← Κύπρος

Χρίστος Παρασκευάς ν. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αρ. Αγωγής: 2202/04, 9.1.09

Χρίστος Παρασκευάς ν. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αρ. Αγωγής: 2202/04, 9.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2202/04 Μεταξύ: Χρίστος Παρασκευάς, από την Πάφο Ενάγοντας και

  1. Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα, από την Λευκωσία
  2. Δήμος Πάφου, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 9.1.09 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Τσιαπαλής (για να ακούσει απόφαση η κα Ανθή Χριστοδούλου) Για την Εναγόμενη 1: κα Έλσα Κόκκινου Για τον Εναγόμενο 2: κ. Καλογήρου (για να ακούσει απόφαση κα Μίτλεττον) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημίες, απώλειες και έξοδα που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο επισυνέβη κατά ή περί την 22.6.03 στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων ενώ οδηγούσε την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΜ 125 και ενώ βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία της Εναγόμενης
  3. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 41 ετών και υπηρετούσε ως αστυνομικός στην Τροχαία Πάφου. Στις 22.6.03 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο και οδηγούσε την πιο πάνω αναφερόμενη μοτοσικλέτα επέπεσε σε λακκούβα, η οποία βρισκόταν επί της πιο πάνω οδού με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλειες. Καταλογίζει δε στους Εναγόμενους αμέλεια και παράβαση νόμιμου καθήκοντος επί το ότι αμφότεροι οι Εναγόμενοι: παρέλειψαν και/ή απέτυχαν να συντηρούν και/ή διατηρούν σε καλή και/ή ασφαλή κατάσταση τον δρόμο επί του οποίου επισυνέβη το δυστύχημα επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν την χρήση του δρόμου από τον Ενάγοντα ενώ αυτό δεν ήταν ασφαλές και, τέλος, παρέλειψαν και/ή απέτυχαν να τοποθετήσουν προειδοποιητικές πινακίδες και/ή να προειδοποιήσουν τον Ενάγοντα για τους ενυπάρχοντες κινδύνους. Επιπρόσθετα, καταλογίζει στην Εναγόμενη 1 αμέλεια και/ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος επί το ότι αυτή: παρέλειψε και/ή απέτυχε να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με τον αναγκαίο και/ή κατάλληλο εξοπλισμό και/ή τα προστατευτικά μέσα επέτρεψε στον Ενάγοντα να οδηγεί την μοτοσικλέτα χωρίς τα αναγκαία και/ή κατάλληλα προστατευτικά μέσα και/ή εξοπλισμό επέτρεψε και/ή ανέχθηκε την από τον Ενάγοντα εκτέλεση της εργασίας του κατά τρόπο μη ασφαλή και/ή επικίνδυνο εξέθεσε τον Ενάγοντα σε μη αναγκαίο προβλεπτό κίνδυνο Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη εξάρθρημα δεξιού ώμου, πολλαπλές εκδορές, εγκαύματα, ρυπαρά τραύματα με απώλεια δέρματος θέναρος και αντιθέναρος δεξιά, θλαστικό τραύμα έσω επιφάνειας δεξιού αντιβραχίου, αδυναμία πλήρους απαγωγής και έξω στροφής δεξιού ώμου, δυσχρωμία δέρματος και μόνιμες μετατραυματικές ουλές αγκώνων, γονάτων και δεξιού αντιβραχίου. Ο Ενάγοντας νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου και παρέμεινε για τρεις ημέρες. Εξερχόμενος του Νοσοκομείου έλαβε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 10.8.
  4. Συνεπεία των τραυματισμών του ο Ενάγοντας υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα και θα εξακολουθεί να υποφέρει στο μέλλον από πόνους, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων. Όσον αφορά τις ουλές, αυτές δημιουργούν σοβαρό κοσμητικό πρόβλημα στον Ενάγοντα και τον επηρεάζουν συναισθηματικά και ψυχολογικά. Λόγω δε των σοβαρών πιθανοτήτων υποτροπής του εξαρθρήματος είναι πολύ πιθανόν ο Ενάγοντας να υποστεί χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης. Εκτός από γενικές αποζημιώσεις για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης, ο Ενάγοντας αξιώνει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.804,47 σεντ ως ειδικές ζημίες. Αυτές συνίστανται σε ιατρικά έξοδα και πιστοποιητικά, φάρμακα, έξοδα φυσιοθεραπείας, απώλεια ρολογιού, απώλεια τηλεφώνου και έξοδα αστυνομικής έκθεσης. Τέλος, αξιώνει τόκο από την ημέρα του δυστυχήματος, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη 1 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του. Παραδέχεται μόνο, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο: (α) ο Ενάγοντας υπηρετούσε στην Τροχαία Πάφου, (β) βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, (γ) οδηγούσε την αστυνομική μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΜ 125 στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο και (δ) ότι ο δρόμος επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα βρίσκεται στα όρια του Δήμου Πάφου. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 η πτώση του Ενάγοντα μέσα στην λακκούβα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 και/ή των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων του τελευταίου. Ανάμεσα στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Ενάγοντα προβάλλονται η παράλειψή του να οδηγεί με την δέουσα παρατηρητικότητα, η υπερβολική ταχύτητα με την οποία οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία του αποστέρησε την δυνατότητα να ελέγξει το όχημα που οδηγούσε, η παράλειψή του να αντιληφθεί την κατάσταση του οδοστρώματος, η παράλειψή του να προβεί σε ελιγμό με σκοπό να αποφύγει την πρόσκρουση στην λακκούβα και, τέλος, η παράλειψή του να αντιληφθεί, ότι υπήρχαν ανωμαλίες στον δρόμο ένεκα των αποχετευτικών έργων που εκτελούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να είναι σε θέση να ελέγξει το όχημα που οδηγούσε. Η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για την διατήρηση, επιδιόρθωση, συντήρηση και γενικά τον έλεγχο του δρόμου επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 τα πιο πάνω εμπίπτουν στην αρμοδιότητα και ευθύνη του Εναγόμενου
  5. Ανάμεσα δε στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Εναγόμενου 2 προβάλλονται η παράλειψή του να προβεί στα αναγκαία και/ή απαραίτητα μέτρα για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση του δρόμου καθώς και η παράλειψή του να τοποθετήσει τα αναγκαία σήματα και/ή προειδοποιητικές πινακίδες αναφορικά με την κατάσταση του οδοστρώματος. Ο Εναγόμενος 2 με την Υπεράσπισή του αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών, ότι είχε την ευθύνη για την καλή και ασφαλή κατάσταση του οδικού δικτύου εντός των ορίων του Δήμου Πάφου και δη της οδού Αγαπήνωρος και ότι υπέχει οποιαδήποτε αμέλεια για το επίδικο δυστύχημα. Περαιτέρω, αποτελεί ισχυρισμό του, ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα και την παράβαση των νομίμων καθηκόντων αυτού και/ή της Εναγόμενης
  6. Ανάμεσα στις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νόμιμων καθηκόντων του Ενάγοντα προβάλλονται η παράλειψή του να διενεργήσει την πρέπουσα ή οποιαδήποτε κατόπτευση, ότι οδηγούσε με υπερβολική και/ή επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, η παράλειψή του να δει την λακκούβα και/ή να την δει έγκαιρα ενώ όφειλε και/ή είχε την ευκαιρία να την δει και, τέλος, η παράλειψή του να σταματήσει και/ή ελαττώσει ταχύτητα και/ή ελιχθεί και/ή ελέγξει την μοτοσικλέτα του με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφύγει την λακκούβα και κατ' επέκταση το δυστύχημα. Σημειώνεται, ότι δεν εκτίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης
  7. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο Αστ. 50, Ι. Αγαθοκλέους (ΜΕ 1), ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ 2) και ο ιατρός Γεώργιος Αντωνιάδης (ΜΕ 3). Για την Υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο ιατρός (ΜΥ 1). Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Αστ. 50, Ι. Αγαθοκλέους (ΜΕ 1), και, συγκεκριμένα, στις 4.12.07 δηλώθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά γεγονότα το ύψος κάποιων κονδυλίων, τα οποία αξιώνονται υπό μορφή ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα, τα έξοδα για τα φάρμακα (παράγραφος (β) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα») συμφωνήθηκαν στο ποσό των Λ.Κ.24,75 σεντ, τα έξοδα για τα ιατρικά πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (παράγραφος (α) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα») στο ποσό των Λ.Κ.50,00 σεντ και τα έξοδα για φυσιοθεραπεία (παράγραφος (γ) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα») στο ποσό των Λ.Κ.150,00 σεντ. Δηλώθηκε, επίσης, ότι η επιδίκαση των πιο πάνω ποσών θα γίνει ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που θα βρεθεί από το Δικαστήριο ανάμεσα στους διαδίκους. Την ίδια ημέρα κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 4.9.03, το οποίο υπογράφεται από τον Δρ. Φ. Κωνσταντινίδη, Διευθυντή Χειρουργικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο ΜΕ 1 είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Αυτός επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο και τελικό σχέδιο της σκηνής σε συμμετρική βάση. Επί του τελικού σχεδίου, το οποίο και κατέθεσε (Τεκμήριο 1), σημείωσε τις διάφορες μετρήσεις που έλαβε από την σκηνή και, γενικότερα, τα ευρήματά του. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από το ύφος και τον τρόπο με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Ήταν σαφής και θετικός και η μαρτυρία του, όπως και τα ευρήματά του, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους, πλην του ευρήματός του αναφορικά με τις διαστάσεις της λακκούβας. Συναφώς, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 υπέβαλε στον μάρτυρα την διάσταση που υπάρχει στις διαστάσεις της λακκούβας ανάμεσα σε αυτές που ο μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του και αυτές που σημειώνονται στο Τεκμήριο
  1. Συγκεκριμένα, ενώ στην διά ζώσης μαρτυρία του ο μάρτυρας ανέφερε, ότι το μήκος, το πλάτος και το βάθος της λακκούβας ήταν 50, 20 και 7 εκατοστά αντίστοιχα, στο Τεκμήριο 1 σημειώνεται, ότι το μήκος της λακκούβας ήταν 0,50 εκατοστά, το πλάτος της 0,20 εκατοστά και το βάθος της 0,07 εκατοστά, ήτοι μισό εκατοστό το μήκος, 1/5 του εκατοστού το πλάτος και 7/100 του εκατοστού το βάθος. Ο μάρτυρας εξήγησε, ότι οι διαστάσεις, που σημειώνονται επί του Τεκμηρίου 1, δεν είναι ορθά γραμμένες και ότι αυτές εκ παραδρομής γράφτηκαν υπό μορφή δεκαδικού αριθμού σε εκατοστά. Οι ορθές διαστάσεις είναι αυτές που ο μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, εφόσον αυτές είναι που αντιστοιχούν στην μέτρηση της λακκούβας στην οποία ο ίδιος προέβη κατά την εξέταση της σκηνής του δυστυχήματος. Δέχομαι, ότι πρόκειται για αθώο σφάλμα του μάρτυρα κατά την μεταφορά των πιο πάνω μετρήσεων στο Τεκμήριο
  2. Οι διαστάσεις που αναγράφονται στο Τεκμήριο 1 είναι, άλλωστε, τόσο μικρές, που αν ήταν οι αληθινές δεν θα επρόκειτο περί λακκούβας, όπως, ενδεικτικά ανέφερε και ο μάρτυρας κατά την επανεξέταση, αλλά μιας μικρότατης τρυπούλας πάνω στην άσφαλτο ανίκανης σύμφωνα με την κοινή λογική να ανατρέψει υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Άλλωστε, αν αυτή ήταν και η πραγματική θέση του Εναγόμενου 2 δεν θα υποβάλλονταν ερωτήσεις στον μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 2 του τύπου αν η λακκούβα ήταν ορατή από απόσταση 5 και περισσότερων μέτρων εν ώρα οδήγησης και κατά την διάρκεια της νύχτας. Διεφάνη, επίσης, ότι η πλευρά του Εναγόμενου 2 δεν είχε συγκεκριμένη και απτή θέση όσον αφορά τις διαστάσεις της λακκούβας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 υπέβαλε στον μάρτυρα, ότι κακώς ο μάρτυρας δεν προέβη σε υπολογισμό της ταχύτητας με την οποία ο Ενάγοντας οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από την εξήγηση που πρόβαλε ο μάρτυρας έχω πεισθεί, ότι αυτό δεν οφείλεται σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά γιατί αυτός αδυνατούσε υπό τις περιστάσεις να προβεί σε υπολογισμό ταχύτητας για τον λόγο που ο ίδιος υπέδειξε στο Δικαστήριο. Τέλος, ο μάρτυρας στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι η οδός Αγαπήνωρος βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου. Παρόλο που η μαρτυρία του επί του προκειμένου δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου 2, εντούτοις, αυτή κρίνεται ανεπαρκής για να αποδείξει τον προβληθέντα ισχυρισμό. Σημειώνεται, ότι ο Εναγόμενος 2 με την Υπεράσπισή του αρνείται, ότι η πιο πάνω αναφερόμενη οδός βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου, η δε πλευρά του Ενάγοντα καμία άλλη μαρτυρία δεν προσκόμισε προς απόδειξη του πιο πάνω ζητήματος, το οποίο αποτελεί επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Παρά τα πιο πάνω θεωρώ, πως δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης, αφ' ης στιγμής ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 κατά την τελική του αγόρευση δήλωσε, ότι η περί ου ο λόγος οδός βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1, το πιο πάνω ζήτημα είναι παραδεκτό με την Υπεράσπισή της. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, πως ο μάρτυρας ήταν ένας αντικειμενικός και ανεξάρτητος εξεταστής της σκηνής του δυστυχήματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο Ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Με δείκτη τα πιο πάνω καθώς επίσης την φυσικότητα και τον αυθορμητισμό του, την αμεσότητα των απαντήσεων του και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα αυτός με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Κατά την αντεξέταση οι δικηγόροι των Εναγόμενων υπέβαλαν στον Ενάγοντα, ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα κατά τον ουσιώδη χρόνο, προδήλως, στην προσπάθειά τους να καταδείξουν, ότι η ταχύτητα αυτή μείωσε, ελάττωσε ή εκμηδένισε την ευκαιρία να αντιληφθεί ο Ενάγοντας έγκαιρα την λακκούβα και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα, ώστε να αποφύγει την πρόσκρουση σε αυτήν. Την θέση αυτή οι ευπαίδευτοι δικηγόροι βάσισαν στο ότι μετά την πρόσκρουσή της στην λακκούβα η μοτοσικλέτα διένυσε μιαν απόσταση 11,60 μέτρα μέχρι αυτή να ανατραπεί επί της ασφάλτου. Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνηγόρους η απόσταση αυτή ήταν τόσο μεγάλη, που καταδείκνυε, ότι πριν την πρόσκρουση στην λακκούβα η μοτοσικλέτα οδηγείτο με μεγάλη, αν όχι, με υπερβολική ταχύτητα. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Εναγόμενου 2 στήριξε, επίσης, την πιο πάνω θέση και στο ότι η μοτοσικλέτα με την ανατροπή της άφησε επί της ασφάλτου 14,80 μέτρα ίχνη τριβής μέχρι να ακινητοποιηθεί. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο και οι δύο αποστάσεις παραπέμπουν στο συμπέρασμα, ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ενάγοντας δεν δέχθηκε την υποβολή επιμένοντας στην δική του εκδοχή, ότι, δηλαδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με το μέγεθος της ταχύτητας της μοτοσικλέτας κατά τον ουσιώδη χρόνο από την απόσταση και μόνο των μέτρων που διάνυσε η μοτοσικλέτα πριν και μετά την ανατροπή της. Σε αντίθετη περίπτωση θα ενεργούσε ως εμπειρογνώμονας, πράγμα ανεπίτρεπτο. Συν τοις άλλοις, οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Εν' όψει όλων των πιο πάνω και έχοντας κατά νου την καλή εντύπωση που μου έκανε ο μάρτυρας καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στην θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, θα πρέπει να πω, πως δεν διασαφηνίσθηκε από τον Ενάγοντα πώς αυτός γνώριζε για την ταχύτητα με την οποία οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δηλαδή, αν είχε δει προηγουμένως το μιλίμετρο της μοτοσικλέτας του ή αν η θέση του ήταν προϊόν υπολογισμού βασιζόμενο στην εμπειρία του ως οδηγός και δη ως οδηγός μοτοσικλετών μεγάλου κυβισμού, όπως ήταν η υπηρεσιακή μοτοσικλέτα που αυτός οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όπως και να έχει το πράγμα, εν' όψει όλων των πιο πάνω και, κυρίως, της καλής εντύπωσης που μου έκανε ο Ενάγοντας ως μάρτυρας της αλήθειας δέχομαι, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός οδηγούσε με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας. Υπεβλήθη, επίσης, από την ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 1, ότι ο Ενάγοντας γνώριζε την ύπαρξη της λακκούβας καθότι εντός της περιόδου από τότε που τελείωσαν, σύμφωνα με τον ίδιο, τα έργα για το αποχετευτικό, ήτοι αρχές Ιανουαρίου του 2003, και μέχρι την 22.6.03, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα, είχε εν' όψει της ιδιότητάς του ως μέλος της ομάδας «Ζ» διανύσει πολλές φορές την Αγαπήνωρος συμπεριλαμβανομένου του τμήματος αυτής εντός του οποίου βρισκόταν η λακκούβα. Ο Ενάγοντας και πάλι δεν δέχθηκε την υποβολή υποστηρίζοντας το αντίθετο. Η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόμενων ήταν γενικόλογη και δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Εν' όψει δε της καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε ο Ενάγοντας δέχομαι την μαρτυρία του και σε αυτό το σημείο. Εκ μέρους των Εναγόμενων υποβλήθηκαν και άλλες θέσεις, οι οποίες παρέμειναν αστήριχτες από οποιαδήποτε μαρτυρία. Από την άλλη, ο Ενάγοντας παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του και δεν κλονίσθηκε. Σημειώνεται, ότι σε σχέση με το θέμα του οδικού φωτισμού η μαρτυρία του Ενάγοντα συμπίπτει με την μαρτυρία του ΜΕ 1 επί του προκειμένου. Και οι δύο μάρτυρες υποστήριξαν, ότι δεν υπήρχε πάσσαλος οδικού φωτισμού στο μέρος της λακκούβας. Οι πάσσαλοι βρισκόντουσαν, σύμφωνα και με τους δύο, σε απόσταση από την λακκούβα. Δεν μου διαφεύγει, ότι ο ΜΕ 1 καταθέτοντας υποστήριξε, ότι η λακκούβα ήταν ορατή από απόσταση 5 ίσως και περισσότερων μέτρων. Αυτό, όμως, δεν κλονίζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του Ενάγοντα, σύμφωνα με τον οποίο, η λακκούβα δεν ήταν ορατή από απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που ο ίδιος υπέδειξε, ότι την αντιλήφθηκε. Και αυτό γιατί ναι μεν ο ΜΕ 1 υποστήριξε τα πιο πάνω, το πνεύμα, όμως, της μαρτυρίας του ήταν άλλο. Ο ΜΕ 1, ουσιαστικά, υποστήριξε, ότι εναπόκειτο στον κάθε οδηγό να αντιληφθεί την λακκούβα από την απόσταση που αυτός υπέδειξε. Γι' αυτό και, άλλωστε, υπέδειξε, χαρακτηριστικά, ότι κάποιος θα μπορούσε να την δει και κάποιος άλλος όχι. Προδήλως, η θέση του ΜΕ 1 καθιστούσε την αντίληψη του οδηγού για την ύπαρξη της λακκούβας εξαρτώμενη από διάφορες παραμέτρους, όπως την ταχύτητα με την οποία οδηγεί κάποιος και το αν κατά πόσο ένας οδηγός τυγχάνει να ρίξει το βλέμμα του προς στην άσφαλτο πριν την πλησιάσει σε αντίθεση με κάποιο ο οποίος πλησιάζοντας την λακκούβα διατηρεί το βλέμμα του ευθεία μπροστά του. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η πιο πάνω θέση του δόθηκε στην ερώτηση, η οποία του τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 2, αν η λακκούβα ήταν ορατή από έναν οδηγό, ο οποίος «έριχνε το βλέμμα του προς την άσφαλτο». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα αυτός οδηγούσε με στραμμένο το βλέμμα ευθεία μπροστά του. Ο τύπος, μάλιστα, της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, του περιόριζε την ορατότητα στα 15 με 20 μέτρα. Υπό το φως της πιο πάνω επισήμανσης δεν βλέπω να υπάρχει διαφωνία στις θέσεις που πρόβαλλαν οι δύο μάρτυρες επί του προκειμένου. Τα μόνα σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα, που δεν αποδέχομαι, είναι τα ακόλουθα. Ο Ενάγοντας ανέφερε, ότι η απόσταση της λακκούβας από την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του ήταν 3 με 3,5 μέτρα. Σύμφωνα, όμως, με τον ΜΕ 1, ο οποίος μέτρησε την πιο πάνω απόσταση και την κατέγραψε στο τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 1 - η απόσταση από το αριστερό άκρο της λακκούβας μέχρι την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του ήταν 2,10 μέτρα. Το δε πλάτος της λακκούβας ήταν μόνο 20 εκατοστά. Ο Ενάγοντας ανέφερε, επίσης, ότι το βάθος της λακκούβας ήταν περίπου 10 εκατοστά. Σύμφωνα με τον ΜΕ 1, ο οποίος μέτρησε τις διαστάσεις της και του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, το βάθος της λακκούβας ήταν 7 εκατοστά. Προδήλως, οι υπό του Ενάγοντα πιο πάνω αναφερθείσες διαστάσεις ήταν προϊόν υπολογισμού, αφού οι πιο πάνω αναφορές ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, κατά προσέγγιση. Συν τοις άλλοις, οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε αυτές που δέχθηκα ως πραγματικές και αυτές που ο ίδιος ανέφερε δεν είναι μεγάλες, ο Ενάγοντας δε δεν μου έδωσε την εντύπωση, ότι προσπάθησε με την πιο πάνω μαρτυρία να παραποιήσει την αλήθεια. Εν' όψει όλων των πιο πάνω και της καλής εντύπωσης που ο Ενάγοντας μου δημιούργησε ως μάρτυρας της αλήθειας οι πιο πάνω ανακρίβειες στην μαρτυρία του δεν είναι ικανές να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του. Συνακόλουθα εκτός από τα πιο πάνω σημεία από την μαρτυρία του, που δεν αποδέχομαι, η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Αναφορικά με την ιατρική μαρτυρία είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπει την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) ............................... Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Οι δύο ιατροί μάρτυρες παρουσιάσθηκαν να διαφωνούν ως προς κάποια ζητήματα. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και το ποσοστό υποτροπής του εξαρθρήματος του ώμου με τον ιατρό Αντωνιάδη (ΜΕ 3) να υποστηρίζει, ότι υπάρχει ακόμη και σήμερα ένα ποσοστό υποτροπής της τάξης του 50% σε αντίθεση με τον ιατρό Γιαννάκη Χριστοδούλου (ΜΥ 1), ο οποίος με την διά ζώσης μαρτυρία του απέκλεισε την πιθανότητα υποτροπής. Ήταν η θέση του ιατρού Χριστοδούλου, ότι αφ' ης στιγμής παρήλθαν 4 και πλέον χρόνια από τον τραυματισμό και δεν ξαναεξαρθρώθηκε ο ώμος δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής από εδώ και πέρα, εκτός, βέβαια, αν ο Ενάγοντας υποστεί νέο τραυματισμό στο ίδιο σημείο, οπότε και μπορεί ο ώμος να εξαρθρωθεί ξανά. Όμως, σε αυτή την περίπτωση θα είναι ένας νέος τραυματισμός και ένα νέο εξάρθρημα. Το νέο εξάρθρημα δεν θα θεωρείται απόκοτο του πρώτου εξαρθρήματος και το εξάρθρημα δεν θα θεωρείται καθ' έξη εξάρθρημα. Καθ' έξη εξάρθρημα έχομε στην περίπτωση που ο ώμος εξαρθρώνεται μετά την πρώτη εξάρθρωση τουλάχιστον δύο και τρεις φορές ακόμα, όχι γιατί ασκήθηκε βία στο ίδιο σημείο, αλλά γιατί υπάρχουν βλάβες στην άρθρωση του ώμου, ο οποίος εξαρθρώνεται, πλέον, από μόνος του ή γιατί δεν έγινε σωστή θεραπεία από την αρχή. Εντελώς διαφορετική ήταν επί του προκειμένου η θέση του ιατρού Γεωργιάδη. Ο εν λόγω ιατρός συνάρτησε την πιθανή μελλοντική εξάρθρωση του ώμου με την εκ νέου άσκηση βίας στο ίδιο σημείο. Σύμφωνα με τον εν λόγω ιατρό «στα καλά καθούμενα» ο ώμος δεν μπορεί να βγει από μόνος του. Με την πιθανή δε νέα εξάρθρωση το εξάρθρημα καθίσταται καθ' έξη. Οι πιθανότητες υποτροπής είναι οι ίδιες ανεξαρτήτως της παρόδου του χρόνου. Με δεδομένη την βλάβη ο τραυματισμένος ώμος είναι πιο επιρρεπής από ότι ο φυσιολογικός. Την πιο πάνω θέση του στήριξε, μεταξύ άλλων, στην βιβλιογραφία χωρίς, όμως, να παραπέμψει σε συγκεκριμένα συγγράμματα. Ο ιατρός Γεωργιάδης δεν με έπεισε για την ορθότητα της άποψής του σε αντίθεση με τον ιατρό Χριστοδούλου, ο οποίος παρέθεσε στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια πείθοντας το Δικαστήριο για την ανεξαρτησία της γνώμης του. Συνακόλουθα ανάμεσα στις απόψεις των δύο ιατρών επί του προκειμένου δέχομαι την γνώμη του ιατρού Χριστοδούλου και απορρίπτω την γνώμη του ιατρού Γεωργιάδη. Κατά συνέπεια δεν δέχομαι, ότι υπάρχει πιθανότητα υποτροπής του εξαρθρήματος. Κατ' ακολουθία, η αξίωση για έξοδα μελλοντικής εγχείρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Διάσταση ανάμεσα στους δύο ιατρούς εμπειρογνώμονες υπήρχε και αναφορικά με το θέμα της χρονικής διάρκειας της αποθεραπείας της εξάρθρωσης του ώμου. Ο ιατρός Χριστοδούλου υποστήριξε, ότι χρειάζεται 6 εβδομάδες ακινητοποίηση του ώμου και ακολούθως 2 εβδομάδες φυσιοθεραπεία. Ο ιατρός Αντωνιάδης αναφέρθηκε σε 3 εβδομάδες ακινητοποίησης του ώμου και, ακολούθως, σε φυσιοθεραπεία, την χρονική διάρκεια της οποίας δεν καθόρισε. Οι μάρτυρες δεν αντεξετάσθηκαν επί του ζητήματος τούτου από τους συνηγόρους ο καθένας της άλλης πλευράς. Ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίσθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων που να υποστηρίζει, ότι 3 εβδομάδες λιγότερης ακινητοποίησης θα επηρέαζαν τον χρόνο αποθεραπείας ή θα είχαν οποιαδήποτε άλλη επίδραση στην υγεία του Ενάγοντα ή την εξέλιξη της μετατραυματικής του κατάστασης. Αν και η προσαχθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, το είδος της περίδεσης να άπτεται του χρόνου που χρειάζεται για την ακινητοποίηση του ώμου. Πάντως, ο ιατρός Χριστοδούλου δέχθηκε εντέλει, ότι ήταν λογικό ο ιατρός Αντωνιάδης να χρησιμοποιήσει τον τρόπο εκείνο της περίδεσης, που ακολουθήθηκε από τον ίδιο και που πωλείται στα ιδιωτικά φαρμακεία, παρά να αφήσει τον Ενάγοντα με τον επίδεσμο που του τοποθετήθηκε από τον πρώτο στις Α΄ Βοήθειες του Νοσοκομείου Πάφου. Το πιο πάνω θέμα δεν αποτελεί, επομένως, ζήτημα που θα επηρεάσει τα ευρήματά μου, γι' αυτό και δεν προτίθεμαι να προβώ σε αξιολόγηση της πιο πάνω μεταξύ των δύο εμπειρογνωμόνων διισταμένης μαρτυρίας. Διιστάμενη ήταν, επίσης, η μαρτυρία των δύο ιατρών εμπειρογνωμόνων αναφορικά με την αποτελεσματικότητα της περίδεσης που έγινε από τον ιατρό Χριστοδούλου στο Νοσοκομείο και της περίδεσης που έγινε από τον ιατρό Αντωνιάδη με τον τελευταίο να ισχυρίζεται, ότι η περίδεση που έγινε από τον ιατρό Χριστοδούλου να μην είναι αποτελεσματική για σκοπούς αποκατάστασης και παρεμπόδισης υποτροπής και με τον ιατρό Χριστοδούλου να ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο. Αν και οι μάρτυρες αντεξετάσθηκαν επί του ζητήματος τούτου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους θεωρώ, ότι το πιο πάνω ζήτημα, όπως και τα άλλα που πιο πάνω αναφέρθηκαν, μόνο θεωρητική σημασία θα μπορούσε να έχει αφ' ης στιγμής το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της περίδεσης που έγινε στο Νοσοκομείο και αυτής που έγινε από τον ιατρό Αντωνιάδη ήταν πολύ μικρό και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε, ότι η περίδεση που έγινε στο νοσοκομείο επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τον χρόνο αποθεραπείας ή γενικότερα την εξέλιξη της μετατραυματικής κατάστασης του Ενάγοντα. Επομένως, η μαρτυρία που προσκομίσθηκε και από τους δύο ιατρούς αναφορικά με τα δύο πιο πάνω ζητήματα δεν θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα ευρήματά μου. Κρίνεται, επομένως, άσχετη και μη αποδεκτή μαρτυρία. Εν' όψει, όμως, του ότι ο ιατρός Αντωνιάδης ήταν ο θεράπων ιατρός του Ενάγοντα και, επομένως, ήταν σε καλύτερη θέση από τον ιατρό Χριστοδούλου, αν όχι, ο πλέον αρμόδιος να μαρτυρήσει για τον χρόνο που ο Ενάγοντας έφερε τον νάρθηκα, δέχομαι, ότι ο Ενάγοντας έφερε τον νάρθηκα για περίοδο 3 μόνο εβδομάδων. Ο ιατρός Γεωργιάδης ανέφερε, επίσης, ότι το εξάρθρημα του ώμου αφήνει ως κατάλοιπα κάποιο περιορισμό των κινήσεων του ώμου, όπως και ενοχλήματα πόνου, τα οποία εκδηλώνονται κατά καιρούς. Αντίθετη επί του προκειμένου ήταν η άποψη του ιατρού Χριστοδούλου. Σύμφωνα με τον ιατρό Χριστοδούλου κανένας περιορισμός των κινήσεων του ώμου δεν δικαιολογείται ως απότοκο του εξαρθρήματος και, μάλιστα, 4 χρόνια μετά το δυστύχημα, προσέτι δε, ότι ούτε αναμενόμενο, αλλά ούτε και λογικό είναι ο Ενάγοντας να αισθάνεται πόνους και ενοχλήσεις σήμερα στον ώμο ως απότοκα του εξαρθρήματος. Αν και θεωρώ, ότι ο ιατρός Γεωργιάδης ήταν υπερβολικός στην μαρτυρία του, η αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας κρίνεται περιττή. Και αυτό γιατί ο Ενάγοντας δεν υποστήριξε, ότι ένεκα του εξαρθρήματος υποφέρει σήμερα από οποιοδήποτε περιορισμό στις κινήσεις του ώμου του ή από πόνους στον ώμο. Ό,τι ο Ενάγοντας ανέφερε ήταν, ότι οι μόνες ενοχλήσεις, που αισθάνεται σήμερα είναι στο δεξί του χέρι και όχι στον ώμο του. Αυτές δε είναι πιο έντονες τον Χειμώνα ένεκα του κρύου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο ιατρός Γεωργιάδης υποστήριξε, ακόμα, ότι το εξάρθρημα του ώμου αφήνει κάποια κατάλοιπα υπό τύπο ενοχλήσεων, κυρίως, με τις καιρικές αλλαγές. Επί του προκειμένου δεν ήταν διάφορη η άποψη του ιατρού Χριστοδούλου με την διαφοροποίηση, ότι τα ενοχλήματα αυτά είναι άνευ ιδιαίτερης σημασίας. Όπως από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο, οι απόψεις που εκφράσθηκαν από τους ιατρούς μάρτυρες σε σχέση με τα ενοχλήματα του ώμου μόνο θεωρητική σημασία θα μπορούσαν να έχουν στην παρούσα περίπτωση. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία που δόθηκε και επί του θέματος τούτου κρίνεται άσχετη και, επομένως, μη αποδεκτή. Τόσο ο ιατρός Γεωργιάδης όσο και ο ιατρός Χριστοδούλου ρωτήθηκαν για τον ενδεδειγμένο τρόπο θεραπείας σε περίπτωση υποτροπής του εξαρθρήματος. Και πάλι τα όσα επί του προσκειμένου ανέφεραν οι δύο μάρτυρες είναι μόνο θεωρητικής σημασίας εν' όψει του ευρήματός μου, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα υποτροπής. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία τους επί του σημείου τούτου κρίνεται άσχετη και, επομένως, μη αποδεκτή. Εκτός από τα σημεία από την μαρτυρία του ιατρού Γεωργιάδη που δεν έγιναν αποδεκτά, όπως πιο πάνω υποδείχθηκε, η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Ο ιατρός Χριστοδούλου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μετά την πρώτη εξέταση, στις 22.6.03, πρέπει να επανεξέτασε τον Ενάγοντα. Και αυτό γιατί στο πιστοποιητικό του (Τεκμήριο 5) αναφέρεται, ότι ο Ενάγοντας έχει αποθεραπευθεί και είναι ικανός να εργασθεί. Δεν μπορώ, όμως, με βάση την πιο πάνω μαρτυρία, η οποία έχει υποθετική βάση, να αποδεχθώ ότι υπήρξε μεταγενέστερη εκτίμηση της κατάστασης του Ενάγοντα από τον μάρτυρα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα κατά την αντεξέταση, ότι μόνο στις 22.6.03 αυτός εξέτασε τον Ενάγοντα, ο μάρτυρας απάντησε, ότι πολύ πιθανό έτσι να είναι. Συν τοις άλλοις, ο Ενάγοντας, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, δήλωσε ρητά, ότι φεύγοντας από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου δεν ξαναεξετάσθηκε από τον ιατρό Χριστοδούλου. Η θέση, όμως, του μάρτυρα, ότι ο Ενάγοντας είναι ικανός για εργασία είναι αποδεκτή, αφού αυτή συνάδει τόσο με τα ευρήματα του ιατρού Γεωργιάδη όσο και με την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό του, ότι ο Ενάγοντας έχει αποθεραπευθεί πλήρως, αυτός δεν είναι αποδεκτός για δύο λόγους. Πρώτο, γιατί ο μάρτυρας, σύμφωνα με την μαρτυρία που αποδέχθηκα, δεν εξέτασε τον Ενάγοντα οποτεδήποτε ξανά από την στιγμή που ο τελευταίος εξήλθε του Νοσοκομείου στις 25.6.
  1. Συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να μαρτυρήσει για την μετατραυματική κατάσταση του Ενάγοντα. Δεύτερο, γιατί, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντα, η οποία έγινε αποδεκτή, ο τελευταίος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει κάποια κατάλοιπα ως απότοκα του επίδικου δυστυχήματος. Ο ιατρός Χριστοδούλου υποστήριξε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία του και να εκτελεί πλήρως τα καθήκοντά του σε περίοδο 2 μηνών από την ημέρα του δυστυχήματος. Ο Ενάγοντας, από την άλλη, υποστήριξε, ότι για ένα ολόκληρο χρόνο ήταν απαλλαγμένος από τα καθήκοντα της μηχανοκίνητης περιπολίας με μοτοσικλέτα ένεκα ενοχλημάτων που είχε στο χέρι του. Για το πιο πάνω χρονικό διάστημα εκτελούσε μόνο καθήκοντα συνοδηγού περιπολίας με αυτοκίνητο. Η θέση του Ενάγοντα τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση με σκοπό, προδήλως, να κλονισθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Είναι, όμως, έκδηλο, ότι οι δύο μάρτυρες αναφέρονταν σε διαφορετικά πράγματα. Ο πρώτος μιλούσε για ενοχλήματα στο χέρι, που τον εμπόδιζαν να οδηγεί μοτοσικλέτα εν ώρα περιπολίας, ο δε δεύτερος για εξάλειψη μετά πάροδο 2 μηνών οποιωνδήποτε ενοχλημάτων στον ώμο ως απότοκων του εξαρθρήματος του ώμου. Είναι φανερό, ότι η μαρτυρία του ιατρού Χριστοδούλου δεν σχετιζόταν με την υπό του Ενάγοντα προβληθείσα θέση. Καταθέτοντας τα πιο πάνω ο ιατρός Χριστοδούλου δεν αναφερόταν στο χέρι του Ενάγοντα, αλλά στον ώμο του. Και αυτό γιατί είχε ρωτηθεί για το δεύτερο, όχι για το πρώτο. Δεν βλέπω, όμως, την σκοπιμότητα της ερώτησης αφ' ης στιγμής ο ισχυρισμός του Ενάγοντα για κατάλοιπα αναφερόταν στο χέρι του και όχι στο ώμο του. Εν πάση περιπτώσει και υπό το φως των πιο πάνω δεν βλέπω να υπάρχει οποιαδήποτε διάσταση ανάμεσα στην θέση του Ενάγοντα και την θέση του ιατρού Χριστοδούλου. Ερωτώμενος ο ιατρός Χριστοδούλου κατά την κυρίως εξέταση σε σχέση με τις εκδορές, ανέφερε, ότι αυτές ήταν ελαφρές. Δεν μου έδωσε, όμως, την εντύπωση, ότι ήταν σε θέση να καταθέσει με λεπτομέρεια και ακρίβεια για το θέμα αυτό. Προφανώς, γιατί ο Ενάγοντας, όπως και ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση, είχε νοσηλευθεί στο χειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου και έτυχε θεραπείας γι' αυτές από το εν λόγω τμήμα. Κατά την αντεξέταση δε παραδέχθηκε, ότι δεν ήταν ειδικός για να καταθέσει για το πιο πάνω ζήτημα. Συνεπώς, η θέση του, ότι οι εκδορές ήταν ελαφρές και, επομένως, ότι, όπως από την μαρτυρία του συνάγεται, αυτές δεν ήταν ιδιαίτερης σοβαρότητας, δεν είναι αποδεκτή. Τέλος, ο ιατρός Χριστοδούλου υποστήριξε με την διά ζώσης μαρτυρία του, ότι αυτός χορήγησε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια μέχρι 10.8.
  2. Σύμφωνα, όμως, με το Τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου είναι παραδεκτό, η αναρρωτική άδεια που χορηγήθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου ήταν μέχρι την 10.7.
  3. Σύμφωνα με τους κανόνες της απόδειξης καμία μαρτυρία δεν είναι αποδεκτή, όταν αυτή τείνει να αναιρέσει παραδεκτό γεγονός. Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 10.8.03 δεν είναι αποδεκτός. Εκτός από εκείνα τα σημεία από την μαρτυρία του που δεν αποδέχθηκα η υπόλοιπη μαρτυρία του ιατρού Χριστοδούλου είναι αποδεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά την 22.6.03 ο Ενάγοντας ήταν αστυνομικός και υπηρετούσε ως μέλος της ομάδας «Ζ» του τμήματος της Τροχαίας Πάφου. Στην ομάδα «Ζ» υπηρετούσε από το έτος
  4. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να κάνει περιπολίες και έλεγχο της τροχαίας οδηγώντας αστυνομική μοτοσικλέτα. Κατά την πιο πάνω ημέρα και περί ώρα 10:30 το βράδυ αυτός οδηγούσε την υπηρεσιακή μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΧΜ 125 επί της οδού Αγαπήνωρος και με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι προς το κέντρο της πόλης ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία στην Κάτω Πάφο και στα πλαίσια διατεταγμένης υπηρεσίας. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής αυτός προσέκρουσε πάνω στο τοίχωμα λακκούβας, η οποία βρισκόταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να ανατραπεί και ο ίδιος να τραυματιστεί και να υποστεί σωματικές βλάβες, απώλειες και ζημίες. Η λακκούβα είχε μήκος 50 εκατοστά, πλάτος 20 εκατοστά και βάθος 7 εκατοστά και βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου για οχήματα που οδηγούνταν με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι με την ίδια κατεύθυνση που οδηγούσε ο Ενάγοντας. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο που βρισκόταν η λακκούβα ήταν 8 μέτρα. Το αριστερό άκρο της λακκούβας βρισκόταν σε απόσταση 2,10 μέτρα από την αριστερή άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα, ενώ το δεξιό της άκρο απείχε από το κέντρο του δρόμου απόσταση 1,70 μέτρα. Ηλεκτρικοί πάσσαλοι βρίσκονταν τόσο πριν όσο και μετά την λακκούβα και στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα. Στο σημείο, όμως, που βρισκόταν η λακκούβα δεν υπήρχαν πάσσαλοι της Ηλεκτρικής. Ούτε και σπίτια υπήρχαν στο σημείο της λακκούβας παρά μόνο ο ναός των Αγίων Αναργύρων. Ο Ενάγοντας οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 χ.α.ω.. Η μοτοσικλέτα δε που οδηγούσε ήταν τέτοιας κατασκευής, που εμπόδιζε τον Ενάγοντα να οδηγεί με το σώμα του κάθετο πάνω στην σέλα με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να οδηγούσε υπό γωνία, ήτοι κάπως σκυφτός, κάτι που του περιόριζε την ορατότητα στα 20 μέτρα. Αυτός αντιλήφθηκε την λακκούβα από απόσταση 1,5 μόλις μέτρου. Ένεκα της μικρής αυτής απόστασης που τον χώριζε από την λακκούβα, αυτός δεν πρόλαβε να εφαρμόσει τα φρένα του, ούτε και να κάνει οποιαδήποτε άλλη αποτρεπτική κίνηση προς αποφυγή του δυστυχήματος. Με την πρόσκρουση του μπροστινού τροχού της μοτοσικλέτας πάνω στο τοίχωμα της λακκούβας ο Ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, η οποία μετά την πρόσκρουση ακολούθησε μια πορεία ζικ-ζακ. Αφού διένυσε μια απόσταση 11,60 μέτρων ακολούθως αυτή ανατράπηκε, ήτοι έπεσε στην άσφαλτο προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του Ενάγοντα, και έτσι συρόμενη διέγραψε μια πορεία 14,80 μέτρων μέχρι να ακινητοποιηθεί. Ενόσω η μοτοσικλέτα προχωρούσε συρόμενη μέσα στο δρόμο παρασυρόταν μαζί της επί της ασφάλτου και ο Ενάγοντας, αφού αυτός παρέμεινε πάνω στην μοτοσικλέτα μέχρι και την ακινητοποίησή της. Η μοτοσικλέτα από την πρόσκρουσή της πάνω στην λακκούβα και μέχρι την ακινητοποίησή της δεν ξέφυγε καθόλου από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας επί της οποίας αυτή, αρχικά, κινείτο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας φορούσε προστατευτικό κράνος καθώς επίσης την υπηρεσιακή του στολή με την οποία τον είχε προμηθεύσει η Εναγόμενη
  5. Αυτή αποτελείτο από μια φανέλα με κοντό μανίκι και ένα παντελόνι - φόρμα της Αστυνομίας. Η οδός Αγαπήνωρος βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου. Επί της εν λόγω οδού είχαν γίνει έργα για το αποχετευτικό σύστημα. Τα έργα αυτά είχαν αρχίσει και τελειώσει πριν το επίδικο δυστύχημα. Συγκεκριμένα, αυτά είχαν ολοκληρωθεί 6 περίπου μήνες πριν το επίδικο δυστύχημα. Αφότου ολοκληρώθηκαν τα έργα και επανάνοιξε ο δρόμος ο Ενάγοντας δεν είχε περάσει από το σημείο του δυστυχήματος παρά μόνο την ημέρα που αυτό επισυνέβη. Στην σκηνή του δυστυχήματος και συνεπεία του συμβάντος ο Ενάγοντας αιμορραγούσε στα χέρια και αισθανόταν έντονους πόνους στον δεξιό του ώμο. Ακολούθως μεταφέρθηκε με την βοήθεια κάποιου πολίτη περαστικού στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου υπεβλήθη σε κλινική εξέταση από τον ιατρό Χριστοδούλου, ο οποίος είναι ειδικός ορθοπεδικός. Ο εν λόγω ιατρός τον υπέβαλε, επίσης, σε ακτινολογικό έλεγχο. Από την ακτινολογική και κλινική εξέταση διαπιστώθηκε, ότι συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη εξάρθρημα του δεξιού ώμου. Ακολούθως, έγινε ανάταξη του εξαρθρήματος στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, δηλαδή, τοποθέτηση του ώμου στην φυσιολογική του θέση και στην συνέχεια ακινητοποίηση του ώμου με ειδικό επίδεσμο - νάρθηκα. Στις 23.6.03 εισήχθηκε στην χειρουργική κλινική. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για 2 μέρες. Εξήλθε του Νοσοκομείου στις 25.6.
  6. Με την έξοδό του από το Νοσοκομείο του δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 10.7.
  7. Πριν την έξοδό του από το Νοσοκομείο ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε, ότι ο ώμος επανήλθε στην ανατομική του θέση. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και επειδή αισθανόταν ενοχλήσεις και έντονους πόνους στο δεξί του χέρι και τον δεξιό του ώμο ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον ιατρό Αντωνιάδη, επίσης, ειδικό ορθοπεδικό. Ο ιατρός Αντωνιάδης του έβγαλε ακτινογραφίες και του αντικατέστησε τον νάρθηκα του ώμου με πιο σταθερή επίδεση από αυτή που του τοποθέτησε ο ιατρός Χριστοδούλου στο νοσοκομείο. Ο Ενάγοντας έφερε τον νάρθηκα για περίοδο τριών εβδομάδων. Επειδή στην λήξη των τριών αυτών εβδομάδων ο Ενάγοντας παρουσίαζε αδυναμία πλήρους απαγωγής του ώμου και έξω στροφής συνεστήθη από τον ιατρό Αντωνιάδη φυσιοθεραπεία για σκοπούς πλήρους αποκατάστασης. Ο Ενάγοντας ακολουθώντας τις οδηγίες του ιατρού Αντωνιάδη υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία. Κατά την 12.9.03 αυτός παρουσίαζε μόνο άλγος στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου δεξιά καθώς επίσης άλγος στην απαγωγή και στην έξω στροφή. Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη, επίσης, διάχυτες εκδορές και εγκαύματα τριβής επί της παλαμιαίας και ραχιαίας επιφάνειας του δεξιού αντιβραχίου με απώλεια δέρματος, εκδορές αριστερού αγκώνος, βαθιές εκδορές θέναρος και αντιθέναρος δεξιά με απώλεια δέρματος, θλαστικό τραύμα παλαμιαίας επιφάνειας αντιβραχίου δεξιά, βαθιές εκδορές γόνατος αριστερά με εγκαύματα τριβής και, τέλος, βαθιές εκδορές και εγκαύματα τριβής επί της πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού γόνατος με απώλεια δέρματος. Τα τραύματα στο θέναρ και αντιθέναρ δεξιά ήταν ρυπαρά ένεκα της τριβής επί της ασφάλτου. Ένεκα τούτου και επειδή υπήρξε απώλεια δέρματος η υφή του ιστού κάτω από το δέρμα άλλαξε με αποτέλεσμα οι μύες στα σημεία εκείνα κάτω από το δέρμα από κόκκινο που είναι το χρώμα τους να μετατραπεί σε μαύρο. Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τον ιατρό Αντωνιάδη για σκοπούς κλινικής εξέτασης πέντε συνολικά φορές. Συγκεκριμένα επισκέφθηκε τον εν λόγω ιατρό στις 25.6.03, 30.6.03, 10.7.03, 14.7.03 και 12.9.03, ενώ παράλληλα επισκεπτόταν τον ιατρό Αντωνιάδη κατά τακτά χρονικά διαστήματα για αλλαγές και περιποίηση των εκδορών και των εγκαυμάτων που προξενήθηκαν στα άκρα από την τριβή στην άσφαλτο. Ο ιατρός Αντωνιάδης χορήγησε, επίσης, στον Ενάγοντα φαρμακευτική αγωγή. Η κατάσταση του Ενάγοντα ακολούθησε πορεία βελτίωσης. Ενάμισι περίπου μήνα μετά το δυστύχημα αυτός επέστρεψε στην εργασία του. Επειδή, όμως, πονούσε το χέρι του και δεν μπορούσε να οδηγεί μοτοσικλέτα δεν του δόθηκαν τα ίδια καθήκοντα από τον υπεύθυνο της τροχαίας. Ο τελευταίος απάλλαξε τον Ενάγοντα από τις μηχανοκίνητες περιπολίες με μοτοσικλέτα και του ανέθεσε περιπολίες εντός αυτοκινήτου ως συνοδηγός. Αυτό συνεχίσθηκε για ένα ολόκληρο χρόνο. Μετά την έλευση του έτους ο Ενάγοντας επέστρεψε στις μηχανοκίνητες περιπολίες με μοτοσικλέτα. Σήμερα ο Ενάγοντας έχει αποθεραπευθεί. Εξακολουθεί, όμως, μέχρι και σήμερα να έχει ενοχλήσεις, πόνους και μούδιασμα στο δεξί του χέρι. Τα ενοχλήματα αυτά εκδηλώνονται κατά διαστήματα και είναι πιο έντονα τον Χειμώνα με το κρύο. Από τους τραυματισμούς δε στα άκρα παρέμεινε δυσχρωμία δέρματος ραχιαίας επιφάνειας αγκώνος δεξιά, δυσχρωμία δέρματος θέναρος και αντιθέναρος και δυσχρωμία δέρματος πρόσθιας επιφάνειας και των δύο γονάτων, ιδίως, δεξιά και ραχιαίας επιφάνειας αγκώνος αριστερά. Ο ιατρός Αντωνιάδης χρέωσε τον Ενάγοντα με το ποσό των Λ.Κ.325,00 για ιατρικά έξοδα. Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη, επίσης, έξοδα για φάρμακα ύψους Ευρώ 42,29 σεντ (Λ.Κ.24,75 σεντ), έξοδα για φυσιοθεραπεία ύψους Ευρώ 256,29 σεντ (Λ.Κ.150,00 σεντ) και Ευρώ 85,43 σεντ (Λ.Κ.50,00 σεντ) έξοδα για την εξασφάλιση των ιατρικών πιστοποιητικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη, επίσης, ζημία το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα, το οποίο αυτός μετέφερε πάνω του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ότι αμφότεροι Εναγόμενοι είχαν ευθύνη για την καλή και ασφαλή κατάσταση του δρόμου επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Επί τούτου εδράζεται, άλλωστε, η θέση του, ότι αυτοί φέρουν ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Το ζήτημα τούτο τίθεται, επομένως, επί τάπητος και πρέπει να αποφασισθεί. Αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης άντλησα καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν.
  8. Ελευθερίας Ζιπίτη κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 749. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 757-758 της πιο πάνω απόφασης: «. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος αναφέρει ότι η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους. Το Άρθρο 172 έχει κριθεί νομολογιακά ότι παρέχει αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης όταν υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κράτους, ως αποτέλεσμα της οποίας προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια. Με την αρχή της μη παροχής ένδικης προστασίας σε περιπτώσεις ζημιάς λόγω κακής συντήρησης του δρόμου, ουσιαστικά ο ζημιούμενος πολίτης δεν μπορεί, κατά παράβαση του Άρθρου 172, να ενάξει τη Δημοκρατία. Για τους δρόμους που βρίσκονται μέσα σε δημοτικά όρια προβλέπεται νομοθετικά η υποχρέωση των τοπικών δήμων να τους διατηρούν σε καλή κατάσταση. Παρά την έρευνά μας δεν έχουμε καταφέρει να εντοπίσουμε παρόμοια θέσμια υποχρέωση της Δημοκρατίας ως προς τους υπεραστικούς δρόμους. Έτσι, θα πρέπει να ισχύσουν στην παρούσα περίπτωση οι γενικές αρχές των αστικών αδικημάτων και συγκεκριμένα της δημόσιας οχληρίας (Dymond v. Pearce and others
(1972)1 All E. R. 1142 και Morton v. Wheeler 1956, The Times, 1st February) και της αμέλειας». Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι αφ' ης στιγμής ο δρόμος επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα βρίσκεται εντός δημοτικών ορίων, ήτοι εντός των ορίων του Δήμου Πάφου, η Κυπριακή Δημοκρατία, ήτοι η Εναγόμενη 1 δεν υπείχε οποιαδήποτε ευθύνη να τον διατηρεί σε καλή κατάσταση. Η ευθύνη και το καθήκον για διατήρηση του εν λόγω δρόμου σε καλή και ασφαλή κατάσταση είχε, όπως από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει, ο Εναγόμενος
  1. Τίθεται, όμως, και δεύτερο ζήτημα αναφορικά με το θέμα της ευθύνης. Η Εναγόμενη 1 είναι υπόλογη, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, και στην βάση του ότι αυτή, μεταξύ άλλων, παρέλειψε και/ή απέτυχε να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με τον αναγκαίο και/ή κατάλληλο εξοπλισμό και/ή προστατευτικά μέσα. Μόνο που στην Έκθεση Απαίτησης δεν συγκεκριμενοποιούνται τα προστατευτικά αυτά μέσα, ούτε και ο αναγκαίος ή ο κατάλληλος υπό τις περιστάσεις εξοπλισμός. Ο Ενάγοντας όφειλε, κατά την άποψή μου, να υποδείξει και να συγκεκριμενοποιήσει στις έγγραφες του προτάσεις ποια ήταν τα μέσα ή ο εξοπλισμός που όφειλε, κατά τον ισχυρισμό του, η Εναγόμενη 1 να τον εφοδιάσει ή να τον προμηθεύσει. Ο Ενάγοντας παρέλειψε να πράξει τούτο με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμένει γενικός και αόριστος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να αποφασίσει ποια είναι τα κατάλληλα μέσα ή ο κατάλληλος εξοπλισμός. Στην αντίθετη περίπτωση θα ενεργούσε έξω από τα πλαίσια της εξουσίας και της αρμοδιότητάς του. Όφειλε, πρώτα, ο Ενάγοντας να τα υποδείξει στο Δικαστήριο προβάλλοντας τα στις έγγραφες του προτάσεις και, ακολούθως, το Δικαστήριο να αποφασίσει αν η Εναγόμενη 1 είχε την υποχρέωση να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με αυτά στα πλαίσια της ευθύνης της ως εργοδότης του Ενάγοντα και, αν ναι, κατά πόσο αυτή ευθύνεται για τις ζημιές του Ενάγοντα, οι οποίες προκλήθηκαν κατά παράβαση αυτού του καθήκοντος. Εν' όψει των πιο πάνω ευθύνη στη βάση της υποχρέωσης που είχε η Εναγόμενη 1 ως εργοδότης του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί εναντίον της. Και αν ακόμα ο πιο πάνω συλλογισμός μου είναι λανθασμένος θεωρώ, ότι και πάλι δεν υπάρχει ενδεχόμενο επιτυχίας στην απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης
  2. Καθότι και αν ακόμα δεχόμουν, ότι η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με προστατευτικά μέσα ή εξοπλισμό ελλείπει μαρτυρία, που να αποδεικνύει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος αυτού και των ζημιών του Ενάγοντα. Η αναγκαιότητα ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας επιβεβαιώνεται από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πιο κάτω παρατίθενται ενδεικτικά μόνο δύο. Στην υπόθεση Παγκράτης Φυσικού ν. Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 521 ο εφεσείων καταχώρησε αγωγή για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, τις οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, υπέστη λόγω της αμέλειας και/ή παραβάσεως των νομικών καθηκόντων της εφεσίβλητης κατά τα χρονικά διαστήματα που ήταν εργοδοτούμενός της ως μεταλλωρύχος. Το Εφετείο παρέθεσε με επιδοκιμασία το παρακάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το βάρος της αποδείξεως το έφερε ο ενάγων που έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία ότι η πνευμοκονίαση, από την οποία αποδεδειγμένα πάσχει, προκλήθηκε από κάποια αμελή πράξη ή παράλειψη για την οποία νομικά ευθύνεται η εναγόμενη εταιρεία. Αυτό συνεπάγεται ύπαρξη καθήκοντος, παράβαση του καθήκοντος και την πάθηση, ως επίσης και την αιτιώδη συνάφεια. (Ίδε Robinson v. Post Office
(1974)2 All E. R. 737). Η απόδειξη της πάθησης, χωρίς ταυτόχρονη απόδειξη παραβάσεως καθήκοντος, δεν είναι αρκετή, όπως επίσης δεν είναι αρκετή απόδειξη ότι η πάθηση μπορεί να προκλήθηκε ή να μη προκλήθηκε από παράβαση καθήκοντος .». Τέλος, η υπόθεση Ζ. Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantantions Co Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 720 αφορούσε αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον των εργοδοτών της εφεσείουσας - ενάγουσας με την οποία αξιώνονταν αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση νομικού καθήκοντος, ήτοι του καθήκοντος του εργοδότη να παίρνει όλες τις εύλογες προφυλάξεις για την ασφάλεια των υπαλλήλων του και του καθήκοντος του να διατηρεί και/ή να παρέχει ένα εύλογα ασφαλές σύστημα εργασίας. Στην σελίδα 725 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο πως η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να συνδέεται με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να αποδειχθεί ευθύνη για αστικό αδίκημα θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος, καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος της απόδειξης και των δύο αυτών στοιχείων βαρύνει τον ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κάποια νομολογία δημιούργησε κάποια διαφοροποίηση στον κανόνα αυτό, που όμως δεν χρειάζεται να αναλύσομε, γιατί το όλο θέμα το ξεκαθάρισε από πιθανές παρερμηνείες η υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All E. R. 871, την οποία υιοθετούμε και στην οποία αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: "Where a plaintiff's injury was attributable to a number of possible causes, one of which was the defendant's negligence, the combination of the defendant's breach of duty and the plaintiff's injury did not give rise to a presumption that the defendant had caused the injury. Instead the burden remained on the plaintiff to prove the causative link between the defendant's negligence and his injury, although that link could legitimately be inferred from the evidence". Ακόμα και στην βάση, ότι η Εναγόμενη 1 είχε την υποχρέωση να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με προστατευτικά μέσα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία, που να αποδεικνύει, ότι οι ζημιές του Ενάγοντα προκλήθηκαν από την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να προμηθεύσει τον Ενάγοντα με προστατευτικά μέσα και ή τον κατάλληλο εξοπλισμό ή ότι αυτές θα αποφεύγονταν αν η Εναγόμενη 1 εκπλήρωνε το πιο πάνω καθήκον. Συναφώς ελλείπει η στοιχειοθέτηση της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν την τύχη της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης
  1. Παραμένει το θέμα της ευθύνης του Εναγόμενου
  2. Είδαμε πιο πάνω, ότι ο Εναγόμενος 2 είχε την ευθύνη για την διατήρηση του δρόμου επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα σε καλή και ασφαλή κατάσταση. Αν δεν είχε, όφειλε, πάντως, να έχει γνώση της κατάστασης, δηλαδή, της ύπαρξης της λακκούβας μέσα στον δρόμο και του κινδύνου που αυτή δημιουργούσε για τους χρήστες του δρόμου. Και αυτό γιατί, όπως διεφάνη μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο δρόμος επί του οποίου επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα ήταν πολυσύχναστος, αν όχι, από τους πιο πολυσύχναστους της πόλης της Πάφου. Ο Εναγόμενος 2 παρέλειψε να συντηρήσει δεόντως τον δρόμο ή να τον διατηρεί σε καλή και ασφαλή για τους χρήστες του δρόμου κατάσταση. Παρέλειψε, επομένως, να εκπληρώσει την υποχρέωσή του και το νομικό του καθήκον. Η ζημιά δε που υπέστη ο Ενάγοντας ήταν αποτέλεσμα της πιο πάνω παράλειψης του Εναγόμενου 2, αυτή δε δεν ήταν απομακρυσμένη και ήταν εύλογα προβλεπτή. Η κατάσταση μέσα στον δρόμο με την ύπαρξη της λακκούβας ήταν τέτοια που ήταν εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο ζημία. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, ότι ο Εναγόμενος 2 έχει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος και τις επακόλουθες ζημίες που ο Ενάγοντας υπέστη. Τίθεται και ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί σε πρόσωπο που υπέστη ζημία συνεπεία εν μέρει δικού του πταίσματος και εν μέρει πταίσματος άλλου ή άλλων μειώνεται κατά την έκταση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού της ευθύνης του στη ζημία. Η αξίωση σε σχέση με την ζημία αυτή δεν αναιρείται λόγω πταίσματος του προσώπου που υπέστη την ζημία. Το άρθρο 57 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 1
(1)του Αγγλικού Law Reform (Contributory Negligence) Act 1945 (Βλ. Christodoulou v. Menicou and others
(1968)1 CLR 17). Η βασική διαφορά ανάμεσα στο εύρημα για αμέλεια και το εύρημα για συντρέχουσα αμέλεια βρίσκεται στο ότι στην περίπτωση της αμέλειας η ευθύνη συναρτάται με την παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος επιμέλειας προς άλλους, ενώ στην περίπτωση της συντρέχουσας αμέλειας με την παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προβλεπτές προφυλάξεις για την δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του (Βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Κασάπη
(1988)1 ΑΑΔ 125). Στην υπόθεση Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τα όσα επί του θέματος λέχθηκαν από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 QB 608. Παρατίθεται απόσπασμα από την πιο πάνω Αγγλική απόφαση: «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless». Τέλος, στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου, ΠΕ 7341, ημερομηνίας 6.10.90 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος». Δεν βλέπω πώς υπό τις περιστάσεις ο Ενάγοντας υπέχει συντρέχουσα αμέλεια. Αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε κανονικά και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη εν ώρα νυκτός. Η λακκούβα ένεκα του μεγέθους της δεν ήταν ορατή από απόσταση ή από απόσταση που επέτρεπε στον Ενάγοντα να την αντιληφθεί ώστε να λάβει έγκαιρα μέτρα για να την αποφύγει και δη εν ώρα νυκτός. Άλλωστε, δεν υπήρχε κάτι μέσα στον δρόμο, που να προειδοποιεί τους οδηγούς για την ύπαρξή της. Ο Ενάγοντας οδηγώντας με στραμμένη την προσοχή του στην υφιστάμενη ή την ενδεχόμενη τροχαία κίνηση αντιλήφθηκε την λακκούβα όταν την πλησίασε από πολύ κοντινή απόσταση και όταν, πλέον, δεν ήταν δυνατό ή εφικτό να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει την πρόσκρουση σε αυτήν. Ούτε και μπορούσε εύλογα να προβλέψει την ύπαρξη της μέσα στον δρόμο μιας και δεν επρόκειτο περί υπό κατασκευής δρόμου, τα δε έργα για το αποχετευτικό είχαν ολοκληρωθεί έξι μήνες πριν επισυμβεί το επίδικο δυστύχημα. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις για ζημίες εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν τις ζημίες τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Ο Ενάγοντας αξιώνει ως ειδικές ζημιές, μεταξύ άλλων, το ποσό των Λ.Κ.325,00 σεντ ως ιατρικά έξοδα του ιατρού Γεωργιάδη (παράγραφος (α) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα»). Σύμφωνα με την μαρτυρία του αυτός πλήρωσε στον εν λόγω ιατρό το πιο πάνω ποσό. Προς απόδειξη του ύψους του κονδυλίου αυτού ο Ενάγοντας κατέθεσε σχετικό τιμολόγιο, που εκδόθηκε από τον ιατρό Γεωργιάδη, ημερομηνίας 30.10.03. Το εν λόγω τιμολόγιο σημειώθηκε, αρχικά, ως Τεκμήριο Α για Αναγνώριση. Ο ιατρός Γεωργιάδης (ΜΕ 3) με την μαρτυρία του επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα επί του προκειμένου, αναγνώρισε το τιμολόγιο, υιοθέτησε το περιεχόμενο του και το εν λόγω τιμολόγιο έγινε, ακολούθως, κανονικό τεκμήριο (Τεκμήριο 4). Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω, πως το κονδύλι αυτό αποδείχθηκε με την απαιτούμενη από την νομολογία αυστηρότητα. Συνακόλουθα επιδικάζω για τα ιατρικά έξοδα του ιατρού Γεωργιάδη το ισάξιο σε Ευρώ του ποσού των Λ.Κ.325,00 σεντ, ήτοι το ποσό των Ευρώ 553,30 σεντ. Αξιώνει, επίσης, ως ειδικές ζημιές το ποσό των Λ.Κ.55,00 σεντ για το ρολόι του (παράγραφος (δ) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα») και το ποσό των Λ.Κ.175,00 σεντ για το τηλέφωνο του μάρκας ΝΟΚΙΑ (παράγραφος (ε) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα»). Σημειώνεται, ότι ό,τι ο Ενάγοντας ανέφερε επί του προκειμένου είναι, ότι από την πτώση του μέσα στη λακκούβα έσπασε το κινητό του τηλέφωνο. Δεν ανέφερε, όμως, πόσο ήταν το ύψος της ζημίας, που προκλήθηκε από την απώλεια αυτή, ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία παρουσίασε προς απόδειξή του. Αναφορικά δε με το ρολόι δεν υπήρξε καν ισχυρισμός από μέρους του ότι αυτό έσπασε ή υπέστη οποιαδήποτε ζημία συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Ούτε και, βεβαίως, με την μαρτυρία του, αλλά ούτε και με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αποδείχθηκε το ύψος της ζημίας αυτής. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, ότι τα πιο πάνω κονδύλια δεν αποδείχθηκαν με την απαιτούμενη από την νομολογία αυστηρότητα. Γι' αυτό και κανένα ποσό δεν επιδικάζεται αναφορικά με αυτά. Όσον δε αφορά την αστυνομική έκθεση (παράγραφος (στ) κάτω από τον τίτλο «Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Ενάγοντα») δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη του κονδυλίου αυτού. Η εν λόγω έκθεση δεν παρουσιάσθηκε και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε προς απόδειξη του ποσού που δαπανήθηκε για τυχόν εξασφάλισή της. Γι' αυτό και κανένα ποσό δεν επιδικάζεται. Συνακόλουθα επιδικάζω υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 ως ειδικές ζημιές το συνολικό ποσό των Ευρώ 937,31 σεντ. Στο πιο πάνω ποσό κατέληξα αφού έλαβα υπόψη μου και τα ποσά που δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Στο άχαρο δικαστικό έργο της αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας σε χρήμα βοηθητική είναι η αναφορά σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις για παρόμοιους όσο το δυνατόν τραυματισμούς και με ανάλογες συνέπειες. Η επί μέρους Νομολογία είναι σημαντική, ώστε να υπάρχει και συνέπεια και βεβαιότητα (Βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ v. Μαρίνου Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 590). Υπόψη πρέπει να λαμβάνεται η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές και ότι αυτές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Κατά την επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την έντονη ταλαιπωρία, που ο Ενάγοντας υπέστη κατά τα πρώτα στάδια του τραυματισμού του, η οποία ήταν απόκοτο των έντονων πόνων και των ενοχλημάτων από τα οποία υπέφερε, όπως και τις ανέσεις που απώλεσε συνεπεία των πιο πάνω. Το γεγονός, ότι ο Ενάγοντας υπεβλήθη σε φυσιοθεραπεία είναι παράμετρος που προσμετρά κατά την επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων, εφόσον αυτή συντείνει σε ακόμα μεγαλύτερη ταλαιπωρία - αν και από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς πόσο χρόνο αυτή διήρκησε - όπως και το γεγονός ότι για περίοδο 3 εβδομάδων ο Ενάγοντας έφερε νάρθηκα στον δεξί του ώμο, πράγμα που του περιόριζε τις κινήσεις και συνέβαλε σε περαιτέρω ταλαιπωρία. Στην ταλαιπωρία που υπέστη ο Ενάγοντας το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και το γεγονός, ότι αυτός υποβαλλόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε αλλαγές για περιποίηση των τραυμάτων στα άκρα αν και και πάλι δεν καθορίσθηκε ο χρόνος που διήρκησαν αυτές οι αλλαγές. Το Δικαστήριο οφείλει, επίσης, να λάβει υπόψη, ότι ο ώμος αποκαταστάθηκε, όπως, επίσης, το γεγονός, ότι ακόμη και σήμερα ο Ενάγοντας εξακολουθεί να αισθάνεται κάποια ενοχλήματα στο χέρι του, ιδίως, τον Χειμώνα με το κρύο, όπως και το γεγονός, ότι συνεπεία του δυστυχήματος παρέμειναν στον Ενάγοντα από τα τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματός του σημάδια και δυσχρωμία, τα οποία δεν είναι δυσδιάκριτα. Είχα την ευκαιρία κατά την ακροαματική διαδικασία να δω τα σημάδια που παρέμειναν στο χέρι του Ενάγοντα. Δέχομαι, ότι αυτά, όπως και τα άλλα που παρέμειναν στα άλλα μέρη του σώματός του και αναφέρθηκαν στα ευρήματά μου, αποτελούν κοσμητικό μειονέκτημα πλην όμως ο Ενάγοντας δεν υποστήριξε σαφώς και θετικά, ότι αυτά είναι τέτοια που τον επηρεάζουν συναισθηματικά και ψυχολογικά. Ενδεικτική είναι η απάντησή του σε σχετική υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης
  1. Ό,τι επί του προκειμένου ανέφερε ο Ενάγοντας ήταν ότι όταν είναι Καλοκαίρι και φορά κοντό παντελόνι φαίνονται τα σημάδια στα πόδια του. Δεν υποστήριξε με σαφή και θετική μαρτυρία, ότι τα εναπομείναντα σημάδια τον επηρεάζουν συναισθηματικά ή ψυχολογικά ως ο ισχυρισμός του στην Έκθεση Απαίτησής του. Αφού έλαβα σοβαρά υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω, πως ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 12.000,00 σεντ θα ήταν λογικό να επιδικασθεί ως γενικές αποζημιώσεις στον Ενάγοντα για πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου θα πρέπει να λεχθεί, ότι παρατηρείται κάποια καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής. Και αυτό γιατί ενώ το δυστύχημα επισυνέβη στις 22.6.03 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 25.8.04, ήτοι 14 μήνες μετά το δυστύχημα. Σημειώνεται, ότι καμία δικαιολογία δεν δόθηκε για την καθυστέρηση που πιο πάνω αναφέρεται. Κρίνω, πως η καθυστέρηση αυτή είναι της τάξης των 6 μηνών. Γι' αυτό και ο τόκος επί των ποσών που επιδικάσθηκαν ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις θα αρχίζει 6 μήνες μετά την ημερομηνία του δυστυχήματος, ήτοι από 22.12.
  2. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 2 για το ποσό των Ευρώ 12.937,31 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 22.12.03 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 1 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.