← Κύπρος

Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ν. Ανδρούλλας Κονναρή Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 2944/07, 16.3.09

Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ν. Ανδρούλλας Κονναρή Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 2944/07, 16.3.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2944/07 Μεταξύ: Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, από την Πάφο Ενάγοντες και Ανδρούλλας Κονναρή Αντωνίου, από την Πάφο Εναγόμενη ........................... Ημερομηνία: 16.3.09 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κα Ελίζα Μιχαήλ για κ. Α. Δημητριάδη (για να ακούσει απόφαση κ. Γ. Δημητριάδης) ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται, μεταξύ άλλων: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η υποκατάστατη επίδοση στην Εναγόμενη της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την δημοσίευσή της σε καθημερινή και/ή εβδομαδιαία Εφημερίδα Ελληνική στην Κύπρο». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.5, θθ 1, 9, 10, Δ.5 Α και Δ.48, θ.8

(1)(e) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στην εγγενή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Χρήστου Θεοδώρου, ο οποίος είναι υπάλληλος των Αιτητών και εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης αυτός τα γνωρίζει προσωπικά. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 2-4 της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοδώρου: 2. «Η Εναγόμενη διαμένει μόνιμα στην Πάφο, σε άγνωστη διεύθυνση και παρά τις έρευνες του ιδιώτη επιδότη και τις δικές μας δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί νέα διεύθυνση επίδοσης και για τον λόγο αυτό η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος δεν είναι δυνατόν να γίνει με την κανονική οδό. Από τα γεγονότα που γνωρίζω και σύμφωνα με την συμβουλή των Δικηγόρων των εναγόντων, οι τελευταίοι έχουν πολύ καλή βάση αγωγής και θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να μην μπορούν να προχωρήσουν λόγω μη εξεύρεσης νέας διεύθυνσης επίδοσης της Εναγόμενης. Είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το ζητούμενο Διάταγμα». Όταν η υπό κρίση αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο εξέφρασε προς την ευπαίδευτη συνήγορο των Αιτητών τους προβληματισμούς του για το αν κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η εν λόγω συνήγορος επέμεινε στην αίτηση και αγόρευσε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας με την επιχειρηματολογία της τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. Επικαλούμενη τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση καθώς και νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των Αγγλικών Δικαστηρίων υποστήριξε, ότι το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του εξουσία θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Δ.5, θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Αν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ή στον Δικαστή, ότι για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατόν να γίνει έγκυρα επίδοση σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 της Διάταξης αυτής το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης διά επιστολής, δημόσιας δημοσίευσης ή με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιο». Η Δ.5 Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή τον Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση». Για να διαταχθεί υποκατάστατη επίδοση πρέπει, πρωτίστως, κατά τον χρόνο της έκδοσης του να είναι νομικά δυνατή και εφικτή η προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο. Σύμφωνα με το Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1958, σελ. 131, υπό τον τίτλο: «Order not applicable» αν κατά τον χρόνο έκδοσης ενός κλητηρίου εντάλματος για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας μπορούσε νομικά να γίνει προσωπική επίδοση του προς τον εναγόμενο, αλλά τα περιστατικά εμπόδισαν μια τέτοια επίδοση, τότε, δύναται να επιτραπεί υποκατάστατη επίδοση. Αν, όμως, κατά τον πιο πάνω κρίσιμο χρόνο δεν ήταν νομικά δυνατή ή εφικτή η προσωπική επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο, τότε, δεν μπορεί να διαταχθεί υποκατάσταση επίδοση, εκτός στην περίπτωση που ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο της έκδοσής του και η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι αυτός έφυγε εκτός δικαιοδοσίας για να αποφύγει την επίδοση (evade service). Στην υπό εξέταση περίπτωση η προσωπική επίδοση του κλητηρίου στην Εναγόμενη κατά τον χρόνο της έκδοσής του ήταν νομικά δυνατή, αφού, όπως από την υπό των Αιτητών προσαχθείσα μαρτυρία συνάγεται, η Εναγόμενη είναι πρόσωπο που διαμένει εντός της δικαιοδοσίας. Επομένως, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή του θέματος δεν υπάρχει κώλυμα στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σύμφωνα με το Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1958, σελ. 132, υπό τον τίτλο: «Principles usually followed as to "substituted" or other Service"» το Δικαστήριο προτού διατάξει υποκατάστατη επίδοση πρέπει, επίσης, να ικανοποιηθεί, ότι για οποιαδήποτε αιτία ο ενάγοντας δεν μπορεί να διενεργήσει έγκυρη προσωπική επίδοση στον εναγόμενο. Η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης από τον ενάγοντα είναι απαραίτητη για να εγκριθεί το αίτημα. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Such service may be ordered only when the plaintiff is from any cause unable to effect prompt personal service. This inability is the essential consideration». Στην σελίδα 133 του ιδίου συγγράμματος υπό τον υπότιτλο: «Where person to be served is usually resident within the jurisdiction» αναφέρεται, ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται με μεγάλη λεπτομέρεια όλες οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν εκ μέρους του ενάγοντα για διενέργεια προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο και ότι όλοι οι πρακτικοί τρόποι για την διενέργεια μιας τέτοιας επίδοσης έχουν εξαντληθεί και, κατ' επέκταση, ότι είναι αδύνατη η διενέργεια έγκυρης προσωπικής επίδοσης στον εναγόμενο. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καμία τέτοια μαρτυρία δεν περιέχεται. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός από τον κ. Θεοδώρου, ότι έγιναν προσπάθειες για προσωπική επίδοση στην Εναγόμενη στην διεύθυνση που αναγράφεται επί του κλητηρίου εντάλματος και ποιες. Το μόνο που επί του προκειμένου αναφέρεται είναι ότι η Εναγόμενη διαμένει σε άγνωστη για τους Αιτητές διεύθυνση. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί, όμως, να γίνει αποδεκτός στην απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει, ότι έγιναν και εξαντλήθηκαν όλες οι δέουσες υπό τις περιστάσεις προσπάθειες για προσωπική επίδοση στην Εναγόμενη και ότι από αυτές προέκυψε, ότι η Εναγόμενη διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο, ότι είναι αδύνατο να γίνει έγκυρη προσωπική επίδοση στην Εναγόμενη. Με βάση την πιο πάνω κατάληξή μου η αίτηση στερείται προοπτικής επιτυχίας. Ακολούθως θα υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης σε περίπτωση που ήθελε κριθεί, ότι η πιο πάνω κατάληξή μου είναι εσφαλμένη Στην υπόθεση Σταύρου Φραγκέσκου κ.α. ν. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από την Δ.5, θ.9, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από την Δ.5, θ.2. Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5, θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου». Στο σύγγραμμα Annual Practice (Ετήσια Πρακτική) του 1958, σελ. 133, υπό τον τίτλο: «Where person to be served is usually within the jurisdiction» αναφέρεται, ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται, ότι με την υπό του ενάγοντα προτεινόμενη επίδοση το κλητήριο θα έρθει πιθανόν εις γνώση του εναγόμενου (will probably come to the knowledge of the defendant). Στην υπόθεση Gouner Jevdet Mehmet and Others v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 JSC 18 ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «The leading authority on the subject of substituted service is Porter v. Freudenberg (1914 and 1915) All England Law Reports Reprint 918, where an exceptionally strong Court of Appeal, presided over by the Chief Justice and including the Master of the Rolls dwelt at length on the implications of substituted service and the circumstances upon which it may be ordered. Not only must the applicant satisfy the Court that personal service cannot be effected, as the applicants have clearly satisfied the Court in the present case, but must, significantly establish that by the suggested substitution the notice . is likely to reach the defendant or come to his knowledge. The Court did not attempt to limit the width of the discretion of the Court but took pains to stress that in the ordinary case the basic factor relevant to the exercise of the Court's discretion is the likelihood of the defendant taking knowledge of the proceedings. The rule may be relaxed in the face of exceptional circumstances as in the case of a defendant who flees the jurisdiction in order to evade service». Σε μετάφραση: Η απόφαση - οδηγός στο θέμα της υποκατάστατης επίδοσης είναι η Porter v. Freudenberg (1914 and 1915) All England Law Reports Reprint 918, όπου ένα εξαιρετικά ισχυρό Εφετείο προεδρεύοντος του Chief Justice και απαρτιζόμενο και από τον Master of the Rolls ασχολήθηκε εις βάθος με τις παραμέτρους της υποκατάστατης επίδοσης και τα περιστατικά στην βάση των οποίων αυτή δύναται να διαταχθεί. Όχι μόνο θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί προσωπική επίδοση, κάτι που οι αιτητές έχουν ξεκάθαρα ικανοποιήσει το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, αλλά πρέπει, πρωτίστως, να αποδείξει, ότι με την προτεινόμενη επίδοση ενδέχεται η ειδοποίηση να φθάσει στον εναγόμενο ή να έλθει εις γνώση του. Το Δικαστήριο δεν επιχείρησε να περιορίσει το εύρος της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά με προσοχή και περίσκεψη τόνισε, ότι στις σύνηθεις περιπτώσεις ο βασικός παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το ενδεχόμενο ο εναγόμενος να λάβει γνώση της διαδικασίας. Χαλάρωση του κανόνα δύναται να επέλθει όταν συντρέχουν ιδιαίτερα περιστατικά όπως όταν ο εναγόμενος φεύγει από την δικαιοδοσία για να αποφύγει την επίδοση». Στην ίδια υπόθεση τονίσθηκε, ότι το βάρος που επιβάλλεται στον ενάγοντα από την νομολογία είναι μεγάλο, στην Κύπρο δε αυτό είναι ιδιαίτερα αυξημένο εν' όψει του ότι το δικαίωμα να πληροφορείται κάποιος για την διαδικασία που κινήθηκε εναντίον του είναι καλά διασφαλισμένο από το Σύνταγμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει ενώπιόν μου οποιαδήποτε μαρτυρία στην βάση της οποίας να ικανοποιηθώ, για να χρησιμοποιήσω και τα λόγια του Λόρδου Reading Chief Justice στην Porter v. Freudenberg (πιο πάνω), ότι το κλητήριο θα φθάσει στην Εναγόμενη αν η υπό των Αιτητών προτεινόμενη μέθοδος επίδοσης υιοθετηθεί. Δεν παρατίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τα δεδομένα εκείνα που θα έπειθαν το Δικαστήριο, ότι με την υπό των Αιτητών προτεινόμενη μέθοδο επίδοσης το κλητήριο θα έλθει εις γνώση της Εναγόμενης. Ο ενόρκως δηλών ούτε καν πεποίθηση προς αυτή την κατεύθυνση δεν εξεδήλωσε στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Το μόνο που αυτός εκεί αναφέρει είναι ότι οι Αιτητές έχουν καλή βάση αγωγής και ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές υπό τις περιστάσεις να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Μόνο που η δύναμη της υπόθεσης ενός ενάγοντα δεν αποτελεί σχετικό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου παράγοντα. Όπως είδαμε και στην υπόθεση Σταύρου Φραγκέσκου κ.α. ν. Χριστίνας Γεωργίου Γρηγορίου, πιο πάνω, αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως και η υπό κρίση είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγόμενου. Στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας το ενδεχόμενο το κλητήριο να έλθει εις γνώση της Εναγόμενης δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια απλή πιθανολόγηση και εικασία. Στην σελίδα 134 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο: «Order for Substituted Service of Writ» αναφέρεται, ότι υποκατάστατη επίδοση με δημοσίευση σε εφημερίδα (advertisement) δύναται να διαταχθεί μόνο όταν υπάρχει κάποιος λόγος για να πιστεύει κανείς, ότι το κλητήριο θα έλθει σε γνώση του εναγόμενου. Στην σελίδα 140 του ιδίου συγγράμματος υπό τον τίτλο: «Service by Advertisement» αναφέρονται τα εξής: «In practice, an order for service by advertisement will not be made save in an exceptional case where there is good reason to believe that the advertisement will be seen by the defendant». Σε μετάφραση: «Στην πρακτική δεν διατάσσεται επίδοση διά δημοσίευσης σε εφημερίδα εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου υπάρχει καλός λόγος για να πιστεύει κανείς ότι ο εναγόμενος θα δει την δημοσίευση». Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν παρατίθενται οποιασδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία που να με ικανοποιεί ότι η Εναγόμενη θα δει την δημοσίευση και, έτσι, θα λάβει γνώση της διαδικασίας εναντίον της. Η υπό των Αιτητών προσαχθείσα μαρτυρία είναι ανεπαρκής για να με πείσει, ότι πρόκειται περί μιας εξαιρετικής περίπτωσης ώστε να διατάξω υποκατάστατη επίδοση με τον τρόπο που εισηγούνται οι Αιτητές. Στην υπόθεση Gouner Jevdet Mehmet and Others v. Vassiliko Cement Works Ltd
(1979)1 JSC 18 τονίσθηκε, ότι κανένας δεν πρέπει να δικάζεται χωρίς να του έχει παρασχεθεί η δέουσα ευκαιρία να ακουσθεί στη διαδικασία εναντίον του, η γνωστοποίηση δε της διαδικασίας αυτής αποτελεί προϋπόθεση για την εμφάνισή του. Τα πιο πάνω αποτελούν θεμελιώδη παράμετρο της φυσικής δικαιοσύνης, η οποία δεν θα πρέπει ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις να καταστρατηγείται. Το κοινό έχει ζωτικό συμφέρον στην επιβεβαίωση ότι οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης τηρούνται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ, ότι αν η αίτηση εγκριθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί ανεπανόρθωτα. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.