ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1993/03, 9.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1993/03 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD εμπορευόμενοι ως LOMBARD NATWEST BANK LTD & ALPHA BANK LTD, από την Πάφο Ενάγοντες και
- ARENA MOTOR SHOW LTD διά του προσωρινού εκκαθαριστή τους Επίσημου Παραλήπτη από την Λευκωσία
- Παρασκευής Κλεοβούλου, από την Λευκωσία
- Αντρούλλας Κλεοβούλου, από την Λευκωσία Εναγόμενοι ........................... Ημερομηνία: 9.1.09 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Παύλος Ευθυμίου Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κα Αγνή Ξυψιτή (για να ακούσει απόφαση ο κ. Α. Κωνσταντινίδης) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 το ποσό των Λ.Κ.26.109,36 σεντ ως υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας και/ή συμφωνίας εγγύησης με τόκο προς 9% από 1.1.03 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.471,00 σεντ έξοδα, πλέον 15% ΦΠΑ πλέον Λ.Κ.25,50 σεντ έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η εταιρεία Arena Motor Show Ltd - από τώρα και στο εξής «η εταιρεία» - με επιστολή και/ή αίτησή της ημερομηνίας 17.11.99 ζήτησε από τους Ενάγοντες την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και πιστώσεων το ύψος των οποίων θα καθορίζετο από τους Ενάγοντες με την εγγύηση των Εναγόμενων 2 και
- Η εταιρεία με γραπτό ψήφισμα και/ή επιστολή της προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 10.11.99 αποφάσισε, όπως δικαίωμα υπογραφής για την λειτουργία των τραπεζικών διευκολύνσεων θα είχε η Εναγόμενη 2, η οποία υπέγραψε και σχετικό δείγμα υπογραφής. Η εταιρεία με επιστολή της ημερομηνίας 28.3.00 κοινοποίησε γραπτό ψήφισμά της ιδίας ημερομηνίας με το οποίο αποφάσισε να αιτηθεί προς τους Ενάγοντες την συνέχιση προς αυτήν των τραπεζικών διευκολύνσεων μέχρι του ποσού των Λ.Κ.30.000,00 σεντ. Ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες στις 28.3.00 υπέγραψαν μαζί με την εταιρεία νέα και/ή επιπρόσθετη συμφωνία για την παροχή και/ή συνέχιση των ήδη υφιστάμενων τραπεζικών διευκολύνσεων με δικαίωμα χρέωσης του σχετικού λογαριασμού με τόκους προς 8% επί των ημερησίων υπολοίπων και/ή το μέγιστο επιτρεπόμενο επιτόκιο. Ήταν ρητός όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας με και/ή χωρίς ειδοποίηση να καταστήσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό απαιτητό και πληρωτέο, οι δε Εναγόμενοι θα υποχρεούντο στην πληρωμή του υπολοίπου των τόκων και των εξόδων. Οι Εναγόμενες 2 και 3 με έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 2.3.00 εγγυήθηκαν πλήρως όλες τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων παρελθούσες και μέλλουσες σε σχέση με τραπεζικές διευκολύνσεις που θα είχαν και/ή είχαν με τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες επέτρεψαν στην εταιρεία την λειτουργία από τις 17.11.99 του λογαριασμού με αριθμό 145-11-
- Στις 22.5.03 οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 22.5.03 τερμάτισαν την λειτουργία του ανωτέρω λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους να καταβάλουν το μέχρι τότε οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο με τον τερματισμό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, και το οποίο κατά τις 22.5.03 ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.26.109,36 σεντ πλέον τόκο προς 9% από 1.1.03 μέχρι εξόφλησης. Με την εν λόγω επιστολή παράλληλα κοινοποιούσαν στους Εναγόμενους την αύξηση του χρεωστικού επιτοκίου σε 9% ετησίως. Οι Εναγόμενες 2 και 3 με την Υπεράσπισή τους αρνούνται όλους ανεξαιρέτως και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, εκτός από τον ισχυρισμό, ότι η εταιρεία διαλύθηκε και βρίσκεται υπό εκκαθάριση δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση διάλυσης με αριθμό 311/
- Σύμφωνα, επίσης, με την Υπεράσπιση το διάταγμα διάλυσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε στις 8.7.
- Επίσης, εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή και υπέρ των Εναγόντων εκδόθηκε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 25.6.03 (Τεκμήριο 12). Συγκεκριμένα, αποτελεί ισχυρισμό τους, ότι το τι έπραξε η εταιρεία στις 17.11.99 δεν τις αφορά και αρνούνται, ότι δεσμεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο από τις ενέργειες της εταιρείας κατά τον πιο πάνω χρόνο. Αγνοούν, ότι η εταιρεία απέστειλε ψήφισμα ημερομηνίας 10.11.99 σύμφωνα με το οποίο δικαίωμα υπογραφής για την λειτουργία των τραπεζικών διευκολύνσεων είχε η Εναγόμενη
- Αρνούνται, ότι η εταιρεία απέστειλε στους Ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 28.3.00 με την οποία ζητούσε την συνέχιση προς αυτήν των τραπεζικών διευκολύνσεων μέχρι ποσού Λ.Κ.30.000,00 σεντ. Ισχυρίζονται, ότι ο όρος σύμφωνα με τον οποίο οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να καταστήσουν πληρωτέο και απαιτητό το οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο είναι άκυρος και/ή ακυρώσιμος και καθιστά ολόκληρη την συμφωνία άκυρη. Είναι, επίσης, ισχυρισμός τους, ότι και αν ήθελε αποδειχθεί, ότι οι Εναγόμενες υπέγραψαν την εγγύηση ημερομηνίας 2.3.00, αυτή δεν τους δεσμεύει για υποχρεώσεις της εταιρείας που πηγάζουν από συμφωνία, η οποία, με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, είχε γίνει στις 28.3.00, δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο από τον χρόνο, που, κατ' ισχυρισμό, δόθηκε το εγγυητήριο έγγραφο. Διαζευκτικά, ισχυρίζονται, ότι το ρηθέν εγγυητήριο έγγραφο είναι άνευ αντιπαροχής και, επομένως, άκυρο και/ή ακυρώσιμο εξ υπαρχής. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί ισχυρισμό τους, ότι στις 2.3.00, που, κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων, υπεγράφη το εγγυητήριο έγγραφο, ουδεμία διευκόλυνση δεν υπήρχε προς την εταιρεία. Και αν ακόμη ήθελε φανεί, ότι το εν λόγω εγγυητήριο έγγραφο είχε υπογραφεί από αυτές και, επομένως, ότι υπέχουν υποχρέωση να καλύψουν την εταιρεία, προτού προχωρήσει η διαδικασία οι Ενάγοντες όφειλαν και είχαν την υποχρέωση να ειδοποιήσουν τόσο την εταιρεία όσο και τις Εναγόμενες 2 και 3 αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας ημερομηνίας 28.3.00 και το οφειλόμενο ποσό. Συναφώς, ισχυρίζονται, ότι και αν ακόμα οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή τερματισμού της λειτουργίας του λογαριασμού, αυτές ουδέποτε παρέλαβαν τέτοια επιστολή. Επίσης, και αν ακόμη ήθελε φανεί, ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 υπέγραψαν το εγγυητήριο, προ της υπογραφής του θα έπρεπε να είχε επεξηγηθεί προς αυτές η σημασία της εγγύησης από δικηγόρο, πράγμα, για το οποίο δεν υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης. Τέλος, αρνούνται, ότι ο λογαριασμός, που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, λειτούργησε όπως και το ύψος του αυτού υπόλοιπου κατά την 22.5.
- Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο Χριστάκης Παπαχριστοδούλου (ΜΕ 1) και η Τούλα Δημοκρίτου (ΜΕ 2). Για την Υπεράσπιση κατέθεσαν η Εναγόμενη 2 (ΜΥ 1) και ο Ευάγγελος Χειμώνας (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΕ 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο προϊστάμενος του τμήματος δανειοδοτήσεων των Εναγόντων. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν πηγαίος, αυθόρμητος και ειλικρινής και κατέθεσε με θετικό και σταθερό τρόπο. Μέσα από την μαρτυρία του δεν παρατήρησα οποιαδήποτε τάση παραποίησης των γεγονότων. Γενικά, μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν με έπεισε για την γνησιότητα της μαρτυρίας του. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση κάμποσα σημεία από την μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, και ο ισχυρισμός του, ότι τα Τεκμήρια 3, 4, 5, 6, παραδόθηκαν σε αυτόν προσωπικά από την Εναγόμενη
- Ήταν η θέση της Υπεράσπισης, ότι τα εν λόγω τεκμήρια ουδέποτε παραδόθηκαν στους Ενάγοντες από εκπρόσωπο της εταιρείας. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, επίσης, την γνησιότητα του Τεκμηρίου
- Ήταν η θέση της, ότι ουδέποτε συνομολογήθηκε μια τέτοια συμφωνία. Ο μάρτυρας δεν κλονίσθηκε, ούτε και υπέπεσε σε αντιφάσεις, αλλά παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του. Αναφορικά δε με τον τελευταίο αυτός υποστήριξε, ότι το Τεκμήριο 8 - συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων - υπογράφηκε μεταξύ της Εναγόμενης 2 εκ μέρους της εταιρείας, ως διευθύντρια της, και του ιδίου αλλά και του Φαίδωνα Παπαδοπούλου, εκ μέρους των Εναγόντων παρουσία της κυρίας Τούλας Δημοκρίτου (ΜΕ 2) και της κυρίας Δώρας Γερμανού στο γραφείο της ΜΕ
- Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι επί του προκειμένου τα ίδια ακριβώς υποστηρίχθηκαν και από την ΜΕ
- Εν' όψει όλων των πιο πάνω και της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο μάρτυρας ως μάρτυρας της αλήθειας δέχομαι την μαρτυρία του συμπεριλαμβανομένης και αυτής που δόθηκε υπό του μάρτυρος επί των αμφισβητούμενων σημείων που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Από την μαρτυρία του δεν δέχομαι, όμως, τα σημεία που πιο κάτω παρατίθενται και για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγούνται. Ο ισχυρισμός του, ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 περιλάμβαναν πρόνοια για εγγύηση προερχόμενη από τις Εναγόμενες δεν είναι αποδεκτός. Το περιεχόμενο και μόνο των πιο πάνω τεκμηρίων επιβεβαιώνει δίχως άλλο την πιο πάνω διαπίστωσή μου. Κρίνω, όμως, πως η πιο πάνω ανακρίβεια στην μαρτυρία του δεν είναι ικανή να κλονίσει υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων την αξιοπιστία του. Αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγόμενων και ήταν η θέση τους, ότι το Τεκμήριο 3 δεν υπογράφηκε από την Εναγόμενη 2 υπό την ιδιότητά της ως προέδρου της συνέλευσης της εταιρείας, που, σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, έλαβε χώρα την 10.11.99, αλλά και τον τότε γραμματέα της εταιρείας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, το εν λόγω τεκμήριο δεν υπογράφηκε στην παρουσία του. Δόθηκε από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη 2, η οποία το επέστρεψε στους Ενάγοντες υπογραμμένο. Στηρίζει δε ο μάρτυρας την θέση του, ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 3 στην θέση του προέδρου ανήκει στην Εναγόμενη 2, στο ότι ύστερα από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε, ότι η υπογραφή αυτή είναι η ίδια με αυτή που φαίνεται στο Τεκμήριο 7, το οποίο περιέχει δείγμα υπογραφής της Εναγόμενης 2 και το οποίο δόθηκε από την ίδια στους Ενάγοντες στα πλαίσια της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων για την οποία αιτήθηκε η εταιρεία. Αναφορικά με την υπογραφή, που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 3, στην θέση του γραμματέα, δεν γνώριζε να πει σε ποιον ανήκε. Ανέφερε, όμως, ότι ύστερα από έλεγχο, που και, πάλι, διενήργησε διαπίστωσε, ότι αυτή ήταν παρόμοια με την υπογραφή του προσώπου εκείνου που υπέγραφε ως γραμματέας σε φωτοαντίγραφα πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών, που αφορούσαν την εταιρεία, και τα οποία παραδόθηκαν στους Ενάγοντες εκ μέρους της εταιρείας, όπως πιστοποιητικά μετόχων, διευθυντών, σύστασης και εγγεγραμμένου γραφείου, και τα οποία πιστοποιούνταν από το πρόσωπο εκείνο ως γνήσια αντίτυπα. Ο γραμματέας που πιστοποιούσε τα πιο πάνω πιστοποιητικά ως γνήσια αντίτυπα είναι, πάντως, σύμφωνα με τον μάρτυρα, πρόσωπο άλλο από τον Ευάγγελο Χειμώνα (ΜΥ 2) του οποίου η υπογραφή ως γραμματέας εμφαίνεται επί των Τεκμηρίων 5 και
- Ο έλεγχος των υπογραφών, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν και στις δύο περιπτώσεις συγκριτικός, δηλαδή, συνίστατο σε σύγκριση μεταξύ των υπογραφών που εμφαίνονται, αφενός, επί του Τεκμηρίου 3 και, αφετέρου, των υπογραφών επί του Τεκμηρίου 7, για την εξακρίβωση της υπογραφής της Εναγόμενης 2, και των υπογραφών επί των πιο πάνω αναφερόμενων πιστοποιητικών, για την εξακρίβωση της υπογραφής του γραμματέα. Κρίνω, ότι με τα όσα επί του προκειμένου ο μάρτυρας ανέφερε δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του, ότι η υπογραφή που φαίνεται στην θέση του προέδρου επί του Τεκμηρίου 3 είναι αυτή της Εναγόμενης
- Αφ' ης στιγμής ο εν λόγω ισχυρισμός αμφισβητήθηκε και, μάλιστα, έντονα από την πλευρά της Υπεράσπισης, όφειλαν οι Ενάγοντες να τον αποδείξουν με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Οι τρόποι αυτοί περιορίζονται σε τρεις και είναι οι ακόλουθοι: Πρώτο, με μαρτυρία του προσώπου που φέρεται να υπέγραψε ή προσώπου που είδε το εν λόγω πρόσωπο να υπογράφει. Στην παρούσα περίπτωση ελλείπει μια τέτοια μαρτυρία. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, το εν λόγω έγγραφο δεν υπογράφηκε στην παρουσία του μάρτυρα, αλλά παραδόθηκε σε αυτόν από την Εναγόμενη 2 υπογραμμένο. Η Εναγόμενη 2 (ΜΥ 2) αρνήθηκε την υπογραφή. Δεύτερο, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 8 του Criminal Procedure Act 1865, το οποίο έχει εφαρμογή στην Κύπρο. Βάση του πιο πάνω άρθρου επιτρέπεται σε μάρτυρες, συνήθως εμπειρογνώμονες, να συγκρίνουν μιαν αμφισβητούμενη γραφή με μια άλλη, η γνησιότητα της οποίας έχει αποδειχθεί με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κατά κανόνα ικανοποιείται για την γνησιότητα της γραφής όταν το πρόσωπο γράψει κάτι στην παρουσία του. Η μέθοδος αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Τέλος, με μαρτυρία γραφολόγου ή προσώπου που γνωρίζει καλά την υπογραφή του προσώπου που φέρεται να υπέγραψε. Στην παρούσα υπόθεση δεν έδωσε μαρτυρία γραφολόγος, αλλά ο ΜΕ 1, ο οποίος, όπως επανειλημμένα αναφέρθηκε, προέβη σε συγκρίσεις. Συν τοις άλλοις, ο εν λόγω μάρτυρας δεν ανέφερε, ότι είδε ποτέ την Εναγόμενη 2 να υπογράφει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, ούτως ώστε να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι η ίδια ή προσομοιάζει με αυτήν που είδε στο παρελθόν την Εναγόμενη 2 να θέτει. Αναφορικά με το Τεκμήριο 7 αυτός ανέφερε απλά, ότι αυτό περιέχει δείγμα της υπογραφής της. Δεν υποστήριξε, όμως, ότι το δείγμα αυτό δόθηκε στην παρουσία του, ή ότι είδε την Εναγόμενη 2 να θέτει την υπογραφή της επ' αυτού. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι για να επιβεβαιώσει μη εμπειρογνώμονας μιαν υπογραφή θα πρέπει το πρόσωπο αυτό να είχε συχνή και στενή επαγγελματική ή άλλη επαφή με το πρόσωπο που φέρεται να υπέγραψε, επαφή που του παρέχει την ευκαιρία να δει πολλές φορές την υπογραφή και να εξοικειωθεί πλήρως μαζί της. Η μαρτυρία του ΜΕ 1 διόλου δεν πληρεί τις πιο πάνω απαιτήσεις. Εν τέλει, η θέση του, ότι η υπογραφή προσομοιάζει ή είναι η ίδια με αυτή που εμφαίνεται στο Τεκμήριο 7 αποτελεί, στην ουσία, μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια είναι απαράδεκτη. Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να καταφύγει σε σύγκριση των δύο υπογραφών. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε το Δικαστήριο εμπειρογνώμονα, πράγμα ανεπίτρεπτο. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορώ να δεχθώ, ότι η υπογραφή που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 3 στην θέση του γραμματέα είναι αυτή του γραμματέα της εταιρείας. Και πάλι η θέση του μάρτυρα, ότι η υπογραφή είναι παρόμοια με αυτήν που φαίνεται στα φωτοαντίγραφα των πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο, αποτελεί, στην ουσία, μαρτυρία γνώμης και ως τέτοια είναι απαράδεκτη. Επίσης, δεν έχουν τεθεί από τον μάρτυρα τα εχέγγυα εκείνα που θα απέκλειαν με ασφάλεια το ενδεχόμενο, όπως η υπογραφή που φαίνεται, κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα, επί των πιο πάνω αναφερομένων πιστοποιητικών, να είναι οποιουδήποτε άλλου προσώπου εκτός του γραμματέα. Όπως διεφάνη από την μαρτυρία του, ο μάρτυρας δεν γνώριζε καν ποιος ήταν ο γραμματέας της εταιρείας κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 3 και η υπογραφή του προσώπου του φερόμενου ως γραμματέα επί των πιστοποιητικών του Εφόρου τέθηκε και πάλι στην απουσία του. Χαρακτηριστική είναι, άλλωστε, η θέση του σε υποβολή της Υπεράσπισης, ότι επί του Τεκμηρίου 3 στην θέση του γραμματέα υπέγραψε άλλο πρόσωπο. Ο μάρτυρας υποστήριξε, ότι αφ' ης στιγμής το εν λόγω έγγραφο δεν υπεγράφη στην παρουσία του και παραδόθηκε στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 2, μόνο η Εναγόμενη 2 είναι σε θέση να γνωρίζει αν η υπογραφή στην θέση του γραμματέα είναι όντως του γραμματέα ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 ο μάρτυρας υποστήριξε, ότι αυτό αποτελεί την αίτηση που υπέβαλε η εταιρεία στους Ενάγοντες για να ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός. Ο μάρτυρας δεν ισχυρίσθηκε, ότι το πιο πάνω έγγραφο υπογράφηκε από την Εναγόμενη 2 ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό της εταιρείας. Η πιο πάνω δήλωσή του, όμως, εμπερικλείει τον ισχυρισμό, ότι το πρόσωπο που υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο είχε την εξουσία ή την εξουσιοδότηση από την εταιρεία για να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο εκ μέρους και για λογαριασμό της. Διαφορετικά, το έγγραφο αυτό δεν θα αποτελούσε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αίτηση της εταιρείας. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνώριζε ποιος είχε υπογράψει το εν λόγω έγγραφο. Η απάντησή του ήταν αρνητική, αφού αυτό, όπως και το Τεκμήριο 3, είχε παραδοθεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 2 υπογραμμένο. Ήταν, επίσης, θέση του, ότι όπως ενήργησε και αναφορικά με τα υπόλοιπα τεκμήρια, τα οποία έφεραν υπογραφές, οι οποίες δεν είχαν τεθεί παρουσία εκπροσώπων των Εναγόντων, έπραξε και με το εν λόγω τεκμήριο. Προφανώς, είχε προβεί και σε σχέση με αυτό σε συγκριτικό έλεγχο μεταξύ της υπογραφής που εμφαίνεται επί του εν λόγω τεκμηρίου και των υπογραφών, δείγματα των οποίων είχε στην κατοχή του. Θεωρώ, ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις η ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων συνιστούσε αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής, που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
- Για τους ίδιους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω αναφορικά με το Τεκμήριο 3 δεν μπορώ να δεχθώ, ότι η υπογραφή, που εμφαίνεται στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 4, είναι η υπογραφή είτε της Εναγόμενης 2 είτε άλλου εκπροσώπου της εταιρείας δεόντως εξουσιοδοτημένου υπό αυτής για να υπογράψει εκ μέρους και για λογαριασμό της το εν λόγω έγγραφο. Κατ' επέκταση, δεν δέχομαι, ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 αποτελούν έγγραφα της εταιρείας. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 5 και 6 θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η υπογραφή που εμφαίνεται στην θέση του προέδρου και στην θέση του γραμματέα επί του Τεκμηρίου 5 και στην θέση του γραμματέα επί του Τεκμηρίου 6 δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Μάλιστα, όσον αφορά την υπογραφή που εμφαίνεται επί των εν λόγω τεκμηρίων στην θέση του γραμματέα, ο ίδιος ο ΜΥ 2 δέχθηκε, ότι πρόκειται περί της δικής του υπογραφής. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα αυτός ήταν ο γραμματέας της εταιρείας από την 1.1.1995 και μέχρι της διάλυσής της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι, ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 αποτελούν έγγραφα της εταιρείας. Αναφορικά με τις επιστολές τερματισμού - Τεκμήριο 10 - ο μάρτυρας παραδέχθηκε, ότι δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που τις απέστειλε στους Εναγόμενους. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του οι επιστολές τερματισμού ετοιμάσθηκαν και απεστάλησαν από την κα Μαρία Τερπίζη, υπάλληλο των Εναγόντων, κατόπιν οδηγιών του. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι οι επιστολές τερματισμού - Τεκμήριο 10 - απεστάλησαν στους Εναγόμενους, αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Είναι αξιοσημείωτο από την μαρτυρία του, ότι δεν ήταν αυτός το πρόσωπο που απέστειλε τις επιστολές τερματισμού στην εταιρεία και τις Εναγόμενες 2 και 3, δηλαδή, το πρόσωπο, που τις παρέδωσε στο ταχυδρομείο ή σε οποιοδήποτε άλλο μεταφορέα για αποστολή τους στα πιο πάνω πρόσωπα. Ως εκ των πιο πάνω καθίσταται, επίσης, έκδηλο, ότι δεν είχε προσωπική γνώση της αποστολής τους. Η θέση του, ότι οι επιστολές τερματισμού αποστάληκαν στηρίζεται, όπως από την μαρτυρία του συνάγεται, στην πεποίθησή του, ότι η κυρία Τερπίζη εκτέλεσε τις οδηγίες του. Πάντως, δεν υποστήριξε, ούτε και από την μαρτυρία προκύπτει, ότι η πιο πάνω αναφερόμενη υπάλληλος εκτέλεσε τις οδηγίες του. Αλλά και ούτε οποιαδήποτε θετική μαρτυρία παρουσιάσθηκε, που να αποδεικνύει, ότι οι οδηγίες, που έδωσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στην υφιστάμενή του, κα Τερπίζη, εκτελέσθηκαν. Σημειώνεται, ότι η κυρία Τερπίζη δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στην διαδικασία. Η θέση δε την οποία εξεδήλωσε κατά την επανεξέταση, ότι, δηλαδή, οι επιστολές αυτές δεν επεστράφησαν δεν συμπληρώνει το κενό που δημιουργείται με την μαρτυρία του και την μη προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας από την κυρία Τερπίζη ή άλλης επαρκούς, σχετικής και αποδεκτής επί του προκειμένου μαρτυρίας. Συνεπώς, δέχομαι, ότι ο μάρτυρας έδωσε εντολές να ετοιμασθούν οι επιστολές τερματισμού - Τεκμήριο 10 - και ότι αυτές συντάχθηκαν. Δεν δέχομαι, όμως, ότι αυτές απεστάλησαν από τους Ενάγοντες και παραλήφθηκαν από τις Εναγόμενες 2 και
- Η ΜΕ 2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν έχω πεισθεί για την ειλικρίνειά της και την αλήθεια της μαρτυρίας της. Η μάρτυρας ήταν σαφής, θετική και σταθερή. Παρά το γεγονός, ότι η μαρτυρία της αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, εντούτοις, αυτή παρέμεινε σταθερή και αμετακίνητη στις θέσεις της και δεν κλονίσθηκε, ούτε και υπέπεσε σε αντιφάσεις. Κρίνω, πως η μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της. Συνακόλουθα δέχομαι, ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 υπέγραψαν το έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 9) στην ταυτόχρονη παρουσία της μάρτυρος και της συναδέλφου της, Δώρας Γερμανού στο γραφείο της μάρτυρος. Προσέτι δε, ότι τόσο η μάρτυρας όσο και η συνάδελφός της, Δ. Γερμανού, υπέγραψαν ως μάρτυρες των υπογραφών των Εναγόμενων 2 και 3 στην παρουσία η μια της άλλης. Δέχομαι, επίσης, ότι η Εναγόμενη 2 υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας την συμφωνία για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 8) στο γραφείο της μάρτυρος. Προσέτι δε, ότι η μάρτυρας ήταν μάρτυρας της υπογραφής της Εναγόμενης 2 επί του εν λόγω τεκμηρίου. Η ΜΥ 1 αρνήθηκε τα πάντα. Αρνήθηκε, ότι υπέγραψε τις συμφωνίες - Τεκμήρια 8 και 9 - και υποστήριξε, ότι καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την υπόθεση. Δεν αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 και ήταν η θέση της, ότι ουδέποτε υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και
- Επίσης, δεν αναγνώρισε τις υπόλοιπες υπογραφές, που φαίνονται επί των Τεκμηρίων 3, 5 και 9 και ήταν η θέση της, ότι ουδέποτε παρέδωσε τα Τεκμήρια 3 και 5 σε οποιοδήποτε. Ούτε το Τεκμήριο 6 αναγνώρισε. Ήταν, επίσης, η θέση της, ότι δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 10 - και ότι ουδέποτε συνάντησε τον ΜΕ 1 εντός του καταστήματος των Εναγόντων. Όσον δε αφορά την ΜΕ 2, αυτήν την συνάντησε στα πλαίσια άλλης υπόθεσης που είχε με τους Ενάγοντες, όχι, όμως, της υπό εξέταση περίπτωσης. Η ΜΥ 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Αυτή παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο με επιλεκτική μνήμη, μη ενθυμούμενη τίποτα από όσα σχετίζονταν με την υπόθεση και ενθυμούμενη, για δικούς της, όπως φάνηκε, λόγους, και, κατ' ισχυρισμών δικών της, γεγονότα, που δεν σχετίζονταν με την υπόθεση παραπέμποντας το Δικαστήριο σε άσχετα και επουσιώδη. Από την όλη εικόνα που σχημάτισα για αυτήν, παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, το ύφος και τον τρόπο με τον οποίο μαρτύρησε καθώς επίσης τις απαντήσεις που έδωσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν θεωρώ, ότι η μαρτυρία της δεν ήταν αποτέλεσμα της ειλικρινούς πρόθεσής της να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η Εναγόμενη 2 δεν μου ενέπνευσε ειλικρίνεια, πράγμα που δεν μου επιτρέπει να δώσω πίστη σε όσα κατά την διά ζώσης μαρτυρία της αυτή ανέφερε στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανής η πρόθεσή της να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο και να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία της κάθε άλλο παρά βοηθητική ήταν για το Δικαστήριο. Δεν βοήθησε, δηλαδή, στο έργο του Δικαστηρίου για ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά και για να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα. Σημειώνεται, ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό της, ότι δεν υπέγραψε τα Τεκμήρια 8 και 9, η μαρτυρία της καταρρίπτεται από την μαρτυρία της ΜΕ 2, η οποία έγινε αποδεκτή. Υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι την μαρτυρία της. Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία της που αποδέχομαι είναι, πρώτο, ότι η υπογραφή που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 7 είναι η δική της υπογραφή και, δεύτερο, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γνώριζε τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του εγγυητή στο μέτρο που αυτές θέλουν τον εγγυητή να καθίσταται ο ίδιος προσωπικά υπόλογος για το χρέος του πρωτοφειλέτη σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Τέλος, ότι η διεύθυνσή της είναι αυτή που αναγράφεται επί των επιστολών τερματισμού - Τεκμήριο
- Βέβαια, αναφορικά με το Τεκμήριο 7 θα πρέπει να πω, πως δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της, ότι το δείγμα υπογραφής, που εμφαίνεται σε αυτό, δόθηκε στα πλαίσια συμφωνίας άλλης από την επίδικη. Η μαρτυρία της καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ΜΕ 1, η οποία ήταν εντελώς αντίθετη επί του προκειμένου από αυτή της μάρτυρος, και έγινε αποδεκτή. Προς επιβεβαίωση δε της θέσης του, ο εν λόγω μάρτυρας παρέπεμψε και στον αριθμό λογαριασμού, που φαίνεται γραμμένος επί του εν λόγω τεκμηρίου. Αυτός είναι ο ίδιος με τον επίδικο λογαριασμό. Τέλος, υπεβλήθη στην Εναγόμενη 2 από την πλευρά των Εναγόντων, ότι η υπογραφή που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 5 στην θέση του προέδρου είναι η υπογραφή της. Η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε την υποβολή. Το πιο πάνω ζήτημα, όπως αναφέρθηκε και στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ 1, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Θεωρώ, ότι αυτό από μόνο του αποδυναμώνει την οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στην θέση της Εναγόμενης
- Συν τοις άλλοις, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η Εναγόμενη 2 μου έκανε άσχημη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Υπό το φως των πιο πάνω το εύρημα μου, ότι το Τεκμήριο 5 αποτελεί έγγραφο της εταιρείας παραμένει αδιασάλευτο από την μαρτυρία της. Σημειώνεται, ότι απόρριψη της μαρτυρίας της μάρτυρος δεν συνεπάγεται και την αποδοχή των όσων η μάρτυρας υποστήριξε. Από την μαρτυρία της είναι αποδεκτά μόνο όσα εκείνα έχω αποδεχθεί και που πιο πάνω αναφέρονται. Όσον αφορά τα ζητήματα εκείνα, τα οποία η πλευρά των Εναγόντων είχε το βάρος να αποδείξει και απέτυχε να αποδείξει και τα οποία αναφέρονται στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ 1, αυτά παραμένουν αναπόδεικτα. Δεν μπορούν, δηλαδή, να θεωρηθούν, ότι έχουν αποδειχθεί για τον λόγο ότι η μαρτυρία της κρίθηκε αναξιόπιστη και απορρίφθηκε. Ο ΜΥ 2 αν και αποκάλυψε εξ αρχής με την μαρτυρία του, ότι ήταν ο γραμματέας της εταιρείας από την 1.1.95 μέχρι και της διάλυσής της, πράγμα, που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων, άλλα γεγονότα προσπάθησε να τα αποκρύψει από το Δικαστήριο. Όπως, για παράδειγμα, το ζήτημα των υπογραφών του επί των Τεκμηρίων 5 και 6 με την προβολή του ισχυρισμού, ότι ουδέποτε υπέγραψε τα εν λόγω τεκμήρια εντός του καταστήματος των Εναγόντων. Μόνο που αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι πού έθεσε ο μάρτυρας την υπογραφή του επί των Τεκμηρίων 5 και 6, εντός του καταστήματος των Εναγόντων ή όχι, αλλά αν είχε θέσει απλά την υπογραφή του σε αυτά. Άλλωστε, ο ΜΕ 1 ουδέποτε ισχυρίσθηκε, ότι ο ΜΥ 2 επισκέφθηκε το κατάστημα των Εναγόντων ή ότι υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εντός του καταστήματός τους. Τουναντίον, ήταν η θέση του, ότι ουδέποτε είχε δει τον ΜΥ 1 εντός του καταστήματος των Εναγόντων. Το Τεκμήριο 6, όπως και τα Τεκμήρια 3-5 τα είχε παραδώσει, σύμφωνα με τον ΜΕ 1, υπογραμμένα στους Ενάγοντες η ΜΥ
- Ενδεικτική των πιο πάνω είναι, πάντως, η θέση του σε ερώτηση κατά την αντεξέταση αν γνώριζε κατά πόσο η εταιρεία είχε αιτηθεί την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες. Σημειώνεται, ότι η ερώτηση δεν καθόριζε χρόνο. Ο μάρτυρας υποστήριξε, ότι δεν θυμόταν τίποτα. Αναγνώρισε, όμως, την υπογραφή του επί των Τεκμηρίων 5 και 6, όταν αυτά του υποδείχθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα, πράγμα, που, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, παρασιώπησε κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία δόθηκε υπό μορφή γραπτής δήλωσης (Τεκμήριο Δ). Υποστηρίχθηκε, επίσης, από τον μάρτυρα, ότι εκτός από δικηγόρος τους, αυτός είχε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με τις Εναγόμενες 2 και 3, οι οποίες και χρονολογούνται. Συν τοις άλλοις, ο μάρτυρας εκτός από ένας απλός γραμματέας της εταιρείας είναι και δικηγόρος. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, δηλαδή, της ιδιότητας του μάρτυρα, το ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 σχετίζονται φιλικά και οικογενειακά μαζί του από πολύ παλιά, επομένως, αυτές ήταν κάτι παραπάνω από απλές πελάτισσές του, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 και, τέλος, ότι έθεσε την υπογραφή του σε αυτά, η θέση του, ότι δεν θυμόταν αν η εταιρεία είχε αιτηθεί κατά το έτος 2000 την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες, δεν είναι ικανή να με πείσει. Δεν μπορώ να δεχθώ, ότι ένα χρονικό διάστημα, ακόμα, και της τάξης των 8 χρόνων είναι ικανό υπό τις συνθήκες που πιο πάνω περιγράφονται να εξασθενήσουν την μνήμη του μάρτυρα σε βαθμό που αυτός να μην μπορεί να θυμάται, αφενός, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6, όπως ισχυρίσθηκε, αφετέρου, ότι υπέγραψε αυτά τα έγγραφα. Ο μάρτυρας δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι έλεγε την αλήθεια επί του προκειμένου. Ακολούθως, η αντεξέταση εστιάσθηκε στο αν η εταιρεία είχε ζητήσει από τους Ενάγοντες την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων το έτος
- Προδήλως, στην προσπάθειά του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων να αποδείξει, ότι το Τεκμήριο 3 ήταν απόφαση της εταιρείας. Ο μάρτυρας και πάλι δεν θυμόταν. Δέχομαι από την μαρτυρία του, ότι δεν ήταν αυτός που υπέγραψε στην θέση του γραμματέα επί του Τεκμηρίου
- Συναφώς, υποστήριξε, ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για τον πιο πάνω σκοπό το έτος
- Από την πλευρά των Εναγόντων δεν παρουσιάσθηκε, πάντως, οποιαδήποτε μαρτυρία, που να παραπέμπει στο αντίθετο. Εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμής στην εκτέλεση του Τεκμηρίου 3 δεν φαίνεται να είχε ανάμειξη ο μάρτυρας, παρόλο που κατά τον χρόνο της υπογραφής του ήταν ο γραμματέας της εταιρείας, ο ισχυρισμός του, ότι δεν ήταν σε θέση να πει αν η εταιρεία είχε ζητήσει από τους Ενάγοντες την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων κατά το έτος 1999 κρίνεται αποδεκτός. Επομένως, εκτός από το ότι δεν θυμόταν και, επομένως, δεν ήταν σε θέση να πει αν η εταιρεία είχε ζητήσει από τους Ενάγοντες την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων κατά το έτος 2000 η υπόλοιπη του μαρτυρία είναι αποδεκτή. Συμπεριλαμβανομένων ότι ήταν γραμματέας της εταιρείας από την 1.1.95 μέχρι και της διάλυσής της και ότι η υπογραφή που φαίνεται στην θέση του γραμματέα στα Τεκμήρια 5 και 6 ανήκει σε αυτόν. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει αν οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κατ' αρχή με προβλημάτισε έντονα το ζήτημα που άπτεται του τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Και αυτό γιατί, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόντων, που να υποστηρίζει, ότι οι επιστολές τερματισμού - Τεκμήριο 10 - όντως απεστάλησαν στους Εναγόμενους. Στην υπόθεση Barclays Bank v. J.G.L. (Constructions) Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1726 οι εναγόμενοι παραπονούντο, μεταξύ άλλων, ότι κακώς είχε διαπιστωθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο νόμιμος τερματισμός των ενοικιαγορών. Η εισήγηση ήταν ότι δεν είχε αποδειχθεί η αποστολή των επιστολών στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και, επομένως, η αποστολή τους σύμφωνα με τον νόμο και τους όρους των ενοικιαγορών. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι αφ' ης στιγμής δεν είχε γνωστοποιηθεί οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους. Η αρχή που προβάλλει από την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου είναι ότι για να είναι νόμιμος ο τερματισμός πρέπει η επιστολή τερματισμού να αποσταλεί στους ενδιαφερομένους. Η διεύθυνση δεν μας ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, αφού αυτή που αναγράφεται στις επιστολές τερματισμού - Τεκμήριο 10 - ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι η διεύθυνση των Εναγόμενων κατ' ομολογία της ίδιας της ΜΥ 1 και σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα. Υπό το φως των πιο πάνω και, ειδικότερα, της παράλειψης των Εναγόντων να αποδείξουν την αποστολή των επιστολών τερματισμού καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν, ότι η επίδικη συμφωνία για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων τερματίσθηκε νόμιμα. Ένα δεύτερο ζήτημα που με απασχόλησε είναι το ύψος του αξιούμενου υπολοίπου. Και αυτό, γιατί, ενώ οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.26.109,36 σεντ ως το υπόλοιπο που είχε δημιουργηθεί μέχρι την ημερομηνία του ισχυριζόμενου τερματισμού, ήτοι μέχρι 22.5.03, πλέον τόκους το Τεκμήριο 11 εμφανίζει τις συναλλαγές και τις πράξεις που έγιναν από 17.11.99 μέχρι 31.12.01 και, κατ' επέκταση, το υπόλοιπο που οφείλετο μέχρι την 31.12.
- Η μαρτυρία του ΜΕ 1 δεν είναι επαρκής για να αποδείξει το υπόλοιπο κατά την ημέρα του ισχυριζόμενου τερματισμού. Ούτε, βεβαίως, η δήλωση, που εμφαίνεται επί του Τεκμηρίου 11 αναφορικά με το υπόλοιπο κατά την 22.5.
- Οι Ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν κατάσταση λογαριασμού που να καταδεικνύει τις πράξεις που έγιναν και, κατ' επέκταση, το οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι την 22.5.03, πράγμα που παρέλειψαν να πράξουν. Εν' όψει των πιο πάνω το Δικαστήριο αποστερείται της δυνατότητας να ελέγξει τις χρεώσεις και τις πιστώσεις που έγιναν από 1.1.02 μέχρι την 22.5.03 με αποτέλεσμα να αποστερείται και της δυνατότητας να καταλήξει σε σχετικό εύρημα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω, πως οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν και το αξιούμενο με την αγωγή υπόλοιπο. Τέλος, με απασχόλησε το ζήτημα, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι έγγραφα της εταιρείας. Ο ΜΕ 1 συναφώς ανέφερε, ότι η Εναγόμενη 2 εξέδιδε επιταγές, οι οποίες πληρώνονταν από τους Ενάγοντες. Η έκδοση επιταγών εκ μέρους της εταιρείας και η πληρωμή τους από τους Ενάγοντες καταμαρτυρείται και από το Τεκμήριο
- Το ζήτημα που εγείρεται είναι το εξής. Αν η εταιρεία δεν συναίνεσε σε αυτού του είδους της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, όπως από την πιο πάνω διαπίστωσή μου συνάγεται, καθίσταται υπόλογη για τις πράξεις που γίνονταν και, κατ' επέκταση, για την πληρωμή του οποιουδήποτε υπολοίπου; Και αν δεν καθίσταται υπόλογη η εταιρεία υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη τα πρόσωπα που την εγγυήθηκαν; Είμαι της άποψης, ότι τα πιο πάνω ερωτήματα θα πρέπει να απαντηθούν αρνητικά. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση δε οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων κρίνεται αχρείαστη. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεσή τους στο μέτρο απόδειξης που απαιτείται. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων 2 και 3 και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο