← Κύπρος

Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Συν Αγωγές 1813/2003,1814/2003,1815/2003, 1816/2003 και 1817/2003, 8.1.2009

Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Συν Αγωγές 1813/2003,1814/2003,1815/2003, 1816/2003 και 1817/2003, 8.1.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Συν Αγωγές 1813/2003,1814/2003,1815/2003 1816/2003 και 1817/2003 Αρ. Αγωγής 1813/2003 Μεταξύ: Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου -------------------------- Αρ. Αγωγής 1814/2003 Μεταξύ: Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου --------------------------- Αρ. Αγωγής 1815/2003 Μεταξύ: Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ----------------------------------- Αρ. Αγωγής 1816/2003 Μεταξύ: Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου ------------------------------ Αρ. Αγωγής 1817/2003 Μεταξύ: Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 8.1.2009 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Ν. Παπαδόπουλος (για να ακούσει απόφαση κ. Eλ. Μιχαήλ) Για τον εναγόμενο: κ. Α Μελάς (για να ακούσει απόφαση κ. Α. Χ¨ Κύρου) Α Π Ο Φ Α Σ H H ενάγουσα, η οποία είναι ιδιοκτήτρια περιουσίας στο Νέο Χωρίο Πάφου στη περιοχή Ακάμα, ζητά με την παρούσα αγωγή της, καθώς και με τις αγωγές 1814/2003, 1815/2003, 1816/2003 και 1817/2003, το ποσό των Λ.Κ.11,359.-, σε κάθε περίπτωση, ως αποζημιώσεις για την επίταξη μέρους της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας της. Να σημειωθεί ότι με βάση την μαρτυρία που η ενάγουσα προσκόμισε, του εκτιμητή της (Μ.Ε.3), το ποσό της αξίωσης της περιορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.10095.- στις αγωγές 1813/2003, 1814/2003, 1815/2003 και 1817/2003 ενώ σε σχέση με την τελευταία περίοδο της επίταξης που αφορά την αγωγή 1816/2003 περιορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.6666.- Είναι παραδεχτό γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία επίταξε δυνάμει διατάγματος υπ΄αρ. 1161/77, μέρος της πιο πάνω ακίνητης περιουσία της ενάγουσας, εκτάσεως 664 σκαλών, συνολικής εκτάσεως 975 σκαλών, αρχικά για ένα έτος, η οποία ακολούθως παρατάθηκε με τα διατάγματα υπ΄αρ. 1313/78, 1273/79, 1375/80 και 1370/82 για τα έτη 1978 μέχρι

  1. Το ακίνητο έχει επιταχθεί από την Δημοκρατία συνολικά για έξι χρόνια από τις 16/12/77 μέχρι τις 15/12/
  2. Οι συνεκδικαζόμενες αγωγές δεν αφορούν όμως την περίοδο από 16/12/81 μέχρι 15/12/82 για την οποία έχει καταχωρηθεί η αγωγή 1535/2000 Ε.Δ. Πάφου η οποία διευθετήθηκε με την καταβολή προς την ενάγουσα του ποσού των Λ.Κ.6500.- ως αποζημιώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Αγωγή 1817/2003 αφορά το διάταγμα υπ΄αρ. 1161/77, η Αγωγή 1813/2003 το διάταγμα υπ΄αρ. 1313/78, η Αγωγή 1814/2003 το διάταγμα υπ΄αρ. 1273/79, η Αγωγή 1815/2003 το διάταγμα υπ΄αρ. 1375/80 και η Αγωγή 1816/2003 το διάταγμα υπ΄αρ. 1370/
  3. Με τα διατάγματα 1313, 1273, 1375 και 1370 παρατείνετο σε κάθε περίπτωση η περίοδος επίταξης του επίδικου ακινήτου για ένα έτος (βλέπε Τεκμήριο 4). Στην τελευταία περίπτωση, που αφορά την αγωγή 1816/2003, το χρονικό διάστημα της επίταξης διήρκησε 8 περίπου μήνες και όχι ένα έτος όπως στις υπόλοιπες περιπτώσεις, καθότι η επίταξη τερματίστηκε με το διάταγμα υπ΄αρ. 943/83 ημερομηνίας 1.8.83 (Τεκμήριο 5). Με την έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα, τόσο στην αγωγή 1813/2003 όσο και στις άλλες αγωγές της, ισχυρίζεται ότι υπέβαλε απαίτηση σ΄αυτή ή και για μεταγενέστερα έτη δεόντως για αποζημίωση με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο για την γεωργική χρήση της επιταχθείσας έκτασης για το ποσό των Λ.Κ.7359 και σε σχέση με την εμπορική χρήση του για το ποσό των Λ.Κ.4,000.- ετησίως. Ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι η αρμόδια αρχή και/ή ο εναγόμενος, υπέβαλε πρόταση για το συνολικό ποσό ετησίου ενοικίου γης και δέντρων Λ.Κ.470 σ΄αυτή ή σε παρόμοια υπόθεση αφού προέβη σε εκτίμηση χωρίς έκτοτε να επέλθει συμφωνία και/ή πρόταση για αποζημίωση και/ή σε άλλη υπόθεση ανέκυψε διαφορά καταδεικνύουσα διαφορά και ως εκ τούτου καταχώρησε την αγωγή ώστε το δικαστήριο να καθορίσει την αποζημίωση. Είναι η θέση του εναγόμενου σε κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές, με τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει, ότι θα πρέπει οι αγωγές να απορριφθούν καθότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση αγωγής και/ή στη διεκδίκηση και/ή τον καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης και/ή άλλως πως μέσω αγωγής, καθότι με βάση τις διατάξεις του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1962 (Ν. 21/62), όπως έχει τροποποιηθεί και των περί Γενικού Δικαστηρίου Αποζημιώσεων δια Σκοπούς Αμύνης Κανονισμών, των Περί Γνωστοποίησης Απαίτησης Αποζημιώσεων δια σκοπούς Αμύνης Κανονισμών (Compensation (Defense) General Tribunal Rules / SL11 σελ. 461) και των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας το ένδικο μέσο για την διεκδίκηση και/ή τον καθορισμό της αποζημίωσης λόγω Επιτάξεως για σκοπούς αμύνης και/ή άλλως πως είναι η αίτηση παραπομπής και/ή αίτηση που καθορίζεται στον εν λόγω Νόμο και/ή Κανονισμούς και όχι η αγωγή. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται τα ποσά που αναφέρονται και ζητά με τις εκθέσεις απαιτήσεις της η ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι η ενοικιαστική αξία της έκτασης που επιτάχθηκε με βάση συγκριτικά ενοίκια που υπάρχουν στην ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται το επίδικο κτήμα ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.525.- Με την έκθεση υπεράσπισης του ο εναγόμενος, παραδέχεται ότι απέστειλε προσφορά για το ύψος της ενοικιαστικής αξίας αναφορικά με την έκταση που επιτάχθηκε για κάθε χρονική περίοδο και ισχυρίζεται ότι η αξία της πιο πάνω έκτασης ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.470, η οποία υπολογίστηκε με βάση τα συγκριτικά ενοίκια λαμβάνοντας υπόψη και την ενοικιαστική αξία των δέντρων που βρίσκονταν σε αυτή, επίσης παραδέχεται ότι δεν επήλθε οιαδήποτε συμφωνία. Θεωρώ ορθό πως θα πρέπει αρχικά να επιληφθώ της προδικαστικής έντασης του εναγόμενου, η οποία να σημειωθεί δεν προωθήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά το στάδιο της τελικής του αγόρευσης, ενόψει των ζητημάτων όμως που εγείρονται, το θέμα μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο, παρά το ότι θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Κρίνω πως με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, παραδεχτά και άλλα, χωρίς την αναγκαιότητα να προβώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι εφικτό να επιληφθώ της προδικαστικής ένστασης, της οποίας κατά την άποψη μου, ενόψει και των ζητημάτων που εγείρονται με αυτή, το αποτέλεσμα θα κρίνει και την κατάληξη των αγωγών. Ο συνήγορος της ενάγουσας αφού έκανε αναφορά στην υπόθεση Χαράλαμπος Παντελίδης ν. Γιάννος & Λούης Κατασκευαί Λτδ

(2001)1 (Β) ΑΑΔ 765, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι η συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του Νόμου 21/62 είναι υποχρεωτική, υπέβαλε ότι η υπό κρίση περίπτωση διαχωρίζεται σε μερικά σημαντικά σημεία από την πιο πάνω υπόθεση. Τα σημεία αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) Στην υπόθεση Παντελίδης, ο ενάγοντας δεν ήταν ο ιδιοκτήτης της επίδικης ακίνητης περιουσίας και συνεπώς δεν θεωρήθηκε ότι είχε οποιοδήποτε «συμφέρον» δυνάμει του άρθρου 12 του Νόμου. Στην υπό κρίση περίπτωση η ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια της περιουσίας που επιτάχθηκε και συνεπώς πληρεί τις σχετικές πρόνοιες του άρθρου 12
(2)του Νόμου. (β) Στην υπόθεση Παντελίδης, δεν ακολουθήθηκε καθόλου οποιαδήποτε διαδικασία καθορισμού των αποζημιώσεων πριν από την καταχώρηση της αγωγής (ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου), στην υπό κρίση περίπτωση προηγήθηκε η διαδικασία παραπομπής (Τεκμήρια 6 - 9) και συμφωνήθηκε από τα μέρη, δια ειδικής συμφωνίας ενώπιον του Δικαστηρίου (rule of Court), συγκεκριμένη διαδικασία υποβολής της απαίτησης της Ενάγουσας (βλέπε ιδιαίτερα Τεκμήριο 9). Δεν μπορεί συνεπώς ο εναγόμενος να αμφισβητεί την διαδικασία που ο ίδιος συμφώνησε να ακολουθήσει. Αναφέρθηκε επίσης, ο συνήγορος της ενάγουσας, στην υπόθεση Φοντάνα Αμορόζα Κόουστ Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ (Δ) 2246, λέγοντας ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μη συμμόρφωση με τους σχετικούς κανονισμούς των Περί Γνωστοποίησης Απαιτήσεως Αποζημιώσεως δια σκοπούς Αμύνης Κανονισμοί και οι Περί Γενικού Δικαστηρίου Αποζημιώσεων δια σκοπούς Αμύνης Κανονισμοί (όπως ήταν στην προκειμένη περίπτωση η μη έναρξη της διαδικασίας από τους Εφεσείοντες), ακόμα και αν συνιστούσε παράλειψη (κάτι που δεν αποδέχτηκε το Δικαστήριο), αυτή η παράλειψη θα συνιστούσε απλή παρατυπία που δεν πλήττει την ουσία της υπόθεσης. Αρχικά να επισημάνω ότι η σημαντική διαφορά της παρούσας υπόθεσης με την υπόθεση Φοντάνα Αμορόζα (πιο πάνω), είναι ότι σε εκείνη την υπόθεση το ένδικο μέσο που ακολουθήθηκε ήταν αυτό της ειδοποίησης παραπομπής (αίτηση), η έναρξη όμως της διαδικασίας έγινε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το ζήτημα αυτό, αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης και απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου καθότι οι απαιτητές καταχώρησαν αίτηση για ακύρωση της παραπομπής που καταχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η έναρξη της διαδικασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης γίνεται, σύμφωνα με τον Καν. 3, μόνο από τον απαιτητή, αφού προηγουμένως δημιουργηθεί διαφορά σε σχέση με την πληρωτέα αποζημίωση, εφαρμόζοντας όμως τις διατάξεις του Καν. 25, αποφάσισε πως μη έναρξη της διαδικασίας από τους ίδιους του εφεσείοντες συνιστούσε απλή παρατυπία που δεν έπληττε την ουσία της υπόθεσης, εφόσον σκοπός των κανονισμών, είναι η ρύθμιση της διαδικασίας παραπομπής της οποιασδήποτε διαφοράς για αποζημίωση στο αρμόδιο Δικαστήριο για απόφαση. Με την κατάληξη του πρωτόδικού δικαστηρίου συμφώνησε και το Ανώτατο Δικαστήριο, διαφώνησε όμως με την άποψη ότι η διαδικασία αρχίζει μόνο με την καταχώρηση εκ μέρους του απαιτητή ειδοποίησης παραπομπής. Η ουσιαστική διαφορά, με την υπό κρίση περίπτωση, αφορά το ένδικο μέσο που ο απαιτητής προώθησε (αγωγή) και ως εκ τούτου η αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση θεωρώ ότι δεν είναι βοηθητική για την πλευρά της ενάγουσας στο σημείο που αυτή η αναφορά τείνει να δικαιολογήσει την μη συμμόρφωση της με τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του Νόμου 21/
  1. Σχετική επί του θέματος θεωρώ ότι είναι η υπόθεση Παντελίδης (πιο πάνω). Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9, η ενάγουσα καταχώρησε στο Ε.Δ. Πάφου την ειδοποίηση παραπομπής με αριθμό 1/88 σχετικά με το Διάταγμα επίταξης υπ΄αρ. 1393/81, η οποία αφορούσε επίσης διάταγμα επίταξης του επίδικου ακινήτου. Αναφορικά και σε σχέση με τα πιο πάνω διάταγμα επίταξης καταχωρήθηκε αρχικά η παραπομπή 1/88 (βλέπε Τεκμήρια 6 - 9 ) και ακολούθως η αγωγή 1535/2000 (βλέπε Τεκμήριο 10), η οποία διευθετήθηκε με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.6,500 προς την ενάγουσα ως αποζημίωση (βλέπε Τεκμήρια 11 και 12). Θεωρώ ορθό πως ακολούθως, θα πρέπει, να καταγραφεί το λεκτικό της συμφωνίας που αποτυπώνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/1/2000 (Τεκμήριο 9), οι όροι του οποίου έχουν καταστεί Κανόνες Δικαστηρίου. «Έχει συμφωνηθεί όπως ο κος Ζόππος ο οποίος έχει παραπέμψει την διαφορά στο Δικαστήριο εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας αποσύρει την παρούσα διαδικασία νοουμένου ότι οι απαιτητές δεσμεύονται με κανόνα Δικαστηρίου με το παρόν πρακτικό ότι εντός 2 μηνών από σήμερον υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή γραπτώς την πρόταση τους για αποζημίωση. Εις περίπτωση που δεν επέλθει συμφωνία εντός ενός μηνός από την υποβολή της πρότασης ως ανωτέρω, οι απαιτητές θα καταχωρήσουν αίτηση για καθορισμό της αποζημίωσης σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς εντός ενός μηνός μετά την παρέλευση του ενός μηνός ως ανωτέρω. Οι απαιτητές δεσμεύονται ότι σε περίπτωση που δεν ακολουθήσουν την πιο πάνω διαδικασία θα αποδεχθούν για πλήρη και τελική ικανοποίηση σε σχέση με το επίδικο διάταγμα σαν αποζημίωση το συνολικό ποσό των Λ.Κ.530 πλέον νόμιμο τόκο. Οι πιο πάνω όροι θα θεσπιστούν σαν Κανόνες Δικαστηρίου. Χαράλαμπος Ζόππος: Συμφωνώ και αποσύρω υπό τας περιστάσεις την αίτηση Έκαστος διάδικος να καταβάλει τα έξοδα του και ζητώ όπως οι πιο πάνω όροι που συμπεριλαμβάνονται στην δήλωση του κου Γεωργιάδη θεσπιστούν σαν Κανόνες Δικαστηρίου. Χρίστος Γεωργιάδης: Συμφωνώ» Η ενάγουσα ισχυρίστηκε (με την μαρτυρία του Μ.Ε.1), ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 9, υποβάλλοντας προς τον εναγόμενο την απαίτηση της δυνάμει της συμφωνηθείσας διαδικασίας που καταγράφεται στο Τεκμήριο 9, οπότε, ως επίσης ισχυρίζεται, έχουμε τη μη συμμόρφωση του εναγόμενου με αυτήν την διαδικασία και όχι τη μη συμμόρφωση της ενάγουσας. Επίσης ισχυρίζεται (η ενάγουσα) ότι προέβηκε σε όλες τις αγωγές σε σχετική απαίτηση προς τον εναγόμενο. Υποστηρίχθηκε επίσης πως και αν ακόμα η ενάγουσα, δε συμμορφώθηκε πλήρως με τη συμφωνηθείσα διαδικασία, αυτή η μη συμμόρφωση, συνιστά απλή παρατυπία που δεν επηρεάζει την ουσία της αγωγής που είναι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων, λαμβάνοντας υπόψη πως δόθηκε η ευκαιρία στον εναγόμενο να εκθέσει τις δικές του απόψεις και να προσκομίσει τη δική του μαρτυρία γύρω από τα επίδικα ζητήματα. Δεν εντοπίζω τον λόγο για τον οποίο θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο η διευθέτηση που έγινε στα πλαίσια της παραπομπής 1/88 και της αγωγής 1535/2000 αφού αυτή η συμφωνία αποκλειστικά αφορά το συγκεκριμένο διάταγμα επίταξης με αριθμό 1393/81 και δεν αφορά κανένα από τα διατάγματα των συνενωμένων αγωγών. Επίσης δεν θεωρώ ότι επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το γεγονός ότι η ενάγουσα προέβηκε, υπέβαλε, αναφορικά με όλες τις αγωγές σχετική απαίτηση προς τον εναγόμενο. Τα άρθρα 10 και 11 του Νόμου 21/62 διαλαμβάνουν ως εξής:
  2. Η επιτάσσουσα αρχή οφείλει, κατά τον ταχύτερον πρόσφορο χρόνον αφ΄ης η αποζημίωση δια την επίταξη κατάστει απαιτητή, να έλθη εις διαπραγματεύσεις δια τον συμβατικόν καθορισμό και τον καταμερισμόν αυτής μεταξύ των ενδιαμερόμενον προσώπων.
  3. Εάν εντός τριών μηνών εφ΄ης η αποζημίωσις δι΄επίταξιν κατέστη απαιτητή δεν επέλθη συμφωνία ως προβλέπεται στο άρθρο 10, ή καίτοι η προμνησθείσα περίοδος των τριών μηνών δεν παρήλθεν, δεν προβλέπεται ότι θα επέλθη συμφωνία υπό τας περιστάσεις, η επιτάσσουσα αρχή, ή πας ενδιαφερομενος δύναται να ζητήση, παρά του Δικαστηρίου όπως προβή εις τον καθορισμό της τοιάτης αποζημιώσεις ή οσάκις τούτο ενδείκνυται, εις τον καθορισμόν ταύτης μεταξύ των εις ταύτην ενδιαφερομένων. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, σε περίπτωση που δεν επέλθη συμφωνία αναφορικά με την αποζημίωση για επίταξη, το Δικαστήριο αποκτά πλέον αρμοδιότητα για τον καθορισμό της αφού βέβαια αποταθεί είτε η επιτάσσουσα αρχή, είτε πας ενδιαφερόμενος. Στην υπόθεση Παντελίδης (πιο πάνω), στην οποία έκανε αναφορά ο συνήγορος της ενάγουσας, αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της πρωτόδικής απόφασης, μεταξύ άλλων και γιατί εσφαλμένα δεν εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με την δικαιολογία ότι δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία του 17
(1)του Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας δια σκοπούς Δημόσια Ωφελείας Νόμου (αρ. 21/62). Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για απαιτήσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες τους άρθρου 17
(1)προνοείται ότι: «17-
(1)Το Ανώτατον Δικαστήριο θα εκδώση διαδικαστικόν κανονισμόν ρυθμίζοντα την πρακτική και δικονομίαν των δικαστηρίων δυνάμει του παρόντος Νόμου, και η επί τούτω η ενώπιον τούτων ακολουθητέα διαδικασία εις οιανδήποτε υπόθεσιν δυνάμει του παρόντος Νόμου, ως και τα επιβλητέα τέλη καθορίζονται συμφώνως τω τοιούτω Κανονισμώ: Νοείται ότι μέχρις ου εκδοθεί ο τοιούτος διαδικαστικός κανονισμός, άπαντα τα ζητήματα, η δικονομία και η καταβολή των τελών διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, υπό των Περί Γνωστοποίησης Απαίτησης Αποζημιώσεων δια Σκοπούς Αμύνης Κανονισμών και των περί Γενικού Δικαστηρίου Αποζημιώσεων δια σκοπούς Αμύνης Κανονισμών, ή, εάν ουδέν προβλέπεται περί τούτων εν τοις ως είρηται Κανονισμοίς, τα τοιαύτα ζητήματα, η δικονομία και τα τέλη διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, υπό του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας και του Διατάγματος περί Δικαστικών Τελών εφ΄όσον είναι δυνατή η εφαρμογή αυτών.» Στην υπόθεση Παντελίδης (πιο πάνω) με αναφορά στο άρθρο 17
(1)του Νόμου 21/62 λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Στην παρούσα περίπτωση αντί να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 17
(1)του Νόμου 21/62 (που προβλέπει την καταχώρηση αίτησης για την καταβολή αποζημιώσεων για επίταξη), ο εφεσείων προχώρησε στη λήψη μέτρων για αποζημιώσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας με την καταχώρηση προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την απόρριψη της απαίτησης εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι ορθή. Μια προσεκτική εξέταση της φρασεολογίας του πιο πάνω άρθρου υποδεικνύει ότι η συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου σε υποθέσεις που βασίζονται στις πρόνοιες του Νόμου 21/62 είναι υποχρεωτική». (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην Παντελίδης, ο επιπρόσθετος λόγος της απόρριψης της απαίτησης εναντίον του τριτοδιαδίκου γιατί ο εφεσείων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος» κρίθηκε επίσης ορθός. Η απαίτηση εναντίον του τριτοδιαδίκου βασίστηκε αποκλειστικά στις πρόνοιες του Περί Επίταξης Νόμου 21/62 και έπεται, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, ότι αυτή έπρεπε να προέλθει από τους συνιδιοκτήτες ή από τον εφεσείοντα με την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου μέρους. Ο Περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας δια Σκοπούς Δημόσιας Ωφελείας Νόμος (21/62) καθορίζει ότι το ενδιαφερόμενο μέρος «περιλαμβάνει πάντα όστις προβάλλει οιανδήποτε αξίωσιν επί της αποζημιώσεις της οφειλόμενης λόγω της δυνάμει του παρόντος Νόμου γενόμενης επιτάξεως ως και πάντα όστις δυνάμει των διαλαμβανομένων εν τους άρθροις 8, 9 και 12 του παρόντος Νόμου δικαιούται εις τοιαύτην αποζημίωσιν (άρθρο 2). Το άρθρο 12 του Νόμου (21/620 αναφέρεται σε ιδιοκτήτη επιταχθείσης ιδιοκτησίας δυνάμει του Νόμου. Αυτό το οποίο ξεκαθαρίστηκε με το λεκτικό της υπόθεσης Παντελίδης, είναι ότι η απαίτηση εναντίον του τριτοδιαδίκου όπως αυτή καθορίστηκε με την έκθεση απαίτησης του, βασίστηκε αποκλειστικά στις πρόνοιες του Περί Επίταξης Νόμου 21/62 και επειδή ο εφεσείων συμβλήθηκε προσωπικά με την εφεσίβλητη εταιρεία χωρίς να διερευνηθεί ή να αποκαλύψει ότι ενεργούσε εκ μέρους των τεσσάρων τέκνων του, που ήταν οι συνιδιοκτήτες του ακινήτου πάνω στο οποίο θα ανεγειρόταν η οικοδομή δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «ενδιαφερόμενο μέρος» Το γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα είναι και η ιδιοκτήτρια της περιουσίας που επιτάχθηκε, άρα ενδιαφερόμενο μέρος σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του Νόμου, δεν μπορεί να σημαίνει ότι θα μπορούσε για τον λόγο αυτό να καταχωρήσει αγωγή για τον καθορισμό της αποζημίωσης για τον λόγο ότι εν τέλει μετά την υποβολή πρότασης για συμφωνία δεν επήλθε συμφωνία. Όπως πιο πάνω αποφασίστηκε στην υπόθεση Παντελίδης, η συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)σε υποθέσεις που βασίζονται στο Νόμο 21/62 είναι υποχρεωτική. Και στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση της ενάγουσας, σε όλες τις αγωγές, βασίζεται αποκλειστικά στις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου (21/62). Το γεγονός ότι η ενάγουσα μπορεί στην παρούσα υπόθεση, καθώς και στις άλλες να θεωρηθεί και θεωρείται ενδιαφερόμενο μέρος, σύμφωνα με τον Νόμο, αφού είναι η ιδιοκτήτρια του υπό επίταξη ακινήτου, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στην κατάληξη ότι μπορούν να παρακαμφτούν οι πρόνοιες του Νόμου 21/62, οι οποίες κρίθηκαν ως υποχρεωτικές και αποτελούν την ουσία της υπόθεσης Παντελίδης. Συνεπακόλουθα, εφόσον δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του Νόμου 21/62 που με βάση τον νόμο αλλά και την νομολογία κρίθηκε ως υποχρεωτική, καταλήγω ότι η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη και πως η αγωγή 1813/2003 καθώς και οι συνενωμένες αγωγές 1814/2003, 1815/2003, 1816/2003 και 1817/2003 για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να απορριφθούν και δια του παρόντος απορρίπτονται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, σε περίπτωση που αυτή θεωρηθεί κατ΄ έφεση ως λανθασμένη, θα προχωρήσω στον καθορισμό των αποζημιώσεων που η ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις θα δικαιούτο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.3, η ενοικιαστική αξία του κτήματος, βασιζόμενος στην συμφωνία ενοικίασης του ιδίου του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 14) και τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή με βάση την συμφωνία αυτή, η οποία αφορούσε το έτος 1966, μετά την αναπροσαρμογή των τιμών, λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό, ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.7095 ενώ για την εμπορική χρήση της παραλιακής επιταχθείσας έκτασης καθόρισε το ποσό των Λ.Κ.3000 ως τα αναμενόμενα κέρδη σε περίπτωση τουριστικής χρήσης του ακινήτου από την ενάγουσα. Έτσι ο εκτιμητής της ενάγουσας, καθόρισε με βάση την εκτίμηση του, την αποζημίωση στο ποσό των Λ.Κ.10095.- για κάθε έτος επίταξης ενώ σε σχέση με την τελευταία χρονιά στο ποσό των Λ.Κ. 6666.- αφού έλαβε υπόψη του ότι το διάταγμα ακυρώθηκε και η περίοδος επίταξης κάλυπτε 8 μόνο μήνες. Από την άλλη πλευρά ο εκτιμητής του εναγόμενου (Μ.Υ.1), βασιζόμενος σε δύο συγκριτικά καθώς και στη θέση και κατάσταση του επίδικου κτήματος, υιοθέτησε ως ετήσιο ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.0,75 το δεκάριο για την καλλιεργήσιμη έκταση και Λ.Κ.0,22 το δεκάριο για την ακαλλιέργητη έκταση που χρησιμοποείται ως βοσκότοπος. Το ολικό ετήσιο ενοίκιο με βάση την εκτίμηση του Μ.Υ.1 για τη γη και τα δέντρα καθορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.525.- Και οι δύο εκτιμητές συμφώνησαν πως η ορθή μέθοδος υπολογισμού των αποζημιώσεων είναι τα συγκριτικά ενοίκια παρομοίων ακινήτων στην ίδια περιοχή. Αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του κτήματος κρίνω ότι μπορώ εν μέρει να στηριχθώ στην μαρτυρία και την εκτίμηση του εκτιμητή της ενάγουσας (Μ.Ε.3) σε αντίθεση με αυτή του εκτιμητή του Κτηματολογίου (Μ.Υ.1) για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω: Ο Μ.Υ.1 θεώρησε ασύνδετη στον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας του κτήματος την τοποθεσία αυτού λαμβάνοντας υπόψη του συγκριτικά τα οποίο απείχαν κατά πολύ από την παραλία σε αντίθεση με το επίδικο το οποίο είναι παραλιακό κτήμα με έκταση περί τα 3 χιλ. πρόσωπο στην θάλασσα. Επίσης τα συγκριτικά τα οποία έλαβε υπόψη του δεν έχουν νερό, ενώ εντός του επίδικου υπάρχουν 3 πηγές (περιορισμένης απόδοσης) από πόσιμο νερό και 5 αδειούχες γεωτρήσεις με πόσιμο νερό, γεγονός το οποίο το θέτει σε πιο πλεονεκτική θέση από τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.
  1. Το κάθε συγκριτικό που επικαλέστηκε και χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.1 αφορά διαφορετική χρήση, το ένα συγκριτικό είναι χωράφι καλλιεργήσιμο και το άλλο χωράφι ακαλλιέργητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος, ενώ το Τεκμήριο 14, η συμφωνία που αφορά το επίδικο, αναφέρεται και καλύπτει και τις δύο χρήσεις. Επίσης και τα δύο συγκριτικά είναι μικρότερα σε έκταση από το επίδικο Τα δε ποσά που ο μάρτυρας καθόρισε ως επιπρόσθετα ποσά σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή με βάση την συμφωνία (Τεκμήριο 14), τα οποία συνυπολόγισε στο ετήσιο ενοίκιο κρίνω ότι δεν τα τεκμηρίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν εξήγησε με πιο τρόπο και με πιο σκεπτικό καθόρισε και κατέληξε στα ποσά αυτά. Να σημειωθεί ότι η συμφωνία ενοικίασης του επιδίκου (Τεκμήριο 14) αφορούσε μόνο χρονικό διάστημα 120 ημερών, οπόταν μπορεί το ποσό της ενοικίασης ως ήταν και το σκεπτικό του μάρτυρα εκτιμητή της ενάγουσας σε περίπτωση χρονιαίας ενοικίασης του επιδίκου, για 365 δηλαδή ημέρες, να καθοριστεί στο ποσό των Λ.Κ. 4563 για ολόκληρη την έκταση του η οποία ήταν 1054 σκάλες και αφού αφαιρεθεί το εμβαδό της παραλίας περί τις 100 σκάλες, σε Λ.Κ. 4130 τον χρόνο. Επιπρόσθετα λαμβάνοντας υπόψη και τον μέσο πληθωρισμό ως ο μάρτυρας της ενάγουσας τον καθόρισε για την περίοδο εκείνη σε 5% το ποσό των Λ.Κ.4130, στη βάση των δικών του υπολογισμών, προσαρμόζεται σε περίπου Λ.Κ.
  2. Το ποσό των Λ.Κ.2200.- το οποίο πρόσθεσε ο εκτιμητής στο ποσό των Λ.Κ. 4130, κοστολογώντας τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή με βάση τη συμφωνία (Τεκμήριο 14), όπως πιο πάνω αναφέρω και για τους λόγους που εξηγώ, δεν το λαμβάνω υπόψη μου. Οπόταν στη βάση των πιο πάνω αριθμών που έχω καταλήξει αλλά και των υπολογισμών του Μ.Ε.3, το ποσό το οποίο αναλογεί στην ενοικιαστική αξία του επιδίκου για κάθε σκάλα ανέρχεται στις Λ.Κ. 7.56 (7400 ÷ 954). Άρα 564 σκάλες Χ Λ.Κ.7.56 ισούται με 4263.84.- Η θέση, ότι η ενάγουσα δικαιούται το ποσό Λ.Κ. 3000.- ως αξία για την εμπορική χρήση του επίδικου ακινήτου, απορρίπτεται λαμβανομένου υπόψη ότι το ακίνητο ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε και/ή χρησιμοποείτο κατά τον χρόνο της επίταξης με τον τρόπο που ο Μ.Ε.3 εξήγησε. Η αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση επίταξης είναι αντίστοιχη με το ετήσιο μίσθωμα που θα κατέβαλλε κάποιος σε περίπτωση ενοικίασης του ακινήτου ανάλογα με τη χρήση του, σε αυτή την περίπτωση η μαρτυρία κατέδειξε ότι η χρήση του επίδικου ακινήτου ήταν γεωργική. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)(β) του Νόμου 21/62 θα μπορούσε να δοθεί αποζημίωση για τουριστική χρήση του ακινήτου εάν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της επίταξης η ιδιοκτησία χρησιμοποιείτο για τουριστικούς σκοπούς και αν δεν ελάμβανε χώρα η επίταξη θα εξακολουθούσε να χρησιμοποείται για τον σκοπό αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση, η ιδιοκτήτρια του ακινήτου δεν χρησιμοποίησε ποτέ τουριστικά το ακίνητο ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιώνει αποζημίωση για τέτοια χρήση. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω, σε περίπτωση που η κατάληξη θα ήταν διαφορετική, θα προχωρούσα με την έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, του αντίστοιχου ποσού σε ευρώ των Λ.Κ. 4263.84.- στις αγωγές 1813/2003, 1814/2003, 1815/2003 και 1817/2003 στην αγωγή 1816/2003 του αντίστοιχου ποσό σε ευρώ του ποσού των Λ.Κ. 2842.56.- πλέον τόκους και έξοδα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης για απόρριψη των αγωγών, τα έξοδα αυτών επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής + cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.