ΠΑΠΑΛΛΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ν. ANGELOS NICOLAIDES HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 1899/08, 22 Δεκεμβρίου 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1899/08 Μεταξύ: ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ Εναγόντων και ANGELOS NICOLAIDES HOLDINGS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 22.9.2009 για τροποποίηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Δεκεμβρίου 2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γ. Χριστοφίδης Για τους Εναγομένους-Καθ΄ων η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η αντικατάσταση και/ή η τροποποίηση του ονόματος των εναγόντων στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 29.8.2008 από «ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ» σε «
- ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΛΛΑΣ,
- ΣΤΕΛΛΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ» καθώς επίσης την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου της έκθεσης απαίτησης με την ακόλουθη νέα παράγραφο: «Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι αρχιτέκτονες δεόντως εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Μελών του Τεχνικού Επιστημονικού Επιμελητηρίου με αρ. εγγραφής για τον Ενάγοντα 1 Α018418 και για την Ενάγουσα 2 Α014645 και πρόσφεραν από κοινού τις υπηρεσίες τους και/ή συμβάλλονταν από κοινού κάτω από την ονομασία «Παπαλλάς & Ιωαννίδου Αρχιτέκτονες». Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 Θ. 1, τη Δ.63 Θ. 2 και τη Δ.48 Θθ. 1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Παπαλλά που συνοδεύει την αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο κ. Παπαλλάς αναφέρει ότι είναι ένας εκ των εναγόντων στην παρούσα αγωγή, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής το όνομα των εναγόντων αναγράφηκε λανθασμένα, πρόκειται για μια απλή λανθασμένη περιγραφή του ονόματος η οποία ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα είτε των εναγόντων είτε των εναγομένων και δεν επηρεάζει την απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της παρούσας υπόθεσης. Στην ένσταση που καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Οι αιτητές δε νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους εναγομένους-καθ΄ων η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή όσα αναφέρονται σε αυτήν και/ή στην ΄Ενορκη Δήλωση είναι αναληθή. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα. Η αίτηση είναι αχρείαστη. Η αίτηση υποβάλλεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Η αίτηση επιδιώκει την αντικατάσταση διαδίκου. Οι αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι αιτητές αποκρύβουν την αλήθεια. Οι αιτητές προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.» Τα γεγονότα της ένστασης περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Βουρή που συνοδεύει την ένσταση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, η κα Βουρή είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων, δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, από το φάκελο της δικογραφίας, από στοιχεία που κατέχουν οι πελάτες καθώς επίσης από πληροφορίες που συνέλεξε από τον ΄Εφορο Εταιρειών. Η κα Βουρή αρνείται τον ισχυρισμό του κ. Παπαλλά ότι είναι ένας εκ των εναγόντων καθότι οι ενάγοντες είναι συνεταιρισμός ο οποίος διεγράφη από το 1995 σύμφωνα με τα στοιχεία από το τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, που επισυνάπτονται ως τεκμήριο Α. Επίσης η κα Βουρή ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών δεν μπορεί να προβεί στην ένορκη δήλωση του αφού δεν μπορεί να εξουσιοδοτηθεί από ανύπαρκτο πρόσωπο. Ακόμα είναι ο ισχυρισμός της κας Βουρή ότι η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και παραπλανητική καθότι δεν πρόκειται για λανθασμένη αναγραφή του ονόματος του διαδίκου αλλά για αντικατάσταση του ενάγοντα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιτραπεί καθότι η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο και επομένως δεν μπορεί να συνεχιστεί η διαδικασία. Ακόμα η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας και η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων και προκαλεί περαιτέρω καθυστέρηση και ταλαιπωρία σε αυτούς. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγόντων-αιτητών αναφέρθηκε στις αρχές και τη σχετική νομολογία που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων με βάση τη Δ.25 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ισχυρίστηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει απλή λανθασμένη περιγραφή του ονόματος των εναγόντων με την καταχώρηση αυτής από ομόρρυθμη εταιρεία αντί με τα ονόματα των αρχιτεκτόνων. Η βάση της αγωγής ουδόλως επηρεάζεται με την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία είναι συμφωνία ανάθεσης από τους εναγομένους αρχιτεκτονικών εργασιών και ισχυριζόμενη παράβαση αυτής. Ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ότι η αίτηση δεν είναι ούτε κακόπιστη ούτε καταχρηστική και γίνεται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας εφόσον ακόμα δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση από την πλευρά των εναγομένων. Τέλος, ο κ. Χριστοφίδης εισηγήθηκε ότι ο ενόρκως δηλών είναι εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη του δήλωση και ότι οι εναγόμενοι δεν μπορούν να προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό εφόσον καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και μάλιστα καταχώρησαν αίτηση για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Ζαχαρίου η οποία αρχικά ανέφερε ότι η παρούσα αγωγή και διαδικασία είναι άκυρη εξ υπαρχής καθότι καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο και επομένως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εισηγήθηκε ακόμα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και επομένως πρέπει να αγνοηθεί και ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη καθότι αυτή έπρεπε να στηρίζεται στη Δ.9 Θ. 2, και επομένως λείπει παντελώς η νομική βάση για το αίτημα των εναγόντων, κάτι που δεν αποτελεί παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί με τη Δ.
- Τέλος η κα Ζαχαρίου αναφέρθηκε στο γεγονός ότι εδώ δεν πρόκειται για προτιθέμενη διόρθωση του ονόματος διαδίκου που αναγράφηκε λανθασμένα (misnomer) αλλά την αντικατάσταση αυτού από συνεταιρισμό ανύπαρκτο με δύο φυσικά πρόσωπα, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό και ζήτησε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Όπως διαφαίνεται από το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, εκείνο το οποίο ζητείται ουσιαστικά είναι η τροποποίηση του τίτλου της παρούσας αγωγής με την τροποποίηση και/ή αντικατάσταση του ονόματος των εναγόντων. Στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 29.8.2008, ενάγοντες είναι οι «ΠΑΠΑΛΛΑΣ & ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ», οι οποίοι, σύμφωνα με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης είναι «ομόρρυθμη εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο (Συνεταιρισμοί) Κεφ. 116 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν εγγεγραμμένοι αρχιτέκτονες στο Μητρώο Μελών του Τεχνικού Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου». Με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται η αντικατάσταση των εναγόντων με τα ονόματα των δύο προσώπων-αρχιτεκτόνων, οι οποίοι, με βάση την προτιθέμενη πρώτη παράγραφο της έκθεσης απαίτησης, είναι αρχιτέκτονες δεόντως εγγεγραμμένοι στο Τεχνικό Επιστημονικό Επιμελητήριο Κύπρου και πρόσφεραν από κοινού τις υπηρεσίες τους στους εναγομένους. Επομένως, η αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην αλλαγή των εναγόντων από συνεταιρισμό σε δύο φυσικά πρόσωπα. Η δυνατότητα διόρθωσης αγωγής, η οποία έχει αρχίσει στο όνομα εσφαλμένου προσώπου ως ενάγοντα, παρέχεται στο Δικαστήριο από τις πρόνοιες της Δ.9 Θ. 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σύμφωνα με αυτές, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιτρέψει την προσθήκη ή αντικατάσταση του ενάγοντα, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι η αγωγή έχει κινηθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν ενάγοντα ή είναι αμφίβολο κατά πόσο έχει κινηθεί στο όνομα του ορθού ενάγοντα, ότι έχει κινηθεί έτσι λόγω καλόπιστου λάθους και ότι η εν λόγω προσθήκη/αντικατάσταση είναι αναγκαία για την επίλυση των πραγματικών επίδικων θεμάτων. Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν περιέχει τη Δ.9 αλλά περιορίζεται στη Δ.
- Η Δ.25 αφορά την τροποποίηση οπισθογράφησης και δικογράφων, και ουδόλως παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να τροποποιεί ή αντικαθιστά κάποιο πρόσωπο ως ενάγοντα. Η εξουσία αυτή παρέχεται από τη Δ.9, όπως επισημαίνεται πιο πάνω. Επομένως, το Δικαστήριο υιοθετεί την εισήγηση της δικηγόρου των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση στερείται της απαραίτητης νομικής βάσης δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο θα είχε τη δυνατότητα να εξετάσει την αίτηση και ενδεχομένως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η έλλειψη της αναγκαίας νομικής βάσης αποτελεί εμπόδιο στην περαιτέρω προώθηση της αίτησης, καθότι δεν αποτελεί απλή παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί αλλά ουσιώδη έλλειψη του απαραίτητου νομικού υποβάθρου που στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης. ΄Εχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου - βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 965. Επομένως, η επίκληση της Δ.9 Θ. 2 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου βέβαια η νομολογία που ασχολείται με το θέμα κατά πόσο η παράλειψη αυτή ισοδυναμεί με απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της νέας Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, Carmel Exporters (Sales) Ltd. V. Sea-Land Services Inc.
(1981)1 W.L.R. 1068, 1079) και Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd.
(1984)1 W.L.R.
- Θεωρώ όμως, ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται πιο πάνω, η παράλειψη αναφοράς της ορθής νομικής βάσης στην οποία οι ενάγοντες - αιτητές στηρίζουν το αίτημα τους μέσω της επίδικης αίτησης είναι τέτοια που δεν αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη αλλά παντελή έλλειψη της νομικής βάσης που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το γεγονός ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τους ενάγοντες-αιτητές στην προώθηση της αίτησης τους. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά., Αίτηση αρ. 19/98, ημερ. 27.4.1998, η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, επικαλούμενο τη σύμφυτη εξουσία του, να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία η οποία υπάρχει και προνοείται από τους Θεσμούς αλλά δεν του παρέχεται στην προκειμένη περίπτωση από το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Επομένως, εφόσον ελλείπει το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ σκόπιμο και ορθό, για σκοπούς πληρότητας, να ασχοληθώ και με την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Αρχικά, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον ισχυρισμό των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση ότι ο κ. Παπαλλάς δεν μπορεί να ορκίζεται εκ μέρους των εναγόντων αφού αυτοί είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και επομένως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να αγνοηθεί. Δεν υιοθετώ τον εν λόγω ισχυρισμό καθότι, μεταξύ άλλων, ο κ. Παπαλλάς στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και ως εκ τούτου είναι σε θέση να προβεί στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Βουρή που συνοδεύει την ένσταση και το συνημμένο τεκμήριο Α, αποτελεί γεγονός, το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών ούτε έγινε προσπάθεια εκ μέρους τους αντίκρουσης αυτού με οποιονδήποτε τρόπο, ότι κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής οι ενάγοντες δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένοι ως συνεταιρισμός στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, αλλά διαγραμμένοι από το
- Ως εκ τούτου, κατά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες που παρουσιάζονται ως δεόντως εγγεγραμμένος συνεταιρισμός δεν υπήρχαν ως νομική οντότητα. Το καίριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι ενάγοντες είναι «ανύπαρκτο πρόσωπο», ως η θέση των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Lioufis and Co. Ltd ν. Ανδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται ούτε μπορεί να τεθεί θέμα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Επίσης, όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1956, με βάση την υπόθεση Lazard Brothers & Co v. Midland Bank Ltd
(1933)AC 889, δεν νοείται αντικατάσταση ή προσθήκη εκεί όπου το πρόσωπο το οποίο είχε αρχικά καταστεί διάδικος ήταν ανύπαρκτο κατά την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση, η Βουλή των Λόρδων εξέτασε, σαν θέμα γεγονότος, κατά πόσο η ρωσική τράπεζα που φαινόταν ως ο εξ αποφάσεως χρεώστης, ήταν υπαρκτή ή όχι, και κατέληξε ότι με βάση το ρωσικό δίκαιο δεν ήταν υπαρκτή κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής καθότι είχε διαλυθεί και επομένως η όλη διαδικασία ήταν άκυρη. Εκεί, εκδόθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης της αγωγής στους εναγομένους, και εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Παραθέτω τα ακόλουθα αποσπάσματα, τα οποία είναι πολύ διαφωτιστικά για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης: "I shall deal first with question (ii), which is most important and is decisive, since it is clear law, scarcely needing any express authority that a judgment must be set aside and declared a nullity by the court in the exercise of its inherent jurisdiction if and as soon as it appears to the court that the person named as the judgment debtor was at all material times at the date of the writ and subsequently non-existent; such a case is a fortiori than the case which LΟRD PARKER referred to in Daimler Co., Ltd. V. Continental Tyre and Rubber Co. (Great Britain), Ltd.
(1). There the directors being all alien enemies could not give a retainer. LORD PARKER said ([1916] 2 A.C. at p. 337): "But when the court in the course of an action becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it ought not to allow the action to proceed." In such a case the plaintiff cannot be before the court. In the present case if the defendants cannot be before the court because there is in law no such person, I think by parity of reasoning the court must refuse to treat these proceedings as other than a nullity. English courts have long since recognized as juristic persons corporations established by foreign law in virtue of the fact of their creation and continuance under and by that law. Such recognition is said to be by the comity of nations. Thus in Henriques v. Dutch West Indies Co. (2 Ld. Raym. At p. 1535), the Dutch company were permitted to sue in the King´s Bench on evidence being given "of the proper instruments whereby by the law of Holland they were effectually created a corporation there". But as the creation depends on the act of the foreign state which created them, the annulment of the act of creation by the same power will involve the dissolution and non-existence of the corporation in the eyes of English law. The will of the sovereign authority which created it can also destroy it. English law will equally recognize the one, as the other, fact. ......... The question, therefore, is whether by Soviet Law the judgment debtor was at the date of the issue of the writ in this action, that is on Oct. 27, 1930, an existing juristic person. ......... ...... I am clearly of opinion that the dissolution or "liquidation" came long before October,
- This conclusion is sufficient without more to carry with it the result that the writ, the judgment and the garnishee proceedings must be held of no effect and be set aside. ...... The result is that, quite apart from the want of accuracy in the affidavit, the order for substituted service was made by an incompetent procedure and was a nullity." Στην υπό κρίση περίπτωση, η αγωγή καταχωρήθηκε από πρόσωπο, συνεταιρισμό, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μη εγγεγραμμένο πλέον και διεγραμμένο από το μητρώο στο τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Οι ενάγοντες-αιτητές ισχυρίζονται ότι εδώ πρόκειται για μια απλή λανθασμένη περιγραφή του ονόματος των εναγόντων, και ότι οι ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση δεν δικαιούνται να εγείρουν τον ισχυρισμό περί ανυπαρξίας των εναγόντων καθότι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και προχώρησαν στην καταχώρηση αίτησης για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 8.9.
- Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης στις 19.12.2008, η οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 16.2.2009 για να καταχωρηθεί η υπεράσπιση μέχρι τότε. Εν τω μεταξύ, στις 21.1.2009 καταχωρήθηκε η αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας, η οποία ήταν ορισμένη στις 16.2.
- Οι ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση στις 13.2.
- Εκκρεμούσης της αίτησης ημερ. 19.12.2008, η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 30.3.2009 και ακολούθως δύο φορές για οδηγίες. Κατόπιν αίτησης εκ μέρους των εναγομένων-αιτητών ημερ. 7.5.2009, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ημερ. 25.5.2009, δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι-αιτητές καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς την αίτηση στις 2.7.
- Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 22.9.
- Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Mabro ν. Eagle Star Ins. Co.
(1932)All E.R. 411 και Davies v. Elsby Brother Ltd
(1960)3 All E.R. 672, οι οποίες έτυχαν αναφοράς και ανάλυσης στην Κυπριακή υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.ά.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1608. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή αν αυτή συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση σφάλματος για το όνομα ("misnomer"). Ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Το θέμα κατά πόσο η τροποποίηση αφορά μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο είναι περίπτωση σφάλματος για το όνομα πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τι θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Το Εφετείο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Davies v. Elsby Brother Ltd (ανωτέρω): "In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer - which may embrace a number of other situations apart from misnomer on a writ, for example mistake as to identity in the making of the contract. The test must be: How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: "of course it must mean me, but they have got my name wrong", then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: "I cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquiries", then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer". Η κατάληξη του Εφετείου στην εν λόγω Κυπριακή υπόθεση ήταν να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση με την προσθήκη νέου εναγομένου μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας, με το ακόλουθο σκεπτικό. «΄Εχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να εναγάγουν την οντότητα εκείνη η οποία είναι κατά νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των επίδικων αποζημιώσεων. Η οντότητα εκείνη είναι ο προτεινόμενος διάδικος. ΄Εχουμε, επίσης, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Ούτε είχε αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από μια ανάγνωση της Παραπομπής και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους. Οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του κλητηρίου - εδώ της Παραπομπής - και της έκθεσης απαιτήσεως στο σύνολο τους θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή - στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν, κατά το νόμο, υπεύθυνη για την καταβολή των αποζημιώσεων. Όπως έχουμε υποδείξει αυτή η οντότητα ήταν ο προτεινόμενος διάδικος και ότι απλώς περίγραψαν λανθασμένα το όνομα. Η Αποζημιούσα Αρχή στον τίτλο της Παραπομπής δεν μπορούσε να ήταν άλλη από τον προτεινόμενο διάδικο και δεν μπορούσε να εκληφθεί από οποιοδήποτε λογικό άτομο ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον προτεινόμενο διάδικο. Θεωρούμε λοιπόν, ότι πρόκειται σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Η επίδικη προσθήκη μπορούσε να λάβει χώραν ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται.» Θεωρώ ότι οι πιο πάνω υποθέσεις διακρίνονται από την παρούσα όσον αφορά τα γεγονότα, καθότι εδώ οι ενάγοντες είναι μια άλλη ξεχωριστή νομική οντότητα η οποία μάλιστα περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης ως εγγεγραμμένος συνεταιρισμός, και η οποία όμως δεν υπήρχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανύπαρκτο ως μη εγγεγραμμένο πλέον νομικό πρόσωπο, επομένως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από τις υποθέσεις Whittam v. W.J. Daniel Co Ltd
(1961)3 All E.R. 796 και Establissement Baudelot v. RS Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 148, στις οποίες το νομικό πρόσωπο στην πρώτη περίπτωση ήταν εγγεγραμμένο και υπαρκτό και απλά παραλειπόταν η λέξη «Ltd» στο τέλος, ενώ στη δεύτερη δεν ήταν εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο αλλά υπαρκτό. Στην τελευταία απόφαση το Εφετείο τόνισε ότι δεν μπορεί να επιτραπεί τροποποίηση εκεί όπου ένας διάδικος είναι νεκρός ή δεν υπήρξε ποτέ κατά νόμο. Μάλιστα υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Tetlow v. Orela, Ltd
(1920)2 Ch. 24: "In my opinion that rule means that, where an action has been commenced between two living parties by a living plaintiff, and the living plaintiff afterwards turns out to be the wrong person, an application may be made to the court, and the court can substitute another person for the living plaintiff or may add another person as co-plaintiff as the case may be. But it does not justify the court in creating a plaintiff in an action for the first time." Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγω ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη από ανύπαρκτο στο νόμο πρόσωπο, εφόσον ο συνεταιρισμός ήταν διαγραμμένος, και επομένως η όλη διαδικασία ήταν άκυρη εξ αρχής και δεν μπορεί να περισωθεί ή θεραπευθεί με οποιοδήποτε διάβημα των εναγομένων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Κατ΄ ακολουθία, δεν υιοθετώ τον ισχυρισμό των εναγόντων-αιτητών ότι η παρούσα περίπτωση αφορά απλή λανθασμένη περιγραφή του ονόματος των εναγόντων, αλλά ζητείται η αντικατάσταση των εναγόντων από μη υπαρκτό νομικό πρόσωπο σε υπαρκτά φυσικά πρόσωπα, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Η αντιδικία μεταξύ των μερών με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ουδέποτε υπήρξε εν όψει της μη ύπαρξης των εναγόντων, η αγωγή ήταν εξ υπαρχής άκυρη και δεν υπάρχει καμία θεραπεία διαθέσιμη στους ενάγοντες για να περισώσουν τη διαδικασία και διασφαλίσουν την συνέχιση της - βλ. Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χατζησάββα
(1997)1 Α.Α.Δ. 751 και Κυριάκου κ.ά. ν. Φραντζίδη
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2035. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εις βάρος των εναγόντων-αιτητών όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. ΕΦραίμ, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο