Ανδρέα Νεοφύτου ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 771/04, 9.1.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 771/04 Μεταξύ: Ανδρέα Νεοφύτου ανήλικος διά των γονέων και κηδεμόνων αυτού, Ζαχαρία Νικολάου και Μαρίνας Γεωργίου, από την Γιόλου Ενάγοντα και Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενου Ημερομηνία: 9.1.09 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ν. Τσιαπαλής (για να ακούσει απόφαση κα Ανθή Χριστοδούλου Για την Εναγόμενη׃ κα Ε. Κόκκινου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έγερση της παρούσης αγωγής αποτέλεσε το ατύχημα που είχε ο Ενάγοντας, ηλικίας, τότε, μόλις 6 χρόνων στο σχολείο του, το δημοτικό σχολείο της Γιόλους, συνεπεία του οποίου υπέστη σωματικές βλάβες, πόνους, ταλαιπωρία και έξοδα για τα οποία αξιώνει απο την Εναγόμενη γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Είναι η θέση του, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, ότι η Εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει τις αξιούμενες αποζημιώσεις, γιατί το ατύχημα που επισυνέβη, εν ώρα διαλείμματος, οφείλεται στην αμέλεια και/ή στις παραλείψεις νομίμων καθηκόντων της Εναγόμενης και/ή των υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν υπό την ευθύνη τους τον Ενάγοντα. Οι θέσεις αυτές απορρίπτονται απο την Υπεράσπιση, η οποία ισχυρίζεται ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο και ότι η ίδια διά των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της είχε λάβει όλα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα υπό τις περιστάσεις μέτρα. Μαρτυρία για τον Ενάγοντα έδωσαν ο ιατρός Δρ. Γεώργιος Μεταξάς (ΜΕ 1), ο Νικόλας Χαραλάμπους ( ΜΕ 2), ο Ζαχαρίας Νικολάου (ΜΕ 3) και η Μαρίνα Γεωργίου (ΜΕ 4), ενώ μαρτυρία για την Υπεράσπιση έδωσε μόνο η Ελένη Γεωργιάδου (ΜΥ 1). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους τις θέσεις των πελατών τους και επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση των μαρτύρων αναφέροντας μόνο περιληπτικά κάποια σημεία από την μαρτυρία ενός έκαστου των μαρτύρων, τα οποία, κατά την γνώμη μου, θα βοηθήσουν στην πληρέστερη κατανόηση των γεγονότων της υπόθεσης. O ΜΕ 1 ήταν ο ιατρός, ο οποίος περιέθαλψε και χειρούργησε τον Ενάγοντα. Αυτός μαρτύρησε με σταθερό και πειστικό τρόπο χωρίς να διακρίνω στην μαρτυρία του οποιαδήποτε υπερβολή ή προσπάθεια να βοηθήσει τον Ενάγοντα στην υπόθεση του, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του. Σημειώνεται, ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε από την Υπεράσπιση και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στα τραύματα που ο Ενάγοντας υπέστη και στην θεραπεία, η οποία του παρασχέθηκε και κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο ετοίμασε (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, όταν ο Ενάγοντας εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 26/2/04, διαπιστώθηκε κάταγμα μεσότητας δεξιού αντιβραχίου σε παλαμιαία γωνίωση και τα αγγεία-νεύρα ήταν φυσιολογικά. Εισήχθη στο χειρουργείο όπου υπό γενική αναισθησία του έγινε κλειστή ανάταξη και σταθεροποίηση με γύψινο επίδεσμο. Στις 27/2/04 εξήλθε του νοσοκομείου και στην συνέχεια του έγιναν τέσσερεις επανεξετάσεις στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, ενώ στις 2/4/04 του έγινε αφαίρεση του γύψινου επιδέσμου. Σήμερα ο ασθενής έχει αποθεραπευθεί. Ο ΜΕ 2 κατά τον χρόνο του δυστυχήματος φοιτούσε στο ίδιο σχολείο με τον Ενάγοντα, δηλαδή, στο δημοτικό σχολείο του χωριού Γιόλου, της επαρχίας Πάφου, και ήταν στην έκτη τάξη. Ισχυρίσθηκε, ότι είδε πώς έγινε το ατύχημα και ότι αυτό επισυνέβη στο δεύτερο διάλλειμμα, που ήταν μεταξύ των ωρών 10.45 π.μ. και 11.00 π.μ. Περιέγραψε το μέρος απο το οποίο ο Ενάγοντας έπεσε και κτύπησε, αναφέροντας συνοπτικά, ότι στο σημείο υπήρχε ένας ανηφορικός δρόμος, τον οποίο ο μάρτυρας χαρακτήρισε ως ράμπα. Στα αριστερά της ράμπας αυτής, υπήρχε άλλη, δεύτερη κατηφορική ράμπα, ενώ μεταξύ των δύο, υπήρχε τοίχος και κενό, χωρίς όμως να υπάρχουν κάγκελα ή οτιδήποτε άλλο που να προστατεύει από κίνδυνο πτώσης. Τέτοια κάγκελα τοποθετήθηκαν μία εβδομάδα μετά το ατύχημα. Αυτός είδε τον Ενάγοντα να πέφτει στο κενό και να χτυπά. Αφού τον πλησίασε και διαπίστωσε ότι ο Ενάγοντας είχε χτυπήσει στο χέρι, το οποίο και συνεχώς έλεγε ότι τον πονούσε, τον μετέφερε στο γραφείο της διευθύντριας του σχολείου. Στο μέρος του ατυχήματος και μέχρι την μεταφορά του Ενάγοντα στο γραφείο της διευθύντριας, ούτε δάσκαλος, ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προσέτρεξε για βοήθεια. Όταν ανάφερε στην διευθύντρια, ότι είχε το τηλέφωνο του θείου του και πατέρα του Ενάγοντα, αυτή του απάντησε ότι δεν ήταν δουλειά δική του το τι αυτή θα έπραττε και έτσι ο ίδιος επέστρεψε πίσω στη τάξη του. Μερικές μέρες αργότερα η διευθύντρια του σχολείου, αφού τον αναζήτησε, του έκανε παρατήρηση ότι δεν έπρεπε να πει οτιδήποτε στον θείο του για το συμβάν και του έδωσε και ένα «πάτσο». Ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με απόλυτη θετικότητα και σταθερότητα. Απαντούσε στις ερωτήσεις, που του υποβάλλονταν, άμεσα και ευθέως και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό, στοιχεία που καταδείκνυαν την ειλικρίνεια του και την γνησιότητα των όσων ανέφερε. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την γενικότερη στάση και συμπεριφορά του απο το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν τέτοια που με έπεισαν ότι αυτός ήταν μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του, εκτός μόνο από το σημείο εκείνο της μαρτυρίας του, το οποίο άπτεται του χρόνου και, συγκεκριμένα, τις μέρες που μεσολάβησαν απο το ατύχημα μέχρι και την ημέρα που ο πατέρας του Ενάγοντα επισκέφθηκε την διευθύντρια του σχολείου για να εκφράσει το παράπονο του για τον τρόπο που η διευθύντρια χειρίσθηκε την κατάσταση μετά το ατύχημα. Οι λόγοι που δεν αποδέχομαι το σημείο αυτό είναι, πρώτο, γιατί ο μάρτυρας δεν μπορούσε να θυμηθεί με ακρίβεια τις μέρες που πέρασαν απο το ατύχημα μέχρι και την επίσκεψη του ΜΕ 3 στο σχολείο, ενώ ο δεύτερος θα διαφανεί στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
- Όμως, τα όσα ο μάρτυρας πρόβαλε επί του σημείου αυτού, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση, δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία του, ενόψει της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Οι γονείς του Ενάγοντα μαρτύρησαν ως ΜΕ 3 και
- Και οι δύο μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Παρακολουθώντας τους να καταθέτουν απο το εδώλιο του μάρτυρα, σχημάτισα γι' αυτούς θετική και καλή εντύπωση, χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια τους να αλλοιώσουν τα όσα πραγματικά έγιναν σε βάρος της αλήθειας. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία τους. Ο πατέρας του Ενάγοντα μαρτύρησε ως ΜΕ
- Αυτός πληροφορήθηκε το ατύχημα που είχε ο υιός του η ώρα 1.10 μ.μ. από την σύζυγο του, η οποία του τηλεφώνησε, ενώ αυτός βρισκόταν στην εργασία του. Ο μάρτυρας εξέθεσε, περαιτέρω, στο Δικαστήριο όλα όσα ακολούθησαν απο την στιγμή που μετέβη στο σπίτι του και μετέφερε το παιδί του στο νοσοκομείο καθώς και όσα έλαβαν χώρα στην συνέχεια μετά την έξοδο του παιδιού από αυτό, όταν επισκέφθηκε την διευθύντρια στο σχολείο, επίσκεψη που έγινε την ίδια μέρα που ο μικρός Ανδρέας εξήλθε του νοσοκομείου, δηλαδή στις 27/2/
- Η μητέρα του Ενάγοντα (ΜΚ 4) υποστήριξε, ότι την ημέρα του ατυχήματος και όταν επέστρεψε στο σπίτι της μεταξύ 12.45 και 1.00 μ.μ. βρήκε στο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού, το οποίο είχε σύστημα αναγνώρισης κλήσης, μία κλήση από κάποιο κινητό τηλέφωνο άγνωστο στην ίδια. Κάλεσε, τότε, τον αριθμό αυτό και της απάντησε η δασκάλα του υιού της, η οποία της είπε, ότι ο λόγος που της είχε τηλεφωνήσει, ήταν γιατί κτύπησε «λίγο» ο Αντρέας. Αμέσως πήγε στο σχολείο, όπου βρήκε τον γιό της με το χέρι του πρησμένο και να κλαίει. Η δασκάλα του της είπε, ότι χτύπησε «λίγο» και ότι του θύμωσαν, μάλιστα, που έκλαιγε όλη μέρα. Πήρε το παιδί στο σπίτι και τηλεφώνησε στον σύζυγό της, στον οποίο ανάφερε ότι ο γιός τους είχε κτυπήσει. Μαζί με τον σύζυγο της, ο οποίος έφθασε στο σπίτι, μετέφεραν το παιδί στο νοσοκομείο, ενώ καθ' οδόν η ίδια έδωσε στο παιδί να φάει μερικά μπισκόττα στην προσπάθεια της να το καθησυχάσει. Στο νοσοκομείο εξέτασε τον Ανδρέα ο ΜΕ 1, ο οποίος τους είπε, ότι το παιδί θα έπρεπε να χειρουργηθεί. Για να μπορέσει δε ο ιατρός να δει το χέρι του παιδιού, έσκισαν τα ρούχα που φορούσε το παιδί και, τότε, το χέρι του «κρεμάστηκε», αφού όπως φάνηκε, αυτό το συγκρατούσαν μόνο τα ρούχα. Όπως ο γιατρός τους ανέφερε, θα έπρεπε πρίν το παιδί εισέλθει στο χειρουργείο, να αναμένουν την παρέλευση μερικών ωρών, αφού το παιδί είχε ήδη καταναλώσει τα μπισκόττα και πιθανόν να είχε ήδη φάει και στο σχολείο του. Γι' αυτό και του τύλιξαν το χέρι του με επιδέσμους και τον μετέφεραν σε ένα δωμάτιο του νοσοκομείου μέχρι το απόγευμα που επέστρεψε ο γιατρός και εισήγαγαν το παιδί στο χειρουργείο. Στο ενδιάμεσο για να του απαλύνουν τους πόνους, του έβαλαν ορρούς με ηρεμιστικό. Το βράδυ μαζί με τον Αντρέα έμεινε μαζί του στο νοσοκομείο ο πατέρας του. Ανέφερε, επίσης, η μάρτυρας, ότι για το ότι το ατύχημα επισυνέβη κατά την διάρκεια του δεύτερου διαλείμματος και όχι του τρίτου, όπως είναι η θέση της Υπεράσπισης, έμαθε από το ίδιο της το παιδί που τραυματίσθηκε, τον ΜΕ 2, άλλα και από άλλα παιδιά του σχολείου. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της, αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μετά την τελευταία τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, με τον τροποποιητικό Νόμο, Ν.32
(1)/04, αποτελεί, πλέον, αποδεκτή μαρτυρία. Η βαρύτητα, όμως, που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο, κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη διάφορους παράγοντες, για τους οποίους αναφορά γίνεται στον Νόμο. Στην παρούσα περίπτωση τα όσα η μάρτυρας ανάφερε, επιβεβαιώθηκαν ενόρκως απο τον ΜΕ 2, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή. Εν' όψει τούτου καθώς και της πολύ καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το πρόσωπο της ΜΕ 4, αποδέχομαι και αυτό το μέρος από την μαρτυρία της. Ως ΜΥ 1 κατέθεσε η Ελένη Γεωργιάδου, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου, στο οποίο φοιτούσε ο Ανδρέας. Αυτή προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Υποστήριξε ενόρκως, ότι το ατύχημα επισυνέβη πριν την είσοδο των παιδιών στις τάξεις για την τελευταία περίοδο καθώς και ότι, όπως της είπε η δασκάλα του Ανδρέα, αυτό προκλήθηκε, όχι απο τυχαία πτώση, αλλά, γιατί αυτός ανέβηκε σε κάποιο πεζούλι και πήδηξε. Ισχυρίσθηκε, συγκεκριμένα, ότι στις 12.25 μ.μ. και μετά που κτύπησε το κουδούνι για την τελευταία περίοδο και ενώ η ίδια κατευθυνόταν σε μία τάξη, άκουσε φωνές απο την δασκάλα του παιδιού που εκείνη την ώρα ασκούσε καθήκοντα παιδονομίας. Κατευθύνθηκε στο μέρος, και αφού είπε στα παιδιά που είχαν μαζευτεί εκεί και ήταν ένα «τσούρμο», όπως, ενδεικτικά ανέφερε, να πάνε στις τάξεις τους, η ίδια μαζί με τον Αντρέα και την δασκάλα του, πήγαν στο γραφείο της. Εκεί κοίταξε το χέρι του παιδιού, το ρώτησε πώς κτύπησε και θεώρησε ορθό να ενημερώσει για το συμβάν τους γονείς του. Είχε το τηλέφωνο του σπιτιού και το κινητό τηλέφωνο του πατέρα. Επειδή στο τηλέφωνο του σπιτιού δεν απαντούσε κανένας, ρώτησε τον Ανδρέα πού εργάζεται ο πατέρας του και επειδή αυτός της είπε ότι εργαζόταν στην Πάφο, δεν θεώρησε ορθό να του τηλεφωνήσει. Και αυτό γιατί μέχρι αυτός να έλθει στο σχολείο τα παιδιά θα σχολνούσαν, έτσι και αλλιώς. Η ίδια στις 12.35 μ.μ. έφυγε απο το γραφείο της γιατί είχε μάθημα, αλλά έδωσε εντολή στη δασκάλα του παιδιού να παραμείνει μαζί του και να τηλεφωνεί στη μητέρα του μέχρι να την εντοπίσει. Ενώ έκανε μάθημα είδε την μητέρα του Ανδρέα στις 12.55 μ.μ. να μπαίνει στην αυλή του σχολείου, να παίρνει το παιδί της και να φεύγει. Παρόλο που η δασκάλα είπε στη μητέρα να πάρει το παιδί της στο γιατρό, αυτή δεν το μετέφερε αμέσως παρά μόνο στις 2.30 μ.μ.. Επειδή, όμως, το παιδί ήταν φαγωμένο, ο γιατρός της είπε ότι δεν μπορούσε να το υπνώσει και να το βάλει στο γύψο. Η μάρτυρας αυτή δεν μου έκαμε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας το ύφος της και τον τρόπο που απαντούσε καθώς και την γενικότερη στάση και συμπεριφορά της, σχημάτισα την πιο πάνω πεποίθηση. Η όλη εικόνα που παρουσίαζε ήταν τέτοια, που θεωρώ ότι δεν είπε την αλήθεια, αλλά προσπάθησε μόνο να παρουσιάσει μια προκατασκευασμένη εκδοχή. Στην προσπάθεια της δε αυτή, δεν δίστασε να προσπαθήσει να δημιουργήσει άσχημες εντυπώσεις για τον ΜΕ 2, λέγοντας ότι αυτός, που ας σημειωθεί, τότε, βρισκόταν στην ηλικία των 12 χρόνων, ήταν ένα παιδί που δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα. Μιλώντας δε για τους μαθητές δεν δίστασε σε περισσότερες απο μία περιπτώσεις να χρησιμοποιήσει την έκφραση «τσούρμο», λέξη, που θεωρώ, ότι δεικνύει την αντιμετώπιση της μάρτυρος προς τα παιδιά και ο οποίος θα μπορούσε κατά το ελάχιστον να χαρακτηρισθεί ως υποτιμητικός. Προσπάθησε, επίσης, να μειώσει την σοβαρότητα του τραυματισμού του Ενάγοντα, λέγοντας ότι επειδή το παιδί είχε φάει, ο γιατρός δεν μπορούσε να το «υπνώσει» και να βάλει το χέρι του στο γύψο ως και εάν η θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας περιορίσθηκε μόνο στην τοποθέτηση του χεριού του στο γύψο. Ενώ με πλήρη ακρίβεια αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες ώρες για κάποιες από τις ενέργειες, στις οποίες, κατ' ισχυρισμό της, προέβηκε, όπως π.χ. την ώρα που έφυγε από το γραφείο της αφήνοντας εκεί τον Ενάγοντα μαζί με την δασκάλα του, για να μεταβεί στη τάξη στην οποία είχε μάθημα και ήταν, όπως είπε, 12.35 μ.μ., την ώρα, επίσης, που ισχυρίσθηκε ότι είδε την μητέρα του παιδιού να μπαίνει στο σχολείο και ήταν, σύμφωνα με αυτήν, 12.55 μ.μ., δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί, έστω και κατά προσέγγιση το πλάτος κάποιου πεζουλιού, όπως της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, προβάλλοντας, μάλιστα, ως λόγο την παρέλευση πολλών χρόνων. Όλα τα πιο πάνω μου δημιούργησαν άσχημη εντύπωση για την μάρτυρα. Σε συνδυασμό δε με τον γενικότερο τρόπο και ύφος με το οποίο μαρτύρησε δεν μου ενέπνευσε την ειλικρίνεια και, κατά συνέπεια, δεν μπορώ να δώσω πίστη σε όσα αυτή κατέθεσε διά ζώσης. Γι' αυτό κρίνω την μάρτυρα ως εντελώς αναξιόπιστη και απορρίπτω την μαρτυρία της. Από την μαρτυρία της δέχομαι μόνο, ότι αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η διευθύντρια του δημοτικού σχολείου Γιόλου στο οποίο φοιτούσε ο μικρός Αντρέας. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα׃ Στις 26/2/04 ο Ενάγοντας ήταν ηλικίας 6 χρόνων και μαθητής της Α΄ τάξης του δημοτικού σχολείου Γιόλου. Κατά την ώρα του δεύτερου διαλείμματος, δηλαδή μεταξύ των ωρών 10.45 π.μ. και 11.00 π.μ. ο Ενάγοντας έπεσε στο κενό που υπήρχε μεταξύ δύο ράμπων, που υπήρχαν εντός της αυλής του σχολείου και στις οποίες οι μαθητές είχαν πρόσβαση. Ο Ενάγοντας έπεσε ενώ βρισκόταν με άλλους μαθητές του σχολείου επί της ανηφορικής ράμπας. Πέφτοντας από την ανηφορική ράμπα βρέθηκε στην κατηφορική. Στο σημείο από το οποίο έπεσε ο Ενάγοντας δεν υπήρχαν επί της ανηφορικής ράμπας προστατευτικά κάγκελα, ούτε οτιδήποτε άλλο που να προστατεύει από κίνδυνο πτώσης. Τέτοια κάγκελα τοποθετήθηκαν μια εβδομάδα μετά το ατύχημα. Ο ΜΕ 2 πλησίασε τον Ενάγοντα και όταν διαπίστωσε ότι αυτός είχε χτυπήσει στο χέρι, τον μετέφερε στο γραφείο της διευθύντριας του σχολείου. Στο μέρος του ατυχήματος και μέχρι την μεταφορά του Ενάγοντα στο γραφείο της διευθύντριας, ούτε δάσκαλος, ούτε κανένα άλλο πρόσωπο, εκτός του ΜΕ 2, προσέτρεξε σε βοήθεια του. Η δασκάλα του Ενάγοντα τηλεφώνησε μια φορά στο τηλέφωνο του σπιτιού του Ενάγοντα, αλλά κανένας δεν απάντησε. Όταν η μητέρα του Ενάγοντα επέστρεψε στο σπίτι της περί της 1.00 μ.μ. το μεσημέρι, βρήκε την κλήση στο τηλέφωνο του σπιτιού της, κάλεσε τον αριθμό αυτό και διαπίστωσε ότι ήταν η δασκάλα του γιού της, η οποία της ανέφερε ότι Ενάγοντας είχε χτυπήσει λίγο. Αμέσως μετέβη στο σχολείο, όπου βρήκε τον Ενάγοντα να έχει το χέρι του πρησμένο και να κλαίει. Μαζί με το παιδί μετέβησαν, στην συνέχεια, στο σπίτι τους από όπου μαζί με τον σύζυγο της μετέφεραν το παιδί στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, ενώ καθ' οδόν η ίδια του έδωσε να φάει μερικά μπισκόττα στην προσπάθεια της να το καθυσυχάσει. Ο Ενάγοντας συνεπεία της πτώσης από την ράμπα υπέστη κάταγμα μεσότητας δεξιού αντιβραχίου σε παλαμιαία γωνίωση και η ανάγκη για χειρουργική επέμβαση κρίθηκε επιτακτική. Επειδή το παιδί είχε ήδη καταναλώσει κάποια τροφή δεν ήταν ασφαλές να χειρουργηθεί αμέσως. Γι' αυτό και στο νοσοκομείο τύλιξαν το χέρι του με επιδέσμους και μετέφεραν τον Ενάγοντα σε ένα δωμάτιο του νοσοκομείου. Για να του απαλύνουν δε τους πόνους του έβαλαν ορρούς με ηρεμιστικό, μέχρι το απόγευμα που επέστρεψε ο γιατρός και εισήγαγαν το παιδί στο χειρουργείο. Υπό γενική αναισθησία του έγινε κλειστή ανάταξη και σταθεροποίηση με γύψινο επίδεσμο. Στις 27/2/04 ο Ενάγοντας εξήλθε του νοσοκομείου και στην συνέχεια του έγιναν τέσσερεις επανεξετάσεις στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, ενώ στις 2/4/04 του έγινε αφαίρεση του γύψινου επιδέσμου. Το βράδυ έμεινε μαζί με τον Ενάγοντα στο νοσοκομείο ο πατέρας του. Σήμερα ο Ενάγοντας έχει αποθεραπευθεί. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. 1. Ελευθερίας Ζιπίτη κ.α. 2003
(1)ΑΑΔ 749 αναγνωρίσθηκε η ευθύνη της Δημοκρατίας για καταβολή αποζημιώσεων, η οποία προκύπτει απευθείας απο το άρθρο 172 του Συντάγματος. Στις σελίδες 757-758 αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Το Άρθρο 172 του Συντάγματος αναφέρει ότι η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους. Το Άρθρο 172 έχει κριθεί νομολογιακά ότι παρέχει αγώγιμο δικαίωμα αποζημίωσης όταν υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κράτους, ως αποτέλεσμα της οποίας προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια». Στην παρούσα υπόθεση έχουν προκύψει και άδικες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του κράτους που είχαν υπό την ευθύνη τους το δημοτικό σχολείο του χωριού Γιόλου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτές συνίστανται στην διατήρηση της ράμπας εντός του χώρου του σχολείου και στην οποία οι μαθητές του σχολείου είχαν πρόσβαση χωρίς αυτή να διαθέτει κάγκελο ή άλλο κυγκλίδωμα που να προστατεύει από κίνδυνο πτώσης καθώς επίσης και στην παράλειψη τους να έχουν κατά τον ουσιώδη χρόνο επαρκή και ικανοποιητική επίβλεψη και επιτήρηση των μαθητών και δη των πιο μικρών μαθητών που βρίσκονταν στην αυλή του σχολείου εν ώρα διαλείμματος. Η ανυπαρξία οποιουδήποτε προστατευτικού επί της ράμπας δημιουργούσε ορατό και προβλεπόμενο κίνδυνο πτώσης, ιδίως, για μικρά παιδιά, όπως ήταν ο Ενάγοντας, με συνεπακόλουθα τον τραυματισμό, γιατί όχι, ενδεχομένως και τον θάνατο. Η Εναγόμενη όφειλε να λάβει προστατευτικά μέτρα προς αποτροπή του πιο πάνω κινδύνου, είτε με την τοποθέτηση προστατευτικού κάγκελου, είτε με την απαγόρευση της χρήσης της ράμπας από τους μαθητές, είτε με την κατάλληλη και επαρκή επιτήρηση, επίβλεψη, νουθεσία και προτροπή των μαθητών από το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου. Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, η δήλωση του ΜΕ 2, ότι κατά την πτώση του μικρού Αντρέα από την ράμπα δεν υπήρχε κανένας από το εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου παρών στο μέρος του ατυχήματος. Αυτό καταδεικνύει δίχως άλλο, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε, αν όχι καθόλου επιτήρηση και επίβλεψη των μαθητών από το εκπαιδευτικό προσωπικό στον χώρο του σχολείου, γενικά, τουλάχιστον, επαρκής επιτήρηση και επίβλεψη στον χώρο του δυστυχήματος. Καθότι αν υπήρχε επαρκής επιτήρηση και επίβλεψη στον χώρο του ατυχήματος, είτε δεν θα επιτρεπόταν εξ' αρχής στον μικρό Αντρέα να βρίσκεται επί της ράμπας μαζί με άλλα παιδιά και να συνομιλεί ή να παίζει μαζί τους, είτε θα φρόντιζε ο έχων την ευθύνη για την επίβλεψη και επιτήρηση των μαθητών στον χώρο του δυστυχήματος να αποχωρήσει ο μικρός Αντρέας από την ράμπα με ασφάλεια. Υπό τις δοσμένες περιστάσεις, ήτοι εν' όψει της ανυπαρξίας οποιουδήποτε προστατευτικού από την μεριά της ράμπας επί της οποίας στεκόταν ο μικρός Αντρέας σε συνδυασμό με το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχαν και άλλα παιδιά πάνω στην ράμπα, πράγμα, που σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, επαύξανε το ενδεχόμενο αυξημένης δραστηριότητας εκ μέρους του και, κατ' επέκταση, τον κίνδυνο πτώσης, ο κίνδυνος πτώσης ήταν και ορατός και προβλεπόμενος. Ο ισχυρισμός δε του ΜΕ 2, ότι κανένας από το εν λόγω προσωπικό δεν προσέτρεξε για βοήθεια καθόσον ο ΜΕ 2 μετέφερε τον μικρό Αντρέα τραυματισμένο πια στο γραφείο της διευθύντριας όχι μόνο επιβεβαιώνει τα πιο πάνω, αλλά και καταδεικνύει, ότι κανένας από το εκπαιδευτικό προσωπικό δεν πήρε καν είδηση για το τραγικό συμβάν, πράγμα, που επιβεβαιώνει την παντελή έλλειψη επιτήρησης από μέρους του σχολείου στον χώρο του ατυχήματος. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπισή της ισχυρίζεται, ότι το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Αναφορικά με το εστί αναπόφευκτο δυστύχημα άντλησα καθοδήγηση από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Theodoulou v. Pelopidha
(1981)1 CLR 230. Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο υιοθέτησε απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth on Negligence, 6η έκδοση, παράγραφος 1256 στην οποία γίνεται αναφορά σε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Lopes L.J. στην Αγγλική υπόθεση The Schwan
(1892)P. 419. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση αναπόφευκτο είναι το δυστύχημα, το οποίο το διάδικο μέρος στο οποίο καταλογίζεται η ζημιά δεν θα μπορούσε να εμποδίσει με την άσκηση εύλογης φροντίδας και προσοχής. Το βάρος δε της απόδειξης φέρει ο εναγόμενος. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Εναγόμενη όχι μόνο δεν απέσεισε το βάρος που είχε στους ώμους της να αποδείξει αναπόφευκτο δυστύχημα, αλλά καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε προς την κατεύθυνση αυτή. Εν' όψει δε της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και, κατ' επέκταση, των ευρημάτων μου ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει, ότι η Εναγόμενη υπείχε καθήκον φροντίδας, το οποίο παρέλειψε να εκπληρώσει και ότι η παράλειψη αυτή ήταν η αιτία του δυστυχήματος, και, κατ' επέκταση, των σωματικών βλαβών, που υπέστη ο Ενάγοντας. Εν' όψει όλων των πιο πάνω κρίνω, πως η Εναγόμενη φέρει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Στο άχαρο δικαστικό έργο της αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας σε χρήμα βοηθητική είναι η αναφορά σε αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου επιδικάσθηκαν αποζημιώσεις για παρόμοιους όσο το δυνατόν τραυματισμούς και με ανάλογες συνέπειες. Η επί μέρους Νομολογία είναι σημαντική, ώστε να υπάρχει και συνέπεια και βεβαιότητα (Βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ v. Μαρίνου Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 590). Υπόψη πρέπει να λαμβάνεται η τάση της Νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789), τάση που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. Το ύψος των αποζημιώσεων είναι αλληλένδετο με τα ιδιαίτερα περιστατικά του κάθε τραυματισθέντα. Ισχύει η αρχή, ότι στον τομέα των αποζημιώσεων ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η υγεία είναι ο κοινός παρονομαστής για την ευημερία του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις είναι το μέσο για την αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και την αντιμετώπιση των λειτουργικών δυσχερειών που επιφέρει ο τραυματισμός (Βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi, πιο πάνω). Δεν πρέπει, όμως, οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66). Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66 υπογραμμίζεται η σταθερή άνοδος του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Παράλληλα τονίζεται ότι σταθερή είναι η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές και ότι αυτές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεχτού. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση. Η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι οι υπεύθυνοι του σχολείου παρέλειψαν να μεριμνήσουν όπως παρασχεθεί άμεση ιατρική βοήθεια στον Ενάγοντα με αποτέλεσμα η καταλογιζόμενη σε αυτούς υπό του Ενάγοντα αδιαφορία να προσμετρήσει προς επαύξηση των πόνων του Ενάγοντα. Τίθεται το ερώτημα αν το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει το πιο πάνω στην επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο λόγος που ο μικρός Αντρέας δεν είχε εισαχθεί στο χειρουργείο αμέσως ήταν γιατί ήταν φαγωμένος. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ 4, που έκανα αποδεχτή, η τροφή που είχε καταναλώσει δεν ήταν μόνο τα μπισκότα. Είχε καταναλώσει και προηγουμένως φαγητό στο σχολείο. Μαρτυρία αναφορικά με το πότε είχε φάει ο Ενάγοντας στο σχολείο δεν δόθηκε. Προδήλως, μετά τον τραυματισμό του δεν είχε καταναλώσει οποιαδήποτε τροφή. Επομένως, η καθυστέρηση από μέρους του σχολείου να λάβει τα δέοντα μέτρα, ώστε ο Ενάγοντας να εξετασθεί από ιατρό τα ταχύτερο δεν συνέβαλε στην καθυστέρηση που σημειώθηκε στην είσοδό του στο χειρουργείο. Από την προσαχθείσα μαρτυρία διαφαίνεται, ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν δυνατόν να εισαχθεί στο χειρουργείο ενωρίτερα. Με βάση τα πιο πάνω και αφού έλαβα υπόψη μου τα όσα επί του προκειμένου κατατέθηκαν από τους μάρτυρες, που κλήθηκαν για να δώσουν μαρτυρία για τον Ενάγοντα, συμπεριλαμβανομένων των σωματικών βλαβών, των πόνων που ο Ενάγοντας υπέστη στην τρυφερή ηλικία των έξη χρόνων και στην έκταση και μόνο που τα πιο πάνω περιγράφηκαν από τους εν λόγους μάρτυρες με την διά ζώσης μαρτυρία τους, της ταλαιπωρίας, που υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία των πόνων, αλλά και του γεγονότος ότι είχε το χέρι του σε γύψινο επίδεσμο από τις 26.2.04 μέχρι τις 2.4.04, ήτοι για 35 ημέρες, αλλά και το γεγονός ότι αυτός έχει πλήρως αποθεραπευθεί, κρίνω ως δίκαιο ποσό αποζημίωσης ως γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία το ποσό των Ευρώ 12,000,00 σεντ. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις για ζημίες εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν τις ζημίες τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Ως ειδικές ζημίες αξιώνεται, μεταξύ άλλων, το ποσό των Λ.Κ.150,00 σεντ ως το ποσό που απώλεσε ο πατέρας από την εργασία του τις μέρες που αυτός χρειάσθηκε να απουσιάσει από την εργασία του για σκοπούς μεταφοράς κάθε φορά του μικρού Αντρέα στον ιατρό. Ο ΜΕ 3 δεν ήταν, όμως, συγκεκριμένος όσον αφορά τις μέρες που αυτός απουσίασε από την εργασία του, αφού παρέλειψε να υποδείξει με ακρίβεια ποιες μέρες απουσίασε από την εργασία του. Ενόψει τούτου και παρά την καλή εντύπωση που σχημάτισα για τον μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας, θεωρώ ότι το αξιούμενο αυτό ποσό δεν έχει αποδειχθεί με την αυστηρότητα που επιτάσσει η νομολογία για την απόδειξη ειδικών ζημιών. Για τον λόγο αυτό το ποσό αυτό δεν θα επιδικασθεί. Ούτε το ποσό των Λ.Κ.120,00 σεντ, το οποίο αξιώνεται ως έξοδα φροντίδας και/ή απώλειας εισοδήματος της μητέρας, μπορεί να επιδικασθεί. Και αυτό γιατί καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Τουναντίον, η μητέρα του Ενάγοντα καταθέτοντας ανέφερε, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνον αυτή δεν εργαζόταν. Αξιώνεται, τέλος, η επιδίκαση ως ειδικής ζημίας το ποσό των Λ.Κ.25,00 σεντ ως έξοδα έκδοσης του ιατρικού πιστοποιητικού. Παρόλο που το εν λόγω πιστοποιητικό κατατέθηκε ως τεκμήριο (Τεκμήριο 1) καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε, που να καταδεικνύει την καταβολή του πιο πάνω ποσού για την εξασφάλιση και απόκτησή του. Εν' όψει τούτου κρίνω, πως ούτε το κονδύλι αυτό αποδείχθηκε με την αυστηρότητα που επιβάλλει η νομολογία. Συνεπώς κανένα ποσό δεν επιδικάζεται. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των Ευρώ 12.000,00 σεντ πλέον τόκους επί του ποσού των Ευρώ 12.000,00 σεντ προς 8% ετησίως από 26.2.04 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 12.000,00 σεντ από 15.10.08 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν απο το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο