχαν εκδοθεί και οι δύο αυτές επιταγές. Σύμφωνα με τη κατάσταση της μισθοδοσίας του το 2000 έπαιρνε περίπου καθαρά Λ.Κ.1.200,00 και περίπου τον ίδιο μισθό έπαιρνε και το 1999. Όταν είχε αναφερθεί στη κυρίως εξέταση του για αναλήψεις από τον κοινό τους λογαριασμό από τη σύζυγο του που ανέρχονταν περίπου στις Λ.Κ.80.000,00, διευκρίνισε ότι εννοούσε για όλη τη χρονική περίοδο των δέκα περίπου χρόνων που λειτούργησε αυτός ο κοινός τους λογαριασμός. Το παρατράβηγμα που παρουσίαζε ο λογαριασμός του κατά καιρούς καλυπτόταν από δάνεια που συνήπταν και από βοήθεια που δέχονταν από τους γονείς της συζύγου του όπως και από τους δικούς του γονείς. Η διαφορά που έβλεπε σε αυτό το ζήτημα ήταν ότι οι δικοί του γονείς δεν ήγειραν αγωγή με την οποία να διεκδικούν πίσω την οικονομική βοήθεια που τους παρείχαν σε αντίθεση με τον ενάγοντα. Οι επιταγές που του έδωσε ο ενάγοντας αφορούσαν εξόφληση δανείων που του είχε κάμει ο ίδιος. Ποτέ δεν του είχε δώσει επιταγές ως δώρο. Η επιταγή του Τεκμηρίου 8 αφορούσε δώρο που είχε κάμει ο ενάγοντας προς την κόρη του και μάλιστα αφορούσε πληρωμή για αγορές που έκανε η κόρη του ενάγοντα στη Λεμεσό. Η πάροδος τόσων χρόνων δεν του επιτρέπει να θυμηθεί ακριβώς για πιο σκοπό είχαν χρησιμοποιηθεί αυτά τα χρήματα. Δεν γνώριζε αν ο ενάγοντας ήταν ευκατάστατος και δεν του έδωσε ούτε σπίτια ούτε εξοχικά. Όσα έγιναν ήταν με δάνεια αλλά και με τη βοήθεια τόσο των δικών του γονιών η οποία ήταν σημαντική χωρίς όμως, όπως διευκρίνισε να κρατά λογαριασμό, όσο ασφαλώς και των πεθερικών του. Όταν κατά καιρούς είχαν οικιακή βοηθό στο σπίτι τους την πλήρωνε ο ίδιος. Για την επιταγή που εξέδωσε στις 4.11.1997 επ΄ονόματι της οικιακής βοηθού (Τεκμήριο 20), ανέφερε ότι αυτή από 27.04.96 μέχρι 30.11.97 εργαζόταν στην πεθερά του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ονόματα των διαφόρων οικιακών βοηθών που κατά καιρούς είχαν στο σπίτι τους, ούτε θυμόταν αν η συγκεκριμένη οικιακή βοηθός η Tessie Abuan είχε εργοδοτηθεί και από τον ίδιο. Θυμόταν ότι κατά καιρούς κάποιες οικιακές βοηθοί της πεθεράς του διέμεναν στο σπίτι τους λόγω του ότι εκείνη δεν είχε χώρο για να τις φιλοξενήσει αφού διέμενε σε διαμέρισμα. Οικιακές βοηθούς είχαν κατά καιρούς ίσως για περίοδο 3-4 χρόνων όταν η πρώην σύζυγος του δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει με τα δύο μωρά που είχαν. Δεν έχει τα στοιχεία καθώς όταν έφυγε από το σπίτι του όλα τα προσωπικά του πράγματα έχουν χαθεί. Τον μισθό των οικιακών τους βοηθών τον κατέβαλλε με επιταγές όταν θα έπρεπε να τις πληρώσει αυτός. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν τα πεθερικά του που πλήρωναν τις οικιακές βοηθούς που είχαν κατά καιρούς και ότι η μοναδική φορά που πλήρωσε εκείνος ήταν με το Τεκμήριο 20. Όταν ο εναγόμενος επανέλαβε ότι ουδέποτε πήρε οικονομική βοήθεια προσωπικά ή δώρα από τον ενάγοντα, του υποβλήθηκε αν είχε αγοράσει μετοχές από την επενδυτική Φοίνικας Αμμοχώστου ενώ αρχικά προσποιήθηκε τον ανήξερο στη συνέχεια και όταν του παρουσιάστηκε αντίγραφο επιταγής του ενάγοντος προς αυτή την εταιρεία για ποσό Λ.Κ.2.000,00 και αντίγραφα των πιστοποιητικών παραχώρησης προς τον ίδιο μετοχών αξίας Λ.Κ.2.000,00 επικαλέστηκε τη πάροδο δέκα χρόνων και ήταν αυτός ο λόγος που δεν είχε θυμηθεί εξ αρχής γι΄αυτή τη πράξη. Σε υποβολή ότι η επιταγή των Λ.Κ.1.000,00 (Τεκμήριο 16) αφορούσε επιστροφή μέρους αυτών των μετοχών όπως ήταν η συνεννόηση τους, ανάφερε ότι δεν θυμόταν καλά την περίπτωση αλλά σίγουρα αν του έδωσε χρήματα ήταν για να αγοράσει μετοχές επ΄ονόματι του ενάγοντα και όχι επ΄ονόματι του. Ο ίδιος με δικά του χρήματα είχε αγοράσει τις δικές του μετοχές. Σε ερώτηση γιατί δεν είχε ζητήσει από τον ενάγοντα να του επιστρέψει ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό που είχε απομείνει από τα δανεικά των Λ.Κ.8.000,00 όταν του έδωσε τη δεύτερη φορά μόνο Λ.Κ.2.000,00 απάντησε πως ήταν ο πεθερός του, υπονοώντας τις καλές σχέσεις που είχαν τότε. Σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 που έδωσε με την επιταγή με ημερομηνία 18.05.2000 στη Κατερίνα Αντωνίου (Τεκμήριο 22), ανάφερε ότι ο ενάγοντας του είχε ζητήσει να δανείσει την κουνιάδα του με αυτό το ποσό για να αγοράσει μετοχές και ανέμενε ότι θα του έδιδε πίσω αυτό το ποσό. Τα χρήματα αυτά προέρχονταν από δάνεια που είχε κάμει την εποχή εκείνη και το 2004 ανέρχονταν σε Λ.Κ.100.000,00. Υπέθεσε ότι ο ενάγοντας μπορεί να έκανε χρηματιστηριακές πράξεις επ΄ονόματι της συζύγου του και της θυγατέρας του. Οι σχέσεις του με τον πεθερό του εκείνο το διάστημα ήταν πολύ αρμονικές και υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ τους και δεν θα έφτανε στο σημείο να του δανείζει την μια ημέρα χρήματα και να του τα ζητά την επόμενη. Σε ερώτηση πώς συμβιβάζεται η θέση του ότι ο ενάγοντας βοηθούσε οικονομικά την οικογένεια του και από την άλλη του ζητούσε δανεικά, ανάφερε ότι πράγματι ο πεθερός του έδιδε δώρα στη κόρη του όπως έκαμναν και οι γονείς του μαζί του, όμως άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 5), ανάφερε ότι πράγματι αυτή εκδόθηκε επ΄ονόματι του όμως αυτή χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή κάποιας αγοράς που έκαμε η πρώην σύζυγος του και αυτό συνέβαινε τακτικά. Δεν απέκλεισε αυτό το ποσό να το είχε ζητήσει η πρώην σύζυγος του από τον πατέρα της. Για την επιταγή των Λ.Κ.4.000,00 του Τεκμηρίου 6, ανάφερε ότι είχε πάρει την επιταγή και την οπισθογράφησε και την εξαργύρωσε κάποιο τρίτο πρόσωπο και ίσως να αφορούσε κάποια πράξη στο Χ.Α.Κ. που έκαμε ο ενάγοντας. Εάν ο ίδιος έπαιρνε αυτά τα χρήματα θα τα κατέθετε στο λογαριασμό του. Επανέλαβε ότι δεν θυμόταν τις συνθήκες έκδοσης της επιταγής των Λ.Κ.8.000,00 και κάτω από ποιες συγκεκριμένες συνθήκες έγινε εκείνη η συναλλαγή τους. (Καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι ποτέ δεν πήρε δανεικά από τον ενάγοντα) Για την επιταγή του Τεκμηρίου 8 ανάφερε ότι ίσως να αφορούσε κάποια πληρωμή για αγορές που έκαμε η πρώην σύζυγος του στη Λεμεσό. Για την επιταγή του Τεκμηρίου 3 ανάφερε ότι αφορούσε το ταξίδι τους στη Τζαμάικα που έγινε τον Αύγουστο του 2000 και δεν θυμάται ποιος είχε πάρει εκείνη την επιταγή. Το ποσό της επιταγής ήταν αυτό που πλήρωσε ο πεθερός του και το υπόλοιπο το πλήρωσε ο ίδιος χωρίς να θυμάται αν πλήρωσε περισσότερα για το δικό του μερίδιο. Αν πλήρωσε κάποιο μέρος σε μετρητά αυτό ήταν γιατί έτυχε να κρατεί μετρητά. Επέμεινε ότι δεν είχε ζητήσει ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 που αφορά την επιταγή του Τεκμηρίου 4. Σε σχέση με τις επιταγές των Τεκμηρίων 17,18 και 19 ανάφερε ότι δεν θυμόταν κάτω από ποιες συνθήκες είχαν εκδοθεί αυτές οι επιταγές για την οικογενειακή εταιρεία της πρώην συζύγου του. Μπορεί να αφορούσαν μετρητά που λάμβανε η πρώην σύζυγος του και εξέδιδε επιταγές. Το ίδιο συμβαίνει και για τις επιταγές των Τεκμηρίων 21 και την επιταγή του τεκμηρίου 22 για το ποσό των Λ.Κ.160,00 επ΄ονόματι της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3. Σε σειρά υποβολών ότι τα γεγονότα ήταν όπως τα εξήγησε ο ενάγοντας και ότι όσα ο ίδιος ανάφερε είναι εκ των υστέρων σκέψεις, απάντησε ότι ο ίδιος δάνεισε χρήματα στον ενάγοντα και ανέμενε την πληρωμή τους και ότι εξήγησε στη μαρτυρία του κάτω από ποιες συνθήκες το έκανε κάθε φορά. Επέμεινε ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε δανεικά από τον ενάγοντα. Τέλος, σε υποβολή ότι ο ενάγοντας και η σύζυγος του όσο διαρκούσε ο γάμος του με την κόρη τους τούς παρείχαν οικονομική βοήθεια ανερχόμενη σε χιλιάδες λίρες ανάφερε ότι αυτό πράγματι γινόταν και το ίδιο έκαναν και οι δικοί του γονείς και δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει ποια από τις δύο πλευρές βοήθησε περισσότερο. Σε υποβολή δε ότι τα πεθερικά του πλήρωναν από το 1994 - 1997 την οικιακή του βοηθό ανάφερε ότι οικιακή βοηθό είχαν μεταξύ του 1997 και 2000 και ότι την πλήρωνε ο ίδιος. Η μαρτυρία για την Υπεράσπιση στη Ανταπαίτηση: Ως μάρτυρας υπεράσπισης στην ανταπαίτηση 1 (Μ.Υ.1) κατάθεσε η κ. Ειρήνη Χαριδήμου η οποία εργάζεται στο ΣΥ.ΤΑ.Υ.ΑΤΗΚ ως Αναπληρωτής Γραμματέας. Το 1999 κατείχε τη θέση Λογιστή. Ο κοινός λογαριασμός που διατηρούσε από το 1995 ο εναγόμενος Ορέστης Βασιλείου με τη τότε σύζυγο του Παναγιώτα έφερε αριθμό 4000616-2. Ο λογαριασμός ως κοινός που ήταν παρείχε τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε από τους δύο να εκδίδει από αυτόν επιταγές. Ανάφερε ότι είχαν συναφθεί κάποια δάνεια σε σχέση με αυτόν το λογαριασμό. Το αρχικό δάνειο έγινε τον Δεκέμβριο του 1995 και ήταν για το ποσό των Λ.Κ.5.100,00, το 1998 ανανεώθηκε για ποσό Λ.Κ.40.000,00 και εξοφλήθηκε τον Μάιο του 2000 με άλλο δάνειο το οποίο τελικά ξοφλήθηκε το 2001. Είχε συναφθεί ακόμα ένα δάνειο τον Αύγουστο του 1997 για Λ.Κ.10.000,00 το οποίο ξοφλήθηκε στις 21.05.1998. Τον Σεπτέμβριο του 1997 είχε συναφθεί άλλο δάνειο για Λ.Κ.8.000,00 το οποίο ξοφλήθηκε τον Μάιο του 1998. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 27 κατάσταση του κοινού λογαριασμού του εναγόμενου με την πρώην σύζυγο του από τον Νοέμβριο του 1995 μέχρι Αύγουστο του 2000. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Ο Πωτοκολλητής του Οικογενειακού δικαστηρίου Λάρνακας κ. Νικόλας Μπάκας κατάθεσε ως Μ.Υ.2. Ανέφερε ότι έχει στη κατοχή του το φάκελο της αίτησης 26/2004 την οποία καταχώρησε την 11.08.2004 ο Ορέστης Βασιλείου για επίλυση των περιουσιακών σχέσεων του με την πρώην σύζυγο του Παναγιώτα η οποία ακόμα εκκρεμεί. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 28 αντίγραφο της αίτησης η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 29. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 κατάθεσε ως Μ.Υ.3. Ανάφερε ότι είναι θυγατέρα του ενάγοντος και αδελφή της πρώην συζύγου του εναγόμενου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγόμενου εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα Ορέστη Βασιλείου ότι στις 4.08.2000 της είχε δώσει το ποσό ων Λ.Κ.1.320,00, ανάφερε ότι δεν είχε λάβει ποτέ δανεικά από τον κ. Βασιλείου καθώς είναι οικονομικά ανεξάρτητη και δεν είχε ανάγκη να δανειστεί από αυτόν. Τότε ήταν διευθύντρια του Οικονομικού Τμήματος του Χ.Α.Κ. Ούτε το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 που ισχυρίζεται ο κ Βασιλείου ότι δήθεν της έδωσε ως δάνειο στις 18.05.2000 δεν ήταν δάνειο. Εξήγησε ότι αυτά τα ποσά αφορούσαν χρηματιστηριακές πράξεις που είχαν κάμει μαζί με τον κ. Βασιλείου και την σύζυγο του επενδύοντας σε αγορά μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ποιες μετοχές είχαν αγοράσει και από ποιες εταιρείες. Τα κέρδη που είχαν τα είχαν μοιραστεί. Παρόμοιες συναλλαγές αφορούσε και το ποσό των Λ.Κ.1.320,00. Για δε το Τεκμήριο 22 την επιταγή των Λ.Κ.160,00 που εκδόθηκε από τον κοινό λογαριασμό του εναγόμενου με την αδελφή της υπέθεσε ότι θα της επέστρεψε η αδελφή της, χρήματα που την είχε δανείσει. Ανάφερε ότι δεν χρειαζόταν να δανειστεί χρήματα από κανένα και αν χρειαζόταν να δανειστεί θα πήγαινε σε τράπεζα. Έκαμε αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις στο Χ.Α.Κ. με τον ενάγοντα που είχαν γίνει με την αγορά και πώληση μετοχών με κέρδος. Στην αντεξέταση της ρωτήθηκε για ένορκη δήλωση που είχε κάμει σε άλλη δικαστική διαδικασία όπου της υπεβλήθη ότι είχε κριθεί ότι εψεύδετο. Ανάφερε, ότι ποτέ δεν ανακάλεσε η ίδια όσα ενόρκως υποστήριξε ενώπιον Δικαστηρίου. Σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι το είχε κάμει, ανάφερε ότι λανθανόταν ο δικηγόρος καθώς δεν είναι αυτό που αναφερόταν στην απόφαση. Από σχετικές απαντήσεις της φάνηκε ότι δεν γνώριζε ότι η διαδικασία για την οποία προσήλθε να καταθέσει την αφορούσε και προσωπικά. Ανάφερε ότι τα σχετικά με τη παρούσα αγωγή τα χειριζόταν ο πατέρας της. Όσες από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές είχαν κάμει με τον εναγόμενο και την αδελφή της τους απέφεραν κέρδη τα μοιράστηκαν, κατάθεσε προς τούτο διάφορα έγγραφα ως Τεκμήριο 30. Το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 αφορούσε σίγουρα κάποια από αυτές τις συναλλαγές αλλά δεν είχε μαζί της περισσότερα στοιχεία για να αποδείξει τον ισχυρισμό της. Η ίδια με την εμπλοκή της σε χρηματιστηριακές συναλλαγές είχε κέρδη και δεν δημιούργησε φοβερά χρέη όπως της υποβλήθηκε. Η πρώην σύζυγος του εναγόμενου κατάθεσε ως Μ.Υ.4 στην ανταπαίτηση. Ανάφερε ότι τις επιταγές των Τεκμηρίων 17,18 και 19 τις εξέδωσε η ίδια και αφορούσαν επιστροφή δανεικών που είχε πάρει από την οικογενειακή τους εταιρεία. Οι επιταγές του τεκμηρίου 21 τις οποίες εξέδωσε η ίδια αφορούσαν πάλι επιστροφή χρημάτων που δανειζόταν από την μητέρα της. Το ίδιο και η επιταγή για ποσό Λ.Κ.160,00 του τεκμηρίου 22 αφορούσε επιστροφή δανεικών που είχε πάρει από τη αδελφή της. Η οικία στην οποία διέμεναν αρχικά με τον σύζυγο της στην οδό Φανερωμένης στη Λάρνακα ανήκε στους γονείς της και της την δώρισαν ενόσω ήταν παντρεμένη με τον εναγόμενο. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 23 την άδεια παραμονής της οικιακής βοηθού που είχε η ίδια από το 1997. Από ότι θυμόταν ήταν βοηθός της για περίπου 11/2 χρόνο. Ποτέ δεν είχε συμβεί να έχει οικιακή βοηθό η μητέρα της και να τη φιλοξενούν στο δικό τους σπίτι. Το μισθό της οικιακής βοηθού που είχαν κατά καιρούς τον πλήρωνε ο πατέρας της από το 1994 μέχρι το 1997 και στη συνέχεια την πλήρωναν οι ίδιοι πάντοτε με επιταγές. Οι γονείς της είχαν δωρίσει στην ίδια και άλλα ακίνητα όπως ένα χωράφι στις Πλάτρες και ένα οικόπεδο στη Λεμεσό και αυτό ήταν σε γνώση του πρώην συζύγου της. Η οικιακή βοηθός της Abuan Tessie ήταν δική της οικιακή βοηθός και όχι της μητέρας της αν και ήταν γραμμένη στο όνομα της μητέρας της και μέχρι τις 30.11.1997 της κατέβαλλε ο πατέρας της το μισθό της. Ο εξ αναταπαιτήσεως εναγόμενος 1 που κατάθεσε ως Μ.Υ. 5 απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι τον είχε δανείσει χρήματα αλλά είναι το αντίθετο που συνέβαινε και ότι τάχα οι επιταγές που του έδωσε αφορούσαν επιστροφή κάποιων από τα χρήματα που τον είχε δανείσει. Αρνήθηκε ότι είχε πάρει ποτέ Λ.Κ.8.000,00 σε μετρητά από τον εναγόμενο. Από τη δουλειά του όταν αφυπηρέτησε τον Ιανουάριο του 1998 είχε πάρει εφάπαξ ποσό Λ.Κ.49.000,00. Πριν το καλοκαίρι του 1999 είχε μετοχές τραπεζών. Την περίοδο της χρηματιστηριακής έκρηξης ο ίδιος είχε κάμει μόνο δύο πράξεις αγοράζοντας μετοχές της Τράπεζας Κύπρου μέσω του χρηματιστηριακού γραφείου της C.L.R. Είχε αγοράσει συγκεκριμένα 1.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στις 2.09.1999 και πλήρωσε από προσωπικό του λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.7.260,48σ. και προς τούτο κατάθεσε ως Τεκμήρια 31 και 32 τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του. Παραδέχθηκε ότι την 1.09.1999 είχε αγοράσει 1.000 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.12.184,70σ. Ολόκληρο τον Σεπτέμβριο του 1999 είχε κάμει μόνο δύο πράξεις. Είχε κάμει και τον Αύγουστο του 1999 πράξεις στο Χ.Α.Κ. και διατηρούσε ανοιχτό λογαριασμό στη C.L.R. και έκανε διάφορες αγορές και πωλήσεις. Εξήγησε πως λειτουργούσε τον εν λόγω λογαριασμό για τον οποίο έδιδε οδηγίες και μέσω τηλεφώνου, αν δε ο λογαριασμός του δεν είχε υπόλοιπο έστελνε επιταγές με ταξί. Ποτέ δεν είχε πληρώσει χρηματιστηριακή πράξη με μετρητά ακόμα και εάν ήταν να γίνει μια πράξη την ίδια ημέρα. Εξήγησε ότι διατηρούσε δύο λογαριασμούς ένα για τις καταθέσεις του και ένα για overdraft. Η χρηματιστηριακή εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν δεν μπορούσε να του αγοράσει μετοχές αν δεν διέθετε χρήματα ο λογαριασμός του. Ανάφερε ότι λόγω της θέσης και της κόρης του και του ίδιου ως τελωνειακού υπαλλήλου και των σχέσεων που είχαν με την Global Soft είχαν την δυνατότητα να αγοράσουν μετοχές της με ιδιωτική τοποθέτηση. Για το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 που αξιώνει ο εναγόμενος από την κόρη του μόλις πρόσφατα είχε μάθει από αυτή τι είχε γίνει και δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη συναλλαγή από πριν. Παρόλο ότι ήξερε ότι ο εναγόμενος είχε κάμει κάποιες πράξεις με την κόρη του τη Κατερίνα, εντούτοις δεν τον είχε ρωτήσει ο δικηγόρος του για να τον πληροφορήσει σχετικά. Εν πάση περιπτώσει δεν τον αφορούσε τον ίδιο εκείνο το ζήτημα. Απέρριψε υποβολή ότι ο εναγόμενος του είχε δώσει δανεικά Λ.Κ.8.000,00 σε μετρητά και επέμενε ότι ήταν αυτός που πάντοτε έδιδε δανεικά σ΄αυτόν όποτε του ζητούσε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών έκαμαν εκτεταμένη αναφορά κατά τις τελικές τους αγορεύσεις στη μαρτυρία που παρατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Σχολίασαν κάθε σημείο το οποίο ενδιέφερε, κατά την άποψη τους, και το οποίο θα έχει σημασία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως προς το ζήτημα της αξιοπιστίας, επί της οποίας εν πολλοίς θα κριθεί η υπόθεση, όπως ήταν η εισήγηση, ο καθένας από την πλευρά του εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να γίνουν πιστευτοί, ο μεν συνήγορος του ενάγοντος ο δικός του πελάτης και για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους οι ίδιοι ή οι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν και κατάθεσαν γι΄αυτούς, ο δε συνήγορος του εναγόμενου ο δικός του πελάτης προτείνοντας τελικά την επιτυχία ο καθένας της πλευράς του στις αξιώσεις της και απόρριψη των αξιώσεων της άλλης πλευράς. Επιμέρους πτυχές των εισηγήσεων τους για τις οποίες υπήρξε και σχετική παραπομπή σε νομολογία θα με απασχολήσουν στη συνέχεια της απόφασης μου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα όπως και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 και τους μάρτυρες που παρουσίασαν για την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση όπως και τον εναγόμενο να καταθέτουν στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C&A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στη πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου, Πολ. Έφεση αρ. 99/2007 με ημερ. 9.04.2009 στις σελ. 7 -9 ο έντιμος κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. αναφέρει: ¨Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ΄αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χριστάκη Χρίστου v. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά Πολ. Έφεση αρ. 15/2007, ημερ. 23.065.08, ότι: « ... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ΄ ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Πιο πρόσφατα ακόμη στην Ανδρέας Γιάγκου Σάντη v. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.α. Πολ. Έφ. 78/2007, ημερ. 20.03.09, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους¨. Θα έχω επομένως υπόψη, μεταξύ άλλων, και τις πιο πάνω αρχές που αναδύονται από τη νομολογία μας σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης μιας μαρτυρίας. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω και την σύγκριση και αντιπαραβολή μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν την μαρτυρία και έδωσαν τη δική τους ερμηνεία σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και αν χρειαστεί για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Η έκβαση της υπόθεσης θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας εφόσον δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα νομικά σημεία τα οποία θα πρέπει να επιλυθούν. Θα κριθεί σε δύο επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι η γενική εικόνα που παρουσίασαν ιδιαίτερα ο ενάγοντας και ο εναγόμενος καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου. Σε ένα δεύτερο επίπεδο εμβαθύνοντας στις θέσεις που ανέπτυξαν στα επί μέρους σημεία των εκατέρωθεν αξιώσεων και αντιπαραβάλλοντας τις μεταξύ τους πάντοτε σε συνδυασμό με την αδιάψευστη έγγραφη μαρτυρία και τη χρονολογική σειρά που είχαν οι μεταξύ τους οικονομικές δοσοληψίες θα προσπαθήσω και πάλι να ανιχνεύσω την αλήθεια ή όχι των ισχυρισμών τους. Αυτός ο τρόπος, κατά την άποψη μου, είναι ο ορθότερος για να με οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα και στην οριστική μου κατάληξη στην επίδικη διαφορά. Από μια γενική επισκόπηση της μαρτυρίας δημιουργείται αμέσως η εντύπωση ότι όσο διαρκούσε ο γάμος του εναγόμενου με την θυγατέρα του ενάγοντα, οι σχέσεις τους εκτός από σχέση εμπιστοσύνης λόγω του συγγενικού δεσμού, χαρακτηρίζονταν και από σχέση οικονομικής εμπιστοσύνης, η οποία τους επέτρεπε να έχουν συχνά μεταξύ τους χρηματικές δοσοληψίες είτε σε μετρητά είτε με επιταγές προς επίτευξη διαφόρων σκοπών χωρίς να συνοδεύονται από άλλες αδιάψευστες έγγραφες συμφωνίες για τον σκοπό που δίδονταν. Παράδειγμα είναι η επιταγή των Λ.Κ.8.000,0 (Τεκμήριο 7) όπου είναι παραδεκτό ότι εξοφλήθηκε σε δύο ημέρες με ο Τεκμήριο 14 και η επιταγή Τεκμήριο 4 η οποία αυθημερόν εξοφλήθηκε με την επιταγή Τεκμήριο 15 ως έγινε παραδεκτό κατά τη διάρκεια της δίκης. Η πιο πάνω αντίληψη μου που προέρχεται μεταξύ άλλων και από τα πιο πάνω γεγονότα καταρρίπτει την κατηγορηματική θέση και των δύο πλευρών ότι δεν δανείζονταν κατά καιρούς μεταξύ τους χρηματικά ποσά και κυρίως κατά την επίδικη περίοδο των ετών 1999 -
  1. Η προσπάθεια της κάθε πλευράς με τη μαρτυρία που παρουσίασε ήταν να καταδείξει από τη μια, ότι όσα χρήματα δόθηκαν υπό μορφή δανεικών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, εξοφλήθηκαν, από την άλλη δε ότι όποια χρηματικά ποσά είχαν δοθεί είτε από την μια πλευρά είτε από την άλλη, όπως αυτά συγκεκριμενοποιούνται στα δικόγραφα και δεν επιστράφηκαν, αφορούσαν άλλους σκοπούς και διαφορετικής μορφής συναλλαγές για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων αυτών. Για παράδειγμα το ποσό που αξιώνεται από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 υποστηρίχθηκε ότι αφορούσε εξόφληση υποχρέωσης του εναγόμενου για μεταξύ τους συναλλαγές ή συνεργασία για επενδυτικούς λόγους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Χ.Α.Κ.). Προκύπτουν επομένως ως επίδικα θέματα το κατά πόσο δόθηκαν οποιαδήποτε ποσά όπως ισχυρίστηκαν και οι δύο πλευρές ως δανεικά και αν ναι πόσα, πόσα από αυτά επιστράφηκαν και τι τελικά παρέμεινε οφειλόμενο. Θα πρέπει δε να διαχωριστούν όσα δόθηκαν και αφορούσαν άλλους σκοπούς και άλλες συναλλαγές ή οικογενειακές υποχρεώσεις ή δόθηκαν ως δώρα μεταξύ μελών της οικογένειας των διαδίκων όπως ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και έτσι δεν μπορούν να διεκδικούνται ως δανεικά. Ο ενάγοντας ήταν φανερό ότι κατάθεσε και στις δύο περιπτώσεις ευρισκόμενος κάτω από συναισθηματική φόρτιση. Η πιο πάνω εντύπωση μου προκλήθηκε παρατηρώντας τον τόνο της φωνής του, τις κινήσεις του, το ύφος του ακόμα και το χρώμα του προσώπου του όταν κατάθετε. Ήταν φανερό ότι βρέθηκε στην δύσκολη ανάγκη να καταθέτει ενώπιον του δικαστηρίου εναντίον ενός προσώπου με το οποίο είχαν συνδεθεί πολύ στο παρελθόν όταν ακόμα αυτός ήταν γαμπρός του. Από τα λεγόμενα του αναδυόταν η πίκρα και η στεναχώρια που ένοιωθε. Ανάφερε ότι δεν συνέδεε αυτή την υπόθεση με την αγωγή προς επίλυση των περιουσιακών σχέσεων της κόρης του με τον εναγόμενο. Όμως, ήταν ο ίδιος που παραδέχθηκε ότι υπήρξε τέτοια σύνδεση όταν έλεγε ότι δεν ήγειρε την αγωγή νωρίτερα διότι κατά συμβουλή του δικηγόρου του ανέμενε την εξέλιξη της διαφοράς που αφορά εκείνη η υπόθεση και μάλιστα την καταχώρησε μόλις λίγες ημέρες μετά την οριστική λύση του γάμου τους με την έκδοση του διαζυγίου. Ισχυρίστηκε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που αξίωσε αυτά τα χρήματα πίσω από τον εναγόμενο, όμως ίδιος ταυτόχρονα ανάφερε ότι δεν τα αξίωσε πιο πριν και ενόσω βρισκόταν ακόμα ο γάμος της κόρης του σε ισχύ για να μη φέρει το ζευγάρι σε δύσκολη θέση ή ακόμα για να μη ρίξει λάδι στη φωτιά ή ακόμα γιατί γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να του επιστρέψει πίσω αυτά τα χρήματα. Όμως, έστω και μετά που επήλθε η οριστική διάσταση του ζευγαριού πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια για να καταθέσει την παρούσα αγωγή και ενώ εκκρεμούσε η αγωγή προς επίλυση των περιουσιακών σχέσεων η οποία φαίνεται ότι θα είναι και το πιο δύσκολο μέρος της αντιδικίας τους έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 28 και 29, έστω και αν εκεί εμπλέκεται η θυγατέρα του και όχι ο ίδιος. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία έγγραφη ή προφορική για το πότε πριν την έγερση της αγωγής αξίωσε αυτά τα ποσά. Επομένως θα συμφωνήσω ότι η παρούσα αγωγή κρύβει κάποια σκοπιμότητα όπως ήταν σχετική υποβολή της άλλης πλευράς. Αυτό εξάλλου μπορεί να διαφανεί από τη σπουδή που επιδείχθηκε στη καταχώρηση της παρούσας, όπου συμπεριλήφθηκε άνευ λόγου και αχρείαστα, κατά την άποψη μου, στις λεπτομέρειες το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 το οποίο στο ίδιο δικόγραφο γίνεται παραδοχή ότι του επιστράφηκε αλλά και αυτό το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 το οποίο ανάφερε από την κυρίως εξέταση του ότι και αυτό είχε εξοφληθεί με συνέπεια να μειώσει την αξίωση του. Εφόσον όπως ήταν η παραδοχή και από τις δύο πλευρές καθ΄όλη τη διάρκεια του γάμου του εναγόμενου με τη θυγατέρα του ενάγοντος ο τελευταίος βοηθούσε οικονομικά το ζευγάρι τότε θα έπρεπε με την ίδια λογική να είχε συμπεριλάβει στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης του και όλες τις άλλες περιπτώσεις που είχε παράσχει τέτοια βοήθεια ή είχε προβεί σε παρόμοιες συναλλαγές με τον εναγόμενο. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε αν η κόρη του Παναγιώτα είχε άλλα εισοδήματα εκτός από τον μισθό που έπαιρνε από την οικογενειακή επιχείρηση και δεν γνώριζε τα οικονομικά του ζεύγους, όμως είναι ο ίδιος που ανέφερε ότι ο ένας από τους λόγους που δεν αξίωσε νωρίτερα την επιστροφή των χρημάτων που δάνεισε στον εναγόμενο είναι ότι γνώριζε ότι δεν είχε εκείνη την εποχή τη δυνατότητα να του επιστρέψει τα χρήματα αυτά. Πρόκειται για φανερά συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Εντύπωση προκάλεσε το ξέσπασμα του όταν κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση του και όταν πιέστηκε από σχετική υποβολή, ότι δηλαδή όσα αξιώνει αποτελούν δώρα που έκαμνε προς τη κόρη του και προς την οικογένεια της, ανάφερε ότι μετά που την πάντρεψε έπαυσε να την βοηθά οικονομικά ή τουλάχιστον έπαυσε αυτή η υποχρέωση του και διαχώρισε τη βοήθεια από έξοδα για ταξίδια αναψυχής. Αυτή η θέση του όμως συγκρούεται με όσα προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας, ότι δηλαδή ακόμα και μετά το γάμο της κόρης του με τον εναγόμενο ούτε στιγμή δεν έπαυσε να την βοηθά οικονομικά και κατά προέκταση και τον εναγόμενο, ο οποίος στη δική του μαρτυρία το παραδέχθηκε, αυτή η βοήθεια ήταν εκτός από χρηματική, όπως ο ίδιος είπε, και σε είδος καθώς πλήρωνε ακόμα και τη βενζίνη του αυτοκινήτου της κόρης του, τα σχολεία των παιδιών αλλά και την οικιακή της βοηθό. Επομένως, η προσπάθεια από τη μια να αποφύγει την εντύπωση που θα προκαλούσε αλλά και τον σκόπελο που θα δημιουργούσε στην υπόθεση του μια τέτοια παραδοχή, ότι δηλαδή όσα διεκδικεί αφορούν πράγματι δώρα που έγιναν προς το ζευγάρι μέσω της κόρης του, έστω και αν οι επιταγές εκδίδονταν στο όνομα του εναγόμενου, ανέφερε με έντονα συναισθηματικά ύφος ότι δεν βοηθούσε οικονομικά την κόρη του μετά που παντρεύτηκε. Ειδικότερα για το ταξίδι του ζεύγους στη Τζαμάικα διέκρινα, τόσο από τη σύγχυση που προς στιγμή φάνηκε ότι κατελήφθη, όσο και από το ύφος του ότι θέλησε να αποκρύψει την αλήθεια λέγοντας ότι τάχα δεν γνώριζε γι΄αυτό το ταξίδι ή έστω και ότι δεν τον ενδιέφεραν τα ταξίδια της κόρης του και του γαμπρού του. Διερωτώμαι πράγματι πόσοι Κύπριοι κάνουν ένα τέτοιο ταξίδι το οποίο να μη το γνωρίζουν η να μην ενδιαφέρει τους γονείς τους με τους οποίους κατά τα άλλα είναι στενά συνδεδεμένοι όπως ήταν τουλάχιστον και ο ενάγοντας με την οικογένεια του εναγόμενου εκείνη τη περίοδο έτσι που να μη το θυμούνται. Αυτή δε καθ΄αυτή η έκδοση των δύο από τις ισχυριζόμενες επιταγές (Τεκμήρια 3 και 9) επ΄ονόματι του Palm Tours και στο Xenios Travel, καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, τη γνώση του ότι αφορούσε η μια επιταγή επ΄ονόματι του Palm Tours τα έξοδα για το εν λόγω ταξίδι τα οποία αναλογούσαν στην κόρη του τα οποία της τα είχε υποσχεθεί ως δώρο και η άλλη την αγορά εκ μέρους της με ιδιωτική τοποθέτηση μετοχών της εταιρείας Xenos Travel Ltd, γι΄αυτό και εκδόθηκαν την ίδια ημέρα δύο χωριστές επιταγές στους πιο πάνω. Ακόμα και όσα αφορούσαν την εμπλοκή του σε επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. θέλησε αρχικά να την αποκρύψει. Στη συνέχεια όμως στάθηκε αποκαλυπτικός και ομολογουμένως δεν ήταν μικρή αυτή η εμπλοκή όπως θέλησε αρχικά να την παρουσιάσει όπως φαίνεται και από τα Τεκμήρια 31 και 32 που ο ίδιος παρουσίασε. Γι΄ αυτούς τους λόγους η εικόνα που μου προκάλεσε ο ενάγοντας ήταν ενός μη ειλικρινούς μάρτυρα που θέλησε να παρουσιάσει τα γεγονότα κατά πως τον συνέφερε, γι΄αυτό δεν θα αποδεχθώ τη μαρτυρία του που ως επί το πλείστον ήταν κατασκευασμένη και καλά προετοιμασμένη η οποία όμως αποσκοπούσε όπως ήταν η γενική θέση της υπεράσπισης σε αντιπερισπασμό ως προς την ήδη καταχωρηθείσα αγωγή για επίλυση των περιουσιακών σχέσεων του εναγόμενου με την θυγατέρα του και την εμπλοκή τους σε μια λυπηρή κατά τα άλλα δικαστική αντιπαράθεση. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία του εναγόμενου θα πρέπει να πω ότι και αυτού η μαρτυρία ήταν φανερό ότι δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της μαρτυρίας του διαπιστώνω ότι πολλές ερωτήσεις για γεγονότα που συνέβησαν κατά την επίδικη περίοδο και σχετίζονταν είτε με την απαίτηση είτε την ανταπαίτηση του καμώθηκε ότι δεν θυμόταν και έτσι δεν τις απαντούσε επικαλούμενος την μνήμη του ή την μη τήρηση στοιχείων λόγω του χρόνου που παρήλθε από τα γεγονότα, ενώ παράλληλα είχε βρει τα στοιχεία και θυμόταν άλλες λεπτομέρειες που βοηθούσαν την υπόθεση του ή έστω για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση του όπως για παράδειγμα τις επιταγές των τεκμηρίων 17-21 ως και την επιταγή των Λ.Κ.160,00 του Τεκμηρίου
  2. Διέκρινα επιλεκτική μνήμη σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του όπως ότι δεν γνώριζε σε ποιον ανήκε η οικία όπου κατοίκησε στα πρώτα χρόνια του γάμου του με την οικογένεια του στον πεθερό ή την πεθερά του, ή ότι δεν γνώριζε αν ήταν ευκατάστατη οικογένεια των πεθερικών του, δεν θυμόταν λεπτομέρειες για τις οικιακές βοηθούς που είχαν κατά καιρούς στο σπίτι τους. Δεν ήταν θετικός ως προς τα γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να είχε διαφωτίσει με την μαρτυρία του και τα οποία θα έπρεπε να συνάδουν με τους ισχυρισμούς του και ειδικότερα σε σχέση με τις συνθήκες έκδοσης των επιταγών που διεκδικεί με την ανταπαίτηση του. Υπόβοσκε καθ΄ όλη η διάρκεια της μαρτυρίας του η έγνοια του να μη πει οτιδήποτε το οποίο θα παράβλαπτε την υπόθεση του ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου η οποία ασφαλώς και είναι πιο σημαντική για τα οικονομικά του συμφέροντα. Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που όταν παραδεχόταν την οικονομική βοήθεια που δεχόταν η οικογένεια του από τα πεθερικά του δεν παρέλειπε κάθε φορά να αναφέρεται και στην παράλληλη βοήθεια που δεχόταν το ζευγάρι και από τους δικούς του γονείς. Αυτή όμως η θέση του σε συνδυασμό με τις επιταγές επ΄ ονόματι του, τις οποίες ο ίδιος ανάφερε ότι δεν αμφισβητούσε εφόσον είναι έγγραφα και τα έγγραφα δεν αμφισβητούνται, καταδεικνύουν ότι αυτός δεχόταν οικονομική βοήθεια από τον ενάγοντα ή έστω η οικογένεια του, ακόμα και για τα ψώνια της συζύγου του στη Λεμεσό. Τώρα εάν αυτός τα εκλάμβανε ως δώρα και όχι ως δανεικά, όπως αποφάσισε να τα διεκδικήσει εκ των υστέρων ο ενάγοντας αυτό είναι άλλο ζήτημα το οποίο θα τύχη περαιτέρω εξέτασης στη συνέχεια της ανάλυσης της μαρτυρίας. Σημασία έχει, όπως εξάλλου ήταν και η υποβολή του συνηγόρου του στο στάδιο της αντεξέτασης του ενάγοντος ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 1, ότι ο ενάγοντας και η σύζυγος του πάντοτε βοηθούσε οικονομικά και ποικιλοτρόπως την οικογένεια του εναγόμενου. Είναι φανερό ότι οι αξιώσεις του ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος οι πλείστες εκ των οποίων αντικρούστηκαν ως οφειλές της πρώην συζύγου του προς αυτούς από τους οποίους αξιώνονται, η οποία σημειώνω ότι ήταν και νόμιμος δικαιούχος κατά τα άλλα του κοινού τους λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Η ίδια ανέφερε ότι έπαιρνε κατά καιρούς δανεικά είτε από την οικογενειακή επιχείρηση είτε από τη μητέρα της είτε ακόμα και από την αδελφή της και τα επέστρεφε με επιταγές της. Στην όλη του προσπάθεια δεν παρέλειψε να επικαλεστεί και να διεκδικήσει ακόμα και το μικρό ποσό που πλήρωσε στην αλλοδαπή οικιακή βοηθό την οποία κατά τα άλλα όπως και η ίδια η πρώην σύζυγος του ανέφερε ότι για τρία και πλέον χρόνια πλήρωναν οι γονείς της και όλα αυτά ενώ στο τεκμήριο 23 φαίνεται ότι η εν λόγω οικιακή βοηθός εργοδοτείτο στη διεύθυνση που διέμενε ο εναγόμενος με την οικογένεια του. Επομένως και ως προς αυτή την αξίωση του ήταν φανερό ότι αποσκοπούσε σε μια προσπάθεια να δείξει ότι συνέβαλλε και αυτός με χρήματα του σε έξοδα των πρώην πεθερικών του, χωρίς υποχρέωση, από τους οποίους όμως όπως παραδέχθηκε δεχόταν η οικογένεια του συνεχή και σημαντική οικονομική βοήθεια. Ούτε ως προς την ποιότητα της η μαρτυρία του σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες καταδεικνύεται αξιόπιστη αλλά ούτε και ως προς το περιεχόμενο της είναι τέτοια. Καθώς όπως λέχθηκε στην Παπανδρέου v. Τύλληρου,
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 157: ¨Είναι ένα θέμα να είναι αξιόπιστη μια μαρτυρία και άλλο να αποκαλύπτονται από τη μαρτυρία αυτή ελάχιστα γεγονότα που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το διεκδικούμενο δικαίωμα¨. Για αυτούς τους λόγους κρίνω ότι ούτε και ο εναγόμενος ήταν ειλικρινής ενώπιον του δικαστηρίου. Όμως, η ανάγκη όπως μια μαρτυρία τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μη γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ένας μάρτυρας στο δικαστήριο (βλ. Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου, (πιο πάνω σελ.7) με οδηγεί στο να συνεχίσω την ανάλυση της μαρτυρίας των πιο πάνω σε ένα δεύτερο, όπως το καθόρισα, επίπεδο και να προσθέσω στα όσα ήδη έχω αναφέρει πιο πάνω κατά την εξέταση της γενικής εντύπωσης που μου προκάλεσαν οι μάρτυρες διάφορα άλλα σχόλια επί της μαρτυρίας τους. Θα καταπιαστώ δηλαδή με τις αξιώσεις τους όπως αναλύονται στα δικόγραφα τους και θα προβώ σε σχόλια τα οποία επιβεβαιώνουν την πιο πάνω εντύπωση. Δεν αμφισβητήθηκε ως πραγματικό γεγονός η έκδοση των επιταγών επί των οποίων βασίζονται οι εκατέρωθεν αξιώσεις. Η προσπάθεια μου επομένως στη συνέχεια θα είναι η προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας που δόθηκε για την ανάγκη που οδήγησε τους βασικούς διαδίκους, ενάγοντα και εναγόμενο, στην έκδοση αυτών των επιταγών για την οριστική απόφανση μου επί αυτής. Θα πρέπει δηλαδή να διακρίνω κατά συγκεκριμένο τρόπο μεταξύ των αδιαμφισβήτητων γεγονότων και των ισχυρισμών έτσι που να καταδειχθεί η αξιοπιστία ή η αναξιοπιστία τους όπως ήταν τελικά η γενική εντύπωση που αποκόμισα από αυτούς. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι είχε δανείσει τον εναγόμενο με το ποσά των Λ.Κ.5.000,00 με την επιταγή του Τεκμήριο 1 στις 12.12.99 και με το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 στις 18.10.
  1. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε ο ίδιος δανείσει τον ενάγοντα προηγουμένως στις 21.09.1999 το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 σε μετρητά και ότι οι πιο πάνω επιταγές αφορούσαν εξόφληση μέρους του δανείου που παραχώρησε στον ενάγοντα. Ο εναγόμενος παρουσίασε το Τεκμήριο 11 για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. Πράγματι φαίνεται ότι έγινε ανάληψη αντίστοιχου ποσού σε μετρητά από τον κοινό λογαριασμό που τηρούσε με την τότε σύζυγο του Παναγιώτα στις 21.09.1999 αυτό εξάλλου διαπιστώνεται και στο Τεκμήριο 27 που κατατέθηκε με φροντίδα του ενάγοντος. Δεν παρουσίασε όμως οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία ότι αυτό το ποσό το έδωσε στον ενάγοντα σε μετρητά. Προκύπτει όμως το εύλογο ερώτημα γιατί να μη του είχε επιστρέψει ο ενάγοντας και το υπόλοιπο των Λ.Κ.1.000,00 το οποίο εξακολουθεί να του το οφείλει μέχρι και σήμερα και γι΄αυτό το διεκδικεί με την ανταπαίτηση του. Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου επί του προκειμένου και κατά συνέπεια και η αξίωση του ποσού των Λ.Κ.1.000,00 από τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 - ενάγοντα, παρέμειναν μετέωροι. Παραμένει όμως το γεγονός ότι οι δύο πιο πάνω επιταγές του ενάγοντος κατατέθηκαν όπως είναι παραδεκτό στον κοινό λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος με τη σύζυγο του και κόρη του ενάγοντος και με δεδομένο ότι ο ενάγοντας κατά καιρούς βοηθούσε οικονομικά την κόρη του κρίνω ότι αυτά τα ποσά δόθηκαν ως οικονομική βοήθεια προς την οικογένεια της θυγατέρας του όπως κατά καιρούς είναι παραδεκτό ότι ο ενάγοντας συνήθιζε να δίδει στην κόρη του και στην οικογένεια της έστω και αν οι συγκεκριμένες επιταγές εκδόθηκαν επ΄ονόματι του εναγόμενου. Κατά τον ίδιο τρόπο αντικρίζω και τις αξιώσεις για το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 (Τεκμήριο 4) και το ποσό των Λ.Κ.350,00 (Τεκμήριο 5) ότι δόθηκαν ως οικονομική βοήθεια στην κόρη του έστω και αν και σε αυτές τις περιπτώσεις οι επιταγές εκδόθηκαν επ΄ονόματι του εναγόμενου, επιπρόσθετα και για τον λόγο που προαναφέρθηκε ότι τέτοια βοήθεια δέχονταν όταν ο κοινός τους λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση και για τον λόγο ότι η επιταγή του Τεκμηρου 5 εκδόθηκε για την πληρωμή αγορών στις οποίες προέβη η σύζυγος του εναγόμενου και θυγατέρα του ενάγοντος και θα αφορούσε και πάλι δώρο προς αυτήν και την οικογένεια της. Δέχομαι επί των πιο πάνω θεμάτων τη θέση του εναγόμενου. Έρχομαι τώρα στις επιταγές (Τεκμήρια 3 και 9) αυτές εκδόθηκαν επ΄ονόματι του Xenos Travel Ltd και του Palm Tours. Τα όσα ανάφερε ο εναγόμενος γι΄αυτό το ζήτημα και η αντίληψη που αποκόμισα κατά την αντεξέταση του ενάγοντος επί του ζητήματος ακριβώς του ταξιδιού του ζεύγους στη Τζαμάικα την οποία καταγράφω πιο πάνω θα συμφωνήσω με τη θέση του εναγόμενου ότι αυτά τα ποσά δόθηκαν ως δώρο από τον ενάγοντα προς την κόρη του Παναγιώτα για τους σκοπούς που ανέλυσα πιο πάνω και έτσι δεν μπορούν να διεκδικούνται ως δανεικά που δόθηκαν στον εναγόμενο. Για το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 που ανταπαιτεί παρ. 6 (α) ο εναγόμενος εναντίον του ενάγοντος ήδη αποφάνθηκα πιο πάνω ότι δεν μπορεί από τη στιγμή που ο ενάγοντας βοηθούσε οικονομικά την οικογένεια του ταυτόχρονα να δανειζόταν από αυτόν χρήματα κάτι που δεν στέκει στη λογική και έτσι ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Το ποσό των Λ.Κ.4.000,00 που έδωσε στον ενάγοντα με την επιταγή του με ημερομηνία 1.02.2000 έχει ήδη αποφασιστεί ότι ξοφλήθηκε εφόσον έγινε ανταλλαγή επιταγών μεταξύ τους την εν λόγω ημερομηνία και επομένως δεν μπορεί να το διεκδικεί από τον ενάγοντα. Τέλος το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 που αφορά η επιταγή (Τεκμήριο 16) με ημερομηνία 14.12.1999 πολύ πιθανόν να επιστράφηκε σε λίγες ημέρες με την επιταγή του ενάγοντος (Τεκμήριο 8) για το ποσό των Λ.Κ.1.150,00 στις 24.12.1999 και να μην αφορούσε ψώνια όπως ανάφερε ο εναγόμενος στην ρύμη του λόγου του η οποία όμως επιταγή πολύ πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε γι΄αυτόν τον σκοπό. Για το υπόλοιπο μέρος της ανταπαίτησης του εναγόμενου συνοπτικά να αναφέρω ότι αυτή καταρρίφθηκε από τη μαρτυρία των Μ.Υ. 3 και 4 και δεν παραμένει καμιά αμφιβολία στο μυαλό μου ότι οι αξιώσεις του αυτές ανασύρθηκαν από το παρελθόν απλώς για αντιπερισπασμό. Εξάλλου όλα αυτά τα ποσά που διεκδικεί προήλθαν από κοινό λογαριασμό που τηρούσε με την τότε σύζυγο του η οποία είχε και αυτή εξίσου το δικαίωμα να εκδίδει επιταγές από αυτόν χωρίς κανένα περιορισμό ή προϋπόθεση όπως ήταν η μαρτυρία την Μ.Υ.
  2. Η μαρτυρία των Μ.Υ. 1και 2 για την ανταπαίτηση παρέμεινε αναντίλεκτη και ως ανεξάρτητη την αποδέχομαι στην ολότητα της και αυτή εξετάζεται στο πλαίσιο της απόφασης μου περί της αξιοπιστίας του ενάγοντα και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 στην οποία και αποσκοπούσε η προσαγωγή της. Η Μ.Υ. 3 η οποία είναι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής. Μάλιστα το γεγονός ότι ήρθε απροετοίμαστη και χωρίς καμιά καθοδήγηση φάνηκε και από την αντίληψη που είχε για τη θέση της και τον ρόλο της στην όλη διαδικασία. Αν και το σχόλιο από πλευράς του ευπαίδευτου συνηγόρου του εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος ήταν ότι θα πρέπει να προσμετρήσει σε βάρος της αυτό το γεγονός, εντούτοις, κατά την άποψη μου, η παρουσία της και τα όσα ανέφερε στο δικαστήριο καταδεικνύουν την φυσικότητα της μαρτυρίας της και όχι την προπαρασκευή της και ως εκ τούτου θα αποδεχθώ τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη συνεργασία που είχαν με τον εναγόμενο κατά τον επίδικο χρόνο και την σύζυγο του και αδελφή της σε πράξεις που διενήργησαν με επενδύσεις τους στο Χ.Α.Κ. και ότι όσες από αυτές απέφεραν κέρδη τα μοιράστηκαν και οι επίδικες επιταγές που την αφορούν αυτόν ακριβώς το σκοπό εξυπηρετούσαν. Ειδικότερα για τις επιταγές που εκδόθηκαν με δικαιούχο την πιο πάω μάρτυρα από τον ίδιο τον εναγόμενο, πάντοτε όμως από τον κοινό λογαριασμό του με την τότε σύζυγο του, δημιουργείται η εύλογη απορία γιατί δεν κινήθηκε εναντίον της τόσα χρόνια και ανέμενε να προβάλει τις αξιώσεις του με ανταπαίτηση σε μια αγωγή που ήγειρε εναντίον του ο ενάγοντας πατέρας της. Η εξηγήσεις που έδωσε σε κάθε περίπτωση η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 με ικανοποιούν και κρίνω την αξίωση του εναγόμενου εναντίον της ως ανεδαφική και ατεκμηρίωτη εφόσον ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν καλά - καλά τις συνθήκες έκδοσης αυτών των επιταγών λέγοντας μόνο ότι την δάνεισε με τα αντίστοιχα ποσά κατά προτροπή του ενάγοντος για να επενδύσει στο Χ.Α.Κ., ισχυρισμό τον οποίο κατέρριψε η εν λόγω εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 3 με τη προφορική μαρτυρία της αλλά και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 30, ισχυρισμό βέβαια τον οποίο και αντίκρουσε και ο ίδιος ο ενάγοντας λέγοντας ότι μόλις πρόσφατα είχε πληροφορηθεί για τη συγκεκριμένη συναλλαγή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 3 με τον εναγόμενο. Η Μ.Υ. 4 για την ανταπαίτηση, πρώην σύζυγος του εναγόμενου, κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία της επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε. Αυτή κατέδειξε ότι σημαντικό μέρος των αξιώσεων του εναγόμενου στην ανταπαίτηση του καταρρίπτεται εφόσον ως δικαιούχος η ίδια του κοινού λογαριασμού που διατηρούσε τότε με τον εναγόμενο σύζυγο της είχε την ευχέρεια να εκδίδει επιταγές προς πληρωμή ή εξόφληση δικών της δοσοληψιών κατά το δοκούν χωρίς να μπορεί να της επιρριφθεί οποιαδήποτε μομφή για αυτό. Τα όσα ανέφερε η μάρτυρας επιτείνουν την αντίληψη που αποκόμισα σε σχέση με τις αξιώσεις που πρόβαλε ο εναγόμενος τουλάχιστον εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 ότι δηλαδή ανέσυρε από τη λήθη αυτές τις επιταγές προκειμένου να προκαλέσει αντιπερισπασμό στην αγωγή που ήγειρε εναντίον του ο ενάγοντας. Βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω την εν τέλει παραδοχή του ότι ίσως αυτές οι επιταγές να αφορούσαν εξόφληση δανεικών της πρώην συζύγου του. Τέλος, επανερχόμενος στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 και ενάγοντα στην αγωγή ο οποίος κατάθεσε ως Μ.Υ.5 κρίνω ότι επιβεβαίωσε σε αυτή τη φάση της μαρτυρίας του τη γενική εντύπωση που είχα αποκομίσει και όταν κατάθετε και ως ενάγοντας. Πρόκειται για ένα πικραμένο άνθρωπο που η ζωή το έφερε έτσι ώστε, όπως φάνηκε από τη μαρτυρία του, και οι δύο του κόρες να αποτύχουν στον πρώτο τους γάμο και ο οποίος βέβαια με όσα γνώριζε από τις αξιώσεις που πρόβαλλε ο εναγόμενος και εναντίον του το μόνο που κατάφερε ήταν να επιβεβαιώσει για ακόμα μια φορά ότι η παρούσα αγωγή τόσο όσο αφορά τη δική του αξίωση όσο και αυτή του εναγόμενου εναντίον του και εναντίον μελών της οικογένεια του καταχωρήθηκε και αποσκοπούσε σε αντιπερισπασμό στην σημαντική και για τις δύο πλευρές αγωγή για επίλυση των περιουσιακών σχέσεων του εναγόμενου με την θυγατέρα του ενάγοντος η οποία εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε επίσης τα όσα ο ίδιος ανάφερε ότι περίπου εκμεταλλεύτηκαν τη δημόσια θέση που κατείχαν ο ίδιος ως Τελωνειακός και η κόρη του Κατερίνα ως εργαζόμενη στο Χ.Α.Κ. για να εξασφαλίσουν μετοχές από συγκεκριμένη εταιρεία με τη μέθοδο της ιδιωτικής τοποθέτησης η οποία βέβαια με τα τότε δεδομένα συνήθως επέφερε κέρδη. Επομένως κρίνω ότι όσα ανέφερε και σε αυτό το μέρος της μαρτυρίας του υπέκρυπταν την πιο πάνω σκοπιμότητα χωρίς όμως να παραγνωρίζεται κάποιο μέρος της που καταρρίπτει τους ισχυρισμούς και αξιώσεις του εναγόμενου και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος. Το Δικαστήριο σύμφωνα με τη νομολογία μας τότε μόνο έχει υποχρέωση για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων όταν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία. Στη παρούσα περίπτωση όπως είναι η αντίληψη που αποκόμισα από την μαρτυρία και των δύο μερών με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προσφέρθηκε και από τις δύο πλευρές, τους κύριους πρωταγωνιστές της αντιδικίας του ενάγοντα και εναγόμενου, αναξιόπιστη μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να βασιστεί το δικαστήριο και να εξαγάγει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Η σημασία της αξιόπιστης μαρτυρίας έχει τονιστεί στην υπόθεση Kadis v. Nicolaides and Another,
(1986)1 C.L.R. 212, σελ. 216 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit, there is nothing to weight thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in party) according to the view taken of this credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to way on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weigh thereafter¨ Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα v. X" Νέστορος,
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, 45 λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα της σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της Τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του δικαστηρίου. Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει κατ΄αρχάς ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου¨. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται στις υποθέσεις Παπανδρέου v. Τύλληρου, (πιο πάνω), Κωνσταντινίδης v. Κατζιή
(1993)1 Α.Α.Δ. 492, Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, και M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. v. Χαραλάμπους,
(2003)1 Α.Α.Δ. 127, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, υποδεικνύοντας, με αναφορά στην υπόθεση Αθανασίου v. Κουνούνη (πιο πάνω), ότι η απόρριψη της εκδοχής της εφεσίβλητης δεν πρόσθετε στην υπόθεση των Εφεσειόντων εφόσον δεν υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία που να στοιχειοθετούσε την απαίτηση. Στην δε υπόθεση Κορέλλη v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 12, αναφέρεται και επαναλαμβάνεται ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και την απόρριψη της μαρτυρίας και των δύο πλευρών ως αναξιόπιστης και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα, καταλήγω να απορρίψω τόσο την αγωγή όσο και την ανταπαίτηση. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις η δικαιότερη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.