Παναγιώτη Χωματένου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4096/2005, 23 Δεκεμβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2009:A132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4096/2005 Μεταξύ: Παναγιώτη Χωματένου Ενάγοντος - αιτητή και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου - Καθ΄ού η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2009 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Μ. Χαραλάμπους για Μιχαλάκη Κυπριανού και Σία Για τον εναγόμενο - καθ΄ού η αίτηση : κα Δ. Νικολάτου Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης) Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο ένταλμα (O.2.r.1). Στη συνέχεια και αφού προηγήθηκε αίτηση για την τροποποίηση του η οποία εγκρίθηκε χωρίς ένσταση, καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαιτήσεως στις 14.03.
- Η Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 7.06.2007 και η ακρόαση της άρχισε την 25.11.
- Κατέθεσαν 8 μάρτυρες για τον Ενάγοντα και βρισκόμαστε στην αντεξέταση του 3ου μάρτυρα για την Υπεράσπιση (Μ.Υ.3). Με την Έκθεση Απαιτήσεως του ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη κατά τον τραυματισμό του από νάρκη η οποία εξερράγη σε ναρκοπέδιο πλησίον του φυλακίου που υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά. Στη παράγραφο 4 ισχυρίζεται τα ακόλουθα: ¨Κατά ή περί την 13.06.05 ο ενάγοντας ενώ ευρισκόταν εκτός στρατοπέδου με τετραήμερη άδεια, στην τελευταία ημέρα αυτής έπεσε θύμα τραυματισμού από νάρκη που εξερράγη σε ναρκοπέδιο πλησίον του φυλακίου που υπηρετούσε (ονόματι Μάρκουλλος) και ενώ αυτός ευρισκόταν σε απόσταση 5-6 μέτρων από τον τόπο που ευρισκόταν τοποθετημένη η νάρκη. Η άνωθεν αναφερόμενη νάρκη εξερράγη όταν μπήκε στο ναρκοπέδιο ο σκύλος του ενάγοντα με αποτέλεσμα η νάρκη να εκραγεί και να τραυματίσει τον ενάγοντα ο οποίος βρισκόταν σε εκτός ναρκοπεδίου χώρο¨. Στην δε παράγραφο 6 τα ακόλουθα: ¨Το πιο πάνω ατύχημα και οι σωματικές βλάβες, απώλειες και ζημιές που υπέστη ο ενάγοντας οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ ή παράβαση των εκ του νόμου και /ή κανονισμών και /ή κοινοδικαίου απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου. Το πιο πάνω συμβάν οφείλεται στην έλλειψη εξασφάλισης και/ ή δέουσας συντήρησης του ναρκοπεδίου και/ ή ελλείψεως αναγκαίων προστατευτικών μέτρων και επαρκών μέτρων ασφάλειας και/ ή απουσίας κατάλληλης προστασίας κατά τρόπο που να αποτρέπεται η είσοδος οιουδήποτε εντός του ναρκοπεδίου κατά παράβαση νόμιμου καθήκοντος του εναγομένου και/ ή οργάνων της δημοκρατίας και/ ή των αντιπροσώπων και/ ή των υπηρεσιών και/ ή υπαλλήλων του¨. Παρέχονται στη συνέχεια οι ακόλουθες λεπτομέρειες αμέλειας και /ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου: Α. Παρέλειψε να λάβει οιεσδήποτε και/ ή επαρκείς και/ ή λογικές προφυλάξεις για την ασφάλεια και/ ή προστασία του ενάγοντα και/ ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που τυχόν χρησιμοποιεί τον παρακείμενο δρόμο. Β. Παρέλειψε να παράσχει ικανοποιητική συντήρηση του ναρκοπεδίου εκθέτων σε κίνδυνο τη ζωή του ενάγοντος καθώς και του κοινού εν γένει. Γ. Παρέλειψε να παράσχει ικανοποιητική σήμανση του ναρκοπεδίου με αποτέλεσμα μη ικανοποιητικής προειδοποίησης περί της ύπαρξης των ναρκών και/ ή του ακριβώς τοπικού προσδιορισμού των. Δ. Παρέλειψε να περιφράξει το ναρκοπέδιο ικανοποιητικά με αποτέλεσμα να γίνεται δυνατή η εισδοχή σε αυτό ζώων και/ ή άλλων ξένων σωμάτων. Ε. Παρέλειψε να προειδοποιήσει επαρκώς και καταλλήλως τον ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο για τους κινδύνους που διέτρεχε. Η διαδικασία της ακρόασης βρίσκεται όπως προανέφερα στο πολύ προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του 3ου μάρτυρα για την Υπεράσπιση (Μ.Υ. 3). Έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης υπήρξε το γεγονός ότι δεν επετράπη, μετά από ένσταση, ερώτηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντος προς τον πιο πάνω μάρτυρα σε σχέση με τον αριθμό των ναρκοσειρών που είχε το συγκεκριμένο ναρκοπέδιο. Κρίθηκε, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντος, ότι η συγκεκριμένη ερώτηση όπως διατυπωνόταν δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα και συγκεκριμένα από τις λεπτομέρειες αμέλειας όπως αυτές αποτυπώνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Άμεση αντίδραση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος ήταν να ζητήσει αναβολή για να συμπεριλάβει στο δικόγραφο του τέτοιους ισχυρισμούς οι οποίοι θα του επέτρεπαν, όπως ανέφερε, να υποβάλει στο μάρτυρα ότι η νάρκη που εξερράγη δεν βρισκόταν στην απόσταση που εκείνος ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του αλλά σε πολύ πιο κοντινή απόσταση κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών. Παρόλη τη προσπάθεια του Δικαστηρίου να εξηγήσει ότι ήταν η συγκεκριμένη διατύπωση της ερώτησης που κρινόταν ότι ξέφευγε από τα δικόγραφα, εντούτοις υπήρξε εμμονή στη καταχώρηση του παρόντος διαδικαστικού διαβήματος χωρίς προσπάθεια επαναδιατύπωσης. Επιζητεί επομένως η πλευρά του ενάγοντος με την αίτηση του να προσθέσει στην έκθεση απαιτήσεως του τα ακόλουθα: (α) Στη παράγραφο 6 και πριν από τις λεπτομέρειες αμέλειας τα ακόλουθα: ¨Περαιτέρω το πιο πάνω συμβάν οφείλεται στο γεγονός ότι η πρώτη νάρκη που εξερράγη, όταν ο σκύλος μπήκε στο ναρκοπέδιο, απείχε περίπου 4 μέτρα από τη περίφραξη, κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών, ενώ θα έπρεπε να ήταν 15μ.¨ (β) Μετά το τέλος της παραγράφου 6 Ε και τις λεπτομέρειες αμέλειας τα ακόλουθα: ¨ ΣΤ) Παρέλειψε να στρώσει και /ή επιστρώσει κατάλληλα και/ ή αποτελεσματικά και/ ή όπως προβλέπετο από τους νόμους και κανονισμούς το ναρκοπέδιο Μάρκουλλος και/ ή παρέλειψε να στρώσει και/ ή τοποθετήσει τις νάρκες σύμφωνα με τις αποστάσεις που προβλέπουν οι νόμοι και κανονισμοί και ειδικότερα το ΕΕ 10-80.¨ Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της δικηγόρου συνεργάτιδας του δικηγορικού γραφείου του ενάγοντος κ. Δώρας Ορθοδόξου, η οποία περιγράφει την ανάγκη που επέβαλε το παρών διαδικαστικό διάβημα όταν συγκεκριμένη ερώτηση που υπεβλήθη στον μάρτυρα που αντεξετάζει η πλευρά του ενάγοντος, προς αντίκρουση θέσης την οποία πρόβαλε κατά την κυρίως εξέταση του, σε σχέση με τη στρώση των ναρκών επί του επίδικου ναρκοπεδίου ότι δηλαδή ήταν πράγματι τοποθετημένη στην απόσταση που προβλέπουν οι κανονισμοί, απορρίφθηκε για τον λόγο ότι δεν καλυπτόταν από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Διατείνεται η πλευρά του ενάγοντος ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα και/ ή λεπτομέρειες αμέλειας που εκ παραδρομής και/ ή αβλεψίας δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαιτήσεως λεπτομερώς. Με τη συμπερίληψη τους τώρα θα δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες που θα βοηθήσουν τόσο το σεβαστό Δικαστήριο όσο και την πλευρά του ενάγοντος να παρουσιάσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υπόθεση του. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνονται καλόπιστα και δεν βλάπτουν τα συμφέροντα της άλλης πλευράς εφόσον η άλλη πλευρά έχει ήδη υποβάλει ερωτήσεις τόσο στους μάρτυρες του ενάγοντος αλλά και στους μάρτυρες υπεράσπισης σχετικά με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Μη έγκριση του αιτήματος θα αποστερήσει το δικαίωμα από τον ενάγοντα να προωθήσει την υπόθεση του και θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του. Εξάλλου δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε ανεπανόρθωτης ζημιάς σε βάρος του εναγόμενου από την αιτούμενη τροποποίηση. Με την Ειδοποίηση Περί της Προθέσεως Ενστάσεως η πλευρά της εναγόμενης προβάλλει τους ακόλουθους βασικούς λόγους ένστασης σύμφωνα με τους οποίους ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες καθώς υποβάλλονται κακόπιστα και καταχρηστικά: α. Ο Αιτητής δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ ή καθόλου το αίτημα του για τροποποίηση και/ ή η αίτηση είναι γενική και αόριστη. β. Η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση πρέπει να κριθεί ως λανθασμένη και/ ή παράτυπη και/ ή ότι αντίκειται στις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. γ. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. δ. Η αίτηση δεν είναι νομολογιακά και νομικά τεκμηριωμένη και/ ή ορθή και/ ή δεν υποστηρίζεται σωστά από την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, στην οποία εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. ε. Δεν αιτιολογεί επαρκώς και/ ή καθόλου την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. στ. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνουν ισχυρισμούς γεγονότων. ζ. Οι σκοπούμενες τροποποιήσεις έχουν ως στόχο την εισαγωγή άσχετων με την υπόθεση θεμάτων και/ ή θεμάτων που θα εκτροχιάσουν την δίκη από την προσδιορισθείσα έως σήμερα πορεία της βάσει των δικογράφων ως έχουν και έτσι θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην εναγόμενη κατά τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Λοχαγού στη Διεύθυνση Δικαστικού του Γ.Ε.Ε.Φ. κ. Λίνας Σταύρου. Υποστηρίζει ότι η θέση για το που ήταν τοποθετημένη η συγκεκριμένη νάρκη που εξερράγη ήταν ήδη γνωστή από την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή /και από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επομένως υπήρξαν πολλές ευκαιρίες τόσο πριν την έναρξη της ακρόασης όσο και μετά, κατά τα αρχικά στάδια της δίκης, για να συμπεριληφθούν αυτά τα γεγονότα στις λεπτομέρειες αμέλειας πολύ πιο νωρίς και όχι σε αυτό όπου έχει ολοκληρώσει την υπόθεση του ο ενάγοντας και την μαρτυρία τους δύο μάρτυρες υπεράσπισης και την κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.
- Δεν δικαιολογείται επαρκώς ή και καθόλου αυτή η καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντος καθώς τα όσα προσπαθεί να εισαγάγει βρίσκονταν σε γνώση του ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είχαν τεθεί έγκαιρα και πριν την έναρξη της δίκης. Επιπρόσθετα αυτές δεν περιλαμβάνουν ισχυρισμούς γεγονότων ή/και δεν δίδεται καμία εξήγηση ως προς το γιατί είναι αναγκαίες για τον τελικό προσδιορισμό της διαφοράς ή η σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα. Πρόκειται για άσχετα θέματα τα οποία αποσκοπούν στο να εκτροχιάσουν τη δίκη από την προσδιορισθείσα μέχρι σήμερα πορεία διευρύνοντας τη βάση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την εισαγωγή νέων απαιτήσεων και /ή νέων επίδικων θεμάτων με αναπόφευκτες επιπτώσεις και/ ή συνέπειες στα δικαιώματα της εναγόμενης και τυχόν έγκριση του αιτήματος πιθανόν να οδηγήσει στην επανακλήτευση μαρτύρων, προσαγωγή νέας μαρτυρίας και καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως τα κατέγραψα πιο πάνω. Η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Συνοψίζοντας τα όσα ανέφεραν ο κ. Χαραλάμπους επέμεινε στην άποψη του ότι η σχετικές με την στρώση του ναρκοπεδίου με τις νάρκες ερωτήσεις του καλύπτονται από το δικόγραφο του αλλά η πλευρά του αναγκάστηκε να προβεί σε αυτό το διάβημα όταν δεν επετράπη υποβολή σχετικής ερώτησης. Εισηγήθηκε όμως περαιτέρω, μεταξύ άλλων, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση με βάση την πορεία της υπόθεσης δεν μπορεί να κριθεί ότι υποβλήθηκε καθυστερημένα ή κακόπιστα και ότι αυτή αποσκοπεί στη συμπερίληψη λεπτομερειών των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης κατά τέτοιο τρόπο ώστε το δικόγραφο του ενάγοντος να τεθεί στη σωστή του διάσταση καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης για την απονομή της δικαιοσύνης. Η επιζητούμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης. Δεν μπορεί επίσης να γίνεται επίκληση επηρεασμού των συμφερόντων και δικαιωμάτων της άλλης πλευράς και πρόκληση σε αυτή ανεπανόρθωτης βλάβης, και κάτι τέτοιο δεν έχει στοιχειοθετηθεί, η οποία να μη μπορεί εν πάση περιπτώσει να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή για τα έξοδα. Η κ. Νικολάτου αναπτύσσοντας διαμετρικά αντίθετες απόψεις αφού αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην πορεία της υπόθεσης, στη συνέχεια σε σχέση με τους ουσιαστικούς λόγους της ένστασης επικαλέστηκε σε γενικές γραμμές την καθυστέρηση με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα για την εισαγωγή ισχυρισμών οι οποίοι ήδη εξ αρχής ήταν γνωστοί στην άλλη πλευρά αλλά και η καθυστέρηση η οποία θα προκληθεί αν επιτραπεί η τροποποίηση. Η σκοπούμενη τροποποίηση δεν διαφωτίζει το δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση αλλά θα τα περιπλέξει με την εισαγωγή άσχετων θεμάτων και μάλιστα κατά τρόπο που πιθανόν να απαιτηθεί η επανακλήτευση μαρτύρων με κίνδυνο να εκτροχιαστεί η δίκη. Πρόκειται εν τέλει, όπως εισηγήθηκε, για κακόπιστη και καταχρηστική αίτηση εφόσον δεν εξηγείται και η σημασία των αιτούμενων τροποποιήσεων. Για τους πιο πάνω λόγους κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται στη Δ.25 Θ.Θ.1-6 και στη Δ.48 Θ.Θ.1-9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή κ. Πική (όπως ήταν τότε):
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου πιο πάνω) Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και την ένσταση στην έγκρισή του όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Πριν όμως καταπιαστώ με τα ουσιαστικά ζητήματα που προβάλλονται ως λόγοι ένστασης, θα με απασχολήσει για λίγο το ζήτημα που πρωταρχικά θέτει η πλευρά του εναγόμενου σε σχέση με την παρατυπία ή αντικανονικότητα που παρουσιάζει, κατά την άποψη της, η ένορκος δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, εφόσον σε αυτή δεν υιοθετείται ρητά το λεκτικό των λεπτομερειών οι οποίες επιχειρείται όπως εισαχθούν με την προτεινόμενη τροποποίηση. Μελετώντας το λεκτικό που χρησιμοποιείται από την ενόρκως δηλούσα στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν παραμένει καμιά αμφιβολία ότι η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει το περιεχόμενο των παραγράφων που επιχειρείται να προστεθούν στην έκθεση απαιτήσεως και το αποδίδει με δικά της λόγια. Δεν βλέπω οτιδήποτε το μεμπτό εξ αυτού του λόγου και ούτε αντιβαίνει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως στην Διαταγή 39 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας στην οποία καθορίζεται ο τρόπος σύνταξης μιας ενόρκου δηλώσεως σε ενδιάμεση διαδικασία και το περιεχόμενο της. Σημαντικός είναι ο παράγοντας του χρόνου ή της καθυστέρησης που προβλήθηκε ως λόγος στην ένσταση τόσο ως προς το χρόνο υποβολής του όσο και ως προς την καθυστέρηση που θα υπάρξει με την τυχόν έγκριση του. Η αίτηση υποβλήθηκε αμέσως τις επόμενες ημέρες αφότου προέκυψε το ζήτημα όταν το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την υποβολή συγκεκριμένης ερώτησης. Αν και κατά την άποψη μου με επαναδιατύπωση της ερώτησης πιστεύω ότι ο δικηγόρος της πλευράς του ενάγοντος θα μπορούσε να οδηγήσει την μαρτυρία εκεί όπου ο ίδιος ανέφερε ότι ήθελε να την οδηγήσει και τότε δεν θα είχε κανένα πρόβλημα κάλυψης από το δικόγραφο του, εντούτοις, προτίμησε να ξεκαθαρίσει πλήρως το σκηνικό υποβάλλοντας την παρούσα. Υπό αυτές τις περιστάσεις ο παράγοντας του χρόνου δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αρνητική επίδραση ως προς την έγκριση του αιτήματος. Δεν μπορεί δε να κατακριθεί η πλευρά του ενάγοντος γιατί να μην υπεισέλθει σε τέτοιες λεπτομέρειες όταν έντονη ήταν η εντύπωση της δεν είχε πρόβλημα αντεξέτασης πάνω σε αυτή τη γραμμή και μάλιστα σε θέματα στα οποία ο ίδιος ο Μ.Υ.3 αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του και ειδικότερα σε σχέση με την απόσταση από την περίφραξη της νάρκης που εξερράγη. Επομένως δεν διακρίνω κακοπιστία αλλά ούτε και ότι το αίτημα τελικά υποβάλλεται καταχρηστικά. Ούτε και διαβλέπω οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπόθεσης της Υπεράσπισης εφόσον στο εδώλιο βρίσκεται ακόμα ο Μ.Υ.3 του οποίου η μαρτυρία είναι σχετική με το ζήτημα που προέκυψε και για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ως καθ΄ ύλη αρμόδιος αξιωματικός της Εθνικής Φρουράς ο οποίος μάλιστα στις δύο τελευταίες στρώσεις του συγκεκριμένου ναρκοπεδίου είχε συμμετάσχει. Εξάλλου για ότι ήθελε προκύψει ως συνέπεια της έγκρισης του αιτήματος η πλευρά της Υπεράσπισης θα έχει την δυνατότητα να προσκομίσει και άλλη μαρτυρία και έτσι εκμηδενίζεται κάθε πιθανότητα που ελλοχεύει ενόψει του ότι το αίτημα υποβάλλεται μεσούσης της δίκης για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της. Ούτως η άλλως η καθυστέρηση, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο θα κατέληγε σε διαπίστωση ότι υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια και τα δικαιώματα των εναγομένων με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση, τουλάχιστον όπως εξέλαβε την αναγκαιότητα της τροποποίησης η πλευρά του ενάγοντος, με την οποία εκείνο που επιτυγχάνεται κατ΄ουσία είναι η παροχή λεπτομερειών στο ίδιο το δικόγραφο για θέση την οποία θα υποβάλει στον συγκεκριμένο μάρτυρα υπεράσπισης μετά που ο ίδιος έχει καταθέσει επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Οι λόγοι για τους οποίους δικαιολογείται η σ΄αυτό το στάδιο υποβολή της παρούσας αίτησης προβλήθηκαν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και θα διαφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης ότι δεν δίδεται εξήγηση τουναντίον αυτή δικαιολογείται επαρκώς είναι σαφής και συγκεκριμένη. Αυτή δε κατέστη αναγκαία όπως εξηγείται όταν απορρίφθηκε συγκεκριμένη ερώτηση η οποία κρίθηκε από πλευράς του αιτητή σημαντική για την υπόθεση του. Επομένως κρίνω ότι δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος και η αναγκαιότητα υποβολής του με την έγκριση του οποίου δεν θα υπάρξει εκτροχιασμός της δίκης. Όπως αποφασίστηκε στην Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων¨. Καταλήγω ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε δεν μπορεί να αναχθεί σε βαθμό που να αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως προς το δικαίωμα του εναγόμενου να εκδικασθεί σύντομα η διαφορά του με τον ενάγοντα, αλλά ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντος εφόσον εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα που επέβαλε να προβεί σε αυτό το διάβημα. Καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση, έχοντας κατά νου τη φύση της αντιδικίας και τις θεραπείες που ζητούνται, παρά τις παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκα πιο πάνω, μπορεί να επιτραπεί καθώς αυτή θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες για την γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Patrick Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607 : «σε μια αίτηση αυτής της μορφής δεν χρειάζεται να τίθεται στην ένορκη δήλωση ισχυρισμός ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία ή να εξετάζονται ακόμη και οι λόγοι της καθυστέρησης γιατί θεωρείται από την ίδια την κατάθεση της αίτησης ότι ο διάδικος θεωρεί την τροποποίηση αναγκαία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση το συνολικό υπάρχον υλικό και ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας και της άλλης πλευράς». Αυτά ακριβώς απαντούν στον σχετικό λόγο ένστασης που προβλήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου. Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένσταση ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει τη μεταβολή του πλαισίου της δίκης λόγω της φύσης των προτιθέμενων τροποποιήσεων στην World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση, κάτι που δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, αποφασίστηκε κατά ανάλογο τρόπο, που κατά την άποψη μου ισχύει και με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως, ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση¨. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν διαφοροποιεί την βάση της αγωγής. Η αιτούμενη τροποποίηση από την άλλη δεν είναι αχρείαστη ή θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα ή θα εκτροχιάσει τη δίκη. Εκείνο που επιδιώκεται είναι όπως οι ισχυρισμοί που στοιχειοθετούν την απαίτηση τεθούν στην ορθή τους βάση και διάσταση με τις αναγκαίες λεπτομέρειες και πρόκειται για ανάγκη που προέκυψε κατά τη διάρκεια της εξέτασης μάρτυρα της υπεράσπισης. Ανασκοπώντας δε τη μέχρι τώρα μαρτυρία δεν διακρίνω περιστάσεις οι οποίες θα επέβαλλαν την επανακλήτευση οποιουδήποτε μάρτυρα. Ο ισχυρισμός ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον εναγόμενο η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και κατά αυτόν τον τρόπο θα θέσει τον εναγόμενο σε δυσμενή θέση και ότι εάν επιτραπούν οι τροποποιήσεις θα υποστεί βλάβη ή /και ζημιά ή /και χειροτέρευση της θέσης του που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα δεν μπορεί κάτω από αυτά τα γεγονότα να έχει αντίκριση εφόσον η θέση του ενάγοντος για την απόσταση που βρισκόταν από την νάρκη που εξερράγη προβλήθηκε ήδη στη παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως του και ήταν γνωστή εξ αρχής. Το Δικαστήριο είναι ταγμένο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που στην προκειμένη περίπτωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το δικαίωμα του διαδίκου να προβάλει τους ισχυρισμούς του σε όση έκταση αυτός επιθυμεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν στους εναγόμενους ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως τα αιτητικά υπό στοιχεία Α 1 και 2 της αίτησης. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση και κυρίως ως προς το ζήτημα της αναγκαιότητας της αίτησης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων σε 7 ημέρες να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως. Η αγωγή θα οριστεί κατόπιν συνεννοήσεως με τους δικηγόρους των δύο πλευρών για συνέχιση της ακρόασης το συντομότερο δυνατό. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο