← Κύπρος

Μαρία Κουρζέλ ν. Ελένη Δημητρίου, Αρ.Αγωγής: 1061/06, 24.3.09

Μαρία Κουρζέλ ν. Ελένη Δημητρίου, Αρ.Αγωγής: 1061/06, 24.3.09 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2009:A14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 1061/06 Μεταξύ: Μαρία Κουρζέλ, από την Πάφο Ενάγουσα και Ελένη Δημητρίου, από την Πάφο Εναγόμενη Ημερομηνία: 24.3.09 Εμφανίσεις: Ενάγουσα / Αιτήτρια: παρούσα Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Πολυδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα / Αιτήτρια εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής της. Με την αγωγή αξιώνεται από την Ενάγουσα η επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων, για βλάβη που κατ' ισχυρισμό υπέστη η προσωπικότητα της πρώτης ύστερα από ψευδή καταγγελία στην οποία η Εναγόμενη προέβη στην Αστυνομία κατά ή περί τον Αύγουστο του

  1. Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ώστε αντί σε αυτή να αναγράφεται, ότι η πιο πάνω αναφερόμενη καταγγελία έγινε κατά ή περί τον Αύγουστο του 2004 να αναγράφεται, ότι αυτή έγινε κατά ή περί τον Ιούνη του
  2. Προς τούτο επιζητεί την αντικατάσταση της λέξης «Αυγούστου» που απαντάται στην 1η γραμμή της παραγράφου 3 και της λέξης «Αύγουστο» που απαντάται στην 1η γραμμή της παραγράφου 4 και στην 2η γραμμή της παραγράφου 5 με την λέξη «Ιούνη» κάθε φορά. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 25, θεσμοί 1-6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας. Αυτή υποβλήθηκε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Αιτήτριας και μετά την ολοκλήρωση του πρώτου μάρτυρα για την Υπεράσπιση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Στο σώμα της Ένστασης παρατίθενται επτά λόγοι ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα. Η Αιτήτρια όπως και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις που εκπροσωπεί και οι οποίες εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους Α, Β, Γ και Στ είναι επάλληλοι και αναφέρονται στο θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Ο παράγοντας καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση μπορεί κάτω από ορισμένες περιστάσεις να επηρεάσει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ο παράγοντας, όμως, αυτός δεν είναι αφ' εαυτού αποφασιστικής σημασίας στην έκβαση της αίτησης. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 υποστηρίχθηκε, όπως και πιο πάνω είδαμε, ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Limited κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607 αναφέρθηκε πως: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος». Αναμφίβολα, παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δεν πρέπει, όμως, να διαφύγουν από την προσοχή του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που κατά την κρίση μου είναι ιδιάζοντα. Και είναι ιδιάζοντα καθότι ο δικηγόρος που αρχικά εκπροσωπούσε την Αιτήτρια αποσύρθηκε με άδεια του Δικαστηρίου πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα η Αιτήτρια μη μπορώντας, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, να υποστεί λόγω της οικονομικής της στενότητας άλλα δικηγορικά έξοδα παρουσίασε την υπόθεσή της στο Δικαστήριο μόνη της και χωρίς δικηγόρο. Αναμφίβολα, υπήρχε η ευχέρεια και η δυνατότητα όπως η Αιτήτρια προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής της ενωρίτερα. Ούσα, όμως, μη νομικός και μη έχοντας οποιαδήποτε νομική κατάρτιση δεν ήταν σε θέση, όπως και επανειλημμένα δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, να γνωρίζει την σημασία των δικογράφων και της συμπερίληψης σε αυτά ισχυρισμών που να συνάδουν με την μαρτυρία που θα δοθεί. Η Αιτήτρια, όπως από την ακροαματική διαδικασία διεφάνη, αλλά, όπως και στην παράγραφο 6 της ένορκής της δήλωσης αναφέρεται, αντιλήφθηκε, ότι υπήρχε ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης μόλις κατά την κυρίως εξέταση του τελευταίου της μάρτυρα, ΜΕ 7. Προδήλως, γιατί μόνο κατά την κυρίως εξέταση αυτού του μάρτυρα ηγέρθη από την Υπεράσπιση ένσταση ως προς την κατάθεση μαρτυρίας αναφορικά με την ημερομηνία, που, κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας, έγινε η καταγγελία από την Καθ' ης η αίτηση στην Αστυνομία εναντίον της. Η Αιτήτρια αντιλήφθηκε την ανάγκη για τροποποίηση μόνο τότε και, κυρίως, ύστερα από τις ενστάσεις της Υπεράσπισης και τις ενδιάμεσες επ' αυτών αποφάσεις του Δικαστηρίου. Όταν η ανάγκη για τροποποίηση έγινε αντιληπτή από την Αιτήτρια, αυτή ζήτησε από το Δικαστήριο αναβολή της ακρόασης και, κατά συνέπεια, διακοπή της κυρίως εξέτασης του εν λόγω μάρτυρα της. Το αίτημα της απερρίφθη από το Δικαστήριο και μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του αυτή αποτάθηκε με αίτηση ημερομηνίας 4.12.08 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής της. Όταν η αίτηση ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια την απέσυρε με άδεια του Δικαστηρίου για λόγους που δεν ενδιαφέρουν τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης. Ακολούθησε η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα για την Υπεράσπιση και, ακολούθως, η υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Η τροπή της υπόθεσης, όπως πιο πάνω περιγράφηκε, εκτίθεται με συνοπτικό τρόπο στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω, πως υπό τις δοσμένες περιστάσεις υπάρχει εύλογη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφέρθηκε: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. ..................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι, βασικά, είναι η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Περαιτέρω, στην υπό εξέταση περίπτωση η εισαγωγή στην Έκθεση Απαίτησης των επιδιωκόμενων με την υπό κρίση αίτηση ισχυρισμών συνάδει με την μέχρι σήμερα στην υπόθεση δοθείσα μαρτυρία. Σημειώνεται, ότι καταθέτοντας ενόρκως η Αιτήτρια ανέφερε, ότι η επίδικη καταγγελία έγινε την 27.6.
  1. Μαρτυρία προς την ίδια κατεύθυνση δόθηκε όχι μόνο από την Αιτήτρια, αλλά και από την ΜΕ 6 και τον ΜΕ
  2. Αναφορικά με τον τελευταίο δεν μου διαφεύγει, ότι η Υπεράσπιση έφερε ένσταση σε ουκ ολίγα σημεία της κυρίως εξέτασης του, ώστε να μην επιτραπεί υπό αυτού η προσκόμιση μαρτυρίας, που να καταδεικνύει, ότι η υπό της Αιτήτριας ισχυριζόμενη καταγγελία έγινε στις 27.6.
  3. Εν τέλει, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση διασαφήνισε, ότι η καταγγελία για την οποία αναφορά έκανε στην διά ζώσης μαρτυρία του, έγινε την 27.6.04 και όχι τον Αύγουστο του
  4. Τονίζεται, όμως, ότι η καταγγελία στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καταγγελίας, που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, ήτοι, ότι έγινε στην Αστυνομία από την Καθ' ης η αίτηση εναντίον της Αιτήτριας, αναφορικά με κλοπή, όπως γίνεται ισχυρισμός και στην Έκθεση Απαίτησης, των αντικειμένων, που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, και κατά τον χρόνο που, επίσης, αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Είναι, λοιπόν, έκδηλο, ότι έγκριση της τροποποίησης θα έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο να προβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα, αλλά και όπως η Έκθεση Απαίτησης συνάδει με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, ότι: «... δεν είναι ... νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προασαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1959)σελ. 625: «Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)». Το πιο πάνω απόσπασμα από την Ετήσια Πρακτική του 1959 μεταφράζεται ως ακολούθως: «Όπου η τροποποίηση έχει καταστεί αναγκαία ένεκα διαφοράς μεταξύ της Έκθεσης Απαίτησης και της μαρτυρίας που δόθηκε στην δίκη, θα πρέπει να ζητηθεί κατά το κλείσιμο της υπόθεσης του ενάγοντα». Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται εμμέσως πλην σαφώς ο ισχυρισμός, ότι το λάθος οφείλεται σε σφάλμα του δικηγόρου της Αιτήτριας κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, είδαμε ότι η αμέλεια στην προβολή ενός λανθασμένου ισχυρισμού δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αιτήματος για τροποποίηση. Αναφορικά με το ζήτημα του επηρεασμού στα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση από τυχόν έγκριση του αιτήματος σχετικός είναι ο έκτος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επηρεάσει τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση για γρήγορη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Συναφείς είναι οι παράγραφοι 6 και 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση. Με αυτές προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός, ότι στο στάδιο που υποβάλλεται η αίτηση και αφ' ης στιγμής η Αιτήτρια έκλεισε την υπόθεσή της και ακούσθηκαν όλοι οι μάρτυρες της, θα είναι αδύνατο να αντεξετάσει η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση επί των νέων γεγονότων. Συν τοις άλλοις, η υπεράσπιση της Καθ' ης η αίτηση και η αντεξέταση των μαρτύρων της Αιτήτριας στηρίχθηκαν πάνω στα μέχρι σήμερα δικόγραφα. Θεωρώ σημαντικό να τονίσω, ότι ενώ η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της δεν έκανε αναφορά στον χρόνο κατά τον οποίο, κατ' ισχυρισμό της, έγινε από την Καθ' ης η αίτηση η καταγγελία προς την Αστυνομία ο ίδιος ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ρώτησε ευθέως την Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της πότε έγινε η υπό αυτής ισχυριζόμενη καταγγελία. Η Αιτήτρια, αρχικά, απάντησε, ότι δεν γνώριζε να απαντήσει προτού συμβουλευθεί έγγραφα, τα οποία είχε στην κατοχή της. Τότε, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης της υπέβαλε, ότι η καταγγελία έγινε τον Ιούνιο του 2004 και, συγκεκριμένα, στις 27.6.
  1. Η Αιτήτρια δέχθηκε την υποβολή και η αντεξέταση διεξήχθη στην βάση ότι η επίδικη καταγγελία έγινε κατά τον πιο πάνω χρόνο για κλοπή, που, σύμφωνα με την εν λόγω καταγγελία, έγινε την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Υπεβλήθη, επίσης, στην Αιτήτρια, ότι η καταγγελία, που, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, έγινε από την Καθ' ης η αίτηση στις 27.6.04 για κλοπή ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή και μιας κάσιας με εργαλεία και η οποία με την καταγγελία αποδίδεται στην Αιτήτρια ήταν αληθινή, ότι η Αιτήτρια έκλεψε τα πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα και ότι καμία ζημία δεν υπέστη από την επίδικη καταγγελία. Επίσης, η ΜΕ 6, Παναγιώτα Γιαννακάρη, κατά την κυρίως εξέτασή της και ύστερα από σχετική ερώτηση που υπεβλήθη σε αυτήν από την Αιτήτρια ανέφερε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ένσταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση, ότι η καταγγελία έγινε στις 27.6.
  2. Επιπλέον, ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση κατά την αντεξέταση. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ 7, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, προβλήθηκαν ενστάσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση σε προσκόμιση υπό του μάρτυρος μαρτυρίας, που να καταδεικνύει, ότι η υπό της Αιτήτριας ισχυριζόμενη καταγγελία έγινε στις 27.6.
  3. Εν τέλει, ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε αναφορικά με το περιεχόμενο της καταγγελίας που έκανε στην Αστυνομία η Καθ' ης η αίτηση εναντίον της Αιτήτριας. Κατά την αντεξέταση και ύστερα από σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ο μάρτυρας ανέφερε, ότι τα όσα περί καταγγελίας ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία του αναφέρονταν σε καταγγελία που η Καθ' ης η αίτηση έκανε στις 27.6.04 και όχι τον Αύγουστο του
  4. Η αντεξέταση ήταν πολύ σύντομη και στόχευε, όπως ευκρινώς διεφάνη, να καταδειχθεί, ότι η υπό του μάρτυρος δοθείσα μαρτυρία αναφερόταν σε καταγγελία που έγινε από την Καθ' ης η αίτηση εναντίον της Αιτήτριας σε χρόνο άλλο από αυτόν που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Προδήλως, είναι, μεταξύ άλλων, στην βάση τούτου, που προβάλλεται από την Καθ' ης η αίτηση η θέση, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβλάψει τα δικαιώματα της. Μόνο που δεν μου διαφεύγει, ότι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, είναι η ίδια η Υπεράσπιση που έθεσε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της, ότι η επίδικη καταγγελία έγινε την 27.6.04, πράγμα, που η Αιτήτρια δέχθηκε. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω, ότι η γραμμή που ακολούθησε η Υπεράσπιση ως προς το πιο πάνω θέμα δεν ήταν η ίδια ανάμεσα στην Αιτήτρια και τον ΜΕ 7 και, επομένως, επιλήψιμη. Δεν μπορεί, από την μια, να τίθεται στην Αιτήτρια από την Υπεράσπιση και, ουσιαστικά, η Υπεράσπιση να δέχεται, ότι η επίδικη καταγγελία έγινε την 27.6.04 και, από την άλλη, η ίδια η Υπεράσπιση να αμφισβητεί τα πιο πάνω κατά την εξέταση άλλου μάρτυρα. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση, ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα παραβλάψει τα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση υπό την έννοια, ότι θα προκληθεί σε αυτήν βλάβη και, κατ' επέκταση, δυσμένεια εις βάρος της στον δικαστικό αγώνα. Ούτε και θεωρώ, ότι το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για δίκη εντός εύλογου χρόνου, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, θα καταστρατηγηθεί υπό τις δοσμένες περιστάσεις από τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, της Δ.25, θ.1. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Οι ισχυρισμοί, οι οποίοι επιχειρούνται να εισαχθούν με την αίτηση, αποτελούν ήδη μέρος της μαρτυρίας και η βάση της αγωγής δεν μεταβάλλεται. Επιπλέον, με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης. Συνεκτίμηση των πιο πάνω αρχών και η εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση. Δεν παραγνωρίζω, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. Απόρριψή της, όμως, θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται στην προκείμενη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, πως τυχόν έγκριση της αίτησης υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν θα προκαλούσε στην Καθ' ης η αίτηση ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Σύμφωνα με τον έβδομο λόγο έντασης η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν καταρρίπτουν εμφανώς τον λόγο αυτό. Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναφέρει όλα τα γεγονότα που απαιτούνται για την αίτηση τροποποίησης. Ο πιο πάνω λόγος δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, γι' αυτό και δεν παρέχεται περιθώριο εξέτασής του. Συν τοις άλλοις, αυτός είναι γενικός και αόριστος. Τέλος, προβάλλεται ως λόγος ένστασης, ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και δεν συνοδεύονται από ένορκο δήλωση του προσώπου που τα γνωρίζει. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά ούτε και επί του λόγου τούτου. Η θέση αυτή παραγνωρίζει, ότι με τον Νόμο 32(Ι)/04, ο οποίος τροποποίησε το Κεφ. 9, ο εξ ακοής κανόνας καταργήθηκε στις πολιτικές υποθέσεις. Αλλά και αν ακόμα ίσχυε ο εξ ακοής κανόνας η θέση αυτή και πάλι δεν θα ευσταθούσε. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης δεν αναζητεί απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών που προτείνονται με την τροποποίηση. Ούτε και απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει τους επιδιωκόμενους με την τροποποίηση ισχυρισμούς. Τούτο θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση εγκριθεί. Συνακόλουθα η αίτηση εγκρίνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)............................................ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.