William Fosker ν. Jeannette Freer, Αρ. Αγωγής: 1727/08, 17/12/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1727/08 William Fosker Ενάγοντας και Jeannette Freer Εναγόμενη Αίτηση Ημερομηνίας 9/4/09 Ημερομηνία: 17/12/
- Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Ιντιάνος. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κουμής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η πλευρά του ενάγοντα - αιτητή, επιδιώκει την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου με το οποίο: «να διατάζεται η Εναγομένη όπως γνωστοποιήσει ενόρκως όλα τα σχετικά έγγραφα που είναι ή ήσαν στην κατοχή ή εξουσία της και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής αυτής». Η αίτηση η οποία προωθήθηκε μονομερώς, (ex-parte) μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην πλευρά της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση. Εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.28 θθ.1, 3 και 12, Δ.48 θθ.1-4, 7 και 8.1 (ζ), στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Δεν συνοδεύεται ούτε υποστηρίζεται από οποιαδήποτε Ένορκη Δήλωση ενώ ως καταγράφεται στο σώμα της, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται είναι εμφανή στο φάκελο της δικογραφίας. Η εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία καταχώρισε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ημερομηνίας 23/9/
- Τη νομική βάση της ένστασης αποτελούν επίσης οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 θθ. 1-15, Δ.48 θθ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, η νομολογία και οι συμφυείς εξουσίες και αρχές του Δικαστηρίου. Στο σώμα της ένστασης την οποία επίσης δεν συνοδεύει ούτε υποστηρίζει οποιαδήποτε Ένορκη Δήλωση, προβάλλονται οι λόγοι της ένστασης. Ειδικότερα προτάσσεται ότι:
- Η αίτηση είναι δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, γενική και αόριστη καθότι δεν αναφέρονται σε αυτή τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται και/ή διότι δεν διευκρινίζει οποιαδήποτε έγγραφα των οποίων ζητείται η αποκάλυψη και/ή η προσαγωγή των.
- Το αιτούμενο διάταγμα αποσκοπεί στο να επηρεάσει δυσμενώς και να εκτροχιάσει την υπόθεσης της Εναγόμενης.
- Η αίτηση του Ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί ένεκα της αοριστίας της και/ή άλλως πως και/ή δεν είναι αναγκαία η αποκάλυψη οιωνδήποτε εγγράφων ούτε και οποιαδήποτε τέτοια αποκάλυψη θα βοηθήσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην ορθή εκδίκαση της αγωγής και/ή στην εξοικονόμηση εξόδων τουναντίον καθυστερεί την εκδίκαση της αγωγής.
- Η αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή πρέπει να απορριφθεί καθ΄ ότι αυτό το οποίο επιζητεί ουσιαστικά ο Αιτητής είναι η αποκάλυψη της μαρτυρίας της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η Αίτηση και δεν είναι ορθό και δίκαιο να υποχρεωθεί να πράξει τούτο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
- Η αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε και /ή κρίνεται κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης.
- Γενικώς δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις δια την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος." Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης περιορίστηκαν σε σύντομες αγορεύσεις, αναπτύσσοντας και υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα της παρούσας. Ο κ. Ιντιάνος ο οποίος εμφανίστηκε για την πλευρά του αιτητή, υπογράμμισε ότι η αίτηση έγινε για σκοπούς εξοικονόμησης εξόδων και για περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και σε καμία περίπτωση για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Υποστήριξε ότι αυτής της μορφής οι αιτήσεις δεν απαιτείται πάντα να προσδιορίζουν εκ των προτέρων τα έγγραφα των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη, ενώ απέρριψε την προβαλλόμενη στην ένσταση θέση ότι μέσω της αίτησης ουσιαστικά επιζητείται η αποκάλυψη μαρτυρίας. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Κουμή για την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση - εναγομένης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπέδειξε ότι η Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων θα έπρεπε να υποβληθεί κατά το στάδιο των οδηγιών και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ υπογράμμισε το γεγονός ότι ουδέποτε ο συνήγορος του ενάγοντα επικοινώνησε με τους δικηγόρους της εναγομένης για το ζήτημα. Υποστήριξε ότι ουσιαστικός σκοπός της υπό συζήτηση αίτησης είναι απλά το "ψάρεμα" μαρτυρίας και όχι οτιδήποτε άλλο, ενώ υπέδειξε πως τα έγγραφα των οποίων η αποκάλυψη επιζητείται θα έπρεπε να προσδιορίζονται. Υπογράμμισε τέλος ότι σκοπός της προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης είναι η καθυστέρηση και ο εκτροχιασμός της υπόθεσης της εναγομένης - ανταπαιτήτριας. Το ζήτημα της αποκάλυψης εγγράφων διέπεται από τη Δ.28 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η εν λόγω διαταγή είναι σχεδόν ταυτόσημη με τις πρόνοιες της παλαιάς Αγγλικής Δ.31 θ.
- Συνακόλουθα, για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα, μπορεί να αντληθεί βοήθεια και από τις αρχές που έχουν τεθεί κατά την ερμηνεία των προνοιών της εν λόγω διαταγής. Στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1959, σελ. 713, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει ένα διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων στην περίπτωση που τίποτε το θετικό δεν αναμένεται να προκύψει από την έκδοσή του. Το Δικαστήριο παράλληλα καθ' ον χρόνο ασκεί τη διακριτική του εξουσία, έχει την ευχέρεια να κάνει αναφορά στα δικόγραφα, σε ένορκες δηλώσεις και σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία μέσα στην ίδια την αγωγή. Όταν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι η αποκάλυψη εγγράφων δεν είναι αναγκαία για τη δίκαιη επίλυση της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων, δεν διατάσσει τέτοια αποκάλυψη. Συνήθως όπου υπάρχει επίδικο θέμα που σχετίζεται με πραγματικά γεγονότα χορηγείται τέτοιο διάταγμα, αφού εκ πρώτης όψεως κάθε διάδικος δικαιούται σε αποκάλυψη εγγράφων. Όπως έχει υποδειχθεί από τον Λόρδο Green στην υπόθεση Borthwich v. Beaurais
(1948)2 All E.R. 635: "Οι διάδικοι δικαιούνται εις αποκάλυψη εγγράφων σχεδόν αυτομάτως." Στο σύγγραμμα Odger´s Principles of Pleadings and Practice, 21η έκδοση, σελ. 213, υποδεικνύεται πως η αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να είναι είτε γενική είτε εξειδικευμένη, αφού αυτό αφήνεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το οποίο θα αποφασίσει την έκταση στην οποία θα γίνει η αποκάλυψη. Συνακόλουθα, υπάρχει ευχέρεια το Δικαστήριο να διατάξει γενική αποκάλυψη εγγράφων, με την επιφύλαξη βέβαια ότι αυτή είναι αναγκαία γιατί σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Το τι αποτελεί σχετικό έγγραφο, αποφασίζεται με βάση το κατά πόσο το έγγραφο αυτό περιέχει πληροφορίες οι οποίες είτε άμεσα είτε έμμεσα μπορεί να δώσουν στο διάδικο τη δυνατότητα να προωθήσει τη δική του υπόθεση ή να καταστρέψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Ο Λόρδος Atkin εξάλλου, στο σύγγραμμα The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, Vol. 8, στη σελ. 30, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα σε σχέση με τα οποία επιζητείται διαταγή για αποκάλυψη πρέπει να είναι σχετικά, αφού θα πρέπει να σχετίζονται με ζητήματα που τελούν υπό αμφισβήτηση στην αγωγή. Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν να προχωρήσει σε δίκη. Στην υπόθεση The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides and another
(1962)CLR 40, στη σελ. 42, παρατίθενται τα ακόλουθα σε σχέση με τη σημασία της αποκάλυψης εγγράφων πριν την ημερομηνία ακρόασης: "It is important that a party should have proper discovery before proceeding to trial and we think for purposes of this appeal the interpretation of the words "relating to" is correctly set forth in the Annual Practice 1962, p.719 which reads: "Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance this own case or damage that of his adversary, or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences". Οι ως άνω αναφερόμενες αρχές σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη και ο σκοπός που θα πρέπει ένα διάταγμα αυτής της φύσης να εξυπηρετεί, συμπυκνώνονται κατά την αντίληψη μου στην απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσης G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marritima SRL,
(1998)1(Γ) ΑΑΔ, σελ. 1624 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας (βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D.55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431). Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ. 2 κ. επέκ.)." Αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, στη βάση πάντα των σχετικών προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, όχι μόνο παρέχεται η δυνατότητα να προωθούνται μονομερώς (ex-parte), αλλά παράλληλα δεν κρίνεται αναγκαίο να συνοδεύονται οπωσδήποτε από ένορκη δήλωση η οποία να τις υποστηρίζει, αφού είναι αρκετό να διατυπώνονται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται στην ίδια την αίτηση. (βλ. Δ.48, θθ1,2,3, 8 και 9). Αποτέλεσε ανάμεσα σε άλλα η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση σ' αυτή τη διαδικασία, ότι καθυστερημένα προωθείται η υπό συζήτηση αίτησης αφού αυτή θα έπρεπε να προωθηθεί κατά το στάδιο των οδηγιών. Στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958, στη σελ. 683, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα εξής: "Time or stage of discovery. The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim (Gale v. Denman Picture Houses Ltd,
(1930)1 K.B. 588, C.A.; Speyside Estate and Trust Co Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders), Ltd,
(1949), 65 T.L.R. 681), and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: see Union Bank v. Manby, 13 Ch. D. 239, explaining Hancock v. Guerin, 4 Ex.D. 3; Harbord v. Monk, 9 Ch. D. 616; and Augustinus v. Nerinckx, 13 Ch. D. 13. The issues must be defined (British Thomson-Houston Co. Ltd v. Duran,
(1915)1 Ch. 823, C.A.)." Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση υπόθεση, μελέτη του φακέλου της δικογραφίας αποκαλύπτει ότι ουσιαστικά η αίτηση προωθήθηκε αμέσως μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας και αφού στο μεταξύ για σκοπούς οδηγιών στη βάση της Δ.30 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, δεν ειδοποιήθηκε ο δικηγόρος της εναγόμενης αλλά το δικηγορικό γραφείο που προηγούμενος εμφανιζόταν για αυτή. Πριν από τη ημερομηνία που που η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου από το Δικαστήριο για οδηγίες, ήτοι την 15/4/2009, η πλευρά του ενάγοντα αιτητή καταχώρησε στις 9/4/2009 την υπό συζήτηση αίτηση. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε τελικά μόλις στις 23/9/2009. Υπό τις ως άνω περιστάσεις αισθάνομαι ότι δεν μπορεί να υιοθετηθεί η εισήγηση ότι καθυστερημένα προωθήθηκε η υπό συζήτηση αίτηση και ότι τούτο έγινε ουσιαστικά για σκοπούς καθυστέρησης και εκτροχιασμού της υπόθεσης της εναγομένης ανταπαιτήτριας. Συνακόλουθα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θεωρώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα για την πλευρά του αιτητή να προωθήσει στο στάδιο που επιχείρησε τούτο, μετά δηλαδή τη συμπλήρωση των δικογράφων και πάντως πριν την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης, την υπό συζήτηση αίτησή του. Πέραν του γεγονότος ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν συνοδεύει την αίτηση οποιαδήποτε ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτητή, στα πλαίσια της οποίας θα μπορούσαν να αναφέρονται και να εξειδικεύονται τα έγραφα των οποίων η αποκάλυψη επιζητείται, να καταδεικνύεται ενδεχομένως η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα και γιατί η αποκάλυψη τους είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή προς τον σκοπό της εξοικονόμησης εξόδων, ούτε στο σώμα της αίτησης εξειδικεύονται ποια έγγραφα είναι αυτά που επιθυμεί ο αιτητής να του αποκαλύψει η καθ' ης η αίτηση. Σ΄ αυτήν εντοπίζεται απλά η αναφορά «τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση είναι εμφανή στο φάκελο της δικογραφίας». Παρά την ως άνω πραγματικότητα, η οποία καθιστά την αίτηση γενική και εν πολλοίς αόριστη, το Δικαστήριο καθηκώντος έχει διεξέλθει με προσοχή τον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα τις έγραφες προτάσεις των δύο πλευρών σε μια προσπάθεια να εντοπίσει αναφορές σε οποιοδήποτε έγγραφα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθούν σχετικά με τα επίδικα θέματα, των οποίων μάλιστα η αποκάλυψη θα μπορούσε να κριθεί αναγκαία και εξυπηρετική των σκοπών αίτησης όπως η υπό συζήτηση, ως πιο πάνω έχουν οριοθετηθεί, ούτως ώστε να διαταχθεί η καθ' ης η αίτηση να τα αποκαλύψει ενόρκως. Δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε αναφορές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση διατάγματος ως η αίτηση στην υπό συζήτηση περίπτωση. Πέραν του γεγονότος ότι και οι δύο πλευρές κάνουν λόγο για το ίδιο πωλητήριο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου είναι ήδη γνωστό και στις δύο πλευρές και το οποίο δεν φαίνεται να αμφισβητείται, η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση προβάλει την θέση ότι η αγορά έγινε εξ' ολοκλήρου με χρήματα της ιδίας, χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή επίκληση στις δικογραφημένες τις θέσεις θέμα ύπαρξης οποιουδήποτε εγγράφου σχετικού με το ζήτημα, το οποίο μάλιστα να έχει στην κατοχή της. Το Δικαστήριο ασφαλώς, ελλείψει σχετικού δικογραφημένου ισχυρισμού εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση προς τούτο, δεν θα μπορούσε, ενεργώντας κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό να υποθέσει ότι υπάρχει τέτοιο σχετικό έγγραφο, διατάσσοντας την ένορκη αποκάλυψη του. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αναπόδραστα η υπό συζήτηση αίτηση οδηγείται στην απόρριψη αφού δεν φαίνεται να συντρέχει οποιαδήποτε προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της κρίσης του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση αυτή αίτηση, θα επιβαρυνθεί η πλευρά του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ....... Α. Δαυίδ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο